Γράφτηκε από: 
τον Μπάμπη Μέντη

Το ιστορικό Επταβάλβιδο V4 της Yamaha

To… NR 750 της Yamaha!

Στα τέλη του ’70 η Honda και η Yamaha σφάζονταν μεταξύ τους σε όλα τα επίπεδα. Σε επίπεδο μοντέλων παραγωγής, η Honda ήταν η “τετράχρονη” εταιρεία και η Yamaha ήταν η “δίχρονη” εταιρεία, αφού για κάθε ένα τετράχρονο μοντέλο της πρώτης, η δεύτερη είχε ένα αντίστοιχο με δίχρονο κινητήρα (CB η Honda - RD η Yamaha, XR η Honda – IT η Yamaha κ.τ.λ.). Το ίδιο σκηνικό ήθελαν να στήσουν και στα GP 500, που ήταν η βιτρίνα της τεχνολογίας για κάθε εταιρεία και είχε τεράστιο αντίκτυπο στις πωλήσεις.

 

Σε αντίθεση με τα MotoGP σήμερα, το ’70 και το ’80 όποια μάρκα κέρδιζε τον αγώνα της Κυριακής, ξεπουλούσε τη Δευτέρα. Η Honda για να δείξει ότι η τετράχρονη τεχνολογία της ήταν ανώτερη της δίχρονης που χρησιμοποιούσε η Yamaha, έφτιαξε την NR 500 με έναν V4 κινητήρα, με οβάλ έμβολα και οκτώ βαλβίδες σε κάθε θάλαμο καύσης. Παρά την αποτυχία της Honda να κερδίσει αγώνες GP (τρόμαξε όμως τον ανταγωνισμό με το πρωτότυπο NR 750 για αγώνες Endurance και SBK) η Yamaha αντέδρασε πολύ γρήγορα στην πρόκληση και έφτιαξε τον δικό της V4 κινητήρα με 7 βαλβίδες ανά θάλαμο καύσης και δύο μπουζί.

 Η πρωτότυπη μοτοσυκλέτα (Yamaha 1977 OW34.7) δεν εμφανίστηκε στις πίστες του παγκοσμίου πρωταθλήματος των GP 500 ποτέ και δεν ταξίδεψε ποτέ έξω από την Ιαπωνία (τουλάχιστον δεν υπάρχουν αναφορές για κάτι τέτοιο). Πιθανολογείται ότι στο Isle Of Man έτρεξε ένα τετρακύλινδρο σε σειρά (XJ750R) που είχε πολυβάλβιδη κεφαλή, αλλά πιθανότατα ήταν πενταβάλβιδο με δύο εκκεντροφόρους. Όμως η πολυβάλβιδη τεχνολογία που αναπτύχτηκε από τη Yamaha για αυτή τη μοτοσυκλέτα πέρασε (με κάποιο τρόπο… ) στην παραγωγή.

Η FZ 750 Genesis με τις πέντε βαλβίδες ανά θάλαμο καύσης ήταν η πρώτη εφαρμογή σε μοτοσυκλέτα παραγωγής της Yamaha. Έμεινε μαζί μας έως το τελευταίο screamer R1 και καταργήθηκε με την άφιξη της R1 του 2008. Θεωρητικά όσο περισσότερες είναι οι βαλβίδες, τόσο καλύτερα αναπνέει ο κινητήρας και τόσο καλύτερα διαχέεται το μείγμα, άρα αυξάνεται η απόδοση. Πρακτικά, η βελτίωση των συστημάτων τροφοδοσίας μείωσε στο ελάχιστο αυτό το πλεονέκτημα, αφήνοντας μόνο τα μειονεκτήματα, που είναι η πολυπλοκότητα της κατασκευής, το αυξημένο κόστος παραγωγής και οι επιπλέον τριβές.