Γράφτηκε από: 
το Μαύρο Σκύλο

MOTO 465 - Τα κουρέλια τραγουδάνε τώρα!

Φτάνουμε στην πλατεία των Αγράφων με τα 125 μας, απολαμβάνοντας για άλλη μια μέρα το ταξίδι μας με μηχανάκια που στα υψόμετρα που περνάγαμε κανένα δεν έβγαζε πάνω από δέκα ίππους. Κι εκεί, όσο πιο μακριά από συνεργεία μοτοσυκλετών γίνεται, παρκαρισμένα δύο Honda XL250R του ’81, ακόμα σε χρήση, τριάντα χρόνια από τότε που πήραν το καράβι απ’ την Ιαπωνία και ήρθαν στην Ελλάδα. Στο Ανθηρό, την προηγούμενη, είχαμε δει ένα άριστο CB900F, ακόμα πιο παλιό, με 19.000 μίλια στο κοντέρ του. Σε άλλα χωριά, κάτι Serow, κάτι παπιά, παντού τα μηχανάκια να δουλεύουν μακριά από μόδες και “ανάγκες” για καινούρια μοντέλα κάθε χρόνο. Πίσω στην Αθήνα, έρχεται ο Χατζάρας ένα πρωί, “Δεν θα το πιστέψεις τι είδα σήμερα, ένα Kawasaki Z1300 κι αμέσως μετά ένα Guzzi Quota, πήγα δίπλα του και του λέω, μου έφτιαξες τη μέρα φίλε!”.

Πάντα πίστευα πως κάθε μοτοσυκλέτα, κάθε μοτοποδήλατο έχει να σου δώσει χαρές που κανένα άλλο δεν μπορεί. Με το κάθε ένα μπορείς να βιώσεις ξεχωριστές εμπειρίες, να ζήσεις μια άλλη πραγματικότητα, να δεις τις διαδρομές σου με άλλη οπτική. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τα καινούρια, αλλά και για τα παλιά, οποιασδήποτε χρονολογίας. Φυσικά, σε πολλές περιπτώσεις χρειάζεται να προσαρμόσεις τις απαιτήσεις σου. Μετά από 2.000 χιλιόμετρα με το Multistrada, από την πίστα των Σερρών μέχρι τους πετρόδρομους στα βουνά της Κρήτης, ο Πατεράκης ανέβηκε ξανά στο Africa που έχει, και μόνο που δεν έβαλε τα κλάματα. Όταν το οδηγούσε καθημερινά, μια χαρά του φαινόταν. Μετά βέβαια, που του θυμίσαμε πως άλλο 2.000 ευρώ κι άλλο 20.000, αναπροσάρμοσε τις προσδοκίες του.
Με τις σημερινές συνθήκες τα “κουρέλια” του χθες κερδίζουν μια ευκαιρία να ζήσουν και αύριο. Τα ξεχασμένα σε αυλές και αποθήκες μηχανάκια του ’70, του ’80 και του ’90 μπορούν κάλλιστα να μας ταξιδέψουν, τότε που το ταξίδι ήταν πιο σημαντικό από το μέσον. Με τα χρόνια, βάλαμε στους εαυτούς μας ένα σωρό κριτήρια, ευφάνταστες δικαιολογίες για να πείσουμε και εμάς, αλλά και τους άλλους, πως η αγορά ενός τελευταίου μοντέλου είναι επιβεβλημένη. Να έχει αυτό, να έχει και το άλλο, να έχει κι εκείνο, αλλά τελικά όταν το πήραμε τα χιλιόμετρα που κάναμε μαζί του ήταν πιο λίγα, τα ταξίδια πιο σπάνια από τότε που όλα αυτά τα “θέλω” απλά δεν τα είχαμε καθόλου στο μυαλό μας. Μη με παρεξηγήσετε, οι σημερινές μοτοσυκλέτες έχουν τα πάντα καλύτερα απ’ ότι πριν δέκα ή είκοσι ή τριάντα χρόνια. Και γκάζια, και φρένα, και αναρτήσεις, όλα τα καλά τα έχουν, και φθηνότερα είναι απ’ ότι ήταν στην εποχή τους τα παλιά. Φυσικά, όλα αυτά τα καλά έχουν το τίμημά τους, ο μπαρμπα-τζάμπας πέθανε κι ο γιoς του δεν χαρίζει. Επιπλέον, κατηγορίες που παλιά ήταν πλούσιες, όπως αυτή ανάμεσα στα 125 και τα 600 κυβικά, τώρα είναι σχεδόν έρημες, με ελάχιστους εκπροσώπους. Την θέση τους την έχουν πάρει τα σκούτερ, που στην άσφαλτο μια χαρά μπορούν να ταξιδέψουν, στο χώμα όμως δεν πάνε. Κάποτε ήταν γεμάτος ο τόπος από μικρά on-off και αντίστοιχα δρόμου, 250, 350, 500 και 600 κυβικά, κι αυτά κάπου βρίσκονται, κάπου μπορεί να σε περιμένουν για να συνεχίσουν τη ζωή τους. Τα περισσότερα έχουν λιώσει στους δρόμους, και δεν είναι οικονομικά συνετή η αποκατάστασή τους. Υπάρχουν όμως και πολλά που είναι σε πολύ καλή κατάσταση, αρκεί να τα ανακαλύψεις. Χθες πέρναγε ένα φορτηγό οδικής βοήθειας κάτω από τα γραφεία μας κι εκτός από το αυτοκίνητο που είχε φορτωμένο, είχε κι ένα Suzuki DR200 Djebel, με το μεγάλο ρεζερβουάρ του, το αλουμινένιο το ψαλίδι του, το στρογγυλό του το φανάρι, τις δικές του χούφτες, άβαφο και ατρακάριστο που λένε. Μια χαρά μηχανάκι για να κάνεις εκδρομές σαν τη δική μας, αν δεν κουβαλάς συνεπιβάτη και το μισό σου σπίτι μαζί.

Ένα άλλο πλεονέκτημα των παλιών είναι πως μπορείς να τους βάλεις χέρι, πολύ χέρι. Με απλά, βασικά εργαλεία μπορείς να τα συντηρείς, με τα ίδια να αντιμετωπίσεις μια βλάβη στο ταξίδι. Όπως κάποτε, όπως και τώρα. Κι εμείς στα MEGA TEST παίρνουμε μαζί λεβιέδες, σαμπρέλες, τρόμπα, κολλητικά, ανταλλακτικές μανέτες, συρματόσχοινα γκαζιού και συμπλέκτη και ένα... ταπεράκι με βίδες, ροδέλες και παξιμάδια σε διάφορα μεγέθη που έχει χρησιμεύσει σχεδόν σε όλα τα MEGA TEST. Και πιστέψτε με, μπορεί ένα μεγάλο σημερινό on-off να ταξιδεύει αέρας στην εθνική και να κάνει μαγικά στο χώμα αν είσαι αποφασισμένος και ξέρεις πως να τα κάνεις, αλλά η επισκευή ενός τρακτερωτού 150/70-17 στο βουνό δεν είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σου τύχει. Α, μιας και είπαμε τρακτερωτά! Για να ταξιδέψεις και να απολαύσεις την οδήγηση στο χώμα, με τα σημερινά μεγάλα on-off, τα χρειάζεσαι οπωσδήποτε, και πάλι μπορεί να τα βρεις πολύ σκούρα τα πράγματα αν συναντήσεις βαθιές λάσπες. Τότε όμως περιορίζεσαι σε μια μέγιστη ταχύτητα 160, που την κάνεις 130 για να μην φαγωθούν γρήγορα έτσι όπως είσαι φορτωμένος, οπότε έρχεσαι πολύ κοντά στα 120 που μπορεί να ταξιδεύει ένα on-off 250 κυβικών, με ό,τι λάστιχα κι αν έχει.
Και δεν λέω να τα συντηρεί ο καθένας μόνος του μόνο για να γλιτώνει λεφτά. Αυτή η σχέση με τη δική σου μοτοσυκλέτα, να την ξέρεις απέξω και να την λύνεις με κλειστά μάτια, να γνωρίζεις το σπείρωμα της κάθε βίδας ξεχωριστά, αν είναι καθαρό, ή λίγο φαγωμένο στην άκρη της, να θυμάσαι την κάθε βίδα πότε την έλυσες ή αν την άλλαξες και που την βρήκες, να είσαι σίγουρος πως έχεις καθαρούς, γρασαρισμένους άξονες, πλυμένο φίλτρο αέρα και ακριβώς-έτσι-όπως-σε-βολεύουν ρυθμισμένα χειριστήρια. Αυτή η διαδικασία του λύσε - δέσε σε κάνει να νιώθεις τη μοτοσυκλέτα σου, να έχεις εμπιστοσύνη πως τα περισσότερα από αυτά που μπορεί να της συμβούν θα τα αντιμετωπίσετε παρέα.

Τα παλιά, είναι και αγχολυτικά. Δεν έχεις γκάζι; Δεν έχεις και το άγχος να πας γρήγορα στις ευθείες. Δεν έχεις τα τέλεια φρένα; Φρενάρεις νωρίτερα. Δεν έχεις πλαίσιο δύο κοιλοδοκών και πέντε κουφωμάτων; Ζυγίζεις λίγο καλύτερα το μηχανάκι και προσέχεις τις γραμμές σου. Με τα καινούρια, κι ειδικά τα καλά καινούρια, νιώθεις λίγο χαζός, λίγο ανεπαρκής αν δεν τα πας όπως μπορούν να πάνε, αλλά αν το κάνεις, τότε πηγαίνεις πολύ γρήγορα για δημόσιο δρόμο. Για χάζεμα του τοπίου, μυρωδιές της υπαίθρου κι άλλα τέτοια ρομαντικοταξιδιάρικα, δεν το συζητάμε, το ξεχνάμε. Άσε που αν πηγαίνεις τάγμα θανάτου κουράζεσαι και για κάθε μέρα οδήγησης θέλεις άλλη μία να συνέλθεις. Μιλάμε για βόλτα, μικρή ή μεγάλη, κι όχι για απόλυτους χρόνους μετακίνησης. Και τη βόλτα μια χαρά την απολαμβάνεις και με παλιότερη μοτοσυκλέτα, έχοντας ξοδέψει ελάχιστα χρήματα για την αγορά της, καίγοντας λιγότερη βενζίνη, και φτάνοντας πιο ξεκούραστος. Μην νομίσετε όμως πως η διαφορά σε χρόνο είναι και πολύ μεγάλη, ακόμα και στην εθνική. Ο φίλος σας με το superbike που θα πηγαίνει με την ταυτότητα στο στόμα και 200+ συνέχεια, θα σταματήσει για βενζίνη το πολύ στα πρώτα 150 χιλιόμετρα, άντε να κάτσει και λίγο να ξεμουδιάσει, τον έχουν περάσει και οι νταλίκες. Η μέση ωριαία είναι άτιμο πράμα, εύκολα την ρίχνεις, δύσκολα την ανεβάζεις. Έρχεσαι τώρα εσύ που δεν πέρασες πουθενά τα 150, κι αν πάτε μακριά, παίζει να φτάσεις και πρώτος. Και λιγότερο κουρασμένος. Έχω κάνει την διαδρομή Φάρσαλα – Αθήνα άπειρες φορές. Το Πάσχα, κατεβάζοντας τη νέα μου “γριά”, μια R100GS PD του ’94, δεν πήγα πουθενά πάνω από 140, συνήθως 120-130, κι όταν έφτασα, ήταν σαν να είχα κάνει 30 χιλιόμετρα, όχι 300.  Γιατί προτίμησα μια μοτοσυκλέτα 16 ετών, με 80.000 χιλιόμετρα, αντί για μια καινούρια; Πρώτα απ’ όλα, γι’ αυτά που μου “λέει”, τα οποία και δεν σας αφορούν. Μόνο και μόνο που την βλέπω, ταξιδεύω. Την οδηγώ για να πάω σπίτι-ΜΟΤΟ και νιώθω πως μπορεί να έχω ξεκινήσει και για ταξίδι ενός χρόνου και δεν το ξέρω. Την αισθάνομαι να δουλεύει κι είναι αυτός ο ρυθμός που θέλω να συνοδεύει τα χιλιόμετρά μου. Χαίρομαι να ανοίγω την εργαλειοθήκη της, που έχει τα πάντα, ακόμα και σετ επισκευής ελαστικών. Μ’ αρέσει που μπορώ να καταλάβω που πάει το κάθε σωληνάκι της, το κάθε καλώδιό της, τι δουλειά κάνει το κάθε της εξάρτημα, χωρίς να χρειάζομαι διαγνωστικά και σύνδεση με τη NASA. Tρελαίνομαι όταν ανοίγουν διάπλατα τα μάτια των εντουράδων φίλων μου όταν τους δείχνω πως βγαίνει το 35λιτρο ρεζερβουάρ της, σε τριάντα δευτερόλεπτα, χωρίς εργαλεία. Απολαμβάνω τη θέα των απλών, στρογγυλών και αναλογικών οργάνων της, που με τετάρτη οι βελόνες τους κινούνται συγχρονισμένα. Τέτοια ήταν που ήθελα να βλέπω και να νιώθω, τέτοια μοτοσυκλέτα πήρα. Επιπλέον, κόστισε περίπου 15.000 ευρώ λιγότερα απ΄ότι οι αντίστοιχες καινούριες.

Θα μπορούσα να βρω αντίστοιχους λόγους για κάθε μια από τις εκατοντάδες μοτοσυκλέτες του παρελθόντος, είμαι σίγουρος. Για τον καθένα υπάρχουν μερικές μοτοσυκλέτες που του έχουν κάνει “κλικ”, από μια φορά που τις είδε, από μια φωτογραφία που κοίταξε σ’ ένα περιοδικό μικρός, από μια ιστορία που άκουσε. Κάπου είναι αυτές, κάπου σε περιμένουν, κάτι θα υπάρχει που θα ήθελες να ζήσεις μαζί τους και ποτέ δεν το έκανες. Κι αντίθετα με τις γυναίκες, αυτές δεν κρατούν κακία, ούτε γιατί κάποτε τις άφησες, ούτε γιατί κάποτε δεν τις πήρες, ενώ το ήθελαν, ούτε γιατί γουστάρεις να έχεις δυο-τρεις ταυτόχρονα.
Οι εποχές κρίσης είναι εποχές μοτοσυκλέτας, κι η μοτοσυκλέτα είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους που ξέρουμε για να ζήσουμε τα όνειρά μας, τώρα. Για να τραγουδάνε τα κουρέλια για πάντα.