Γράφτηκε από: 
το Μαύρο Σκύλο

MOTO 489 - Από μικρό κι από χωριό μαθαίνεις την αλήθεια

Βρέθηκα στην Αυστρία τον Αύγουστο. Για διακοπές. Και μπορεί να μην έχει θάλασσα (ναυτικό έχει όμως!) αλλά ποσώς με ενδιέφερε αυτό. Έχει βουνά, είναι καθαρά, οι άνθρωποι χαρούμενοι, φιλικοί κι ευγενικοί, αγαπούν τον τόπο τους, τον φροντίζουν, κι η ζωή είναι αρκετά φθηνότερη απ’ ότι στην Ελλάδα. Η βενζίνη 1,35 - 1,45, φαγητό με μπύρες για τέσσερις μεγάλους και δύο πιτσιρίκια 55-65 ευρώ, δωμάτιο ωραίο σε ξενώνα στα βουνά 40-50 ευρώ. Σημαντικά χαμηλότερες και οι τιμές των ενοικίων, όπως και των ακινήτων, σε σημείο να σε πιάνουν τα νεύρα σου. Έχουν βέβαια και σημαντικές ελλείψεις: Δεν έχουν σκουπίδια παντού, μπάζα, ταμπέλες παντού, πεταμένα αυτοκίνητα, τσαπατσουλιά, ασχήμια. Ούτε καν μια γόπα από τσιγάρο πεταμένη κάτω. Οι οδηγοί στους δρόμους δεν επιτίθενται ο ένας στον άλλον, δεν βρίζονται, δεν δέρνονται, δεν κορνάρουν. Πως να ζήσει άνθρωπος εκεί; Ειδικά αν είναι Έλληνας, βγαίνει απ’ τα νερά του, δεν ξέρει τι να κάνει, το περιβάλλον του φαίνεται εξωπραγματικό. Ή καλύτερα, εξωελληνικό. Κι άλλα, ακόμα πιο απαράδεκτα πράγματα. Οι άνθρωποι δεν είναι αγχωμένοι, δεν έχουν την αγωνία του αβέβαιου αύριο, δεν αγωνιούν για την επόμενη αψυχολόγητη και βλακώδη απόφαση που η κυβέρνηση θα τους πετάξει στο κεφάλι. Κάνουν μια δουλειά, όποια δουλειά, και τα λεφτά τους φτάνουν για να ζήσουν αξιοπρεπώς και να πάνε και τις διακοπές τους, οπότε δεν κυνηγούν ντε και καλά το παραπάνω χρήμα με όσο το δυνατόν λιγότερη δουλειά. Τελειώνουν το μεσημέρι, πάνε σπίτι τους, χαίρονται τη ζωή τους, την οικογένειά τους και τους φίλους τους. Αυτά, απλά και όμορφα.

Ήξερα πως στην Αυστρία απαγορεύεται δια ροπάλου η κίνηση οχημάτων στους περισσότερους χωματόδρομους, κι όσον αφορά τα μονοπάτια, δεν το συζητάμε καθόλου. Κι όταν έχεις μια χώρα με χιλιάδες χιλιόμετρα περπατημένων και σηματοδοτημένων μονοπατιών, σε πιάνει κάτι και σκέφτεσαι πως θα ήταν να τα περάσεις με το εντούρο σου. Αλλά βλέπεις όλο αυτό τον κόσμο που περπατά καθημερινά, και το ξεχνάς. Μέχρι που κάνοντας βόλτα στα ακριανά σπίτια του χωριού, βλέπεις ένα trial ακουμπισμένο σε μια στοίβα ξύλα. Εντάξει, λες, θα το φορτώνει ο άνθρωπος και θα πηγαίνει σε κάποια περιοχή που επιτρέπεται. Μπα... Αργότερα, κατεβαίνοντας ένα μονοπάτι ψηλά πάνω απ’ το χωριό, βρήκα ίχνη από λάστιχα trial στις λασπίτσες. Οι απαγορεύσεις ισχύουν, αλλά όχι για όλους, και φαίνεται πως οι ντόπιοι τις κάνουν τις βόλτες τους, απλά δεν θέλουν να γίνουν τα βουνά τους κόσκινο από σπιναρίσματα και φασαρία. Φυλάνε τον τόπο τους και καλά κάνουν.

Κάνοντας βόλτα σε μια κωμόπολη,  βλέπω αφίσα που διαφημίζει αγώνα αντοχής με μοτοποδήλατα: “Moped Marathon” έγραφε, τετράωρος αγώνας. Αποφασίζω να πάω, να δω τι θα είναι. Φτάνω στο χωριό που έγραφε ότι θα γινόταν, ρωτάω σε ένα μαγαζί, δεν ξέρουν τίποτα. Ρωτάω παρακάτω, έξω από το χωριό, σε ένα μαγαζί με ποδήλατα, δεν ξέρουν τίποτα. Βλέπω να έρχεται ένας πιτσιρικάς με δίχρονο πενηντάρι εντουράκι, αυτός θα ξέρει. Κι όντως. “Πήγαινε από αυτό το δρόμο, πέρνα κάτω από τη γέφυρα, αριστερά στο χωματόδρομο και θα το δεις.”. Κι όντως. Φτάνω σε ένα πάρκινγκ δίπλα σε δάσος, τα μηχανάκια ακούγονταν, αλλά δεν φαίνονταν. Προχωράμε, και τι να δούμε. Ένα πιστάκι motocross, άψογα συντηρημένο και προετοιμασμένο, με σπιτάκια, γραμματείες, υπόστεγα με μηχανήματα για την συντήρησή του, κριτές παντού, πιτς, γέφυρα για να περνάει ο κόσμος στο εσωτερικό του, τα πάντα. Δεν ήταν ασφάλτινος ο αγώνας, χωμάτινος ήταν! Είχα παραπλανηθεί από τον αναβάτη της αφίσας που ήταν ψαράκι στην άσφαλτο. Καλύτερα όμως, έτσι είχε πιο πολλή πλάκα, και ήταν και πιο ασφαλής. Γιατί έπρεπε να δείτε τα μηχανάκια, και τους αναβάτες, ήταν όλα τα λεφτά. Πιτσιρικάδες, πιτσιρίκες, γέροι, νέοι, χοντροί, λεπτοί, ό,τι θες. Κι από εξοπλισμό; Λίγοι ήταν ντυμένοι κι εξοπλισμένοι σαν μοτοκροσάδες. Άλλοι με παντελόνια μέχρι το γόνατο,  κάλτσες ψηλές και αρβυλάκια. Άλλες με τζην και κοντομάνικο. Απ’ όλα. Τα μηχανάκια; Εκεί να δεις. Νορμάλ σκουτεράκια με μικρές ρόδες. Φτιαγμένα χωματερά σκουτεράκια. Παλιά πενηντάρια σαν τα Sachs που κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα, αλλά κυρίως αυστριακά Puch και ΚΤΜ με κινητήρες Sachs. Από εντελώς νορμάλ street έως ιδιοκατασκευές φτιαγμένες με την γλώσσα στο μάγουλο στην αποθήκη του σπιτιού από πιτσιρικάδες. Με αλλαγμένα ψαλίδια, πιρούνια, σέλες. Με μπόλικα ζιπάκια και ταινία και πολλή όρεξη αλλά λίγα λεφτά. Και με χιούμορ κι αυτοσαρκασμό. Ο άλλος είχε βάλει στο street δίχρονο πενηντάρι του δύο αμορτισέρ πίσω τοποθετημένα σε ανοιχτό προς τα πάνω V, έτσι που ακυρωνόταν τελείως η λειτουργία τους, κι είχε ανεβάσει ψηλά την εξάτμιση, κάνοντάς την μία σε δύο.  Μερικοί είχαν ιδιοκατασκευές με κινητήρες από γεννήτριες, άλλοι είχαν κολλήσει οριζόντιες ενισχύσεις στους ανοιχτούς σκελετούς τους. Τελευταίο μοντέλο, καινούργιο και σούπερ ουάου δεν υπήρχε ούτε ένα. Όλα τους φαινόταν λυμένα και δεμένα άπειρες φορές, γεμάτα ανέξοδες πατέντες, σπιτικές.

Έμαθα πως υπήρχαν τρεις κατηγορίες, η Μofa (μοτοποδήλατα έως 50 cc δίχρονα ή 75 cc τετράχρονα, με 26 ομάδες), η Roller (αντίστοιχα σκουτεράκια, 4 έτρεχαν) και η ΜΧ (34 ομάδες), που είχε τα κανονικά χωματερά πενηντάρια, τα ευρωπαϊκά full size όμως που έχουν εκεί οι δεκαεξάχρονοι, όχι τα mini τα γιαπωνέζικα. To πρωί από τις δέκα έτρεχαν οι δύο πρώτες κατηγορίες, απ’ το μεσημέρι και μετά η ΜΧ, όλες με τουλάχιστον τέσσερις αναβάτες για τις τέσσερις ώρες. Η συμμετοχή ανά team ήταν 50 ευρώ, συν άλλα 50 εγγύηση για τον σένσορα. Υπήρχαν και κύπελλα για την πιο πρωτότυπη εμφάνιση αναβάτη – μοτοσυκλέτας, όπως και για τους πιο νέους και πιο ηλικιωμένους αναβάτες. Υπήρχαν και χορηγοί, όπως η τοπική τράπεζα και διάφορα τοπικά καταστήματα, λίγοι όμως θεατές (εισιτήριο δεν υπήρχε). Μετά το τέλος των αγώνων, το απόγευμα, θα έπαιζε μια ροκάδικη μπάντα, οι Moonlight Bandits. Όλη την μέρα, έπαιζαν φυσικά μουσικές, υπήρχε και εκφωνητής, μπύρες, λουκάνικα και τα σχετικά. Στα πιτς έβλεπες πως οι ομάδες ήταν τελείως ερασιτεχνικές, με την παλιά εργαλειοθήκη του μπαμπά, μια ομπρέλα θαλάσσης κι ένα πάγκο ή δυό καρέκλες για να κάθονται. Χαιρόμουν να βλέπω πως όλα αυτά γινόταν όχι με λεφτά, αλλά με δουλειά.  Οι κανονισμοί επέτρεπαν ως και αλλαγή κινητήρα! Έβλεπα πιτσιρικάδες που είχαν μείνει να λύνουν καπάκια, να βγάζουν βολάν, οι βίδες και τα εργαλεία στο χώμα, ιδρωμένοι να παλεύουν παρέα με τον κολλητό τους να επισκευάσουν το ρημάδι για να συνεχίσουν. Μέσα στον αγώνα, είχε γέλιο άφθονο, και με τις ταχύτητες που πήγαιναν οι περισσότεροι αγωνιζόμενοι είχαν όλο το χρόνο να ακούν τα σχόλια και τις προτροπές των θεατών – και να απαντούν. Το πιστάκι ήταν μήκους ενός μόνο χιλιομέτρου, αλλά πολύ καλά προετοιμασμένο, χωρίς σαμάρια για αυτόν τον αγώνα. Είχε τα ήπια αλματάκια του, όλα τραπέζια, ψηλά μπερμ, ωραίες στροφές. Ήταν ένα πιστάκι που κι εγώ, που θα αισθανόμουν από άβολα έως ανεπαρκής για να πάω γρήγορα σε μια πίστα motocross με άλματα στο θεό και σαμάρια για σκότωμα, πολύ θα ήθελα να οδηγήσω εκεί μέσα, να κάνω προπόνηση, να τρέξω του χρόνου στον συγκεκριμένο αγώνα. Στην Ελλάδα, που θέλουμε μόνο πίστες παγκοσμίου ΜΧ / ΜοtoGP / Formula 1, φοβάμαι πως δεν θα καταδεχόμασταν να φτιάξουμε πιστάκι προσιτό σε όλους, ξεχνώντας πως αυτό ακριβώς είναι που χρειαζόμαστε, πολλά τέτοια πιστάκια, πολλούς τέτοιους αγώνες. Μεταξύ μας, τις εγκαταστάσεις που είχε αυτό το πιστάκι ενός αυστριακού χωριού και τον μόνιμο εξοπλισμό του, δεν τα έχω δει σε καμία ελληνική πίστα ΜΧ. Ανήκει στην τοπική λέσχη, κι είναι ανοιχτό για προπόνηση τρεις μέρες την εβδομάδα, Πέμπτη Παρασκευή και Σάββατο, από τις μιάμιση το μεσημέρι ως τις οχτώ το βράδυ (ναι, έχει και φώτα για το χειμώνα!) σε εναλλάξ μισάωρα για ενήλικες και παιδιά. Επιτρέπονται μοτοσυκλέτες που κάνουν θόρυβο έως 92 ντεσιμπέλ στις προπονήσεις, ενώ για τον αγώνα το όριο ήταν 94. Το κόστος για κάθε μέρα είναι 15 ευρώ για τους ενήλικες και 10 ευρώ για τα παιδιά. Εναλλακτικά, μπορείς να πληρώσεις με τον χρόνο, 165 ευρώ τα παιδιά και 315 οι ενήλικες, ποσό που περιλαμβάνει και την λισάνς. Ναι, και αυτός ο αγώνας ήταν υπό την Ομοσπονδία Αθλητισμού του Τυρόλου, αλλά οι κανονισμοί ήταν επίτηδες λάσκα όσον αφορά τον εξοπλισμό: Απαιτούνταν μακριά μανίκια και μπατζάκια, κράνος και μποτάκια, για την κατηγορία των μοτοποδηλάτων, που ας μην ξεχνάμε εκεί έχουν περιορισμένη ισχύ. Γι’ αυτό και μερικά δεν έβγαζαν σχεδόν τις ανηφόρες των αλμάτων, και χρειάζονταν βοήθεια με τα πόδια. Γι’ αυτό και ένας πιτσιρικάς με ξεγυμνωμένο σκούτερ δεν το έκλεινε πουθενά το γκάζι και μπροστά μας μόνο βγήκε τρεις φορές κουτρουβαλιασμένος στα χορτάρια, μέσα σε ισάριθμους γύρους. Γελώντας ξανακαβάλαγε και συνέχιζε.

Τα έσοδα από τον αγώνα δεν έμειναν στη λέσχη, αλλά ένα μέρος πήγε στην οργάνωση Wings for Life, που έχει φτιάξει για την έρευνα των τραυματισμών της σπονδυλικής στήλης ο συμπατριώτης τους Heinz Kinigadner, παγκόσμιος πρωταθλητής με ΚΤΜ και σύμβολο της αυστριακής εταιρείας, όταν ο αδελφός του και αργότερα ο γιος του έμειναν παράλυτοι.  Τα υπόλοιπα έσοδα πήγαν σε μια κοινωφελή οργάνωση  του χωριού τους.
Υπάρχουν τόσες λέσχες στην Ελλάδα. Ποιά θα αναλάβει να οργανώσει έναν τέτοιο αγώνα, με μια κατηγορία Χαβαλέδων με Τελείως Ακατάλληλα για Χώμα Πενηντάρια, κι άντε άλλη μια για Μικρόροδα Απελπιστικά Αργά Σκουτεράκια; Το μόνο που φοβάμαι είναι πως θα εμφανιστούν διάφοροι που θα αρχίσουν να τα φτιάχνουν τα μοτοποδήλατα και να χώνουν λεφτά για να “κερδίσουν” τον αγώνα. Με την κατάλληλη ατμόσφαιρα όμως και νοοτροπία, θα βγουν μόνοι τους εκτός κλίματος και αγώνα. Τι λέτε;