Δοκιμάζουμε την Cardo Spirit: Φέρνει νέα δεδομένα

Η προσιτή σειρά ενδοεπικοινωνίας της Cardo
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

27/1/2022

Το έχουμε πει και θα το ξαναπούμε. Η δυνατότητα επικοινωνίας πάνω την μοτοσυκλέτα μπορεί να διχάζει το μοτοσυκλετιστικό κοινό, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και πιο λειτουργικά αξεσουάρ. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δοκιμάσει κι εμείς αρκετά τέτοια συστήματα, τα οποία –ειδικά στη δουλειά μας- αποτελούν ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο διασφαλίζοντας την επικοινωνία μεταξύ μας στις ιδιαίτερες συνθήκες των δοκιμών.

Η πιο πρόσφατη προσθήκη για δοκιμή μακράς διάρκειας, είναι η νέα ενδοεπικοινωνία Spirit, που ανήκει στην καινούργια, πιο προσιτή σειρά της Cardo. Για το 2022, η αμερικάνικη εταιρεία παρουσία αρκετά νέα μοντέλα, εστιάζοντας σε νέες σειρές που διαθέτουν πιο φιλικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά, με την Spirit να αποτελεί την πιο βασική επιλογή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως δεν διαθέτει εντυπωσιακές δυνατότητες σε συνάρτηση με το κόστος της.

Το πρωτόκολλο επικοινωνίας της βασίζεται αποκλειστικά στο Bluetooth –και όχι στο DMC όπως τα πιο ακριβά μοντέλα της εταιρείας- εξασφαλίζοντας απρόσκοπτη επικοινωνία μεταξύ δύο μονάδων με μέγιστη απόσταση τα 400 μέτρα. Είναι δηλαδή εστιασμένη κυρίως στην αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ αναβάτη και συνεπιβάτη ή σε αναβάτες που κινούνται κυρίως στο αστικό περιβάλλον με μικρές μεταξύ τους αποστάσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μικρά και σφιχτά ταξιδιωτικά γκρουπ.

Η Spirit είναι φυσικά αδιάβροχη, κάτι που επιβεβαιώσαμε και με το παραπάνω την περίοδο των δυνατών βροχών που έπληξαν ιδιαίτερα την Αθήνα, χωρίς να προκύπτει το παραμικρό πρόβλημα στην λειτουργία της. Και δεν μιλάμε απλώς για μία μπόρα ή για μία σύντομη διάρκειας ψιχάλα, αλλά για… ανελέητο μπουγέλο διαρκείας. Ακόμη και στην περίπτωση που έφαγε λασπόνερο για μια αρκετά μεγάλη διαδρομή, το μόνο που χρειάστηκε ήταν… σκούπισμα.

Μία από τις σημαντικότερες νέες λειτουργίες που συνοδεύουν την Spirit –όπως και όλες τις νέες αλλά και ανανεωμένες σειρές της Cardo- είναι η δυνατότητα ασύρματης αναβάθμισης. Στις προηγούμενες σειρές, ακόμη και στην πιο ακριβή Packtalk Black -για την οποία επίσης έχουμε γράψει μία δοκιμή μακράς διάρκειας- η αναβάθμιση προϋπέθετε την σύνδεση μέσω USB με υπολογιστή στον οποίο είχε εγκατασταθεί το αντίστοιχο πρόγραμμα της Cardo. Τώρα, αρκεί μόνο να συνδεθεί η συσκευή με την εφαρμογή της Cardo στο κινητό τηλέφωνο του αναβάτη και η διαδικασία γίνεται αυτόματα.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Spirit που έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή οι άνθρωποι της Cardo, είναι η συμβατότητα και δυνατότητα επικοινωνίας με ένα μεγάλο εύρος αντίστοιχων συστημάτων από άλλους κατασκευαστές, με ομολογουμένως ιδιαίτερα εύκολη και απλή διαδικασία. Πέρα από αυτό, στις λειτουργίες της Spirit συμπεριλαμβάνεται φυσικά το streaming και ο έλεγχος της μουσικής από το κινητό, η δυνατότητα επικοινωνίας τόσο με το τηλέφωνο όσο και με ξεχωριστή συσκευή GPS (εφόσον διαθέτει δύο ξεχωριστά κανάλια) με την εναλλαγή να γίνεται μέσω ενός κουμπιού και μόνο και η γρήγορη φόρτιση, καθώς μέσα σε είκοσι λεπτά εξασφαλίζονται δύο ώρες ομιλίας, ενώ με πλήρη φόρτιση δύο ωρών η Cardo ανακοινώνει αυτονομία 10 ωρών ομιλίας. H διαφορά της Spirit από την Spirit HD είναι ότι η HD έχει εμβέλεια 600 μέτρα, ενώ περιλαμβάνει και ενσωματωμένο δέκτη ραδιοφώνου.

Κι αν όλα αυτά ακούγονται ενδιαφέροντα στην θεωρία, πάμε να δούμε πώς εφαρμόζονται στην πράξη, που είναι άλλωστε και το ζητούμενο. Η πρώτη σημαντική παρατήρηση είναι ότι τα ακουστικά με την πολύ υψηλή ποιότητα αναπαραγωγής ήχου, έχουν μικρότερο ύψος και διάμετρο (32mm, νεώ η Spirit HD έχει ακουστικά διαμέτρου 40mm), με αποτέλεσμα να είναι πολύ πιο βολικά από τα αντίστοιχα –για παράδειγμα- της Packtalk (45mm), τα οποία είναι αισθητά και ενοχλούν αρκετούς αναβάτες, ειδικά σε κράνη που η αναμονή για τα ακουστικά δεν είναι ιδιαίτερα προσεγμένη. Η επικοινωνία παραμένει στα πολύ υψηλά επίπεδα που είχαμε δει και στην Packtalk, με την φωνή του αναβάτη να ακούγεται πεντακάθαρα στην άλλη άκρη της γραμμής (κάτι βέβαια που εξαρτάται και από τους αεροδυναμικούς θορύβους του κράνους, και στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για ένα HJC RPHA-11), ακόμη και σε ταχύτητες κοντά στα 200km/h. Σε γυμνή μοτοσυκλέτα και με το κοντέρ να δείχνει κοντά στα 150km/h, τα ακουστικά αποδίδουν εξαιρετικά και δεν δημιουργήθηκε κανένα θέμα με την ποιότητα του ήχου.

Ο χρόνος φόρτισης είναι πραγματικά μικρός, αλλά σχετικά μικρή είναι και η αυτονομία της μπαταρίας, που είναι λίγο μικρότερη από την αντίστοιχη της Packtalk, με την ίδια πάνω-κάτω χρήση. Ενδεικτικά, σε μια μισάωρη διαδρομή με συνεχή ροή μουσικής και ενδιάμεσα μία με δύο τηλεφωνικές συνομιλίες, η μπαταρία από φουλ φορτισμένη κατεβαίνει στο 75%.

Η διασύνδεση με άλλες συσκευές Bluetooth είναι πανεύκολη και με πολύ καλή ποιότητα ήχου στην επικοινωνία, αλλά στην περίπτωση διασύνδεσης με την Packtalk, ενώ η ενδοεπικοινωνία ήταν απρόσκοπτη δεν καταφέραμε ποτέ να κάνουμε το μοίρασμα της μουσικής, είτε από τη μία συσκευή είτε από την άλλη, έχοντας ακολουθήσει πιστά της οδηγίες χρήσης.

Η εγκατάσταση γίνεται πολύ εύκολα και με πολλές επιλογές σε ό,τι αφορά τις αυτοκόλλητες βάσεις για τα ακουστικά, το μικρόφωνο και την κεντρική μονάδα, να προσφέρονται από την Cardo καλύπτοντας κάθε δυνατή περίπτωση, αλλά και κάθε κατηγορία κράνους.

Η δοκιμή της Spirit, η οποία κοστίζει 99,90 ευρώ, θα συνεχιστεί και θα επανέλθουμε με ακόμη περισσότερα σχόλια, τόσο για την καθημερινή χρήση όσο και στο ταξίδι, σχηματίζοντας μια ολοκληρωμένη εικόνα για την προσιτή σειρά της Cardo.

 

Οδηγούμε την Suzuki SV 650 custom by C-Racer

Μια διαφορετική πρόταση
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

26/6/2019

Το SV 650 της Suzuki δεν χρειάζεται συστάσεις. Κυκλοφορεί εδώ και 20 χρόνια στην παγκόσμια αγορά και σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία, κυρίως στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης που έχουν καλύτερο οδικό δίκτυο κι έτσι μπορούν να ευχαριστηθούν περισσότερο τις μοτοσυκλέτες δρόμου σε αντίθεση με εμάς, ενώ και η φιλοσοφία των naked είναι πιο βαθιά ριζωμένη στην κουλτούρα τους. Η μοναδική... "παράκαμψη" στην ιστορία του SV, είναι απ’ το 2009 έως το 2016. Τότε είχε μετονομαστεί σε Gladius και είχε χάσει τις σπορ καταβολές που προσέφερε το αλουμινένιο πλαίσιο και ψαλίδι, καθώς έγιναν ατσάλινα με στόχο τη μείωση του κόστους. Το 2016 το SV 650 επανήλθε δριμύτερο στην παραγωγή, αποτελώντας μια απ’ τις καλύτερες προτάσεις της κατηγορίας.

Η Suzuki έκανε μια αξιέπαινη προσπάθεια εκείνη τη χρονιά όταν το ανανέωσε και το πλαίσιό του βελτιώθηκε σε πάνω από 70 σημεία, με αποτέλεσμα να έχει καλύτερη συμπεριφορά απ’ ότι το Gladius. Φέτος δέχτηκε μια υποτυπώδη αλλά αναγκαία αλλαγή στο τομέα των φρένων, με την προσθήκη των τετραέμβολων δαγκανών της Tokico. Ακόμη, το τελικό της εξάτμισης μεταφέρθηκε ελαφρώς πιο ψηλά, ώστε να μην βρίσκει εύκολα στις μεγάλες κλίσεις και παράλληλα το προστατευτικό κάλυμμά του έχει νέα σχεδίαση. Στο αισθητικό κομμάτι η Suzuki φρόντισε να χρησιμοποιήσει περισσότερα χρώματα απ’ την παλέτα και να δημιουργήσει –όπως συνηθίζει τα τελευταία χρόνια- νέους χρωματικούς συνδυασμούς.

Η Suzuki έχει αποδείξει όλα αυτά τα χρόνια, πως το σχεδιαστικό της τμήμα δεν είναι το καλύτερό της. Το κοινό έχει δηλώσει την δυσαρέσκειά του αρκετές φορές στο παρελθόν για διάφορα μοντέλα, όπως με την ναυαρχίδα των sport touring της, το GSX-1300R Hayabusa, που οι περισσότεροι το προτιμούσαν καθαρά για την κτηνώδη ιπποδύναμή του και την συμπεριφορά του, παρά για την εμφάνισή του. Μάλιστα, πολλές φορές όταν μιλούσαν για το σχεδιασμό του έλεγαν πως όταν την οδηγείς δεν τη βλέπεις… Στην περίπτωση του SV 650 όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο τραγικά.

Παρ’ όλα αυτά μοιάζει λες και ο σχεδιασμός του να αποτελείται από δύο διαφορετικές προσεγγίσεις, σε ότι αφορά το μούτρο και την ουρά. Ως εκ τούτου, το SV από μπροστά εκπέμπει μια πιο κλασσική αύρα λόγω του στρογγυλού προβολέα, ενώ το πίσω μέρος θυμίζει έντονα την ουρά του GSX-1000R K9 χωρίς τα φλας. Απ’ την άλλη όμως, πέτυχε διάνα με το να αφήνει την καρδιά της μοτοσυκλέτας της σε κοινή θέα και τον τρόπο που την πλαισιώνει σαν φλεβικό σύστημα το χωροδικτύωμά της.

Χωρίς αμφισβήτηση όμως, το SV αποτελεί μια εξαιρετική βάση για customizing, όπως επιβεβαιώνεται κι από τα πολλά δείγματα που έχουμε δει όλα αυτά τα χρόνια, όπου έχει χρησιμοποιηθεί ως πεδίο πειραματισμού στο συγκεκριμένο θέμα. Η C-Racer είναι μια ελληνική εταιρεία που είναι λίγο μεγαλύτερη σε ηλικία από το πρώτο SV και απ’ τα γεννοφάσκια της ασχολείται με το customizing. Είναι ιδιαίτερα γνωστή στην Ευρώπη, διότι παράγει μια πλούσια γκάμα after market αξεσουάρ για πολλές μοτοσυκλέτες. Μάλιστα, στην Motor Bike Expo (MBE), που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Ιανουάριο και στο τεύχος 591 είχαμε το αναλυτικό ρεπορτάζ της, η C-Racer είχε ένα από τα πιο εντυπωσιακά project της, μια Flat Track βασισμένη στο Yamaha XSR 700 σε περίοπτη θέση στο περίπτερο της Parts Europe, με την οποία διατηρεί και αποκλειστική συνεργασία. Τα αξεσουάρ που κατασκευάζει είναι bolt-on και δεν χρειάζονται κάποια επιμέρους δουλειά απ’ την πλευρά του αναβάτη, πέρα απ’ την απλή τοποθέτηση. Αυτό οφείλεται στη τεχνογνωσία της C-Racer και την εμπειρία της, που χρόνο με το χρόνο μεγαλώνει και παράλληλα χρησιμοποιεί τελευταίας τεχνολογίας εργαλειομηχανές, εκμηδενίζοντας την πιθανότητα αποκλίσεων και αστοχιών.

 

Ουσιαστικές βελτιώσεις

Η πιο πρόσφατη custom μοτοσυκλέτα που δημιούργησε η C-Racer βασίστηκε στο SV 650. Μάλιστα, δεν είναι η πρώτη φορά που η εταιρεία ασχολείται με το συγκεκριμένο μοντέλο, αφού στο παρελθόν είχε δημιουργήσει ένα Café Racer και ένα Scrambler χρησιμοποιώντας το ως βάση, τα οποία είχαμε παρουσιάσει στο τεύχος 574 του ΜΟΤΟ . Τώρα αποφάσισε να ξεφύγει απ’ τις τάσεις της μόδας που έχουν στο επίκεντρο αυτές τις κατηγορίες των μοτοσυκλέτων και δημιούργησε ένα λιγότερο ακραίο custom. Χρησιμοποιώντας όλη την τεχνογνωσία που διαθέτει, η C-Racer μέτρησε με ακρίβεια χιλιοστού τις διαστάσεις του ποσοστού της ενιαίας σέλας που αναλογεί στο συνεπιβάτη και έφτιαξε ένα κάλυμμα, που δένει πάνω της με δύο βίδες. Η αφαίρεσή του γίνεται πανεύκολα, χωρίς τη χρήση κάποιου κλασσικού εργαλείου αλλά με την βοήθεια ενός μικρού κλειδιού, ειδικά κατασκευασμένου, που ο αναβάτης μπορεί είτε να το κρεμάσει στο μπρελόκ με τα κλειδιά του ή να το βάλει μέσα στη θήκη των εργαλείων του SV.

Για το σχεδιασμό των αξεσουάρ της, η C-Racer για χρησιμοποιεί προγράμματα όπως το CAD ώστε να υπάρχει ακρίβεια στην ψηφιακή τους μορφή κι έπειτα δημιουργεί τα καλούπια τους σε CNC εργαλειομηχανή. Συνεπώς μάσκες, καρίνες, καλύμματα σέλας και όλα τα αξεσουάρ που κατασκευάζει, ανεξαρτήτως αριθμού που παράγονται, βασίζονται στις αρχικές μετρήσεις, που όταν γίνονται σωστά δεν υπάρχουν αποκλείσεις. Έτσι έγινε και με τη μάσκα, φτιαγμένη από ABS πλαστικό, η οποία παρά τις μικρές της διαστάσεις έχει ενεργό ρόλο στην προστασία του αναβάτη απ’ τον αέρα, καθώς τον ανακατευθύνει πιο ψηλά προστατεύοντας τον κορμό απ’ τη κοιλιά και κάτω. Η καρίνα είναι πραγματικά εξαιρετική, τόσο ποιοτικά όσο και στο βάψιμό της, καθώς αν δεν σου πουν ότι δεν προέρχεται απ’ τον κατάλογο των αξεσουάρ της Suzuki, θα έβαζες το χέρι στη φωτιά πως πρόκειται για κάποιο εργοστασιακό εξάρτημα. Το πλαστικό τύπου ABS που έχει χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή των αξεσουάρ του SV έχει την απαραίτητη ελαστικότητα κι έτσι η καρίνα δεν θα σπάσει εύκολα αν έρθει σε επαφή με το κράσπεδο όταν κατεβαίνετε από κάποιο ψηλό πεζοδρόμιο. Η ποιότητας της βαφής αντίστοιχα είναι πολύ κοντά στα πρότυπα της Suzuki, καθώς τόσο στο κάλυμμα όσο και στη μάσκα, δεν μπορεί να παρατηρηθεί κάποια διαφορά με το εργοστασιακό χρώμα του ρεζερβουάρ. Το τρίγωνο της εργονομίας του SV έχει αλλάξει και αυτό οφείλεται κυρίως στα καβαλέτα τις Rizoma που φέρνουν το τιμόνι πιο ψηλά.

Το τιμόνι έχει αντικατασταθεί από το πιο φαρδύ της Renthal, που προέρχεται απ’ το Suzuki GSX-S 1000. Συνεπώς, έχει καλύτερο μοχλό που επιτρέπει στον αναβάτη να εκτελεί χειρισμούς ακριβείας σε όλες τις συνθήκες. Αν και οι βάσεις των μαρσπιέ όσο και τα ίδια έχουν αλλάξει, η θέση των ποδιών παραμένει ίδια και φέρνει τα γόνατα σε κλειστή γωνία για τους ψηλούς αναβάτες. Σε αυτό παίζει το ρόλο της και η σέλα, που η Suzuki την έχει κάνει ιδιαίτερα λεπτή ώστε το SV να έχει τη χαμηλότερη απόσταση απ’ το έδαφος. Το κακό είναι πως ενώ πέτυχε το σκοπό της (αφού αναβάτες με ύψος μικρότερο από 1,70μ. μπορούν να πατήσουν τα πόδια τους κάτω χωρίς να είναι στις μύτες) η σέλα δεν είναι καθόλου άνετη και το πιάσιμο έρχεται σχετικά γρήγορα. Τα κυλινδρικά μαρσπιέ της Gilles Tooling με τη σειρά τους δυσχεραίνουν τη κατάσταση περισσότερο αφού αρχίζουν να “κόβουν” το πέλμα των ποδιών πολύ σύντομα. Αυτή η αίσθηση μάλιστα, είναι αντιληπτή ακόμη και με τουριστική μπότα , που έχει σχετικά μαλακή σόλα για να είναι άνετη.

Την προστασία απ’ τις πτώσεις αναλαμβάνουν τα μεγάλα μανιτάρια της Gilles Tooling, που με το μαύρο τους χρώμα κρύβουν αισθητά τις διαστάσεις τους. Για την αποφυγή τραυματισμών του ψυγείου νερού, η C Racer το έχει εξοπλίσει με μια σίτα που η πλέξη της φιλτράρει όλα τα πετραδάκια που μπορούν να το τρυπήσουν, ενώ στο πλάι του ψυγείου υπάρχουν τα προστατευτικά της με το όνομα του μοντέλου χαραγμένο πάνω τους, κάτι που τα κάνει πιο καλαίσθητα. Το προστατευτικό αλυσίδας έχει αλλαχθεί με ένα μεταλλικό της C-Racer, που εμποδίζει το γράσο να φτάσει κάτω απ’ το πίσω μέρος της μοτοσυκλέτας. Η λίστα των αξεσουάρ συμπληρώνεται με τα καπάκια των δοχείων υγρών φρένου της Gilles Tooling, τις paddock stand βίδες για τη χρήση του διπλού σταντ, που εξυπηρετεί στο γρήγορο και εύκολο γρασάρισμα της αλυσίδας. Ακόμη, τα led φλας απ’ τον κατάλογο των αξεσουάρ της Suzuki κοσμούν το SV 650 και του δίνουν μια πολυτελή αίσθηση ανάλογη του κόστους τους… Πίσω, η βάση της πινακίδας είναι και αυτή τέκνο της C-Racer και δένει πάνω στο υποπλαίσιο, ενώ είναι αρκετά μεγάλη ώστε να ακουμπά πάνω της όλη η πινακίδα και όχι ένα μέρος της, μειώνοντας κατά πολύ τις πιθανότητες να κοπεί.

Το custom SV 650 της C-Racer οδηγικά βρίσκεται ένα κλικ πιο πάνω απ’ ότι το στάνταρ μοντέλο, καθώς οι αλλαγές στην εργονομία είναι ουσιαστικές και επιτρέπουν στον αναβάτη να το οδηγήσει με περισσότερη αυτοπεποίθηση. Όμως στο τομέα της άνεσης τα πράγματα είναι λίγο χειρότερα και αυτό λόγω των κυλινδρικών μαρσπιέ. Απ’ την άλλη, το μικρό μασκάκι μπορεί να μην κάνει θαύματα, όμως προσφέρει το λιθαράκι του κάνοντας τις βόλτες και τα ταξίδια λίγο πιο ξεκούραστα. Το πλαίσιο αν και παραμένει ατσάλινο σωληνωτό –όπως του Gladius- είναι βελτιωμένο σε πάνω από 70 σημεία, κάτι που είναι αισθητό στην πράξη καθώς οι σπορ καταβολές της μοτοσυκλέτας που κρύβονταν στο DNA του, έχουν αναδυθεί στην επιφάνεια. Οι δυνατότητες του δικύλινδρου V 90ο είναι υπέραρκετες όχι μόνο για ταξίδια και καθημερινά δρομολόγια,αλλά και για τις βόλτες του σαββατοκύριακου. Η ροπή του, που εμφανίζεται σχεδόν απ’ το ρελαντί κιόλας, μπορεί να εξιτάρει ακόμη και έμπειρους αναβάτες σε μια βόλτα στο επαρχιακό δίκτυο. Η ιπποδύναμή του απ’ την άλλη εμφανίζεται λίγο πριν τον κόφτη, με αποτέλεσμα ο αναβάτης να αισθάνεται πως ο κινητήρας δεν χωλαίνει πουθενά σε όλο το φάσμα του.

Tο SV 650 είναι μια πολυδιάστατη μοτοσυκλέτα. Χάρη στο πλαίσιο χωροδικτύωμά και την απουσία των πλαστικών, μπορεί να αποτελέσει μια εξαιρετική βάση για customizing και ο μόνος περιορισμός που υπάρχει είναι η φαντασία και φυσικά τα χρήματα που θα διαθέσει κάνεις. Παράλληλα όμως είναι ένας ακούραστος σύντροφος που μπορεί να σας συντροφεύει παντού σε όλες σας τις δραστηριότητές σας.

 

 

Τιμές αξεσουάρ C-Racer με Φ.Π.Α.
Καρίνα
Πλαστικό ABS
174
Σίτα ψυγείου
Μεταλλική με ηλεκτροστατική βαφή
64
Προστατευτικά ψυγείου
Μεταλλικά με ηλεκτροστατική βαφή
38
Κάλυμμα σέλας
Πλαστικό ABS
100
Βάση πινακίδας
Μεταλλική με ηλεκτροστατική βαφή
56
Μάσκα φαναριού
Πλαστικό ABS – Plexiglass
142

Εξοπλισμός:

Κράνος: Pilot Snake

Μπουφάν: Fovos Attack

Γάντια: Nordcap

Παντελόνι: Nordcap

Μπότες: Vester