Honda CBR1000RR & CBR1000RR SP

Οδηγούμε στην Πορτογαλία!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

2/2/2017

Στον δικό του δρόμο

Επιστρέψαμε από την παρουσίαση των νέων Honda CBR1000RR και Honda CBR1000RR SP - MY 2017 αφήνοντας πίσω μας το Portimao της Πορτογαλίας, να προσπαθεί να στεγνώσει. Από τα τερτίπια της τύχης και του καιρού, είμασταν ανάμεσα στους ελάχιστους που πραγματοποίησαν την δοκιμή στο βρεγμένο, καθώς πέσαμε στην αρχή μία κακοκαιρίας, την στιγμή που άλλοι ξένοι δημοσιογράφοι είχαν την εμπειρία της οδήγησής του στην ηλιόλουστη πίστα του παγκοσμίου WSBK. Αυτό αφαιρεί πολλούς πόντους από την ευχαρίστηση της δοκιμής, δεν μας δίνει την ευκαιρία να δούμε πώς συμπεριφέρεται σε πολύ γρήγορο ρυθμό, όμως από την άλλη μας αποκαλύπτει τα ηλεκτρονικά βοηθήματα στις πιο δύσκολες συνθήκες… και τα ηλεκτρονικά βοηθήματα στο Fireblade είναι από τις βασικότερες των αλλαγών, συγκριτικά με το προηγούμενο μοντέλο.

Μαζί μας στην οδήγηση ήταν ο Freddie “Fast” Spencer και ο Nicky Hayden -που μόλις είχε επιστρέψει από την Jerez και την δοκιμή του SP2- κι έτσι με την δική τους παρουσία η εμπειρία της οδήγησης στην καταρρακτώδη βροχή, έγινε σημαντικά πιο ανώδυνη. Έχοντας μπροστά σου τον Freddie Spencer να οδηγεί δεκάδες φορές πιο ομαλά από όλους τους υπόλοιπους, κρατώντας τις ιδανικές γραμμές και καταβάλλοντας ελάχιστη προσπάθεια, σε έκανε να ξεχνάς τον κόπο αλλά και τον θυμό που η δοκιμή δεν θα ήταν τόσο διασκεδαστική όσο την περίμενες. Η πίστα του Portimao αποτελεί παράδεισο για δοκιμές μοτοσυκλέτων και απόλαυση οδήγησης, αλλά όχι τόσο για αγώνες σύμφωνα με τον Fast Freddie, κι ας φιλοξενείται εκεί το WSBK… Όπως και να ‘χει είναι απολαυστική και έχοντας οδηγήσει εκεί BMW S1000RR, Kawasaki Ninja ZX-10R, Ducati Panigale αλλά και supersport μοτοσυκλέτες, ανυπομονούσα να αντιπαραβάλλω την εμπειρία τους με εκείνη του νέου Fireblade. Αντί αυτού, βρεθήκαμε όσοι είμασταν εκεί να υποβάλλουμε τα νέα ηλεκτρονικά στις δυσκολότερες των συνθηκών, με μόνη βοήθεια προς όφελός τους, τα αγωνιστικά βρόχινα ελαστικά της Bridgestone. Η απόδοση των ελαστικών στο βρεγμένο σου δίνει μία εντύπωση για τα περιθώρια πρόσφυσης που απολαμβάνουν οι αναβάτες στα παγκόσμια πρωταθλήματα, αλλά δεν παύουν να υπάρχουν και όρια. Μπορεί να παρουσιάζουν κορυφαία συμπεριφορά στην βρεγμένη άσφαλτο, αλλά δεν γίνονται και θαύματα όταν το νερό καλύπτει στην άσφαλτο και δημιουργεί ρυάκια.

Πρώτη μεγάλη προσθήκη, είναι η χρήση Ride by Wire και μπορεί να ακουστεί περίεργο, όμως αυτή είναι η πρώτη φορά που η Honda χρησιμοποιεί RbW σε τετρακύλινδρο εν σειρά. Κάτι τέτοιο περνά ως λιγότερα σημαντικό μπροστά στα υπόλοιπα ηλεκτρονικά βοηθήματα που φέρνει η Honda στην οικογένεια Fireblade, όμως αν γνωρίζει κανείς την εμμονή της Honda με το RbW θα καταλάβει τον λόγο που δίνουμε έκταση. Στο Africa Twin δεν τοποθέτησαν RbW λέγοντας ότι δεν είχαν τρόπο να το κάνει να συμπεριφέρεται σαν να υπάρχει κανονική γκαζιέρα, πράγμα σημαντικό για την οδήγηση στο χώμα. Αντίστοιχα σημαντικό είναι και για την οδήγηση στην πίστα, καθώς όταν ανοίγεις το γκάζι στην έξοδο με την μοτοσυκλέτα πλαγιασμένη, χρειάζεται να έχεις πολύ καλό έλεγχο του γκαζιού. Εδώ είναι που έρχεται η εμμονή της Honda, που λέει ότι για να χρησιμοποιήσει RbW θα πρέπει αυτό να ανταποκρίνεται με την αίσθηση που σου δίνει μία κανονική γκαζιέρα, αλλιώς δεν βλέπει τον λόγο να το κάνει. Για να είναι λοιπόν παρόν το RbW στο νέο Fireblade, σημαίνει ότι η Honda κατάφερε να προσαρμόσει την λειτουργία του, και να την φέρει πολύ κοντά στο συνηθισμένο. Πράγματι, η αίσθηση από το γκάζι είναι εκπληκτική και δεν σ’ αφήνει να παραπονεθείς για κανένα από τα μειονεκτήματα που έχει η ηλεκτρονική διαχείριση του γκαζιού σε άλλες μοτοσυκλέτες.

Πέρα όμως από τα ηλεκτρονικά, το σημαντικότερο για εμένα είναι η μείωση της ακαμψίας του πλαισίου κατά 10% και η αύξηση της ακαμψίας του ψαλιδιού κατά ίδιο ποσοστό. Μεταφέροντας ένα μέρος των στρεβλώσεων στο πλαίσιο, από το ψαλίδι που ήταν μέχρι τώρα, το Fireblade μετατρέπεται αρκετά σε συμπεριφορά. Αυξάνεται σημαντικά η ευελιξία και οι αλλαγές κατεύθυνσης γίνονται πιο άμεσα από πριν. Σε επόμενο τεύχος θα αναλύσουμε πλήρως τι έχουν κάνει με πλαίσιο και ψαλίδι οι Ιάπωνες της Honda, και πώς μεταφράζεται αυτό στην οδήγηση της μοτοσυκλέτας. Προς το παρόν ας κρατήσουμε το σχόλιο του “Fast” Freddie: «Οι αλλαγές σε ακαμψία που ήθελα από το 2008, είναι τώρα εδώ! Η μοτοσυκλέτα είναι πολύ πιο εύκολο να μετατοπίσει το βάρος εμπρός, ώστε να ελαφρύνεις τον πίσω τροχό στην είσοδο και να τον κατευθύνεις προς το εξωτερικό της στροφής στο σημείο ακριβώς που θέλεις»

Πέρα όμως από τα ηλεκτρονικά, το σημαντικότερο για εμένα είναι η μείωση της ακαμψίας του πλαισίου κατά 10% και η αύξηση της ακαμψίας του ψαλιδιού κατά ίδιο ποσοστό

Το ABS και το traction control είχαν άψογη συμπεριφορά στις δύσκολες δικές μας συνθήκες. Είναι τελείως διαφορετικό να δοκιμάζεις το ABS με slick ελαστικά κρατώντας τα φρένα μέχρι το εσωτερικό της στροφής σε μεγάλη κλίση, από το να φρενάρεις οριακά με βρόχινα αγωνιστικά ελαστικά, πριν αφήσεις τα φρένα για να στρίψεις με πολύ μικρότερη κλίση. Στις δύο αυτές περιπτώσεις έχεις την ευκαιρία να καταλάβεις τα πάντα για την λειτουργία του, αλλά χρειάζεται να το γνωρίσεις και στις δύο περιπτώσεις κι όχι σε μία από τις δύο. Αντίστοιχα είναι τα πράγματα και για το traction control με την διαφορά ότι στο βρεγμένο αντιλαμβάνεσαι πολύ καλύτερα την προοδευτικότητα του συστήματος και τον βαθμό παρέμβασης. Δεν περίμενα η Honda να πράξει κάτι λιγότερο, από το να κυνηγήσει τα υψηλότερα των στάνταρ αυτή την στιγμή. Δεν είχε και επιλογή άλλωστε. Όταν μπαίνεις τελευταίος στον χορό των ηλεκτρονικών δεν υπάρχουν περιθώρια για αναθεωρήσεις. Θα πρέπει κατευθείαν να βρεθείς στο ίδιο σκαλί με τους υπόλοιπους, αν όχι στο πιο πάνω.
Όταν βρίσκεσαι σε μία τέτοια παρουσίαση, τόσο σημαντική, η χαρά της οδήγησης είναι μονάχα μία πτυχή της δουλειάς. Η συζήτηση με τους ανθρώπους του εργοστασίου έχει σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα. Το «σημαντική παρουσίαση» στην αρχή της παραγράφου, χαρακτηρίζει την τεχνολογική πολυπλοκότητα του μοντέλου και τον βαθμό κατάρτισης όσων έδωσαν το παρόν. Δεν έχει να κάνει με το αγοραστικό ενδιαφέρον του κόσμου, ή την εμπορικότητα του μοντέλου. Οι μηχανικοί του CBR1000RR είναι από τους καλύτερους στην Honda και μαζί τους έφεραν τους καλύτερους από Bridgestone και Ohlins. Είχα την ευκαιρία να απευθύνω τις ερωτήσεις απευθείας στα αυτιά εκείνου που ήταν σε θέση να απαντήσει… Μαθαίοντας για παράδειγμα για τις χιλιάδες γραμμές κώδικα που χρειάζονται οι αναρτήσεις του SP, τον λόγο που λειτουργούν με προκαθορισμένα βήματα και όχι ελεύθερα ανάμεσα σε πλαίσια, όπως της Aprilia, και εκείνος να εκθέσει τα υπέρ και τα κατά κάθε επιλογής. Μιλάμε για μία σπάνια ευκαιρία. Οι ημι-ενεργητικές αναρτήσεις του SP έχουν ένα πολύπλοκο τρόπο λειτουργίας, για τον οποίο μπορείς –αν βαριέσαι- να μην μάθεις καμία λεπτομέρεια και να τις διαχειριστείς με εύκολο τρόπο που δεν μαρτυρά τι γίνεται παρακάτω.

Τα εθνικά πρωταθλήματα έχουν φτάσει σε σημείο που μονάχα με πολλά λεφτά και προετοιμασία, μπορείς να τα κυνηγήσεις. Υπάρχουν αγώνες που μπορείς να συμμετέχεις με πολύ μικρότερο κόστος, όμως σε γενικές γραμμές τα πρωταθλήματα έχουν ξεφύγει πλήρως από τότε που αγόραζες μία μοτοσυκλέτα από τον αντιπρόσωπο και την επόμενη μέρα την έτρεχες με σκοπό το κύπελλο. Πολλές δεκαετίες και τεράστια βήματα εξέλιξης έχουν γίνει από τότε, και τώρα έρχονται τα ηλεκτρονικά να μας φέρουν πιο κοντά σε αυτή την εξαιρετική περίπτωση: Να αγοράζουμε κάτι ανταγωνιστικό με αυτό που ο πρωταθλητής της χώρας κερδίζει το κύπελλο!

Είχαμε αυτή την συζήτηση με τον Freddie Spencer, τον άνθρωπο που το μυαλό του και το χέρι του, ήταν το software και το hardware ενός traction control που διαχειριζόταν σε αγωνιστικές συνθήκες περισσότερα άλογα σε λιγότερα κιλά. Και το έκανε αλάνθαστα πατώντας στα χειρότερα ελαστικά. Λέγοντας πως τα ηλεκτρονικά θα μας δώσουν ή μας δίνουν, την ευκαιρία να είμαστε κοντά στην κορυφή ενός εθνικού πρωταθλήματος, απλά περνώντας την πόρτα του αντιπροσώπου, σηματοδοτεί μία νέα εποχή για αυτό το σπορ. Υπό λογικά πλαίσια μπορείς να πεις ότι είναι και προσιτή μία τέτοια μοτοσυκλέτα. Όχι για την δική μας οικονομική κατάσταση, όχι για την εποχή μας, όμως και τότε που κέρδιζε κανείς - απλά αγοράζοντας την superbike της εποχής, χρειαζόταν ένα τεράστιο ποσό συγκριτικά με τον μέσο μισθό της εποχής. Αντί να υποστηρίζεσαι από μία ομάδα μηχανικών για να τρέχεις έναν αγώνα, έρχεται η Ohlins και σου λέει ότι θα το κάνεις μόνος σου - και μάλιστα θα σε βοηθήσει ξεμπλέκοντας τις διαφορετικές καταστάσεις λειτουργίας και απλοποιώντας τις ρυθμίσεις. Εννοείται ότι θέλεις έναν χάρτη στην αρχή για να πλοηγηθείς στο μενού, αφού δεν χωράνε συγκεντρωμένα όλα αυτά στην έγχρωμη, πανέμορφη οθόνη, όμως αμέσως θα το συνηθίσεις και θα αποστηθίσεις τις διαδικασίες.

Είχα επίσης πολύ περισσότερο χρόνο παρέα με τον κ. Masatoshi Sato, υπεύθυνο εξέλιξης του νέου CBR, από την αρχική μας συνομιλία στην EICMA, όταν τον ρωτούσα για τις αλλαγές στο σύστημα ψύξης του CBR και την σχεδιαστική λεπτομέρεια στην ψύξη του τέταρτου και τρίτου κυλίνδρου, που στο προηγούμενο επέφερε διαφορά στην δυνατότητα αποβολής θερμότητας. Τα είχαμε γράψει αυτά στο ρεπορτάζ από την EICMA στο τεύχος 565… Επειδή τέτοιες ερωτήσεις δεν είχε συνηθίσει να ακούει από δημοσιογράφους, θυμόταν το όνομα και τώρα ρωτούσε ο ίδιος πώς ήταν η μοτοσυκλέτα, αν μου άρεσε το design κτλ… Του μετέφερα εκτός από την δική μας άποψη, κι όσα έγραφαν στο Facebook του MOTO συμφωνώντας οι περισσότεροι πως δεν τους αρέσει το τελικό της εξάτμισης και διαφωνώντας για την συνολική εικόνα της μοτοσυκλέτας, που στους περισσότερους άρεσε και μάλιστα αρκετά…

Στο τεύχος Μαρτίου λοιπόν, στο επόμενο τεύχος του MOTΟ, θα δώσουμε μία εκτεταμένη ανάλυση σε όλα τα παραπάνω, όπως ακριβώς χρειάζεται, στην έκταση που τους αξίζει και μπορούν να πάρουν στην έντυπη έκδοση. Θα σχολιάσουμε επίσης και το «πρέπει να ακούς το κοινό σου» που είπε ο αρχιμηχανικός του CBR, την στιγμή που μάλλον τους πήρε πολύ καιρό από τότε που άκουσαν μέχρι τότε που έπραξαν… έμαθαν όμως το μάθημα – μου τόνισε κλείνοντας το μάτι. Οι Ιάπωνες έχουν αλλάξει: Κανονικά δεν μιλούν για τον ανταγωνισμό, δεν είναι διαχυτικοί για όσα φτιάχνουν και προπαντός δεν «κλείνουν το μάτι», ενώ γενικότερα οι γκριμάτσες περιορίζονται ανάμεσα σε φίλους… οπότε αυτά είναι νέα δεδομένα και φανερώνουν αλλαγές και στον τρόπο σκέψης.

Ο John McGuinness όπως είναι κάθε φορά όταν πρόκειται να οδηγήσει...
 
 
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες από την παρουσίαση των Honda CBR1000RR και CBR1000RR SP:

Long term test: Husqvarna Svartpilen 401 (Part 2)

Η πρακτική πλευρά της διασκέδασης
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

19/8/2019

Μετά από πέντε γεμίσματα του ρεζερβουάρ, που το καθένα αντιστοιχούσε σε περίπου 170-190 χιλιόμετρα διασκεδαστικής οδήγησης στους άδειους δρόμους της Αυγουστιάτικης Αθήνας, ήρθε η ώρα να βγάλουμε μερικά συμπεράσματα για την χρηστική πλευρά του Svartpilen 401. Δύσκολο να επικεντρωθείς στην πρακτική πλευρά αυτής της μοτοσυκλέτας, καθώς μέσα στους γλιστερούς δρόμους της πόλης είναι τόσο απολαυστικό, όσο ένα Aprilia Tuono 1100 Factory σε ανοιχτούς επαρχιακούς δρόμους με καινούρια άσφαλτο!

Τέλος πάντων, το επαγγελματικό καθήκον επιβάλει να εξετάσουμε και τη χρηστική πλευρά.

Η κατανάλωση ήταν μεταξύ 4 και 4,5 λίτρα, επιβεβαιώνοντας τις μετρήσεις που είχαμε κάνει στο τεστ (τ. 586/ Σεπτέμβριος 2018) όπου ως μέση κατανάλωση ήταν τα 4,2 λίτρα. Άμα θέλεις, μπορείς να κατέβεις στα 3,5 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα μέσα στην πόλη, οδηγώντας στρωτά – χωρίς χουφτώματα γκαζιού και περιττά φρεναρίσματα – αλλά δύσκολα θα αντισταθείς σε… άλλη μια σούζα ξεκινώντας από το φανάρι! Στον ανοιχτό δρόμο η κατανάλωση είναι περίπου 4 λίτρα αν ταξιδεύεις με 120-130km/h και 4,5 με 5 λίτρα αν το κοντέρ δείχνει συνεχώς πάνω από 140km/h. Συγκριτικά με το Duke 390, το Svartpilen 401 δεν είναι τόσο άνετο στην πολύωρη οδήγηση σε ανοιχτούς δρόμους. Κάθεσαι πιο όρθια και η άνεση της σέλας είναι απλώς OK, σε αντίθεση με το Duke 390 που έχει κορυφαίας άνεσης σέλα και η πιο σκυφτή θέση οδήγησης σε βοηθάει να πολεμήσεις την αντίσταση του αέρα πολύ πιο εύκολα. Μέσα στην πόλη όμως, το Svartpilen 401 παίρνει το πάνω χέρι. Η σέλα εξακολουθεί να είναι ψηλή, σκληρή και κοντή για δύο άτομα, όμως το φαρδύ, ίσιο και ψηλότερα τοποθετημένο τιμόνι του δημιουργεί μια άψογη εργονομία, ιδιαίτερα για όσους έχουν σωματικό ύψος άνω του 1,75μ. Το Svartpilen 401 είναι πιο ευρύχωρο από το Duke 390 και κυρίως… το βεντιλατέρ δεν στέλνει τον καυτό αέρα στο αριστερό σου γόνατο. Μόνο και μόνο αυτό αρκεί για να δώσεις τα επιπλέον χρήματα που κοστίζει το Svartpilen 401 σε σχέση με το Duke 390. Με το Husky μπορείς να πας από το ξενοδοχείο στην παραλία φορώντας σορτάκι (όχι ιδιαίτερα ασφαλές βέβαια… ) ενώ με το Duke 390 το μακρύ παντελόνι είναι απαραίτητο χειμώνα-καλοκαίρι (μπορείς να το πεις και safety feature!).

Η λεπτή πλαστική σχάρα πάνω στο επίπεδο ρεζερβουάρ του Svartpilen δεν εκτοξεύει τις μεταφορικές του ικανότητες, όμως σου λύνει κάποιες φορές τα χέρια. Όπως για παράδειγμα όταν σε παίρνουν τηλέφωνο και σου λένε: “Μιας και περνάς από το κέντρο της Αθήνας, φέρε κάτι φωτιστικά σώματα Led και ένα πάνελ”.  Τα σημεία για να δέσεις αντικείμενα είναι περιορισμένης χρηστικότητας, όμως με μια ταινία συσκευασίας όλα λύνονται. Το μικρό μήκος της σέλας αναγκαστικά κολλάει τον συνεπιβάτη στην πλάτη σου. Πολύ καλό αυτό αν ο συνεπιβάτης είναι μοντέλο της Victoria Secret – όχι τόσο καλό αν είναι μπετατζής. Αν ξεβιδώσεις την πλαστική χειρολαβή του συνεπιβάτη κερδίζεις λίγα εκατοστά ωφέλιμης επιφάνειας και η καυτή ανάσα του μπετατζή απομακρύνεται από τον σβέρκο σου, όμως σε αυτή την περίπτωση τα χέρια του μπετατζή θα αγκαλιάσουν τη μεσούλα σου, διότι δεν έχει κάπου αλλού να κρατηθεί. Διαλέγεις και παίρνεις…

Μιλώντας για οδήγηση στους γλιστερούς, σκονισμένους και καυτούς δρόμους της Αθήνας, πρέπει οπωσδήποτε να βγάλουμε το καπέλο στο απίστευτο κράτημα των Pirelli Scorpion Rally STR. Σίγουρα το Svartpilen 401 (όπως και τα KTM Duke 390, Yamaha MT-03) έχει τα τρία βασικά χαρακτηριστικά για υψηλό κράτημα σε γλιστερούς δρόμους. Έχει δηλαδή μικρό βάρος με κατανομή 50/50 εμπρός-πίσω, μαλακές αναρτήσεις και κοντό μεταξόνιο, που του επιτρέπουν να μην γλιστράει απότομα και να μην χρειάζεται να πλαγιάσει πολύ για να στρίψει γρήγορα. Όμως τα Scorpion Rally STR του δίνουν το κάτι παραπάνω. Το λέμε αυτό διότι τα ίδια ελαστικά φόραγε και το Fantic Caballero 500, το οποίο επίσης εντυπωσίασε με το κράτημά του στους γλιστερούς δρόμους. Πιθανόν το χειμώνα με το κρύο να αλλάζει η συμπεριφορά τους (να μια καλή δικαιολογία για να κρατήσουμε το Svartpilen έως τα Χριστούγεννα… χε, χε!), όμως σίγουρα λατρεύουν την καυτή γυαλισμένη άσφαλτο της Αθήνας. Όχι μόνο αυτό, αλλά ταυτόχρονα είναι αξιοπρεπέστατα και στο ξερό χώμα. Επίσης λάβετε υπόψη, πως τα λάστιχα το δικού μας Svartpilen έχουν στην πλάτη τους 7.500 χιλιόμετρα και η φθορά τους είναι αμελητέα.

Αυτό που σας είχαμε υποσχεθεί, αλλά τελικά δεν προλάβαμε να κάμουμε, είναι το γενικό service. Ο υπερβολικός φόρτος εργασιών στο συνεργείο της αντιπροσωπείας (καλά ρε, όλοι για την τελευταία στιγμή αφήσατε το service της μοτοσυκλέτας σας;) ήταν η βασική αιτία, αν και για να είμαστε απόλυτα δίκαιοι, ένα μέρος της ευθύνης βαραίνει και εμάς που ζητήσαμε (… την τελευταία στιγμή) να παραλάβουμε τη μοτοσυκλέτα πριν κάνει το προγραμματισμένο service της.

Σε κάθε περίπτωση, το γενικό service του Svartpilen θα γίνει τις επόμενες ημέρες και θα δημοσιεύσουμε το σχετικό άρθρο το συντομότερο δυνατό.