Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Τρικύλινδρο νεορετρό ανάμεσα σε 660 και 765!
Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

12/2/2026

Η μελετημένη επιλογή της Triumph στα μέσα της δεκαετίας του ’80 να επενδύσει στην τρικύλινδρη διάταξη για να ξεχωρίσει ολότελα από τους υπόλοιπους, συνεχίζει στις μέρες μας να έχει άμεσο αντίκτυπο στην γκάμα της, με τον 800άρη κινητήρα που γνωρίσαμε πέρσι να έρχεται σε ακόμη ένα νέο μοντέλο.

Η σειρά τους στο μεταξύ είναι η σωστή καθότι μετά τα 660 δεν έρχεται το 765, όπως θα περίμενε κανείς βάση κυβισμού, αλλά η σειρά των 800αριών κρίνοντας με βάση την απόδοσή τους αλλά και του τρόπου οδήγησης.

Ο κινητήρας αυτός έχει τις εξωτερικές διαστάσεις του 660 και άρα μπορεί να μπει και στο ίδιο πλαίσιο, όπως είναι η περίπτωση του Tiger Sprot 800 που είναι ο άξιος συνεχιστής του 1050. Μία μοτοσυκλέτα με διαστάσεις όμοιες με του 660 αλλά με διαφορετικό κινητήρα που εσωτερικά έχει περισσότερες ομοιότητες με τον 765.

Η Triumph έφτιαξε τον κινητήρα αυτό για να μας δώσει μία νέα σειρά μοτοσυκλετών, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει με τον 765, ο οποίος έχει εξειδικευτεί για sport χρήση και για αυτό και είναι κατάλληλος και για την Moto2 κατηγορία.

Μιλώντας με τον άνθρωπο που τον σχεδίασε, η μετατροπή του 765 σε έναν κινητήρα που θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο πλατφόρμας και πάνω του να στηθούν μία σειρά διαφορετικών μοντέλων, ήταν ακριβότερη και χρονικά μεγαλύτερη διαδικασία από την ανάπτυξη ενός νέου κινητήρα και έτσι γεννήθηκε ο νέος τρικύλινδρος των 798 κυβικών.

Κατά την παρουσίαση του Tiger Sport 800 μας ρώτησαν που αλλού θα θέλαμε να δούμε τον κινητήρα αυτό, όταν στην πράξη αποδείχθηκε αυτές τις ημέρες πως δούλευαν ήδη σε ένα νέο Trident. Η απάντηση τότε, πως περιμένουμε ένα νέο Street Triple που να είναι αυτό που λέει το όνομά του, δηλαδή φτιαγμένο για τον δρόμο και λιγότερο για την πίστα, ήρθε τώρα μέσω του Trident.

Ο κος Stuart Wood, Chief Engineer της Triumph συμφωνεί μαζί μου, πως ο πραγματικός συνεχιστής του Street Triple που κυκλοφόρησε το 2007 για πρώτη φορά, είναι πλέον το Trident 800 ενώ το Street Triple που τώρα κυκλοφορεί είναι κάτι άλλο, πιο sport που θα μπορούσε κάλλιστα να αλλάξει όνομα και να λέγεται Track-Day Triple. Μπορεί να γίνει και πιο μπερδεμένο από αυτό, γιατί το 1990 υπήρχε το μεγάλο Trident 900 που στην πράξη είναι ο πρόγονος του Speed Triple που είδαμε το 1994 και που στην εποχή μας θα πρέπει να λέγεται Streetfighter Triple, από την στιγμή που μέσα στην πίστα μπορεί να το οδηγήσει κανείς με την ταχύτητα και την φόρα που είχε το προηγούμενης γενιάς Ducati Streetfighter.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Οπότε οι δύο διαφορετικές σειρές γυμνών μοτοσυκλετών που είχε η Triumph, έχουν εξειδικευτεί τόσο πολύ που πλέον έχουν αλλάξει θέση στην γκάμα της εταιρείας και χρειάζονται νέα μοντέλα που θα μπορέσουν να καλύψουν το κενό αυτό. Σε αυτό το σημείο θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να δούμε τι θα κάνει η Triumph με την Daytona. Θα μας δώσει μία φανταστική supersport με τον κινητήρα του 765 ή θα στοχεύσει στην υψηλότερη ροπή και την διαφορετική ευστροφία του 798; Ο ίδιος ο Wood θα ήθελε την άποψη του κοινού, όπως είπε.

Αντιλαμβάνεστε λοιπόν τώρα, τι ήρθε να κάνει στη ζωή μας το νέο Trident 800. Κι ενώ σε απόλυτα νούμερα η διαφορά ροπής δεν είναι τεράστια έναντι του 765, στην πράξη ο τρόπος οδήγησης σε έναν επαρχιακό γεμάτο στροφές αλλάζει σημαντικά και ενισχύει την απόφαση της Triumph. Στην ευθεία ή σε δρόμους με στροφές που υποστηρίζουν υψηλές ταχύτητες το 765 θα συνεχίσει να κάνει την διαφορά, όμως στο στενό πλαίσιο που θέτουν οι επαρχιακοί, το Trident 800 είναι το Street Triple που ξέραμε.

Η Κύπρος μας έδωσε το σκηνικό που χρειαζόμασταν για να δούμε ακριβώς αυτό τον συλλογισμό. Οδηγώντας από την «σωστή πλευρά του δρόμου», όπως δεν σταμάτησαν να σχολιάζουν χαριτολογώντας οι Άγγλοι, περιχαρείς που σε μία παρουσίαση νέου μοντέλου νιώθουν περισσότερο στο σπίτι τους από άλλες φορές.

Καλύτερη ποιότητα ασφάλτου, ακόμη και σε βρόχινες συνθήκες και σωστές καμπές που μειώνουν τις εκπλήξεις, είναι τα χαρακτηριστικά που κυριαρχούν αμέσως μόλις βγεις από την πόλη και πιάσεις κάποιον από τους πολλούς δρόμους που κυκλώνουν το έντονο ανάγλυφο της όμορφης Κύπρου.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Το πρώτο μισό της οδήγησης έγινε σε συνθήκες έντονης βροχόπτωσης, καλοδεχούμενης από όλους εκεί που αντιμετωπίζουν αντίστοιχο φόβο λειψυδρίας με την Αττική, πλην των Άγγλων και της παρέας μας, που φοβόμασταν πως δεν θα μπορέσουμε να δούμε την πραγματική διαφορά του νέου Trident 800, έναντι του Street Triple.

Ήταν όμως σε αυτό το σημείο που μπορούσε κανείς να εκτιμήσει ιδιαίτερα την συμπεριφορά του Traction Control, καθώς επέτρεπε μέχρι και μία μικρή ανύψωση του εμπρός τροχού στο άνοιγμα του γκαζιού χωρίς να κόβει άγαρμπα την ανάφλεξη. Σε αυτό το σημείο θέλω να σας θυμίσω την δοκιμή της πρώτης γενιάς του Tiger Explorer 1200 που ανέφερα τότε την απαράδεκτη λειτουργία των ηλεκτρονικών. Συγκεκριμένα το Traction Control μπορούσε μέχρι και να σβήσει την μοτοσυκλέτα και μάλιστα στο στεγνό, προσπαθώντας να αποτρέψει την σούζα. Την ίδια εποχή τα αντίπαλα στρατόπεδα το είχαν ξεπεράσει αυτό και δούλευαν ήδη στο επόμενο στάδιο των ηλεκτρονικών, προσπαθούσαν δηλαδή να φτάσουν εδώ που είμαστε σήμερα, όπου δεν λειτουργούν αποτρεπτικά αλλά συνεργάζονται με τον αναβάτη περισσότερο. Αυτό μας δείχνει πως η πορεία της Triumph ήταν σε πιο γρήγορο ρυθμό φτάνοντας τώρα να έχει εφάμιλλα αποτελέσματα ενώ χρησιμοποιεί τους ίδιους αλγόριθμους σε όλες τις οικογένειες, ευνοώντας έτσι και τις πιο προσιτές οικονομικά μοτοσυκλέτες, του Trident 800 συμπεριλαμβανομένου.

Από την στιγμή που υπάρχει IMU, δηλαδή μονάδα μέτρησης αδράνειας, τα ηλεκτρονικά προσαρμόζονται ανάλογα με την θέση της μοτοσυκλέτας στον χώρο και η διαφορά στους βρεγμένους δρόμους της Κύπρου είναι πως εμπιστευόσουν το Cornering ABS ώστε να κινούμαστε σβέλτα γνωρίζοντας πως σε περίπτωση που θα χρειαστεί θα καταφέρουμε να φρενάρουμε χωρίς μεγάλη ανάδραση στη μανέτα που σημαίνει και αύξηση της απόστασης φρεναρίσματος ενώ διατηρείται και η δυνατότητα ελιγμών. Το παράδειγμα δεν άργησε να έρθει καθώς οδηγώντας σβέλτα μαζί με τον Gareth, τον Άγγλο πλοηγό μας, στην κορυφή μίας στροφής ο εμπρός τροχός έχασε πρόσφυση καθώς είχε σχηματιστεί ένα μικρό ρυάκι με περισσότερο νερό από ότι είχε ο υπόλοιπος δρόμος. Στην άμεση αντίδραση μειώνοντας την κλίση και ανοίγοντας την γραμμή, η μοτοσυκλέτα ανταποκρίθηκε άψογα και με λίγα φρένα που μετρίασαν την φόρα αμέσως μετά, το Trident 800 συνέχισε ακάθεκτο σε σβέλτο ρυθμό.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Αφαιρώντας το Traction Control είναι που το κυριότερο χαρακτηριστικό του τρικύλινδρου κινητήρα, δηλαδή η ευστροφία στις χαμηλομεσαίες με διάρκεια ψηλά, λάμπει ακόμη περισσότερο, όπως επίσης τονίζεται για ακόμη μία φορά μία βασική διαφορά έναντι των κινέζικων μοτοσυκλετών που έχουν κατακλύσει την Ευρώπη και που μεταξύ τους έχουν τεράστιες διαφορές αλλά πάσχουν και από κοινού σε ορισμένα ζητήματα: Η απόκριση στο γκάζι είναι υποδειγματική στο Trident 800, είναι με λίγα λόγια όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι και να μην αξίζει συγχαρητήρια καθώς αυτό το θέμα είχε πάψει να αποτελεί πρόβλημα από την περίοδο που μαρκάρεται μεταξύ Aprilia Shiver και Ducati Multistrada 950, την πρώτη γενιά της. Ανάμεσα εκεί, η απόκριση της γκαζιέρας ήταν κάτι που έπρεπε να σχολιαστεί, από τότε και μετά δεν ήταν προβληματική πουθενά αλλού μέχρι που ήρθαν νέες μάρκες, ενώ είδαμε ακόμη και πισωγυρίσματα στους εδραιωμένους κατασκευαστές. Το Trident 800 γίνεται τώρα το νέο παράδειγμα της αψεγάδιαστης λειτουργίας στην απόκριση για όλους όσους φέρνουν στην αγορά μοντέλα με τρικύλινδρους κινητήρες και σε συνθήκες μειωμένης πρόσφυσης χωρίς ηλεκτρονικά, είναι εξαιρετικά εύκολο να εκτιμήσεις την διαφορά.

Με τα τριπλά σώματα ψεκασμού και την αυξημένη συμπίεση που φτάνει στο 13,2:1 όταν το Trident 660 έχει 11,9:1 και την επανασχεδιασμένη διαδρομή της εισαγωγής για να εγγυηθεί την αμεσότητα στην πλήρωση του θαλάμου καύσης που απαιτούν τα ανωτέρω στοιχεία, η Triumph βασίζεται σε μία σειρά από προηγμένους αισθητήρες για την εύρυθμη λειτουργία αυτού του κινητήρα, ιδιαίτερα σε συνθήκες κακής ποιότητας καυσίμου. Με δεδομένο πως αυτός ο κινητήρας έχει ήδη δοκιμασθεί επί ελληνικού εδάφους στο Sport 800, δηλαδή σε συνθήκες με χειρότερης ποιότητας καύσιμο μιας και αυτό μας χαρακτηρίζει δυστυχώς ως χώρα, μπορεί να πει κανείς πως για να δοκιμάσει το σύστημα τροφοδοσίας θα πρέπει να ταξιδέψει σε κάποια απομακρυσμένη περιοχή ενός από τα «Σταν» και να βάλει από μπιτόνι στην μέση του πουθενά, στην γειτονιά μας δεν θα έχει κανένα πρόβλημα.

Οι διαφορετικές χαρτογραφήσεις επίσης ξεχωρίζουν αισθητά μεταξύ τους, είναι και αυτό κάτι που δεν αποτελεί πανάκεια, με την Rain να ομολαμοποιεί ακόμη περισσότερο την απόκριση της γκαζιέρας χωρίς όμως να κόβει πολύ από την δύναμη. Σε μεγάλες βόλτες και ταξίδια ακόμη που κάλλιστα μπορεί να κάνει κάποιος κατάλληλα εξοπλισμένος, όταν ο καιρός αλλάζει εντός της διαδρομής, είναι που αυτός ο χάρτης μπορεί να φανεί χρήσιμος σε μία μερίδα αναβατών που δεν θα χρειαστεί να αλλάζουν συχνά, μιας δεν μετατρέπει το Trident 800 σε Trident 660. Για τους υπόλοιπους ακόμη και η ρύθμιση Road μπορεί να μείνει μόνιμα επιλεγμένη ακόμη και στη βροχή, από την στιγμή που έτσι και αλλιώς ο κινητήρας αυτός είναι εύστροφος χωρίς όμως ξεσπάσματα, κάτι που μπορείς να δεις στην Sport χαρτογράφηση την οποία βρίσκω ιδανική για έρημους επαρχιακούς με απότομες στροφές όταν έχεις την ευχέρεια -και την όρεξη- να κινηθείς σβέλτα.

Το πλαίσιο του Sport 800 που με την σειρά του δεν έχει μεγάλες διαφορές από του 660, αλλά ορισμένες καίριες που βοηθούν την ευελιξία και την ευστάθεια με τα νέα επίπεδα δύναμης, συμπεριφέρεται άψογα και στο Trident 800 με την διαφορετική γεωμετρία.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Η βασικότερη διαφορά με το πλαίσιο των 660 είναι στην περιεχόμενη γωνία ώστε να δημιουργηθεί χώρος για την διαφορετική κεφαλή που απαιτεί η τροφοδοσία του 800, με τις υπόλοιπες διαστάσεις του μπλοκ κινητήρα να είναι, όπως είπαμε, αντίστοιχες της μικρότερης έκδοσης. Πολύ μικρή η διαφορά στην κάστερ, μόλις 0,1 μοίρα από το μικρότερο γυμνό που μεγαλώνει όμως το ίχνος για 1mm ενώ ψηλότερα κατά 5mm είναι τοποθετημένος και ο αναβάτης. Όλα αυτά δημιουργούν μία θέση οδήγησης που στο χαρτί από πλευράς αριθμών δεν προϊδεάζει την διαφορά που υπάρχει με την μικρότερη αδερφή της. Αρκετά κοντά και σε αυτό το σημείο με την πρώτη γενιά του Street Triple, με την διαφορά πως έχουμε εδώ ένα καλύτερο σετ αναρτήσεων της Showa.

Μπροστά το SFF-BP με καλάμια 41mm, ρυθμιζόμενο σε συμπίεση και απόσβεση επαναφοράς και πίσω επίσης ρυθμιζόμενο σε επαναφορά και πρόφορτιση, monoshock αμορτισέρ της Showa. Σε σπορ ρυθμό έχουμε ακριβώς την επαναφορά που χρειάζεται πίσω, όχι πολύ γρήγορη δηλαδή για να αποσταθεροποιείται ο πίσω τροχός στην μεταβαλλόμενη πρόσφυση των δημόσιων δρόμων και επίσης με γραμμική συμπίεση που δημιουργεί εμπιστοσύνη ώστε να ανοίξεις νωρίς το γκάζι στην έξοδο. Το πιρούνι εμπρός είναι ο δυνατός σύμμαχος του ABS. Ένας σημαντικός λόγος που εμπιστεύεσαι τα φρένα κατά την σπορ οδήγηση, ώστε να κερδίσεις μέτρα και να φρενάρεις πιο αργά, είναι η συμπίεση εμπρός που ξεκινά ομαλά και αλλάζει με γοργό βήμα αλλά χωρίς σκαλοπάτια οπότε φορτίζεις το εμπρός ελαστικό και μεταβάλλεις την γεωμετρία της μοτοσυκλέτας μέχρι το σημείο που χρειάζεται για να στρίψεις σβέλτα. Ούτε λιγότερο που σημαίνει γλίστρημα, ούτε περισσότερο που σημαίνει αποσταθεροποίηση του πίσω μισού. Με την γραμμική λειτουργία των αναρτήσεων τα φρένα έχουν πιο εύκολη δουλειά, ενώ αποκτά νόημα και το Cornering ABS καθώς διαφορετικά δεν θα μπορούσες να το εκμεταλλευτείς φρενάροντας μέσα στην στροφή, λίγο πριν την κορυφής, όπως μπορείς κάλλιστα να κάνεις τώρα.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Με σωστές αναρτήσεις και πλαίσιο που υποστηρίζει την λειτουργία τους, καθώς και με ηλεκτρονικά που στόχο δεν έχουν να αποτελούν ένα cheat-code σε μία αποστειρωμένη οδήγηση videogame, αλλά μονάχα να μειώσουν το ρίσκο που αναπόφευκτα αυξάνεται όσο ανεβαίνει ο ρυθμός σε δρόμους που δεν έχουν τις ελεγχόμενες συνθήκες μίας πίστας, και η πρόσφυση μεταβάλλεται ή εμφανίζονται εμπόδια εκεί που δεν το περιμένεις, το Trident 800 γίνεται ένα καλύτερο Street Triple όταν μένουμε στο πρώτο συνθετικό του ονόματός του.

Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως η επιλογή της Triumph για τόσο κοντινούς κυβισμούς, μας βάζει σε μία τελείως διαφορετική ανάπτυξη της γκάμας, συγκριτικά με τους υπόλοιπους εκεί έξω, που ουδεμία σχέση έχει με τα κυβικά, παρά μόνο με τις δυνατότητες.

Σε αυτό τον ρυθμό τα σχεδόν 300χλμ αυτονομίας που λέει η Triumph πως μπορείς να έχεις από το ρεζερβουάρ των 14 λίτρων, είναι μη εφικτός στόχος, μιλώντας από την πλήρωση του ρεζερβουάρ, μέχρι το σβήσιμο του κινητήρα από έλλειψη καυσίμου. Λίγο πριν τα διακόσια χιλιόμετρα θα εμφανιστεί η ρεζέρβα σε σβέλτο ρυθμό, που σημαίνει πως μονάχα με προσεκτική οδήγηση ή ταξιδεύοντας μπορείς να δεις την μεγάλη για την κατηγορία αυτονομία. Προφανώς όταν γίνει η δοκιμή της σε ελληνικό έδαφος θα μετρήσουμε ακριβώς την κατανάλωση, όπως επίσης και θα την ζυγίσουμε για να δούμε αν ισχύουν τα 198 κιλά που δηλώνει η Triumph με γεμάτο το ρεζερβουάρ.

Παρουσίαση Triumph Trident 800 2026: Το οδηγούμε στην Κύπρο!

Δεν θα πρέπει να έχουν ξεφύγει όμως μακριά από αυτό, όχι μόνο γιατί είναι ένα λογικό νούμερο αφού δεν πρόκειται για κινέζο κατασκευαστή που -τουλάχιστον μέχρι τώρα- δείχνουν πως ταυτίζονται μεταξύ τους ακολουθώντας τον πιο προσιτό οικονομικά δρόμο που είναι να μπαίνει μέταλλο στην γραμμή παραγωγής, από το να βγαίνει στις οθόνες του σχεδιαστικού τμήματος. Όπως έχουμε πει και παλαιότερα, πολλές φορές, είναι ακριβότερη διαδικασία να αφαιρείς βάρος στην σχεδίαση, από το να ξοδεύεις μέταλλο στην γραμμή παραγωγής. Οι εδραιωμένοι κατασκευαστές έναν τρόπο σχεδιασμού έχουν, τον σύγχρονο, κι έτσι δεν αναμένεται μεγάλη διαφορά στην δική μας ζυγαριά, όταν το Trident 800 έρθει στην Ελλάδα.

Από γεωμετρία θέσης οδήγησης μέχρι και 1,85 ύψος κάθεσαι άνετα και φυσιολογικά στη σέλα και κατά την δοκιμή στην Ελλάδα θα δοκιμάσουμε με διαφορετικούς συντάκτες την άνεσή της. Εκεί θα πρέπει να δούμε και πώς δουλεύει η συνδεσιμότητα της μικρής TFT στρογγυλής οθόνης. Δεν θα χρειαστεί δοκιμή σε συνθήκες αυξημένης κίνησης στους δρόμους για το συμπέρασμα του quickshifter, δουλεύει απροβλημάτιστα και μάλιστα και το κιβώτιο είναι σύγχρονο και δεν χαρακτηρίζεται από προηγούμενες γενιές των Triumph με ηχηρό κούμπωμα, ιδιαίτερα της πρώτης, κάτι που ίσχυε και για τα πρώτα Street Triple. Βέβαια αυτό ήταν γνωστό από το Tiger Sport, σε κάθε περίπτωση όμως η διαφορετική χαρτογράφηση δεν έχει δημιουργήσει ζητήματα στην λειτουργία του quickshifter.

Με σημαντικούς Ιάπωνες ανταγωνιστές απέναντί του, όπως το Kawasaki Z900, το MT-09, το Suzuki 8T αλλά και το 990 Duke, το νέο Trident 800 προσφέρει το κάτι διαφορετικό και αυξάνει τον υγιή ανταγωνισμό που λειτουργεί προς όφελός μας. Το αναμένουμε σύντομα στην Ελλάδα!

 

MOTO GUZZI V7 CLASSIC 2008-2012: Πάντα επίκαιρη

Η επιστροφή ενός θρυλικού ονόματος στη σύγχρονη εποχή
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

4/3/2022

Το 2008 η Moto Guzzi αποφάσισε να ξαναφέρει στη ζωή μας το θρυλικό όνομα V7, με μια μοτοσυκλέτα που όχι απλώς έμοιαζε σε εμφάνιση με τις κλασσικές ιταλικές V2 της δεκαετίας του ’70, αλλά είχε το αυθεντικό “άρωμα” και την αυθεντική “αίσθηση”. Από τότε έως σήμερα τα σύγχρονα V7 έχουν δεχτεί πάρα πολλές αναβαθμίσεις στα μηχανικά τους μέρη, ενώ το 2021 έγινε ολικός επανασχεδιασμός με εντελώς νέο κινητήρα 850cc  και εντελώς νέο πλαίσιο. Εδώ όμως αναδημοσιεύουμε την πλήρη δοκιμή του πρώτου “νέου” Moto Guzzi V7 του 2008 από το τεύχος 425 του περιοδικού ΜΟΤΟ:

 

Σαρκαστική

 

Υπάρχουν μοτοσυκλέτες που παίρνουν τις δυσκολίες της καθημερινότητας στα σοβαρά. Άλλες που τις αντιμετωπίζουν με άγχος και μερικές που αδιαφορούν πλήρως. Η Moto Guzzi V7 Classic, κάνει κάτι εντελώς πρωτότυπο. Τις σαρκάζει!

 

Αυτή την παράγραφο, την πληκτρολογώ μόλις τρία λεπτά από την ώρα που πάρκαρα τη V7 κάτω από το περιοδικό. Έχω κάνει πέντε χιλιόμετρα από τη στιγμή που την πήρα και ένιωσα την απόλυτη ανάγκη να εκφράσω τα συναισθήματα που βίωσα! Πρώτη φορά μου συμβαίνει να εισχωρεί μια μοτοσυκλέτα τόσο γρήγορα, κατευθείαν στην καρδιά μου. Έχω λατρέψει μοτοσυκλέτες. Έχω ερωτευτεί μοτοσυκλέτες και έχω ονειρευτεί μοτοσυκλέτες, όμως όλες τους χρειάστηκαν χρόνο για να με μαγέψουν, και τις κατάλληλες συνθήκες μέσα στις οποίες έδειξαν τον χαρακτήρα τους.

Θυμάμαι τη Ducati 916 SPS στις Σέρρες, τη Yamaha R1 στο Nurburgring, τη Suzuki Hayabusa στην εθνική οδό Αθηνών-Τριπόλεως , την MV Agusta F4 στην Επίδαυρο και πρόσφατα τη Ducati Desmosedici RR στο Mugello. Όλες τους μαγικές, μοναδικές, εξωπραγματικά τέλειες -όμως αυτή η Moto Guzzi μου σκάλισε ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, ίδιο με αυτό που είχα όταν φόραγα κοντά παντελονάκια και καβάλησα το πρώτο μου τρίκυκλο ποδηλατάκι.

Το κατάφερε μέσα σε δύο λεπτά. Το κατάφερε μέσα στο κέντρο της Αθήνας. Το κατάφερε μέσα σε μια μέρα που όλα μου πήγαιναν στραβά και φτάνοντας στην αντιπροσωπεία για να την παραλάβω, τα νεύρα μου έμοιαζαν με σπασμένες χορδές κιθάρας. Τώρα είναι μαλακά σαν λουκουμάς με μέλι και μπορώ να δω πόσο όμορφη είναι η λιακάδα έξω. Πριν την καβαλήσω, ήταν μια αγχώδης Δευτέρα, με τις υπόλοιπες μέρες τις εβδομάδας να ακολουθούν γεμάτες υποχρεώσεις και αγγαρείες. Τώρα, είναι η πρώτη μέρα μιας εβδομάδας γεμάτη δράση. Είναι η κλασική ιστορία με το μισοάδειο και το μισογεμάτο ποτήρι: Η V7 το κάνει να φαίνεται μισογεμάτο!

 

Μία εβδομάδα μετά...

Για να μετρήσω την οδηγική ευχαρίστηση μιας μοτοσυκλέτας, έχω εφεύρει ένα αλάνθαστο - μέχρι στιγμής τουλάχιστον - σύστημα. Μετράω τα περιττά χιλιόμετρα. Κάθε χιλιόμετρο που διανύει η μοτοσυκλέτα, το οποίο θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν σκοπός ήταν μόνο η μετακίνηση, το μετράω ως περιττό. Να σας δώσω ένα παράδειγμα: Θέλεις να πας από το σπίτι στη δουλειά. Η διαδρομή που ακολουθείς, είναι είτε αυτή με τη μικρότερη απόσταση, είτε αυτή με τον ευκολότερο δρόμο. Σκοπός είναι να φτάσεις στον προορισμό σου το γρηγορότερο δυνατό, χωρίς να σου σπάσουν τα νεύρα. Αυτά είναι αναγκαία χιλιόμετρα. Αν όμως βρεθείς να περιπλανιέσαι σε άλλους δρόμους και άλλες γειτονιές, αν ξυπνάς πιο νωρίς το πρωί για να κάνεις μια βολτίτσα πριν πας στη δουλειά, αλλά παρ’ όλα αυτά φτάνεις εκεί αργοπορημένος γιατί η βολτίτσα έγινε στην πορεία ταξιδάκι, τότε στο βιβλίο συμβάντων, αυτά τα χιλιόμετρα εγγράφονται ως "περιττά".

Το V7 γέμισε πολλές σελίδες με δαύτα. Στο περίπτερο της πλατείας για τσιγάρα να πεταγόμουνα, έκανα στην επιστροφή ολόκληρο τον κύκλο από τον παραλιακό δρόμο. Βασικά, έχω ψιλικατζίδικο κάτω από το σπίτι μου και δεν θα έπρεπε καν να πάρω τη μοτοσυκλέτα για να πάω για τσιγάρα. Όμως με τη V7 εφευρίσκεις αφορμές για να την καβαλήσεις και να κάψεις βενζίνη. Οι οικολόγοι, που θέλουν να μας γυρίσουν στην εποχή του γαϊδάρου, θα πρέπει να είναι εξοργισμένοι τώρα! Μόνο τις δύο πρώτες μέρες είχε γράψει διακόσια περιττά χιλιόμετρα, χωρίς να φύγω από το λεκανοπέδιο της Αττικής.

Ακούω ήδη μερικούς από εσάς που μουρμουράτε μεταξύ σας, ότι μια μοτοσυκλέτα που δεν κάνει σούζες ούτε με τη βοήθεια γερανού, είναι αδύνατον να προσφέρει οδηγική ευχαρίστηση. Σας καταλαβαίνω απόλυτα. Όταν επί χρόνια στα περιοδικά του ειδικού Τύπου έχει σχεδόν ταυτιστεί η οδηγική απόλαυση μόνο με τις σούζες, τα burn out, τα παντιλίκια και τις "διαστημικές" επιδόσεις, είναι φυσικό αποτέλεσμα να έχει περάσει αυτή η νοοτροπία και στους μοτοσυκλετιστές.

Προσωπικά, έχω οδηγήσει αρκετές μοτοσυκλέτες που κάνουν απίστευτα "ινδιανιλίκια" στον δρόμο, αλλά δεν μου έχουν προσφέρει καμιά απολύτως οδηγική ευχαρίστηση. Και από τη στιγμή που είμαστε υποκείμενα και όχι αντικείμενα, τα υποκειμενικά κριτήρια έχουν την ίδια βαρύτητα. Κοιτάξτε γύρω σας. Πόσοι αγοράζουν τη μοτοσυκλέτα που καλύπτει τις ανάγκες μετακίνησής τους και πόσοι τη μοτοσυκλέτα που γουστάρουν; Οι δεύτεροι είναι πολλοί περισσότεροι -και αυτό εξηγεί γιατί δεν κυκλοφορούμε όλοι με ένα μονοκύλινδρο τετράχρονο on-off 250 κυβικών.

 

Πεζή πραγματικότητα

Είμαι τόσο ενθουσιασμένος με τη V7, γιατί χλευάζει τις δυσκολίες της ζωής. Όχι μόνο ζυγίζει λιγότερο από 200 κιλά γεμάτη (όσο δηλαδή ένα υπερσύγχρονο αλουμινένιο Hornet 600), όχι μόνο είναι το ίδιο ευέλικτη, όχι μόνο έχει πλούσιους χώρους για δύο άτομα, όχι μόνο καίει ελάχιστη βενζίνη, αλλά τα κάνει όλα αυτά με μία σατιρική διάθεση.

Εμπαίζει τα σκούτερ μέσα στην πυκνή κυκλοφορία της πόλης, χάρη στο μικρό της πλάτος και το ψηλό τιμόνι που περνά πάνω από τους καθρέφτες. Βγάζει τη γλώσσα στα παπιά με τα μόλις 4,5 λίτρα βενζίνης που καταναλώνει για κάθε εκατό χιλιόμετρα. Κακαρίζει από τα γέλια όταν βλέπει τα μεγάλα on-off να ξύνουν την κοιλιά τους στο πεζοδρόμιο που αυτή κατέβηκε άνετα, χάρη στα 18 εκατοστά απόστασης από το έδαφος. Σταματάει δίπλα στους ιδιοκτήτες κλασικών μοτοσυκλετών και χαχανίζει, την ώρα που αυτοί προσπαθούν να βρουν τον σωστό συνδυασμό αβάνς, άνω νεκρού σημείου και... υπερχείλισης των Amal, για να τα βάλουν μπροστά και να πάνε από το ένα συνεργείο στο άλλο.

Όσο για τους ιδιοκτήτες supersport, που ανακαλύπτουν σε κάθε φανάρι ότι έπρεπε να "συμπλεκτάρουν" το τετρακύλινδρο καμάρι τους μέχρι τις 8.000 στροφές για να την περάσουν, η καζούρα συνεχίζεται και στις στροφές. Το αστείο της υπόθεσης είναι, ότι το V7 στρίβει θαυμάσια χρησιμοποιώντας τεχνολογία με ρίζες στη δεκαετία του '70. Το πλαίσιο όπως και ο κινητήρας προέρχονται από το Nevada 750, μια φτηνή μοτοσυκλέτα cruiser της Moto Guzzi. Κι όμως, η V7 στρίβει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη Moto Guzzi έχω οδηγήσει. Αυτό σημαίνει ότι στρίβει γρήγορα και με ασφάλεια.

Βέβαια, σπορ δεν είναι σε καμιά περίπτωση και η στενή μηχανολογική συγγένεια με την Nevada 750, της έχει κληρονομήσει μερικά κουσούρια. Ένα από αυτά είναι η μεγάλη γωνία κάστερ των 27,5 μοιρών. Εδώ υπάρχει ένας μύθος, που λέει ότι όσο μεγαλύτερη είναι η γωνία κάστερ, τόσο πιο σταθερή είναι μια μοτοσυκλέτα. Στην πραγματικότητα, η γωνία κάστερ από μόνη της δεν έχει καμία σχέση με τη σταθερότητα. Το μόνο που κάνει, είναι να φορτίζει υπερβολικά την άρθρωση του λαιμού, με αποτέλεσμα το τιμόνι να γίνεται πολύ βαρύ στο κέντρο. Κουνήστε το τιμόνι από άκρη σε άκρη και θα δείτε ότι στο κέντρο η μοτοσυκλέτα σας σηκώνεται. Όσο μεγαλύτερη είναι η γωνία κάστερ και όσο βαρύτερη είναι η μοτοσυκλέτα, τόσο μεγαλύτερη δύναμη απαιτείται για να κουνήσεις το τιμόνι από την άκρη στο κέντρο.

Για τον ίδιο λόγο, το τιμόνι έχει την τάση να γυρίζει μόνο του προς τα μέσα μόλις το στρίψεις ελαφρά. Πριν από... δύο εκατομμύρια χρόνια, που οι μοτοσυκλέτες είχαν αναρτήσεις από τραμπολίνα και πλαίσια από μαστίχα Χίου (υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες που αναφέρουν ότι με ένα ιαπωνικό τετρακύλινδρο του 1970, μπορούσες να τρακάρεις πίσω από φορτηγό και το πλαίσιο θα ερχόταν στο αρχικό του σχήμα... μόνο του!), το φαινόμενο αυτό που "βάραινε" την αίσθηση του τιμονιού, ήταν καλοδεχούμενο για την ψυχική ηρεμία του αναβάτη, όταν τολμούσε να ξεπεράσει τα 100 χιλιόμετρα την ώρα. Σήμερα, που τα πλαίσια διατηρούν σταθερή την απόσταση των τροχών όταν οδηγείς τη μοτοσυκλέτα και οι αναρτήσεις, τους κρατάνε στο έδαφος, η σταθερότητα μιας μοτοσυκλέτας εξαρτάται από πολύ πιο περίπλοκα πράγματα, όπως το γυροσκοπικό φαινόμενο, τη θέση του στροφάλου στο πλαίσιο, μέχρι και τη στάση του σώματος του αναβάτη.

Γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Μα γιατί η V7 χρειάζεται ένα ή δυο μέτρα για να ισορροπήσει, όταν ξεκινά αργά από το φανάρι (όπως όλα τα cruiser με τόσο μεγάλη κάστερ) και στις στροφές έχεις μόνο μία γραμμή -δηλαδή αυτή που διάλεξες στην είσοδο. Μπαίνει με φόρα και διαγράφει την καμπή ακλόνητη, σαν να πρόκειται για μια γεροδεμένη αγωνιστική κατασκευή, πάνω στο τέλειο οδόστρωμα μιας πίστας. Όμως είναι τόσο έντονο το πείσμα της να μείνει σταθερή στη γραμμή της, που αν ξαφνικά ανακαλύψεις ότι η επιλογή του σημείου εισόδου που έκανες δεν ήταν τόσο έξυπνη, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να φρενάρεις απαλά και να επαναπροσδιορίσεις με προσοχή τη νέα πορεία. Απότομα πλαγιάσματα και βίαιες αλλαγές πορείας στη μέση της στροφής, είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσουν σε απώλεια πρόσφυσης του εμπρός τροχού.

Η μεγάλη κάστερ προκαλεί και κάτι ακόμα: Όταν ο εμπρός τροχός βρει ένα εξόγκωμα στον δρόμο με τη μοτοσυκλέτα πλαγιασμένη, τότε πάλλεται αρχικά το τιμόνι και μετά η μοτοσυκλέτα. Βρίσκει αμέσως την ηρεμία της, γιατί το πλαίσιο είναι γρανίτης και οι αναρτήσεις σφιχτές, αλλά στις σύγχρονες σπορ μοτοσυκλέτες με τις μικρές κάστερ, η αντίδραση είναι μονοκόμματη και η χρονική διάρκεια του φαινομένου ελάχιστη. Από την άλλη, ένας έμπειρος αναβάτης με όρεξη να οδηγήσει γρήγορα, θα βρει αμέσως τα κόλπα της. Ο άπειρος αποκλείεται να δυσκολευτεί, διότι πρέπει να τη ζορίσεις πολύ για να εκδηλώσει τις αντιρρήσεις της -ένα σημείο που θα αργήσει πολύ να φτάσει ή να ξεπεράσει ένας άπειρος αναβάτης.

 

Το μεροκάματο

Εκμεταλλεύομαι την υπομονή σας και συνεχίζω λίγο ακόμα με ταπεινά θέματα, όπως οι αναρτήσεις και τα φρένα. Τα φρένα είναι μια χαρά. Η ελαφριά μοτοσυκλέτα επιβραδύνει με ένα δάχτυλο στη μανέτα, φρενάρει με δύο και σταματάει με τρία. Η αίσθηση είναι πολύ καλή από την τετραέμβολη δαγκάνα του 320 χιλιοστών δίσκου, με το μεταλλικό σωληνάκι υψηλής πίεσης -όμως η τρόμπα κρίνεται απλώς επαρκής. Αν θέλετε περισσότερη δύναμη (προσωπικά το βρίσκω άσκοπο) τότε μόνο η αντικατάσταση της τρόμπας θα φέρει αποτέλεσμα. Οι αναρτήσεις από τη μεριά τους ήταν ένα από τα δύο σημεία για τα οποία θα έβαζα χέρι πάνω στην V7 -το άλλο, είναι η σέλα.

Το πιρούνι της Marzzochi ίσως να ήταν τέλειο για μια σπορ μοτοσυκλέτα, αλλά πάνω στη V7 θα το ήθελα πιο ενδοτικό. Για την ακρίβεια, θα ήθελα να έχει ρυθμίσεις. Το ίδιο ακριβώς θα ήθελα και για τα αμορτισέρ της Sachs. Έχουν ποιοτική λειτουργία δεδομένης της απουσίας μοχλικού, όμως οι ισχυρές αποσβέσεις τους αποκτούν νόημα, μόνο όταν προφορτίσεις τα ελατήρια και βάλεις δεύτερο άτομο πίσω. Ο Μάλαμας που είναι μεγάλος -όχι μόνο στην ηλικία αλλά και στη σωματοδομή, τα βρήκε μια χαρά. Τα δικά μου 75 κιλά, αποδείχτηκαν λίγα. Για τα €8.200 που ζητάει η Moto Guzzi για τη V7, θα ήθελα να έχω πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις.

Εξίσου σκληρή είναι η σέλα. Αρχικά, νόμιζα ότι θα ήταν αδύνατον να κάτσω πάνω της για αρκετή ώρα, μα στην πράξη δεν είναι τόσο άσχημα τα πράγματα. Μπορείς να κάψεις ένα ολόκληρο ρεζερβουάρ, χωρίς να νιώσεις την ανάγκη να σταματήσεις για ξεκούραση. Αυτό, μας φέρνει κατευθείαν σε ένα ακόμα πλεονέκτημα της V7, τη μεγάλη αυτονομία. Σιχαίνομαι να πηγαίνω κάθε δύο μέρες στο βενζινάδικο και με εκνευρίζουν αφάνταστα οι μοτοσυκλέτες, που όταν ξεκινάς μαζί τους ένα ταξίδι σε άγνωστες διαδρομές, έχεις διαρκώς το άγχος να μη "μείνεις" από βενζίνη. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανάψει το λαμπάκι της ρεζέρβας, πριν διανύσεις 180 χιλιόμετρα. Συνήθως ανάβει μετά τα 210 χιλιόμετρα οδηγώντας όπως γουστάρεις, και αγγίζει τα 300 με λίγη εγκράτεια.

 

Θέλεις, αλλά δεν το ξέρεις

Οι γνήσιες κλασικές μοτοσυκλέτες, θέλουν έντονη συναισθηματικό δέσιμο για να μπορέσεις να ζήσεις μαζί τους. Σχεδόν βασανίζεις ψυχικά, σωματικά και οικονομικά τον εαυτό σου, μόνο για λίγες στιγμές χαράς στη βόλτα της Κυριακής. Υπάρχουν λεβιέ στις μπουκαπόρτες των αρματαγωγών που θέλουν λιγότερη δύναμη από τον συμπλέκτη μιας παλιάς 900SS και είναι φτηνότερο να επισκευάσεις έναν κατασκοπευτικό δορυφόρο της NASA, παρά να συντηρείς ένα Zundapp.

Από την άλλη, οι σύγχρονες ρετρό μοτοσυκλέτες, όπως η Triumph Bonneville, η Ducati SportClassic και η Kawasaki W 650, περιορίζονται στην κλασική εικόνα -και αυτό το νιώθεις όταν τις οδηγείς. Η V7 από την άλλη, είναι η πιο επιτυχημένη αναβίωση κλασικής μοτοσυκλέτας. Μπορεί να έχει ψεκασμό, μπορεί να έχει τον πιο μαλακό συμπλέκτη και το πιο απαλό κιβώτιο ταχυτήτων σε μοτοσυκλέτα (ναι, είναι βούτυρο!) και μπορεί να είναι απροβλημάτιστη στην καθημερινή χρήση, όμως ταυτόχρονα είναι γεμάτη συναισθηματική φόρτιση και είναι πανέμορφη. Οι επιδόσεις της είναι ουσιαστικά ίδιες με ενός μονοκύλινδρου αερόψυκτου 500, όμως σου προσφέρει τέτοια οδηγική ευχαρίστηση που κάνει τα τέρατα των 200 ίππων να μοιάζουν ανούσια.

 

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ                                 MOTO GUZZI V7 CLASSIC

Αντιπρόσωπος:

Piaggio Hellas

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Μήκος (mm):

2.185

Ύψος (mm):

1.115

Μεταξόνιο (mm):

1.449

Απόσταση από το έδαφος (mm):

182

Ύψος σέλας (mm):

805

Ίχνος (mm):

109

Γωνία κάστερ (˚):

27,5

Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):

570

Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):

500

Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):

790

Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):

420

 

ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ

 

199,5kg (χωρίς καύσιμο: 186,7kg)

Πίσω

49%

Εμπρός

51%

Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:

+0,75%

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο, διαιρούμενο, περιμετρικό

Πλάτος (mm):

800

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

182/198

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Διαμήκης V2, 90°, αερόψυκτος με 2B/K

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

80x74

Χωρητικότητα (cc):

744

Σχέση συμπίεσης:

9,6:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

48 / 6.800

Ροπή (kg.m/rpm):

5,4 / 3.600

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

64,5

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός

Σύστημα εξαγωγής:

2 σε 2

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Ξηρός, μονόδισκος

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια / 1,312

Τελική μετάδοση / σχέση:

Άξονας / 4,825

 

Σχέσεις / km/h ανά 1.000 rpm

1η

2,363/8

2α

1,642/12

3η

1,277/15

4η

1,055/18

5η

0,900/21

6η

-

 

ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

Ρύθμιση βαλβίδων (km):

Στα πρώτα 1.500 και κάθε 7.500

Αλλαγή λαδιού (km):

Στα πρώτα 1.500 και κάθε 7.500

Ποσότητα λαδιού με/χωρίς φίλτρο (l):

ΔΑ / ΔΑ

Φίλτρο λαδιού / αλλαγή (km):

Στα πρώτα 1.500 και κάθε 7.500

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Km/h

Sec

Μέτρα

0-50

2,18

14,51

0-100

5,93

96,17

0-150

17,24

513,15

0-200

-

-

 

ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Μέτρα

Sec

Km/h

0-400

14,48

145,06

0-1.000

28,35

161,94

 

ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

80-140

8,39

270,51

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)

Km/h

3η

4η

5η

40-80

4,13/69,94

5,43/89,55

-

80-120

5,68/161,61

7,15/200,76

7,81/220,51

120-160

 

 

17,3/687,92

160-200

-

-

-

 

ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

120-40

3,00

68,81

 

ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ

 

Κενή

Γεμάτη

Θεωρητικά

3,79

4,1

Πραγματικά

4,76

5

 

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Διπλά αμορτισέρ της Sachs

Διαδρομή (mm):

118

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

3,50x17''

Ελαστικό:

130/80-17

Πίεση:

-

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 260mm με δαγκάνα ενός εμβόλου και γλίστρα της Brembo

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Ταχύμετρο / στροφόμετρο με αναλογικές ενδείξεις και ψηφιακές ενδείξεις για ολικό / μερικό χιλιομετρητή / ρεζέρβα / θερμοκρασία περιβάλλοντος

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Τηλεσκοπικό πιρούνι της Marzzochi

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

40

Ρυθμίσεις:

Καμία

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

2,50x18''

Ελαστικό:

100/90-18

Πίεση:

-

ΦΡΕΝΟ

Μονός δίσκος 320mm με δαγκάνα τεσσάρων εμβόλων της Brembo

 

ΔΥΝΑΜΟΜΕΤΡΗΣΗ

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

39,2 / 6.200

Ροπή (kg.m/rpm):

5,1 / 2.700

 

 

Αν είχε χίλια κυβικά θα έβγαζε το πολύ 64,5 ίππους. Φανταστείτε τώρα που είναι 744 κυβικά, πόσους βγάζει. Σωστά, μόλις 39,2 ίπποι φτάνουν στον πίσω τροχό.

Λόγω κυβικών όμως, η ροπή αγγίζει τα 5,1 χιλιογραμμόμετρα στις 2.700 στροφές, πράγμα που σημαίνει ότι όταν ανοίγεις το γκάζι, η απόκριση είναι άμεση από πολύ χαμηλά. Ας είμαστε όμως ειλικρινείς μεταξύ μας, δεν αγοράζεις αυτή τη μοτοσυκλέτα για να κάνεις κόντρες στα φανάρια. Στην πραγματική ζωή, είναι σβέλτη στην πόλη και ταξιδεύει υπέροχα με 110 στο κοντέρ.

 

 

 

ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΑΝΑ ΣΧΕΣΗ

Κόφτης:

7.800

Μέγιστη ισχύς:

6.200

 

 

1η

63

2α

90

3η

116

4η

141

5η

165

6η

-

 

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Μέση

5,6

Ελάχιστη

4,5

Μέγιστη

7

Αυτονομία (km):

303,5

Αυτονομία ρεζέρβας (km):

44,6

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

17/2,5