Δοκιμή Honda Forza 750 2021

Όχι απλά ένα νέο όνομα
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

7/1/2022

Το 2021 η Honda αποφάσισε να αλλάξει ριζικά την προσέγγισή της στην κατηγορία των mega-scooter, αντικαθιστώντας το “ιδιόρρυθμο” Integra 750 με το ολοκαίνουριο και σαφώς πιο “συμβατικής” σχεδίασης Forza 750. Αν έκανε καλά ή όχι να αλλάξει κατεύθυνση η Honda, προσπαθούμε να αναλύσουμε στην πολυήμερη δοκιμή του Forza 750 στην Ελλάδα που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 618 του περιοδικού ΜΟΤΟ και αναδημοσιεύουμε εδώ:  

Η Honda δεν άλλαξε απλώς όνομα στο mega-scooter της. Άλλαξε ολοκληρωτικά τη φιλοσοφία σχεδιασμού του, με αποτέλεσμα το νέο Forza 750 να προσεγγίζει πλέον ένα ευρύτερο κοινό

 

Διαχρονικά τα mega-scooter της Honda ακολουθούσαν μια αντισυμβατική φιλοσοφία σχεδιασμού και η προσέγγιση της ιαπωνικής εταιρείας σε αυτή την κατηγορία δεν ήταν εύκολα κατανοητή σε όλους. Το Integra για παράδειγμα βασιζόταν στην πλατφόρμα των NC 700/750 και ως εκ τούτου είχε τροχούς μοτοσυκλέτας 17” εμπρός και πίσω, αυτόματο σειριακό κιβώτιο έξι ταχυτήτων διπλού συμπλέκτη και κάτω από τη σέλα χώραγε (με το ζόρι…) ένα μικρό τσαντάκι μέσης. Αν το καλοσκεφτείς, η γενική περιγραφή του Integra έχει περισσότερα κοινά με μια μοτοσυκλέτα παρά με ένα mega scooter. Αυτές οι “ιδιαιτερότητες” του Integra και οι παραχωρήσεις που επέβαλε στους τομείς της πρακτικότητας, σε σχέση με ένα κλασσικό scooter λόγω στενής σχεδιαστικής φιλοσοφίας με τα NC 700/750X, ήταν λογικό να κρατήσουν μακριά του το πιο παραδοσιακό κοινό. Όταν όμως ήρθε στη ζωή μας το X-ADV 750, έφερε μαζί του ένα νέο πλαίσιο, το οποίο συνδυαζόταν και με έναν μικρότερο πίσω τροχό 15”, δημιουργώντας αξιοπρεπή αποθηκευτικό χώρο κάτω από τη σέλα. Μπορεί η Honda να επιμένει πως το X-ADV δεν είναι scooter, αλλά στο θέμα της πρακτικότητας είναι πιο scooter από το Integra όπου η μπαγκαζιέρα και το… τριβάλιτσο είναι αναγκαστική επιλογή. Για το 2021, το πλαίσιο του X-ADV επανασχεδιάστηκε στις λεπτομέρειες, προσφέροντας ακόμα μεγαλύτερο αποθηκευτικό χώρο κάτω από τη σέλα στα 22 λίτρα και είναι ελαφρύτερο. Πάνω σε αυτό το αναβαθμισμένο πλαίσιο βασίζεται πλέον το Forza 750 και μαζί με τις νέες αναρτήσεις, τα διπλά δισκόφρενα εμπρός και τα νέας γενιάς ηλεκτρονικά, άλλαξε ολοκληρωτικά το χαρακτήρα και κυρίως τη συμπεριφορά του Forza 750.

Οικογενειακή ταυτότητα

Καλύτερα να μην συνεχίσουμε να κάνουμε συγκρίσεις μεταξύ Integra και Forza 750 διότι θα κουραστούμε να γράφουμε συνεχώς πόσο καλύτερο είναι το Forza 750 σε όλους τους τομείς. Άλλωστε η στροφή των 180⁰ που έκανε η Honda στη φιλοσοφία σχεδιασμού του Forza 750 δεν έχει σκοπό να στείλει τους ιδιοκτήτες των Integra στους dealers της για να κάνουν ανταλλαγή. Εκείνο που θέλει να πετύχει είναι να προσελκύσει τους ανθρώπους που δεν τους φτάνει μόνο η χαμηλή κατανάλωση και οι μειωμένες απαιτήσεις συντήρησης του DCT σε σχέση με τον κλασσικό φυγοκεντρικό ιμάντα. Με τα μικρότερα Forza των 125cc και των 350cc, η Honda μας έχει αποδείξει πως ξέρει τί παραπάνω πρέπει να έχει ένα premium μοντέλο σε σχέση με ένα αντίστοιχου κυβισμού φτηνότερο μοντέλο. Δεν αρκούν τα καλύτερα πλαστικά και ο πλουσιότερος εξοπλισμός, αλλά θα πρέπει συνολικά η εμπειρία οδήγησης και εν τέλει η καθημερινή συμβίωση μαζί τους, να έχουν την αίσθηση πολυτέλειας.

Το Forza 750 είναι ξεκάθαρα ένα premium scooter και όχι απλώς ένα mega-scooter. Εμφανισιακά υιοθετεί την οικογενειακή ταυτότητα των μικρότερων Forza, όμως την ίδια στιγμή έχει τη δική του προσωπικότητα και όπως θα καταλάβετε στην πορεία, είναι από τα scooter που τα αγοράζεις για τις συγκεκριμένες δυνατότητές του και όχι γιατί είσαι Χοντάκιας ή γιατί στα λεφτά που κάνει πιστεύεις πως είναι καλύτερο από τον ανταγωνισμό. Γενικά σε αυτή την κατηγορία των premium mega-scooter, όλα τα μοντέλα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή έχουν τεράστιες διαφορές σε επίπεδο προσωπικότητας και ικανοτήτων. Επειδή το Yamaha TMAX δημιούργησε ουσιαστικά την κατηγορία και είναι το μόνο όλα αυτά τα χρόνια που με συνέχεια και συνέπεια δεν έχει αλλάξει όνομα και φιλοσοφία σχεδιασμού και δικαιωματικά έχει τη μερίδα του λέοντος σε πωλήσεις, διαρκώς το χρησιμοποιούμε όλοι μας ως μέτρο σύγκρισης κάθε φορά που εμφανίζεται ένα νέο μοντέλο από κάποια άλλη εταιρεία. Στην πραγματικότητα όμως ο πελάτης αυτής της κατηγορίας που δίνει πάνω από 10.000€, έχει πολύ ψηλά στις προτεραιότητές του την “διαφορετικότητα” και όσο παράξενο και αν ακούγεται, οι πολλές ομοιότητες ενός νέου μοντέλου με το TMAX δεν βοηθούν. Να είστε βέβαιοι πως το X-ADV έχει πάρει περισσότερους πελάτες από την Yamaha απ' ότι είχε καταφέρει το Integra όλα τα προηγούμενα χρόνια, ακριβώς επειδή δεν μοιάζει σε τίποτα με το TMAX! Το λέμε αυτό, διότι το Forza 750 ανήκει οπτικά στην κατηγορία του TMAX και η πρώτη σκέψη που κάνεις είναι να αρχίσεις τις συγκρίσεις. Χαμένος χρόνος…

Στην εποχή των ηλεκτρονικών

Όπως έχουμε πει πολλές φορές, αυτός ο κινητήρας ξεκίνησε να σχεδιάζεται από την Honda κόβοντας στη μέση τον τετρακύλινδρο κινητήρα του αυτοκινήτου Jazz 1.4 και ξεκάθαρος στόχος ήταν η ελάχιστη κατανάλωση καυσίμου και η μακροζωία. Ακριβώς το ίδιο σκεπτικό ακολουθούσε και για τη ρύθμιση της λειτουργίας του αυτόματου κιβωτίου ταχυτήτων διπλού συμπλέκτη. Στην πρώτη γενιά με τον συμβατικό ψεκασμό, δεν υπήρχε η δυνατότητα να ελέγχει η κεντρική μονάδα τις στροφές του κινητήρα ανεξάρτητα από τις κινήσεις του δεξιού χεριού του αναβάτη κατά την διαδικασία αλλαγής ταχυτήτων, οπότε για χάρη της ομαλότητας και της αξιοπιστίας, οι δύο συμπλέκτες είχαν αρκετό πατινάρισμα, κάνοντας τις αλλαγές ταχυτήτων να διαρκούν αντίστοιχα αρκετή ώρα. Στη δεύτερη γενιά που ο ψεκασμός έγινε ride by wire, μπορούσαν πλέον να ταιριάξουν τις στροφές του κινητήρα σε κάθε αλλαγή σχέσης και έτσι βελτιώθηκε αρκετά η ομαλότητα και η ταχύτητα μετάβασης από την μία σχέση στην άλλη.

Τώρα στην τρίτη γενιά, έχουν κάνει κάποιες βελτιώσεις στο λογισμικό των Riding Modes (Standard, Sport, Rain) και στο USER μπορείς να διαλέξεις εσύ την “ευαισθησία” της απόκρισης του γκαζιού (3 θέσεις), της επέμβασης του Traction Control (3 θέσεις), της ταχύτητας/αμεσότητας αλλαγής ταχυτήτων (4 θέσεις), αλλά και του “φρένου” του κινητήρα στο κλείσιμο του γκαζιού (3 θέσεις). Με τόσες πολλές επιλογές και δυνατότητες ρυθμίσεων, πιστεύεις πως σίγουρα θα βρεις τον τέλειο συνδυασμό για τα γούστα σου, όμως στην πράξη οι συνθήκες γύρω σου είναι εκείνες που παίζουν καθοριστικό ρόλο και όχι τόσο τα γούστα σου.

Το πρόγραμμα Standard είναι μια χαρά για ήρεμη οδήγηση εντός πόλης και αλλάζοντας τις ταχύτητες στις χαμηλές στροφές του κινητήρα, προσφέρει οικονομία στην κατανάλωση καυσίμου. Το πρόγραμμα Sport είναι μια χαρά για επιθετική οδήγηση και το πιο κατάλληλο για οδήγηση στους ανοιχτούς δρόμους, διότι κατεβάζει γρήγορα δύο ταχύτητες όταν χρειαστεί να χουφτώσεις το γκάζι για να προσπεράσεις, ενώ στο Standard πάει αμέσως στην 6η μετά τα 100km/h και κατεβάζει συνήθως μόνο μία ταχύτητα και με σχετική καθυστέρηση. Το πρόβλημα που εξακολουθεί να έχει το DCT (στην περίπτωση του Forza 750, γιατί στο νέο X-ADV είχε διαφορετική συμπεριφορά) είναι στις ενδιάμεσες καταστάσεις, όπου δεν πας ούτε πολύ αργά, ούτε πολύ γρήγορα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είτε θα πρέπει να αλλάζεις διαρκώς εσύ τα Mode ή τις παραμέτρους στο User, κάτι που είναι θεωρητικά εφικτό, αλλά πρακτικά δεν πρόκειται να το κάνεις γιατί είναι χρονοβόρο και σου αποσπά την προσοχή από τον δρόμο, είτε φυσικά να επιλέξεις την Manual αλλαγή ταχυτήτων από τον αριστερό πολυδιακόπτη, που όμως θέλει αρκετό χρόνο εξοικείωσης μέχρι να σου γίνει μια αυθόρμητη διαδικασία.

Ως γενική εικόνα, τα προγράμματα λειτουργίας του DCT είναι μεν βελτιωμένα σε σύγκριση με το παρελθόν, αλλά εξακολουθούν να αφήνουν περιθώρια για κριτική. Όπως για παράδειγμα το τίναγμα στο άνοιγμα του γκαζιού όταν κάνεις επιτόπιες μανούβρες, όπου τώρα έχει εξαφανιστεί όταν ανοίγεις απαλά το γκάζι, αλλά αν περιστρέψεις το γκριπ λίγο πιο απότομα συνεχίζει να κάνει αισθητή την ενοχλητική παρουσία του. Από την άλλη μεριά, η επιπλέον δυνατότητα ρύθμισης του φρένου του κινητήρα είναι σημαντική προσθήκη, καθώς σε κάποιους τους αρέσει το έντονο φρενάρισμα στο κλείσιμο του γκαζιού και σε άλλους όχι. Στο Forza 750 σίγουρα θα σου αρέσει μία από τις τρεις επιλογές που έχεις. Με τη ρύθμιση του traction control, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όταν το Forza 750 είναι εντελώς όρθιο, τότε το traction control επεμβαίνει με το παραμικρό γλίστρημα του πίσω τροχού, ακόμα και στην λιγότερο παρεμβατική θέση 1. Μάλιστα η χρονική διάρκεια μέχρι να επιστρέψει η δύναμη είναι μεγάλη για να σημερινά δεδομένα. Αν είσαι από αυτούςπου  κάνουν κοντρίτσες στα φανάρια, βεβαιώσου πρώτα πως η άσφαλτος δεν γλιστρά υπερβολικά, διότι το traction control μπορεί να σε αφήνει ακινητοποιημένο στην εκκίνηση… Όταν όμως χουφτώνεις το γκάζι σε στροφές με γλιστερό οδόστρωμα και το Forza 750 είναι πλαγιασμένο, τότε το traction control (στη θέση 1) επιτρέπει ένα ελαφρύ και άκρως διασκεδαστικό ντριφτ! Στις θέσεις 2 και 3 γίνεται υπερβολικά παρεμβατικό στις χαμηλές ταχύτητες και κόβει τη δύναμη του κινητήρα κάθε φορά που περνάς από οποιαδήποτε κακοτεχνία του δρόμου. Οπότε η θέση 1 είναι ουσιαστικά επιλογή-μονόδρομος για δρόμους σαν εκείνους που έχει η πλειοψηφία των ελληνικών πόλεων.

Εκεί που δεν μπορείς να πεις ούτε μισή κακή κουβέντα, παρά μόνο ένα… ΟΥΑΟΥΥΥΥ!!!!! είναι τα φρένα. Τα δύο δισκόφρενα των 310mm με τις ακτινικές δαγκάνες είναι ίδια με του CBR650R, όπως άλλωστε και το upside-down πιρούνι της Showa των 41mm. Το αποτέλεσμα είναι εξωπραγματικό στην κυριολεξία και όχι μόνο για τα δεδομένα των mega scooter. Πέρα από τη δύναμη και την αίσθηση, την κορυφαία απόδοσή τους τη βοηθάει το ABS που δεν παρεμβαίνει νωρίς, αλλά μόνο όταν πρέπει και το γεγονός πως έχει μεγάλο μεταξόνιο (1.580mm) και πολύ χαμηλό κέντρο βάρους που το καθηλώνουν πάνω στην άσφαλτο. Έτσι ενώ τα 235 κιλά είναι πολλά περισσότερα από του CBR650R, πρακτικά το Forza 750 μπορεί να εκμεταλλευτεί καλύτερα τη δύναμη των φρένων σε όλες τις συνθήκες. Στο ίδιο κορυφαίο επίπεδο βρίσκεται συνολικά η συμπεριφορά του Forza 750. Πλαίσιο, αναρτήσεις και φρένα συνεργάζονται αρμονικά μεταξύ τους και διατηρούν μια απαράμιλλη αίσθηση σιγουριάς στους ανοιχτούς δρόμους. Η αεροδυναμική της ποδιάς και της ζελατίνας (παραδόξως δεν είναι ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη όπως στα μικρότερα Forza 125 και 350…) δείχνουν πως έχουν πολλές ώρες δοκιμών και εξέλιξης πίσω τους. Άριστη προστασία από την πίεση του αέρα και το κρύο, ελάχιστοι στροβιλισμοί και πολύ χαμηλά επίπεδα αεροδυναμικών θορύβων.

Δρομέας μεγάλων αποστάσεων

Σε ό,τι αφορά τις ενδείξεις και τη λειτουργικότητα της έγχρωμης TFT οθόνης, μπορούμε να πούμε πως οι προδιαγραφές της εντυπωσιάζουν για τα δεδομένα της κατηγορίας. Η ποιότητα της εικόνας είναι κορυφαία σε ευκρίνεια και φωτεινότητα, ενώ οι πληροφορίες και οι λειτουργίες της θα ικανοποιήσουν κάθε απαίτηση. Φυσικά διαθέτει Bluetooth και η Honda έχει σχεδιάσει ένα ειδικό App για το Honda Honda Smartphone Voice Control (HSVC) για να χειρισμό μέσω φωνητικών εντελών από το smartphone σου (πρακτικά χρειάζεσαι και μια ενδοσυνεννόηση) το οποίο εμπλουτίζει ακόμα περισσότερο τις πληροφορίες και τις δυνατότητες. Όπως επιβάλλει η μόδα πλέον, το Forza 750 έχει σύστημα keyless, που όπως όλα τα συστήματα keyless είναι σχεδιασμένα για να κάνουν τη ζωή μας πιο… δύσκολη. Όχι μόνο γιατί κοστίζει μια περιουσία να αντικαταστήσεις το κλειδί-τηλεχειριστήριο αν το χάσεις, αλλά και γιατί κάνουν την πιο απλή διαδικασία να μοιάζει με διαδικασία εκτόξευσης διαστημικού λεωφορείου. Η εκκίνηση δεν είναι τόσο πρόβλημα, αφού πατάς το κουμπί και γυρίζεις τον διακόπτη. Το πρόβλημα είναι όταν παρκάρεις και θέλεις να κλειδώσεις το τιμόνι, όπου είναι μια διαδικασία πέντε σταδίων, πατώντας και περιστρέφοντας τρία διαφορετικά κουμπιά και περιμένοντας υπομονετικά να ακούσεις την ηλεκτρική κλειδαριά να σπρώχνει τον πείρο.

Αν έχει φασαρία τριγύρω σου (κάτι όχι και τόσο σπάνιο μέσα στην πόλη…) δύσκολα καταλαβαίνεις πότε έχει κλειδώσει και πότε όχι. Το καλό είναι πως η Honda έχει σχεδιάσει την ηλεκτρική κλειδαριά με τέτοιο τρόπο, ώστε αν κάποιος προσπαθήσει να την σπάσει ζορίζοντας το τιμόνι, τότε ο πείρος κόβεται και μένει μέσα, κρατώντας έτσι κλειδωμένο το πιρούνι. Από την άλλη μεριά, οι ηλεκτρομαγνητικές κλειδαριές για το άνοιγμα της σέλας και της τάπας του ρεζερβουάρ είναι πολύ βολικές. Ο φωτιζόμενος αποθηκευτικός χώρος κάτω από την σέλα των 22 λίτρων είναι βαθύς και αρκετά πλατύς, οπότε χωρά με άνεση οποιουδήποτε μεγέθους κράνος. Εξακολουθεί να είναι ο μικρότερος σε όγκο στην κατηγορία και φυσικά λόγω σχήματος δεν μπορείς να βάλεις μεγάλου μήκους αντικείμενα, αλλά σε γενικές γραμμές είναι πρακτικός και η αγορά της μπαγκαζιέρας των 35 ή των 50 λίτρων που έχει στα αξεσουάρ η Honda, δεν είναι επιβεβλημένη αγορά όπως ήταν στα Integra. Βασικά το μόνο έξτρα αξεσουάρ που θα βάζαμε στο Forza είναι τα θερμαινόμενα γκριπ για να ολοκληρωθεί η άψογη προστασία που προφέρει από το κρύο στο ανοιχτό δρόμο. Διότι αυτό το mega scooter είναι ένας καταπληκτικός δρομέας μεγάλων αποστάσεων. Άνετα κάνεις τον γύρο της Ευρώπης δικάβαλος μαζί του, ταξιδεύοντας όλη μέρα με ταχύτητες 130-150km/h και πολύ υψηλά επίπεδα άνεσης, ακόμα κι αν συναντήσεις άσχημο καιρό. Όχι, ο αργόστροφος κινητήρας δεν έχει τις επιδόσεις των μεγάλων τουριστικών μοτοσυκλετών για να καταπίνει τις ευθείες με μια γκαζιά, όμως μπορεί να γράφει ασταμάτητα χιλιόμετρα στο οδόμετρο χωρίς να ιδρώνει και χωρίς να καταναλώνει βενζίνη. Εδώ είναι και το ουσιαστικό πλεονέκτημα του DCT, που δεν χρησιμοποιεί κανενός είδους ιμάντα, οπότε δεν παρουσιάζει και κανενός είδος υπερθέρμανση ή φθορά στην παρατεταμένης διάρκειας οδήγηση με υψηλές ταχύτητες. Η σέλα είναι πολύ άνετη και ευρύχωρη για δύο άτομα και σωστή εργονομικά, με μοναδική παραφωνία το μεγάλο πλάτος του κινητήρα, το οποίο σου ανοίξει αρκετά τα πόδια αν θέλεις να τα έχει κάθετα πάνω στην ποδιά και όχι τεντωμένα εμπρός. Η σταθερότητα του πλαισίου, τα εντυπωσιακά φρένα και η άριστη συμπεριφορά στις στροφές, μαζί με τα ηλεκτρονικά βοηθήματα ενεργητικής ασφάλειας, κάνουν το Forza 750 πολύ ευχάριστο και στους επαρχιακούς δρόμους.

Ισχυρή προσωπικότητα

Με το Forza 750 η Honda επανέρχεται στην κατηγορία των mega scooter με λιγότερο εξτρεμιστικές διαθέσεις απ’ ότι με το Integra. Μοιάζει και είναι πιο “συμβατικό”, αλλά μόνο εκεί που έπρεπε να είναι, δηλαδή στους τομείς της πρακτικότητας. Το DCT εξακολουθεί να έχει τα καλά και τα κακά του, όμως τώρα ταιριάζει πολύ περισσότερο με την touring προσωπικότητα που έχει αποκτήσει το mega scooter της Honda. Πρόκειται για μια από τις κορυφαίες επιλογές για όποιον κινείται καθημερινά σε ανοιχτούς δρόμους και βάζει σε υψηλή προτεραιότητα την άνεση και την ασφάλεια χειμώνα καλοκαίρι. Ως δώρο θα πάρει τις εξαιρετικές τουριστικές δυνατότητες για να εξερευνήσει την Ελλάδα και όχι μόνο!

 

 

 

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ            Honda FORZA 750

Αντιπρόσωπος:

Αφοι Σαρακάκη AEBME

 

 

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

 

Μήκος

2.200

 

Ύψος

1.484

 

Μεταξόνιο

1.580

 

Απόσταση από το έδαφος

135

 

Ύψος σέλας

790

 

Ίχνος

104

 

Γωνία κάστερ (o)

27

 

Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):

650

Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):

600

Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):

800

Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):

500

 

ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ

235kg

(χωρίς καύσιμο: 225kg)

Πίσω

48,2%

Εμπρός

51,8%

Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:

0,0%

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

 

Τύπος:

Ατσάλινο σωληνωτό, ενιαίο υποπλαίσιο

 

Πλάτος (mm):

780

 

Βάρος κατασκευαστή, γεμάτη (kg):

 

235

 

 

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

 

Τύπος:

Τετράχρονος, δικύλινδρος σε σειρά, υγρόψυκτος με 1ΕΕΚ/4 βαλβίδες ανά κύλινδρο, στρόφαλος 270ο, αντικραδασμικός άξονας

 

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

 77 x 80

 

Χωρητικότητα (cc):

745

 

Σχέση συμπίεσης:

10,7:1

 

Ισχύς (HP/rpm):

57,8/6.750

 

Ροπή (kg.m/rpm):

7/4.750

 

Ειδική ισχύς (HP/l):

77,6

 

Τροφοδοσία:

Ride by wire ψεκασμός

 

Σύστημα εξαγωγής:

Μία σε μία

 

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

 

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

 

 

 

 

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

 

Συμπλέκτης:

DCT, (Dual Clutch Transmission) δύο πολύδισκοι συμπλέκτες με αυτόματη λειτουργία

 

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια

 

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα / γρανάζια

 

 

ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ

 

 

Κενή

Γεμάτη

 

Θεωρητικά

3,89

4,05

 

Πραγματικά

-

-

 

 

 

 

 

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

 

ΠΙΣΩ

 

ΤΥΠΟΣ

 Αλουμινένιο χυτό ψαλίδι, ένα αμορτισέρ, μοχλικό Pro-Link

 

Διαδρομή τροχού (mm):

120

 

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου

 

ΤΡΟΧΟΣ

 

Ζάντα:

Tubeless

 

Ελαστικό:

160/60 R 15

 

ΦΡΕΝΟ

 

Δισκόφρενο 240mm, δαγκάνα με ένα έμβολο, ABS, μηχανική δαγκάνα χειρόφρενου

 

 

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

 

Ψηφιακά όργανα TFT 5” με ταχύμετρο, στροφόμετρο, στάθμη καυσίμου, ένδειξη σχέσης κιβωτίου/κατάσταση μετάδοσης, trip master, ένας ολικός και δυο μερικούς χιλιομετρητές, ενδεικτικές λυχνίες για νεκρά/φλας/φώτα/λειτουργία ψεκασμού, χειρόφρενο, αλάρμ, immobilizer, φωτιζόμενος χώρος κάτω από τη σέλα (22l), έξοδος ρεύματος 12V, κεντρικό και πλάγιο σταντ, κεντρικός διακόπτης keyless με τηλεχειριστήριο, φώτα LED

 

 

 

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

 

ΕΜΠΡΟΣ

 

ΤΥΠΟΣ

Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι

 

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

120/41

 

Ρυθμίσεις:

-

 

ΤΡΟΧΟΣ

 

Ζάντα:

Tubeless

 

Ελαστικό:

120/70R17

 

ΦΡΕΝΟ

 

Δύο δίσκοι 310mm, ακτινικές δαγκάνες, ABS

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

 

Μέση : 4,8

 

Ελάχιστη : 3,8

 

Μέγιστη : 6

 

Αυτονομία (km):

 

Αυτονομία ρεζέρβας (km):

 

Ρεζερβουάρ (l) 13,1

 

      


 

Dunlop SportsmartTT: Από τον δρόμο στην πίστα [video]

Ένα ελαστικό για αλλεπάλληλα track day!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

3/4/2018

Το ολοκαίνουριο SportsmartTT της Dunlop, είναι ένα νέο ελαστικό σε μία κατηγορία που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή, εκείνη που προσπαθεί να κάνει πιο δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στην πίστα και το δρόμο. Στην περίπτωσή του το άσπρο με το μαύρο, η πίστα με τον δρόμο, θέλουν να γίνουν απλές γραμμές στα άκρα και το ενδιάμεσο να βαφτεί ενιαίο γκρι… Αν οριοθετήσεις σωστά τις αποστάσεις σου, είναι εύκολη υπόθεση να φτιάξεις ένα ελαστικό που υπηρετεί και τους δύο ρόλους, κι ας μιλά το marketing για ένα θαύμα. Πια είναι αυτά τα όρια: Στην πίστα δεν πρόκειται ένα τέτοιο ελαστικό να κινείται σε αγωνιστικό ρυθμό, ενώ στο δρόμο δεν υπάρχει περίπτωση να είναι αξιόλογο όταν αρχίσει να βρέχει. Θα κόψεις ρυθμό συγκριτικά με τις δυνατότητες που έχει η sport touring κατηγορία –για παράδειγμα- που είναι το πιο κάτω σκαλί..

Στην περίπτωση του SportsmartTT βέβαια, ο καιρός μας έδωσε μία ευκαιρία για να δούμε αυτό ακριβώς, ένα μικρό θαύμα που ούτε το καλύτερο marketing δεν μπορούσε να περιγράψει! Φτάνει βέβαια να περιορίσεις το θαύμα σε συγκεκριμένα σαφή πλαίσια, και αυτό ακριβώς θα κάνουμε:

 

Ένα ελαστικό δρόμου που ζεσταίνεται ταχύτατα χωρίς όμως να έχει πυρίτιο ώστε να αντέχει στην πίστα! Ένας συνδυασμός εξαιρετικά δύσκολος, με πρόσθετο bonus: δουλεύει και στην βροχή...

Το οδηγήσαμε αποκλειστικά, μαζί με μία χούφτα ξένων δημοσιογράφων, σε μία μεγάλη ημέρα οδήγησης που είχε μπόλικη βροχή, κι ένα διάλλειμα τόσο όσο χρειαζόταν για να καταφέρουμε να βρούμε τα όρια. Η πρώτη εντύπωση είναι πολύ θετική και φαίνεται πως λένε αλήθεια για την εμπλοκή του αγωνιστικού τμήματος στην σύσταση της γόμας: Πες πως το απόσταγμα σοφίας από την αγωνιστική εμπειρία, γίνεται χειροπιαστό και το ρίχνεις σε ένα ποτήρι. Δίνοντας το ίδιο ποτήρι σε διάφορους κατασκευαστές σε όλο τον κόσμο, σε κάποιους δεν θα γεμίσει καθόλου και σε άλλους θα ξεχειλίσει, καθώς οι διαφορές είναι μεγάλες. Μιλώντας συγκεκριμένα για την Dunlop, κανείς δεν έχει αμφιβολία πως θα είναι από εκείνους που θα κάνουν το τραπέζι χάλια, γιατί θα είναι σαν να ρίχνεις έναν κουβά ολόκληρο, στο… υποτιθέμενο αυτό ποτήρι. Κι όμως, είναι δυνατόν και πάλι να σε φέρουν σε έκπληξη και να σου αλλάξουν τα δεδομένα, για την συγκεκριμένη κατηγορία ελαστικών. Μιλάμε για ακριβά ελαστικά δρόμου με δυνατότητες στην πίστα και μάλιστα στην Ελλάδα, που δεν ξέρει να αγοράζει τέτοια ελαστικά…

Το SportsmartTT είναι φτιαγμένο με γερή δόση εμπειρίας από το αγωνιστικό τμήμα, που έδωσε ένα ελαστικό δρόμου χωρίς καθόλου πυρίτιο, με ελάχιστη χάραξη που ζεσταίνεται εξαιρετικά γρήγορα ακόμα και στις μικρότερες διαστάσεις, αντέχει την μειωμένη πίεση και το πολύ γκάζι και στο τέλος το εμπρός ήταν τόσο καλό που από το 2018 η αγωνιστική σειρά θα έχει αλλαγές που θα βασίζονται στο SportsmartTT. Μιλάμε λοιπόν για ένα αντίστροφο δάνειο!

Οδήγησα αποκλειστικά από την Ελλάδα το νέο Dunlop SportsmartTT, σε μία γνώριμη πίστα που 15 μέρες πριν δοκιμάζαμε το νέο Michelin Road 5, ενώ όχι ιδιαίτερα πίσω στον χρόνο, δοκίμαζα την νέα τότε Ducati Supersport κατά την παγκόσμια παρουσίασή της, με ελαστικά της Pirelli. Υπήρχαν λοιπόν αρκετά δεδομένα στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου, για να γίνει πιο γρήγορα η κατηγοριοποίηση του ελαστικού, όμως ο καιρός θα έφερνε την ανακατάταξη στο πρόγραμμα και μαζί μία ευκαιρία για μία τεράστια αποκάλυψη.

Εκτός από τον καιρό, που οριακά μας άφησε να οδηγήσουμε χωρίς βροχή, ούτε οι αεροπορικές βοήθησαν... Καθυστερώντας τις βαλίτσες αναγκαστικά οδήγησα με δανεικό κράνος και φόρμα...

Από το προηγούμενο βράδυ που έχουμε φτάσει στην Σεβίλλη, ώστε να ξεκινήσουμε νωρίς την δοκιμή στην πίστα, ξέρουμε πως τα περιθώρια να γλιτώσουμε την βροχή είναι ελάχιστα. Κι αυτό είναι ένα ελαστικό με ελάχιστη χάραξη και γόμα που αντέχει τις υψηλές θερμοκρασίες, άρα εντελώς ακατάλληλο για γρήγορη οδήγηση στην βροχή. Θεωρητικά δηλαδή γιατί οδεύαμε προς πλήρη αλλαγή της νοοτροπίας.

Πράγματι το πρωί η πίστα είναι μία μικρή λίμνη και εσπευσμένα η Dunlop ενεργοποιεί το εναλλακτικό σχέδιο, που είναι να βγάλουμε τις μοτοσυκλέτες στον δρόμο, σε μία διαδρομή που επιλέχτηκε την τελευταία στιγμή: «Θα πάρουμε τον δρόμο που κάποιοι από εσάς ίσως να τον κάνατε πρόσφατα στην παρουσίαση της Michelin για το Road 5» μας λέει ο Dmitri, ο άνθρωπος της Dunlop που κρατά τα σκήπτρα της ομάδας. Αναγνωρίζοντας έτσι απερίφραστα, πως παρακολουθούν κάθε ανάσα του ανταγωνισμού, ακριβώς όπως κάνουν και οι υπόλοιποι άλλωστε…

Βγαίνουμε λοιπόν από την πίστα και κατευθυνόμαστε εν μέσω βροχής μέσα από την κοντινή πόλη, ψηλά στον γεμάτο στροφές επαρχιακό δρόμο εκεί που δεκαπέντε μέρες πριν, στρίβαμε σε έναν πολύ καλό ρυθμό πίσω από τον Γάλλο παλέμαρχο Dominique Sarron, αδερφό του Christian, με ιδανικές συνθήκες και πλούσιο ανεμπόδιστο ήλιο. Τώρα ο ρυθμός είναι πολύ χαμηλότερος, αποφεύγοντας τις μεγάλες κλίσεις, σηκώνοντας την μοτοσυκλέτα νωρίς και βγάζοντας περισσότερο το σώμα, ώστε να είναι σίγουρο πως μένουμε στο παχύ κομμάτι της χάραξης. Σταματάμε τρεις στροφές πριν από το σημείο που είχε τραβηχτεί αυτή η φωτογραφία με τα Michelin, για να επιστρέψουμε πίσω έχοντας μία καλή πρώτη εντύπωση για τις συνθήκες, και με σκοπό να προλάβουμε ένα μικρό παράθυρο χωρίς βροχή, ώστε να οδηγήσουμε τελικά και στην πίστα. Εκεί ήταν που ξεκινά μία συζήτηση με τους ανθρώπους της Dunlop, γιατί βάζοντας το χέρι στα ελαστικά και ιδιαίτερα στο εμπρός, βλέπουμε πως είναι αρκετά ζεστό.

Αν έχεις τρέξει αγώνα στην Ελλάδα, ξέρεις πως στην πολύ ζέστη, τα αγωνιστικά ελαστικά της Dunlop έχουν απίστευτο κράτημα και αντέχουν πάρα πολύ, στον κρύο καιρό όμως δεν λειτουργούν το ίδιο εξαιρετικά. Τώρα βλέπαμε ένα αρκετά σπορ ελαστικό να ζεσταίνεται με «την σκέψη» παρόλο που είναι φτιαγμένο από τους ίδιους που έχουν σχεδιάσει και την αγωνιστική σειρά! Ο πλοηγός μας στην επιστροφή θα είναι ένας από τους αναβάτες εξέλιξης ο οποίος δηλώνει ενθουσιασμένος από το κράτημα του ελαστικού στο βρεγμένο, με την προϋπόθεση πως ξέρεις πολύ καλά τι κάνεις, διότι η χάραξή του είναι φτιαγμένη για την απορροή θερμότητας και για ασφάλεια στο βρεγμένο, όχι δηλαδή για να ξεκινήσεις το κυνηγητό υπό βροχή. Είμαστε αρκετοί δημοσιογράφοι που γνωριζόμαστε μεταξύ μας, όπως ο Alex από το γαλλικό motomag, ένας επίσης Γάλλος που εργάζεται για την Honda στην Γαλλία, αλλά αξιοποιεί το αγωνιστικό του παρελθόν για δοκιμές ελαστικών, και 2-3 ακόμη Γάλλοι και Γερμανοί, που ξέρουμε όλοι μας πώς οδηγεί ο ένας κι ο άλλος. Μέσα σε λίγα λεπτά λοιπόν γίνεται η συνεννόηση αποφασίζοντας να φύγουμε εμπρός μία μικρή ομάδα, σπάζοντας το γκρουπ σε εκείνους που θα έπαιρναν τον ρίσκο και σε εκείνους που θα οδηγούσαν όπως ανεβήκαμε, σβέλτα αλλά με περισσότερη ασφάλεια.

Ο πλοηγός έχει R1, ο Γάλλος πρώην αγωνιζόμενος S1000RR και με τον Alex έχουμε μείνει πιο πίσω με RnineT εκείνος και R1200RS εγώ, αρχίζοντας να κυνηγάμε τα superbike μπροστά. Σύντομα θα μείνουμε στον ίδιο ρυθμό μονάχα τρεις γιατί το RnineT είναι πολύ κουραστικό σε αυτή την ένταση, οδηγώντας δηλαδή υπό βροχή πολλές βαθμίδες πάνω από αυτό που θεωρείς ασφαλές, όταν αντικρύζεις το SportsmartTT με την λίγη χάραξη. Μόνο που σε κάθε στροφή ανακαλύπτεις πως το όριο που έχεις θέσει εσύ είναι πολύ πιο μακριά από το πραγματικό όριο του ελαστικού, καθώς στρίβει απότομα στο βρεγμένο χωρίς το παραμικρό γλίστρημα! Την τεχνική εξήγηση την ήξερα ήδη: Το μεγάλο μυστικό ήταν στην κατασκευή του σκελετού πρώτα και μετά στην ίδια την γόμα που καταφέρνει ταχεία επίτευξη της ιδανικής θερμοκρασίας άμεσα, ακόμα και στον κρύο καιρό και μέσα στην βροχή. Το εξαιρετικό είναι πως το καταφέρνει αυτό χωρίς πυρίτιο, το ιδανικό στοιχείο για ελαστικά δρόμου, αυτό που βάζει και η ίδια η Dunlop στα sportouring ελαστικά της! Το πυρίτιο όμως αυξάνει πολύ την θερμοκρασία και αποφεύγεται στους αγώνες, και το SportsmartTT έχει φτιαχτεί για να οδηγείς γρήγορα στην πίστα, εξερευνώντας τα όριά σου. Άρα δεν θα έπρεπε να έχει καθόλου πυρίτιο, όταν η χρήση του είναι μονόδρομος για τον δρόμο!

Συμβαίνει συχνά στις αποστολές εξωτερικού, και ιδιαίτερα στα ελαστικά τα τελευταία χρόνια που αλλάζουν με γεωμετρικό ρυθμό εξέλιξης, να οδηγούμε αναζητώντας τα όρια σε απόσταση αναπνοής από αναβάτες που γνωρίζουμε ελάχιστα και να χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε δεδομένα με τρόπο που δεν αφήνει περιθώριο λάθους. Εκείνη την ημέρα ζούσαμε ένα από τα πιο δυνατά παραδείγματα, καθώς προσπερνώντας το αυτοκίνητο της Dunlop που προπορευόταν και με τον δικό τους πλοηγό πάντα μπροστά να δίνει τον ρυθμό, οδηγούσαμε στον βρεγμένο δρόμο πλαγιάζοντας οριακά. Το ρίσκο υπήρχε γιατί αν κάτι δεν πήγαινε ακριβώς όπως το έχεις υπολογίσει, το ελαστικό δεν έχει εκείνη την χάραξη που θα σε βοηθήσει να σηκώσεις την μοτοσυκλέτα και να την πλαγιάσεις περισσότερο, ή να παίξεις με την γραμμή σου. Εδώ λοιπόν βρίσκονται τα πλαίσια που λέγαμε στην αρχή του άρθρου, πως πρέπει να τοποθετηθούν αυστηρά γύρω από όσα περιγράφουμε. Διότι ναι, οδηγείς πολύ γρήγορα στο βρεγμένο, αλλά χωρίς περιθώριο λάθους.

Κι όμως κάθε φορά, σε κάθε στροφή, ανακάλυπτα ακόμα περισσότερη πρόσφυση ενώ το ελαστικό έδειχνε πως άνηκε στις περιπτώσεις που τον πρώτο λόγο έχει η χημεία και όχι η φυσική… «σας έβλεπα όταν περάσατε», είπε αργότερα ο Dmitri όταν σταματήσαμε να περιμένουμε το υπόλοιπο γκρουπ και μας έφτασε το αυτοκίνητο της Dunlop.. «σας είδα πώς περάσατε και δαγκώθηκα, ήθελα να βάλω τα κλάματα που δεν οδηγούσα σήμερα μαζί σας.» Ο Dmitri είναι απροσδιόριστης ηλικίας εξαιτίας φυσικής κατάστασης, τον υπολογίζω λίγο κάτω από τα 50 και πρόκειται για έναν εξαιρετικό αναβάτη. Αναγνώριζε εκείνη την στιγμή στην υπερκινητικότητα που μας είχε πιάσει, την αδρεναλίνη που εισπράττεις όταν οδηγείς ξέροντας πως το λάθος δεν πρόκειται να σου συγχωρεθεί. Μία δυναμική ισορροπία που εύχεσαι να μην ανατραπεί εις βάρος σου!

Το R1200RS εξαιτίας του μεγαλύτερου βάρους και των δυνατότερων φρένων που απαιτούσε για να ακολουθήσει τα superbike, είχε ένα αρκετά ζεστό εμπρός ελαστικό, την στιγμή που χρειαζόσουν θερμαινόμενα γκριπ για τα χέρια, τόσο κρύο είχε. Τα SportsmartTT στα superbike είχαν ζεσταθεί λιγότερο, όμως σε κάθε περίπτωση είχαμε μείνει όλοι μας έκπληκτοι, μαζί με τον αναβάτη εξέλιξης που οι αντιδράσεις του τροφοδοτούταν από τον δικό μας ενθουσιασμό! Κι όλα αυτά πριν ακόμα οδηγήσουμε στο στεγνό! Αν έχετε φτάσει ως αυτό το σημείο του κειμένου ως αναγνώστες, συγχαρητήρια και σε εσάς, καθώς ακολουθήσατε την εξιστόρηση για ένα σπορ ελαστικό που κανονικά δεν αξιοποιείς στην βροχή. Κι όμως, εδώ κρύβεται ένα καλό μάθημα για αργότερα, είναι η απόδειξη πως ο σωστός σκελετός και η πολύ ελεγχόμενη κινητικότητα πέλματος, μπορούν να φέρουν την γόμα σε θερμοκρασία λειτουργίας και να ενεργοποιήσουν τις ιδιαιτερότητες της χημικής της σύστασης. Όπως και στα αγωνιστικά ελαστικά, το SportsmartTT θερμαίνεται από μέσα προς τα έξω, βασικά αυτό γίνεται σε όλα, απλά μιλώντας για τα ελαστικά που χρησιμοποιείς καθημερινά, αρκετά έχουν τους λόγους τους να προσπαθούν να καταπολεμήσουν την αύξηση της θερμοκρασίας τους.

Το SportsmartTT είναι -θεωρώ- πιθανό να μην βγάζει πολλά χιλιόμετρα, αλλά όπως είπε και ο Dmitri: «τελικά αντέχει περισσότερο από όσο θα θέλαμε, βγάζει πολλά trackday και οι πελάτες δεν θα το αλλάζουν συχνά». Αυτό μένει να αποδειχτεί φυσικά, αλλά σίγουρα το SportsmartTT δεν πρόκειται να έχει την ίδια διάρκεια ζωής με ένα sport-touring ελαστικό, από την άλλη θα αντέχει πολλές επισκέψεις στην πίστα για track day, όπου θα το φουσκώνεις ξανά και θα επιστρέφεις στο σπίτι σου και στην καθημερινή οδήγηση την επόμενη ημέρα, έχοντας την προηγούμενη οδηγήσει γρήγορα για κάμποσους γύρους. Αυτό το συμπέρασμα βγήκε, μόλις πετύχαμε την πίστα να στεγνώνει...

Μπήκαμε για αρκετά εικοσάλεπτα στην πίστα ώστε να καταφέρουμε στο τέλος να έχουμε μία εικόνα της διάρκειας ζωής, ωστόσο ζήτησα να δω και τα ελαστικά της προηγούμενης ημέρας, που ήταν ολότελα στεγνή και οδηγούσαν διασκεδάζοντας οι αναβάτες εξέλιξης και οι άνθρωποι της εταιρίας. Η φθορά τους, γνωρίζοντας τον τρόπο οδήγησης, ήταν εξαιρετικά μικρή και μπορεί η οπτική παρατήρηση να ήταν το μόνο πειστήριο, αλλά είναι μία αρκετά καλή πρώτη εντύπωση. Κυρίως από την στιγμή που αρχίσαμε να οδηγούμε πίσω από τον David Checa, τον αδερφό του Carlos και παλαιότερο παγκόσμιο πρωταθλητή στο Endurance. [Δείτε το video στην αρχή του άρθρου] Σταδικά η πίστα στέγνωνε αφήνοντας γύρο με τον γύρο τον ρυθμό να ανέβει. Καμία «κούραση» από αύξηση θερμότητας, εκείνες τις «ραγάδες» που περιμένεις να δεις από ένα ελαστικό δρόμου που έχει δεχτεί την υψηλότερη δόση δύναμης από τα superbike με τα ηλεκτρονικά που σε κάνουν μάγκα και σε αφήνουν να χουφτώσεις το αρκουδόγκαζο τέρμα ενώ ξύνεις το γόνατό σου!

Η ανάλυση θα ακολουθήσει στο τεύχος Μαΐου για τις δυνατότητες του SportsmartTT στην πίστα, αλλά εκείνο που κάνει εντύπωση δοκιμάζοντάς το σε γνώριμες μοτοσυκλέτες, είναι πως μειώνει την «επιθυμία» της μοτοσυκλέτας να σηκωθεί στο δυνατό φρενάρισμα και απαιτεί εξαιρετικά λίγη δύναμη στο γυροσκοπικό φαινόμενο. Πάντα με δεδομένο πως είναι ένα ελαστικό δρόμου, χωρίς να το συγκρίνεις με τα αγωνιστικά ελαστικά, όπως τα GPRacer και Pro για παράδειγμα. Το μυστικό για το παραπάνω είναι στην κατασκευή του σκελετού και μετά στο προφίλ του ελαστικού. Έχει ανακαλυφθεί εδώ ένας νέος συνδυασμός που η Dunlop θα μεταφέρει στα εμπρός ελαστικά όλης της αγωνιστικής της σειράς μέσα στο 2018. Φυσικά δεν εννοεί πως θα είναι αυτούσια η μεταφορά αυτή, αλλά πως θα εφαρμόσει την πρακτική αυτή και στην σκληροπυρηνική της σειρά.

Το άλλο μεγάλο μυστικό του SportsmartTT, είναι το πολυμερές που αποτελεί την βάση για την σύσταση της γόμας κι ευθύνεται εκτός των άλλων και για την πρόσφυση που ανακαλύπτει το ελαστικό στην βροχή. Η αποβολή της πρόσθετης θερμότητας από την επιφάνειά του γίνεται αξιοποιώντας τις κατάλληλα σχεδιασμένες αυλακώσεις, κάτι που φυσικά ισχύει για όλα τα ελαστικά. Η χάραξη βοηθά την αποβολή θερμότητας σε όλα τα ελαστικά δρόμου, δεν υπάρχει καμία εφεύρεση εδώ, απλά ο σχεδιασμός στο SportsmartTT έχει γίνει με αρχικό γνώμονα την αποβολή της πρόσθετης θερμότητας, κι έπειτα την αποβολή του νερού. Για αυτό και εντυπωσιάζει ακόμα περισσότερο το γεγονός πως δουλεύει τόσο καλά και στην βροχή, πάντα εντός των πλαισίων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, πως δηλαδή ελαχιστοποιούνται τα περιθώρια διόρθωσης.

Η συγκεκριμένη πίστα δεν διαθέτει κερκίδες, δεν γίνονται αγώνες, αλλά χρησιμοποιείται όλο τον χρόνο ως πεδίο δοκιμών από αρκετές ομάδες, τόσο αυτοκινήτου όσο και μοτοσυκλετών, γιατί προσφέρει την δυνατότητα διαχωρισμού σε επιμέρους τμήματα. Η Dunlop είχε εξασφαλίσει μία ντουζίνα ολοκαίνουρια Kawasaki Z400 που είχαν μηδενικά χιλιόμετρα στο κοντέρ, κι έχοντας κόψει τις εσωτερικές στροφές μας προσέφερε την ίδια διαδρομή που λίγο πριν η Michelin χρησιμοποιούσε για δοκιμή στο βρεγμένο. Θα ξεκινούσαμε με νωπή πίστα, θα οδηγούσαμε στο στεγνό και θα καταλήγαμε στο βρεγμένο, σε μερικά εικοσάλεπτα που είναι από τα πιο διασκεδαστικά, σε μία σειρά ταξιδιών το τελευταίο διάστημα που περιλαμβάνουν μέχρι και την πίστα του Ascari! Κι όμως το Kawasaki Z400 ήταν ένα απίστευτο παιχνίδι και τα SportsmartΤΤ το έκαναν τόσο ασφαλές που μονάχα η έντονη βροχή ήταν ικανή να με κατεβάσει από την σέλα! Κερδίζοντας έτσι και την εμπειρία οδήγησης του νέου Z400, τα SportsmartTT έδειξαν πως καταφέρνουν να ζεσταθούν και στις μικρότερες διαστάσεις! Όλη η επιχειρηματολογία, η τεχνική ανάλυση των νέων SportsmartTT και κάθε προβληματισμός μας μαζί τους, θα ακολουθήσει στο τεύχος Μαΐου του MOTO!

Ένα νέο ελαστικό που έρχεται να συναντήσει τα θρυλικά Pirelli της κατηγορίας, και το επίσης εξαιρετικό Michelin αυξάνοντας κατακόρυφα τον ανταγωνισμό!

 

Ετικέτες