Δοκιμή μεταχειρισμένου: Ducati Monster 796 (2010-2014)

Άκρως ερωτεύσιμο
Ducati Monster 797
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

9/12/2022

Οι καμπύλες του ρεζερβουάρ στο Monster, τα υπέρογκα τελικά και ο στρογγυλός προβολέας δένουν απόλυτα με το δυναμισμό που εκπέμπουν το μονόμπρατσο ψαλίδι, το κόκκινο χωροδικτύωμα και οι διακοσμητικές εισαγωγές του αέρα, δημιουργώντας μια άκρως ερωτεύσιμη μοτοσυκλέτα

 

Το γούστο και η ξεχωριστή αισθητική των Ιταλών περνά σε όλες τους τις δημιουργίες. Το Monster 796 είναι ένα από αυτά και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2010. Όπως τα περισσότερα μοντέλα της ιταλικής εταιρείας ήταν ένας διάττοντας αστέρας και διέγραψε μια λαμπρή πορεία μέχρι το 2014, που αντικαταστάθηκε απ’ το 797. Αποτελούσε τη μεσαία πρόταση της Ducati και συνδύαζε στοιχεία τόσο απ’ τον Βενιαμίν όσο και τον μεγαλύτερο αδερφό της οικογένειας, σε ένα σύνολο που προοριζόταν αμιγώς για αστική χρήση.

Μονόμπρατσο και δύο εξατμίσεις στην ουρά

Σε αντίθεση με τα ιαπωνικά naked της εποχής, που στόχευαν στο χαμηλό κόστος απόκτησης και τις ισχυρές επιδόσεις, η Ducati δημιούργησε το Monster 796 παραμένοντας πίστη στις αρχές της, εστιάζοντας κυρίως στο χαρακτήρα και την εμφάνιση. Τότε, διαβάζοντας τα τεχνικά του χαρακτηριστικά μπορεί να έδειχνε ακριβό για αυτά που προσέφερε, ωστόσο σήμερα, οι μεταχειρισμένες επιλογές που είναι σε εξαιρετική κατάσταση, επιβεβαιώνουν την ποιότητα κατασκευής του, καθώς το χρώμα τους παραμένει έντονο και ζωηρό. Ο κινητήρας μπορεί να μην έχει κορυφαίες επιδόσεις, όμως συνεργαζόταν άρτια με τον ψεκασμό της Siemens μετά τις βελτιώσεις που είχε δεχτεί, μεταφέροντας ομαλότατα την αυξημένη –συγκριτικά με το 696- απόδοση.

Διάγραμμα δυναμομέτρησης Ducati Monster 797

Ωστόσο η τελική μετάδοση ήταν αδικαιολόγητα μακριά και η πρώτη αρκεί για τα στενά της πόλης, ενώ η δευτέρα κάτω απ’ τα 30km/h θέλει τη βοήθεια του συμπλέκτη, ο οποίος έχει μαλακή αίσθηση χάρη στην υδραυλική του οδήγηση. Το καλό με τη συγκεκριμένη μετάδοση είναι πως κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, σου επιτρέπει να κρατάς τις στροφές του κινητήρα χαμηλά, ταξιδεύοντας με 120-150km/h. Επειδή όμως το Monster 796 θα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα στη πόλη, το “κόντεμα” της μετάδοσης θα ήταν ιδανικό, ώστε η πέμπτη σχέση να μπορεί να γεμίσει με περισσότερη άνεση. Τα φρένα της Brembo επιτελούν άρτια το έργο τους, όμως το ABS της Bosch (για όσα ήταν εξοπλισμένα με αυτό) έχει απρόβλεπτη λειτουργία πίσω.

Ι Ιταλοί ξέρουν να φτιάχνουν μοτοσυκλέτες που ξεχωρίζουν στο δρόμο
Το 797 εφμανίστηκε την εποχή που το λευκό χρώμα ήταν της μόδας

Η θέση οδήγησης είναι αρκετά άνετη και θα βολέψει τους περισσότερους αναβάτες είτε ψηλούς είτε όχι και είναι ελαφρώς πιο σπορ συγκριτικά με το 696 λόγω της χαμηλότερης κατά 10mm σέλας. Το μόνο αρνητικό είναι πως φορώντας συνθετικό παντελόνι γλιστράς προς τα εμπρός λόγω της λείας υφής του ρεζερβουάρ, με αποτέλεσμα να επιφορτίζονται με βάρος τα χέρια και τα “ευαίσθητα σημεία” του αναβάτη κατά τις έντονες επιβραδύνσεις. Ο συνεπιβάτης απ’ την άλλη δεν θα αισθάνεται τόση σιγουριά, αν το Monster 796 δεν διαθέτει τις χειρολαβές απ’ τον κατάλογο των αξεσουάρ.

Δύο δίσκοι εμπρός και δαγκάνες της Brembo. Το ABS ήταν μέρος του έξτρα εξοπλισμού Safety Pack
Από τις πρώτες μοτοσυκλέτες που είχαν ακτινικές δαγκάνες

Στον επαρχιακό δρόμο με σβέλτο ρυθμό το Monster 796 αποδεικνύει τη γνώση που έχουν οι Ιταλοί να φτιάχνουν ομοιογενείς σε συμπεριφορά μοτοσυκλέτες και δεν προβληματίζει. Αλλά μόλις ανεβάσεις περισσότερο το ρυθμό σου, τότε το μαλακό πιρούνι της Showa με τη γρήγορη επαναφορά δεν συνεργάζεται τόσο καλά με το άκαμπτο πλαίσιο. Ωστόσο, είναι κάτι που διορθώνεται με revalving κατά τη διάρκεια της συντήρησης του πιρουνιού. Το Monster 796, ακόμη και σήμερα παραμένει μια μοτοσυκλέτα που ξεχειλίζει από στιλ κυρίως λόγω του μονόμπρατσου ψαλιδιού, κάτι που απουσιάζει απ’ το 797 όπως και οι 14 ίπποι λόγω των προδιαγραφών Euro4. Συνεπώς, για όσους θέλουν ένα μεσαίο Monster, το 796 αποτελεί σχεδόν μονόδρομο καθώς είναι απ’ τα πιο όμορφα της σειράς, έχει περισσότερη δύναμη απ’ το 797 και πλέον είναι αρκετά προσιτό ως μεταχειρισμένο.

 

Ναι

Αποτελεί τη χρυσή τομή μεταξύ των Monster 696 και 1100

Όχι

Λόγω της μακριάς τελικής μετάδοσης

Γιατί

Έχει περισσότερη ιπποδύναμη απ’ το Monster 797, μονόμπρατσο ψαλίδι και είναι πιο φθηνό

Εύρος τιμών

Οι τιμές των μεταχειρισμένων ξεκινούν από €5.500 και φτάνουν τις €7.000 με τα περισσότερα να είναι σε εξαιρετική κατάσταση.

Τι πρέπει να προσέξετε

Στη χώρα μας έχουν υπάρξει μεμονωμένα περιστατικά, όπου κάποια Monster 796 παρουσίασαν αστάθεια στο ρελαντί, όπως συνέβαινε και στο Hypermotard 796. Η αντιπροσωπεία ανέφερε πως δεν έχει γίνει κάποια ανάκληση για τα Monster 796, ενώ για την επίλυση του θέματος μπορεί να χρειάζεται η αλλαγή της ECU όπως συνέβη και στο Hypermotard.

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος: Τετράχρονος, αερόψυκτος, δικύλινδρος V90ο, με 2 βαλβίδες ανά κύλινδρο και δεσμοδρομικό σύστημα κίνησής τους

Διάμετρος επί διαδρομή (mm): 88 x 66       

Κυβικά (cc): 803

Σχέση συμπίεσης: 11:1

Ανάφλεξη: Ψηφιακή

Τροφοδοσία: Ηλεκτρονικός ψεκασμός

Σύστημα εκκίνησης:        Μίζα

Σύστημα εξαγωγής:        2 σε 1 σε 2

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Τύπος συμπλέκτη: Υγρός, πολύδισκος, υδραυλικός, μονόδρομος με σύστημα ATPC

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος: Ατσάλινο χωροδικτύωμα με τον κινητήρα ως βασικό δομικό στοιχείο του, υποπλαίσιο αφαιρούμενο από αλουμίνιο

Γωνία κάστερ (o): 24

Ίχνος (mm): 89

Μεταξόνιο (mm): 1.450

Ύψος σέλας (mm): 800

Βάρος κατασκευαστή γεμάτη (kg): -

Πραγματικό βάρος γεμάτη, ζυγισμένη (Kg): 186

Ρεζερβουάρ/ρεζέρβα (l): 15

 

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Εμπρός: Ανεστραμμένο πιρούνι

Διάμετρος (mm): 43

Διαδρομή (mm):    120

Ρυθμίσεις: Καμία

Πίσω: Ένα αμορτισέρ

Διαδρομή (mm): 148

Ρυθμίσεις: Προφόρτιση ελατηρίου και απόσβεση επαναφοράς

 

ΦΡΕΝΑ

Εμπρός:       Δύο δίσκοι 320mm με δαγκάνες Brembo τεσσάρων εμβόλων ακτινικά τοποθετημένη, αντλία Brembo και επιλογή συστήματος ABS

Πίσω:           Ένας δίσκος 240mm με δαγκάνα δύο εμβόλων της Brembo και σύστημα ABS

 

ΤΡΟΧΟΙ

Εμπρός

Ελαστικό:     120/70-17

Πίσω

Ελαστικό:     180/55-17

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Ψηφιακός πίνακας με στροφόμετρο με μπάρες, ταχύμετρο, ολικό χιλιομετρητή, μερικό χιλιομετρητή, χιλιομετρητή ρεζέρβας, ρολόι, δείκτη θερμοκρασίας αέρα, χρονόμετρο, επιλογή απενεργοποίησης ABS, μπάρες ένδειξης θερμοκρασίας λαδιού, ενδεικτικές λυχνίες για φλας, μεγάλη σκάλα φώτων, ρεζέρβα, νεκρά, λειτουργία ABS, shift light, στάθμη λαδιού, διάγνωσης κινητήρα, immobilizer, βασικά εργαλεία κάτω από την σέλα

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ (l/100km)

Μέση: 5,6

Ελάχιστη: 5,1

Μέγιστη: 5,9

ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ (km)

Μέση: 267,8

Ρεζέρβα: -

Αντ/κά

Προτεινόμενη Λιανική (με ΦΠΑ 24%, €)

Έμβολο πλήρες:

272,39

Μπιέλα:

245,45

Τελικό εξάτμισης:

988,24

Εμπρός φτερό: 

179,13

Εμπρός τροχός:

1.082,29

Προβολέας:

294,63

Μανέτα φρένου:

128,31

Σέλα αναβάτη /συνεπιβάτη:

141,82

Πλαίσιο:

1.170,93

 

 

Shark Raw/Drak: Μακρόχρονη δοκιμή κράνους!

2 κράνη - Τέσσερα συν ένα χρόνια!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

5/9/2018

Λίγα είναι τα κράνη που τα περιμένω πριν ακόμη βγουν στην παραγωγή, και το Shark Raw ήταν τότε μία από τις σπάνιες περιπτώσεις. Ιδιαίτερα σπάνια, καθώς δεν χρησιμοποιώ ποτέ Jet κράνη, όχι ότι δεν τα συνιστώ ή ότι δεν είναι σωστό να τα χρησιμοποιεί κάποιος, απλά δεν τα χρησιμοποιώ ο ίδιος. Διανύοντας κατ’ ελάχιστο εκατό χιλιόμετρα διαδρομών την ημέρα κι αρκετά ακόμη αργά την νύκτα σε αυτοκινητόδρομους, καθίσταται περισσότερο από απαραίτητο να υπάρχει πλήρη κάλυψη, αλλά κι αντοχή σε μεγάλες ταχύτητες. Παρόλο αυτά, το Raw –πλέον Drak- το περίμενα καιρό, από την ημέρα που ήταν πρωτότυπο, με την ελπίδα πως είχε βρεθεί η χρυσή τομή.

Φανταστείτε λοιπόν την απογοήτευση τότε το 2013, όταν ανακάλυψα πως η ελληνική αντιπροσωπεία ήταν σκεπτική στο να το εισάγει, κι αυτό γιατί ήταν κράνος μεσαίας - και προς τα επάνω τιμής, ενώ ταυτόχρονα ήταν ιδιαίτερο, ξεφεύγοντας πλήρως από τα υπόλοιπα. Εκ των υστέρων, κι έχοντας υπάρξει επιχειρηματίας, αναγνωρίζω πολύ καλά την αγωνία τους και ήταν εύλογη και δικαιολογημένη. Εκείνη την στιγμή βέβαια αντιδρούσα όπως κάθε άλλος καταναλωτής, το ήθελα την πρώτη ημέρα της παρουσίασής του, κι αν γινόταν από την γραμμή παραγωγής να πετάξει με μαγικό τρόπο κατευθείαν στην πόρτα μου. Βλέπετε είχα την πεποίθηση πως πρώτα θα έκανε την δουλειά του σαν ένα κανονικό κράνος κι έπειτα ήταν φυσικά η εμφάνισή του. Ας μην γελιόμαστε, με αυτό στο κεφάλι φαντάζεσαι τον εαυτό σου λίγο πιο κοντά με πιλότο σε F-16 που είναι ίσως το μοναδικό πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο (να κάνεις βόλτα και μόνο) από την οδήγηση μοτοσυκλέτας!

Από εδώ και πέρα η ιστορία της έλευσης του πρώτου Raw στην Ελλάδα παρουσιάζει διακλαδώσεις, δεν υπάρχει μονάχα μία εκδοχή. Το μόνο σίγουρο είναι πως υπήρχαν κι άλλοι που πίεζαν την ελληνική αντιπροσωπεία να το εισάγει, σε μία όμως πολύ δύσκολη οικονομικά περίοδο που οι περισσότεροι από εμάς μπορούσαμε απλά να καλύψουμε το κόστος ενός πλαστικού κουβά για το κεφάλι μας, πόσο μάλλον για καινούριο κράνος, κι άρα τέτοιες αποφάσεις περιείχαν τεράστιο ρίσκο. Και ίσχυε το ίδιο, αν και σε μικρότερο βαθμό και για την υπόλοιπη Ευρώπη. Κι όμως τελικά το “Drak” όπως είναι πλέον το όνομά του, ήρθε στην Ελλάδα κι από τότε πέρασαν διάφορα στα χέρια του περιοδικού, ενώ ξεπέρασε τις προσδοκίες εμπορικά, καθώς έτυχε καθολικής αποδοχής σε ολόκληρο τον κόσμο και φυσικά εμφανίστηκαν κλώνοι του, όπως συμβαίνει με όλα τα πετυχημένα προϊόντα, ενώ η Shark έφτασε να φτιάχνει μία ολόκληρη οικογένεια γύρω από αυτό…

Τώρα μπορεί να είναι ένα γνωστό πλέον κράνος, κάπως συνηθισμένο να το βλέπει κανείς στους δρόμους, τότε όμως σε κοιτούσαν καλά-καλά για να καταλάβουν αν συμβαίνει κάτι με εσένα ή σε σχέση με εσένα κι εκείνους. Έμοιαζες ύποπτος ή πως θα τους σταματήσεις για έλεγχο… Στα φανάρια οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή, πού θα το βρουν, πόσο κάνει και κάπου στο τέλος αν είναι και καλό. Όλα για την εμφάνιση λοιπόν, το αν είναι καλό ή όχι, ερχόταν τελευταίο. Μετά από δύο κράνη, πολυφορεμένα και τα δύο, ένα σε καθημερινή και φυσιολογική χρήση και το άλλο στην πιο σκληρή που υπάρχει, ας δούμε αυτό ακριβώς, αν είναι καλό!

Οι φωτογραφίες που βλέπετε είναι από ένα κράνος που επί τέσσερα χρόνια έκανε πολλά καθημερινά χιλιόμετρα, με πληθώρα διαφορετικών μοτοσυκλετών, από γυμνές και streetfighters του λίτρου, μέχρι on-off κι όλα όσα θα βρεις στο ενδιάμεσο αλλά και έξω από αυτά τα πλαίσια! Από ταξίδια λοιπόν, μέχρι ταχύτητες πολύ πάνω από αυτό που είχε η Shark στο μυαλό της όταν το σχεδίαζε, το κράνος συγκέντρωσε μία χρήση που ήταν εξαιρετικά εντατική, όχι όμως αδέξια, απερίσκεπτη ή απρόσεχτη. Η φθορά που έχει υποστεί είναι από υπερβολική χρήση, και όχι από αμέλεια.

Συγκεντρώνοντας όλα αυτά τα χιλιόμετρα μαζί του και σε τόσες πολλές διαφορετικές μοτοσυκλέτες, το Drak αποδείχτηκε τελικά περισσότερο σκληροτράχηλο από εκείνο που στην αρχή υποψιαζόμουν. Ο πρώτος φόβος σχετικά με την αντοχή, ήταν για τους ελαστικούς ιμάντες της μάσκας, καθώς θεώρησα πως θα χαλαρώσουν γρήγορα. Για αυτό το λόγο δεν άφηνα ποτέ το κράνος στην άκρη έχοντας την μάσκα τραβηγμένη επάνω, αποφεύγοντας γενικά να αφήνω την μάσκα σε αυτή την θέση. Το δεύτερο κράνος του παραδείγματος δεν είχε αυτή την τύχη, η μάσκα περνούσε ώρες ατελείωτες πάνω στο κράνος με τους ιμάντες τεντωμένους, κι αυτό γιατί είναι πιο εύκολο να το τοποθετείς στο κεφάλι σου ή να το αφαιρείς αν πρώτα την σηκώσεις. Αποδείχτηκε με τον καιρό πως η διαφορά ήταν μικρή ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις: Στον ενάμισι χρόνο οι ιμάντες είχαν χαλαρώσει δίχως όμως να υπάρχει λειτουργικό πρόβλημα καθώς μπορείς να τους σφίξεις και στα δύο χρόνια είχαν χάσει αρκετή από την ελαστικότητά τους. Όταν αρχίζουν να χάνουν ελαστικότητα το συνεχές σφίξιμο σταδιακά παύει να είναι λύση, γιατί ο στόχος είναι να προσαρμόζεται η μάσκα στο πρόσωπο και όχι απλά να στηρίζεται, επίσης τότε είναι που όλη η δύναμη πηγαίνει στους συνδέσμους της μάσκας κι έτσι στο τέλος μπορεί να αρχίσουν να κόβονται.

Συνολικά στα τρία χρόνια είναι δύσκολο να μην χρειαστεί να αλλάξεις μάσκα, αν είναι καθημερινή η χρήση του κράνους. Πράγμα που δεν είναι καθόλου κακή επίτευξη, το αντίθετο. Η Shark λέει πως η ζελατίνα της είναι αντιχαρακτική και λέει λίγα, θα μπορούσε να την πει διαμαντένια και να πέσει μέσα γιατί είναι πραγματικά δύσκολο να αποκτήσει γρατζουνιές, ούτε θαμπώνει με τον καιρό. Καταστρέφεται το αφρώδες όπως φαίνεται στις φωτογραφίες, αλλά αυτό θα γίνει περίπου μαζί με το διάστημα που θα πρέπει να αλλάξεις τους ιμάντες. Κρατάς λοιπόν την ζελατίνα ως ανταλλακτικό και αλλάζεις την μάσκα μετά από δύο έως τρία χρόνια, καθώς θα έχει χάσει την ελαστικότητά της, μία ικανοποιητική διάρκεια ζωής, που ταιριάζει και με τον χρυσό κανόνα που έχουμε στο MOTO για τα κράνη - τα 3/5/7 χρόνια και που έχουμε εξηγήσει πολύ αναλυτικά εδώ, για να μην επαναλαμβανόμαστε.

Κάτω από την μάσκα υπάρχει το χαρακτηριστικό αφαιρούμενο προστατευτικό του πηγουνιού, που προσωπικά δεν αφαίρεσα ποτέ, όπως και οι περισσότεροι που το έχουν στην κατοχή τους. Οι βασικοί λόγοι είναι αυτοί: Το προστατευτικό μπαίνει δύσκολα αλλά ασφαλίζει πολύ όμορφα χωρίς να δημιουργεί πρόβλημα με κενά ανάμεσα στην μάσκα, σφυρίγματα από τον αέρα κτλ. Είναι βασικό στοιχείο της εμφάνισης του Raw και ο κύριος λόγος που το αντιμετωπίζεις σαν ένα full face κράνος, πράγμα που σημαίνει πως χωρίς αυτό έχεις έναν λιγότερο λόγο να πάρεις το συγκεκριμένο κράνος. Η λογική της Shark είναι πως εύκολα προσαρμόζεις το κράνος σου ανάμεσα σε πλήρως Jet και αυτό το… υβρίδιο που σου δίνει μία κάπως μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας. Κι αυτό είναι έξυπνο και θα αρέσει σε πολύ κόσμο, αλλά εγώ έτσι κι αλλιώς δεν αισθάνομαι άνετα με κράνη τύπου jet, οπότε και δεν μπήκα ποτέ στην διαδικασία να το αφαιρέσω. Ας μην γελιόμαστε η προστασία που προσφέρει είναι για να μην σου σπάσει τα δόντια μία πέτρα από τα ελαστικά προπορευόμενου οχήματος και μέχρι εκεί. Ευτυχώς δεν μπορώ να διανθίσω το συγκεκριμένο άρθρο με μία εμπειρική ανάλυση σε περίπτωση πτώσης, όμως βάση γενικότερης εμπειρίας ήξερα από την πρώτη στιγμή της επιλογής μου πως η προστασία δεν θα ήταν εφάμιλλη με οποιοδήποτε κράνος κλειστού τύπου. Φέρω στο πηγούνι ένα πολύ παλιό σημάδι από σκίσιμο που έχει συμβεί με full face κράνος, μία άλλη εμπειρία που μου τόνισε νωρίς πως η σωστή επιλογή κράνους και –αναπόφευκτα- τιμής αγοράς, είναι εξίσου σημαντική με την απόκτησή του και την χρήση του, αυτή καθ’ αυτή!

Δεν είναι όμως μονάχα η πτώση, δεν φοράμε το κράνος μόνο για αυτή την αποφράδα μέρα κι ας είναι αυτή η απολύτως πιο διευρυμένη άποψη. Από τα έντομα μέχρι την σκόνη και μετά τον ίδιο τον αέρα και τον ήλιο, η προστασία πρέπει να είναι συνεχής. Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του Drak είναι πως ασφαλίζει πλήρως χωρίς να αφήνει κενά. Σε όλο αυτό το διάστημα και πάντα με δεδομένο την πληθώρα χιλιομέτρων, έχει αποτρέψει τριψήφιο αριθμό μελισσών κι άλλων εντόμων από το να σφηνωθούν μέσα στο κράνος, την ίδια στιγμή που αισθάνεσαι λιγότερο εγκλωβισμένος από ένα full face. Θα πρέπει να έρθει ο χειμώνας και να είναι βαρύς, ώστε να ανακαλύψεις πως περνά περισσότερος αέρας στο μέτωπο, από αυτό που θα ήθελες εκείνη την στιγμή. Όσο μάλιστα χαλαρώνουν οι ιμάντες τόσο περισσότερος αέρας θα φτάνει ακριβώς εκεί που θα ενοχλεί τα ιγμόρεια, με την λύση να είναι να τους ρυθμίσεις πιο σφιχτά μέχρι να την αλλάξεις, όπως αναλύουμε πιο πάνω. Η βροχή δεν πρόκειται να ενοχλήσει, αλλά σε εξαιρετικά χαμηλή θερμοκρασία αρχίζει και μετατρέπεται σε πράξη γενναιότητας να οδηγείς γρήγορα.

Η ταχύτητα πάντως δεν έχει όριο μαζί του, το όριο είναι καθαρά προσωπική υπόθεση. Το Drak βγαίνει σε δύο μεγέθη εξωτερικού κελύφους και είναι και τα δύο σχεδιασμένα με στενή γραμμή, για να αγκαλιάζουν το κεφάλι καλά. Δένοντας το σωστά, κολλά στο μέτωπο όσο τα χιλιόμετρα ανεβαίνουν, με μικρή μετατώπιση προς τα πίσω. Είναι εκείνη η στιγμή που πιέζει τους λοβούς των αυτιών, που μέχρι πριν απολάμβαναν των χώρο τους χωρίς πίεση. Και πιέζοντας τα αυτιά, εκεί πάνω από τα διακόσια χιλιόμετρα, δεν ακούς τίποτα και ξαφνικά γίνεται ένα από τα πιο ήσυχα κράνη… προφανώς παίζουμε με τις λέξεις και τα νοήματα τώρα. Σημασία εδώ έχει η προσεκτική ανάγνωση, γιατί σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει ο ισχυρισμός πως είναι το καλύτερο κράνος για αυτές τις ταχύτητες. Απλά πάντα υπάρχει και η θετική πλευρά, ακόμα και στα μειονεκτήματα. Για να ζήσεις βέβαια την εμπειρία της ησυχίας μέσα από την επίδραση των χιλιομέτρων, πρέπει σαφώς να το παρακάνεις, καθώς κινείσαι με τέτοιες ταχύτητες με ένα κατά βάση jet κράνος σε γυμνή, για παράδειγμα μοτοσυκλέτα. Το πόσο θα μείνεις σε αυτά τα χιλιόμετρα είναι ζήτημα αντοχής και διαφέρει από τον καθένα. Αυτές όμως είναι οι ειδικές περιπτώσεις και η καθημερινότητα με το Drak είναι αυτή που μετράει πραγματικά.

Ανάμεσα στις πρωτιές του, είναι και το γεγονός πως είναι το πρώτο που με έκανε να σπάσω τον χρυσό κανόνα, χωρίς να το αλλάξω στα τρία χρόνια. Συνηθίζεις να έχεις ένα κράνος που κλείνει τελείως αλλά μπορείς να μπεις σε κάποιο κατάστημα χωρίς να σε κοιτάνε καχύποπτα, κάνοντας μονάχα με μία κίνηση χωρίς να το βγάλεις. Οι συχνές στάσεις με αυτό στο κεφάλι είναι το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου, ενώ δύο φορές μπήκα μαζί του και σε τράπεζα, τρίτη δεν το δοκίμασα – είναι το μόνο μέρος που ό,τι κι αν φοράς στο κεφάλι κινείς υποψίες.

Ο μηχανισμός που κρατά την μάσκα είναι έξυπνα φτιαγμένος, ώστε να μην προσθέτει όγκο στο πλάι. Κάτω από πλαϊνά πλαστικά που έχουν άψογη συναρμογή και δεν θα ξεκολλήσουν όσο περνούν τα χρόνια, υπάρχει ένας μεταλλικός γάτζος σε κάθε πλευρά, που ασφαλίζει στο κράνος συγκρατώντας τους ιμάντες. Όλα αυτά με πολύ χαμηλό προφίλ, χωρίς να μεγαλώνει ο όγκος, την στιγμή που εσωτερικά υπάρχει ειδική εγκοπή για εφαρμογή ακουστικών. Με κατασκευή από θερμοπλαστικό και πολύ προσεγμένη εσωτερική επένδυση, το Drak είναι ελαφρύ (1.243 γραμμάρια με μάσκα και σαγόνι) όχι βέβαια σε επίπεδο ενός carbon κράνους, αν και πραγματικά carbon κράνη είναι ελάχιστα. Όμως το σημαντικό εδώ είναι η ομοιογένεια και το σωστό σχήμα. Είναι το σχήμα που παίζει μεγαλύτερο ρόλο στο κράνος και όχι τόσο τα γραμμάρια. Διότι ένα σωστά μελετημένο σχήμα κατανέμει το βάρος ομοιόμορφα κι όχι πίσω στην βάση του αυχένα που είναι το πιο συνηθισμένο. Τότε είναι που με την επίδραση του αέρα ένα κράνος αρχίζει να σε κουράζει περισσότερο από κάποιο άλλο κι ας είναι ελαφρύτερό του κατά μερικά γραμμάρια. Το Drak είναι εξαιρετικά μελετημένο κι εξαφανίζει γραμμάρια όταν το φοράς, παρόλο που είναι κράνος ανοιχτού τύπου, κι αυτό μεταφράζεται σε αναπόφευκτα ανομοιόμορφη κατανομή. Όχι σε αυτή την περίπτωση όμως!

Ο αεραγωγός στο κέντρο δεν μεταφέρει ιδιαίτερα πολύ αέρα και κλείνει με μία λαστιχένια τάπα την οποία την αφαιρείς την πρώτη ημέρα και κάπου την ξεχνάς στο σπίτι κρατώντας το για πάντα έτσι. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο αέρας δεν σου λείπει ποτέ. Επιπρόσθετα δεν επηρεάζει την καλή ηχομόνωση, που αντίστοιχη δεν θα βρει κάποιος σε ανοικτού τύπου κράνος, ακόμα και σε αντίστοιχο υβρίδιο. Όλες οι προδιαγραφές του κράνους και οι πιστοποιήσεις που έχει λάβει, είναι τύπου Jet, ωστόσο η Shark ήθελε την μάσκα και το σαγόνι να μπορούν να προσφέρουν στοιχειώδη ασφάλεια, εκτός από κάλυψη απέναντι στα στοιχεία της φύσης και τα έντομα. Διεξάγοντας την δική τους δοκιμασία, σχεδίασαν το Drak με τρόπο που μπορεί να βοηθήσει σε περίπτωση ατυχήματος, κάτι που –ευτυχώς όπως είπαμε- δεν μπορώ να επιβεβαιώσω.

Το αφαιρούμενο εσωτερικό άντεξε κι εκείνο αρκετά πλυσίματα, χωρίς να χάσει αρκετό από τον αρχικό του όγκο, ενώ στα τρία χρόνια η δερματίνη άρχισε να ξεφτίζει χαλώντας την εικόνα. Από την στιγμή που αφαιρείται, κι άρα αλλάζει, είναι κι αυτό ένα πρόβλημα που λύνεται.

Συνολικά το Drak άντεξε πολύ περισσότερο «ξύλο» από αυτό που αρχικά είχε προβλεφθεί για ένα σημαντικό ρόλο: Ολοένα και πιο συχνά το προτιμούσα έναντι ενός full face, ακόμη και για μεγάλες διαδρομές ή για περιπτώσεις που η ταχύτητα θα ήταν αυξημένη, καταλήγοντας σε μία σκληρή χρήση που το έφερε σε αυτή την κατάσταση μετά από τέσσερα χρόνια. Ανανεώνοντας τους αναλώσιμους ιμάντες και την επένδυση, έκανε τον ήρωα για ακόμη έναν χρόνο.

 

μονάχα στο ένα από τα δύο ξεκόλλησαν τα ανάγλυφα γράμματα.. σε εκείνο με την πολύ άγρια χρήση...

Το δεύτερο κράνος της δοκιμής μας, έζησε την εμπειρία μίας πτώσης, όχι –ευτυχώς και πάλι- χτυπώντας στην μάσκα ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για την αντοχή της, αλλά σύρθηκε για κάποια μέτρα στην άσφαλτο και είχε ένα καλό χτύπημα στην πίσω μεριά του. Ούτε σπασμένα πλαϊνά καπάκια, ούτε συστροφή της επένδυσης και μετακίνηση του κράνους, τίποτα από τα μειονεκτήματα που θα περίμενε κανείς, προστατεύοντας απόλυτα σωστά.

Συνολικά η εμπειρία μας μαζί του ήταν απόλυτα θετική, βρίσκοντας εκείνο το κράνος ανοικτού τύπου που εξάλειφε πολλά από τα μειονεκτήματα που έχει η συγκεκριμένη κατηγορία, την στιγμή που ακόμα και τώρα μία πενταετία μετά, παραμένει απόλυτα μοντέρνο.