Δοκιμή SYM Maxsym TL: Ξεκάθαρος στόχος

Στοχευμένο σε συγκεκριμένες απαιτήσεις
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

14/3/2022

Το δικύλινδρο scooter της SYM έχει έναν ξεκάθαρο προσανατολισμό, όσο κι αν το διψασμένο για "κόντρα" και "μάχες" κοινό θέλει να του προσάψει βλέψεις που δεν έχει. Μόλις κατανοήσεις αυτή την αλήθεια, τότε θα εκτιμήσεις στο μέγιστο τις αρετές στις λεπτομέρειες που προσφέρει το νέο Maxsym TL, όπως ανακαλύψαμε κι εμείς στην δοκιμή του που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 608 του ΜΟΤΟ

Η συνηθέστερη απορία για όποιον αντικρύζει για πρώτη φορά το TL είναι αν πρόκειται για το αντι-ΤΜΑΧ της Yamaha. Η συνηθέστερη –και σωστή- απάντηση είναι: καμία σχέση. Η SYM άλλωστε το έχει ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι στόχος του Maxsym TL είναι να προσφέρει κάτι φρέσκο και νέο στην μεσαία κατηγορία των scooters στα 300-400 κυβικά. Τελεία και παύλα. Ουδέποτε δήλωσαν οι άνθρωποι της SYM ότι έχουν απέναντι τους τα mega scooters όπως το Yamaha ΤΜΑΧ ή το Kymco AK550. Αυτά είναι δυστυχώς βεβιασμένα και αστήρικτα συμπεράσματα, ανθρώπων που προφανώς δεν έχουν κάποια επαφή με την πραγματικότητα της αγοράς. Αυτά, γιατί καλό είναι να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα από την αρχή και να θέτουμε την εμπεριστατωμένη κριτική μας σε σωστή βάση.

Παίρνοντας εκκίνηση λοιπόν από εκεί, το TL ξεκινά με το καλημέρα έχοντας δυνατά βέλη στην φαρέτρα του. Από το ατσάλινο πλαίσιο χωροδικτύωμα και τον δικύλινδρο κινητήρα του που αποτελεί ενεργό μέρος του, μέχρι την τελική μετάδοση με αλυσίδα και την εξαιρετική του ποιότητα κατασκευής. Το TL καταφέρνει να ξεφύγει από την πεπατημένη των μεσαίων κυβισμού scooter, είτε αυτά κατασκευάζονται στην Ασία είτε στην Ευρώπη, εισάγοντας στην κατηγορία στοιχεία και ουσιαστικά προτερήματα που για να τα βρει κανείς πρέπει να τα αναζητήσει σε ακριβότερα και μεγαλύτερα mega scooters. Είναι μια ορθολογιστική προσέγγιση, αν θέλεις να κάνεις την διαφορά σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική κατηγορία που το κόστος και οι δυνατότητες που προσφέρονται, έχουν ακριβώς το ίδιο βάρος.

 

Έξω από το κουτί

Οι μηχανολόγοι της SYM δεν ήταν… φειδωλοί με τις ιδέες, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του κινητήρα. Η SYM δεν ακολούθησε τον δρόμο της αντιγραφής, αλλά της προσαρμογής των αποδεδειγμένα σωστών λύσεων στο δικό της σχέδιο. Πάνω στο στρόφαλο των 360 μοιρών τα δύο έμβολα ανεβοκατεβαίνουν μαζί, ενώ οι κραδασμοί είναι σχεδόν ανύπαρκτοι χάρη σε ένα τρίτο τυφλό" έμβολο που παλινδρομεί μέσα στον δικό του κύλινδρο εν είδει αντικραδασμικού άξονα. Αυτός ο χρονισμός του στροφάλου είναι κάτι που το αντιλαμβάνονται άμεσα τα αισθητήρια εγκεφαλικά σου κύτταρα, με μια "ψωμωμένη" ηχητικά και ταυτόχρονα πολιτισμένη πρακτικά λειτουργία. Την αίσθηση ενισχύει και ο άκρως επιθετικός ήχος που απελευθερώνει το τελικό της εξάτμισης, το οποίο καθιστά αχρείαστη την αντικατάσταση από κάποιο after market, τουλάχιστον σε ότι αφορά το "soundtrack". Για τον όγκο και το βάρος, είναι άλλο θέμα…

Παρά τον ήχο του όμως, ο κινητήρας αποδίδει ιδιαίτερα γραμμικά χωρίς ξεσπάσματα κατεβάζοντας τη δύναμη στον τροχό όπως πρέπει για να μην σου δημιουργηθεί ποτέ κανένα άγχος. Η σχέση της τελικής μετάδοσης με την αλυσίδα είναι σχετικά κοντή, προσθέτοντας έναν τόνο ζωηράδας σε μια κατά τ' άλλα ήπια και προοδευτική λειτουργία. Ο δικύλινδρος της SYM δεν χαρακτηρίζεται από την εκρηκτικότητα με την οποία παράγει την ισχύ του, και δεν πρόκειται να ξηλώσει χαλίκια από την άσφαλτο στις επιταχύνσεις, ενώ και ψηλά διατηρεί αξιοπρεπώς τη δύναμή του δίχως να εντυπωσιάζει με τα απόλυτα νούμερα. Παρόλα αυτά, το κοντέρ θα δείξει (έστω και με λίγη υπομονή) 160km/h, με ταχύτητες κοντά στα 140km/h να μπορούν να διατηρηθούν για ώρα σε αυτοκινητόδρομους και εθνικές οδούς. Διότι το TL διαθέτει και γενναιόδωρες δόσεις τουριστικών δυνατοτήτων, εξασφαλίζοντας τα δύο απαραίτητα στοιχεία που απαιτούνται: Άνεση και προστασία. Η θέση οδήγησης δημιουργεί ένα απόλυτα εργονομικό τρίγωνο, με φυσικές γωνίες για τα χέρια και τον κορμό τοποθετημένο όρθια στο σωστό σημείο της σέλας, ούτε πολύ μπροστά, ούτε πολύ πίσω. Μοναδική παρατήρηση η θέση για τα πόδια στο πάτωμα της ποδιάς, που περιορίζονται από τον σχεδιασμό της και αναγκαστικά πρέπει να είναι λίγο περισσότερο τεντωμένα απ' όσο θα θέλαμε, χωρίς να έχεις πολλές εναλλακτικές επιλογές.

Η ζελατίνα καλύπτει πλήρως και αποτελεσματικά, χωρίς να είναι ρυθμιζόμενη, αλλά το επάνω μέρος της -σε αναβάτες μετρίου αναστήματος- θα πέσει μέσα στο οπτικό τους πεδίο δημιουργώντας μικρές παραμορφώσεις.

Πέρα απ' αυτό όμως, το TL θα σε αποζημιώσει με μια εκπληκτική σταθερότητα που ακόμη και στα μεγαλύτερα mega scooters είναι δυσεύρετη. Το χαμηλό κέντρο βάρους και η κατανομή του, είναι πραγματικά λυτρωτικό σε ότι έχει να κάνει με την αίσθηση εμπιστοσύνης που σου εμπνέει, με τον κινητήρα να συμβάλλει από τη μεριά του δουλεύοντας ξεκούραστα. Η έλλειψη δύναμης ψηλά δεν θα προβληματίσει ιδιαίτερα, έχοντας ως αντιστάθμισμα την εξαιρετική κατανομή της ισχύος στη μεσαία μπάντα των στροφών, μετατρέποντας την κάθε απόδραση εκτός των τειχών σε μια πραγματικά απολαυστική εμπειρία.

Στη "ζούγκλα" των αστικών κέντρων, το ζύγισμα του TL επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά πανηγυρικά, με κάθε ελιγμό και σφήνα να εκτελείται με χορευτική ακρίβεια. Ο μικρότερος όγκος του από τα mega scooters είναι υπεύθυνος κατά μεγάλο μέρος για την συνολικά ελαφρύτερη αίσθηση που αποκομίζεις, αν και το μπροστινό το νιώθεις πιο βαρύ και ελαφρώς λιγότερο πρόθυμο να ανταποκριθεί. Δεν είναι κάτι που θα σου χαλάσει την ισορροπία της κίνησης, αλλά είναι μια διαφορά που γίνεται αντιληπτή. Το κοντό γρανάζωμα ταιριάζει ακόμη περισσότερο με τις "πολεμικές" συνθήκες της πόλης, ενώ σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν επιβαρύνει ιδιαίτερα την μέση κατανάλωση, η οποία κυμαίνεται κοντά στα πέντε λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα.

 

Ομοιογένεια

Το άλλο δυνατό χαρτί στο μανίκι του TL είναι η εμφάνιση και η ποιότητα κατασκευής. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το δικύλινδρο της SYM είναι αρκετά επίπεδα πάνω από τα συνηθισμένα στάνταρ της εταιρείας, που ούτως ή άλλως ήταν αρκετά ψηλά στην κλίμακα του ανταγωνισμού. Σχεδιαστικά, καταφέρνει να υπηρετήσει άψογα τον στόχο των δημιουργών του, συνδυάζοντας την επιθετική και γεμάτη γωνίες εμφάνιση, με την πολυτέλεια και την ποιοτική αύρα. Φαίνεται πως οι άνθρωποι της SYM συνειδητοποίησαν ότι το παιχνίδι κερδίζεται στις λεπτομέρειες και επένδυσαν εκεί. Μπορεί να του λείπει η διασύνδεση μέσω Bluetooth της οθόνης, μπορεί να λείπει η ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη ζελατίνα, αλλά ο εξοπλισμός που διαθέτει χαρακτηρίζεται από υψηλό ποιοτικό επίπεδο. Όπως για παράδειγμα τα δύο ντουλαπάκια που διαθέτει κάτω από το τιμόνι με το καπάκια τους να είναι σαφώς πιο ποιοτικά από το αντίστοιχο του μεγαλύτερου και ακριβότερου ΤΜΑΧ. Οι διακόπτες, οι διαφορετικές οθόνες προβολής στην TFT οθόνη των 4,5'' (η οποία μάλιστα δεν επηρεάζεται από αντανακλάσεις όταν πέφτει φως πάνω της), οι ρυθμιζόμενες μανέτες, η συναρμογή των πλαστικών, η ενεργοποίηση του πίσω φρένου όταν κατεβαίνει το πλαϊνό σταντ, όλα αποπνέουν μια προσεγμένη μελέτη κατασκευής.

Ο χώρος κάτω από τη σέλα έχει αρκετό βάθος αλλά χωράει μόνο ένα full face κράνος, ενώ διαθέτει και φωτισμό. Η άνεση της σέλας των δύο επιπέδων είναι υπεράνω πάσης κριτικής –και για τους δύο επιβαίνοντες- με μόνη παρατήρηση το ότι αργεί λίγο να στεγνώσει το κάλυμμα της επένδυσης, μετά από πλύσιμο ή βροχή.

Το τρίπτυχο της ομοιογένειας του TL, συμπληρώνεται από την εξαιρετική συμπεριφορά του, που αποτελεί και το καλύτερο εύσημο για τους μηχανολόγους της SYM και τις επιλογές τους. Ακόμη και η έκκεντρη τοποθέτηση του αμορτισέρ αριστερά, που είναι ανάποδα και εδράζεται στο ψαλίδι και στον άξονα μοχλισμού, ο οποίος με τη σειρά του βιδώνει πάνω στο πλαίσιο, που αμφισβητήθηκε αρχικά, στην πράξη αποδείχθηκε άκρως λειτουργική. Το κυριότερο όμως είναι πως το πλαίσιο χωροδικτύωμα, το αλουμινένιο ψαλίδι και το τηλεσκοπικό πιρούνι με το αμορτισέρ, συνεργάζονται και δημιουργούν ένα ομοιογενές σύνολο. Βάλτε στην εξίσωση και την σχεδόν 50/50 κατανομή του βάρους (50,1% μπροστά και 49,9% πίσω για να είμαστε ακριβείς, όπως έδειξαν οι ζυγαριές του ΜΟΤΟ) για να αντιληφθείτε καλύτερα αυτό που περιγράφουμε ως "σίγουρο πάτημα" στην άσφαλτο. Σε κάθε επίπεδο κλίσης, ανεξαρτήτου ταχύτητας, το TL μοιάζει να διαθέτει τεράστια αποθέματα πρόσφυσης και σιγουριάς. Δεν υπάρχει ούτε ως υπόνοια η συνήθης αίσθηση των scooter που σε κάνει να νομίζεις πως οδηγείς δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους κομμάτια.

Ο σπορ χαρακτήρας του TL, σε ό,τι αφορά την συμπεριφορά, μπορεί να "εκτοξευθεί" σε πολύ υψηλά επίπεδα, μόλις κερδίσει την εμπιστοσύνη του αναβάτη του, και πιστέψτε μας, αυτό θα συμβεί άμεσα. Ναι, υπάρχει αυτή η λίγο πιο βαριά αίσθηση στο μπροστινό που θα φανεί περισσότερο όταν θα κληθεί να εκτελέσει γρήγορες εναλλαγές κλίσεων, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να "προδώσει" την επιλογή γραμμής που θα του ζητηθεί. Και το καλύτερο απ' όλα, είναι ότι αυτή η ομοιογένεια είναι παρούσα σε όλες τις συνθήκες και όλες τις ταχύτητες. Είτε οδηγείς σβέλτα ανάμεσα στην κίνηση, είτε ακολουθείς μια διασκεδαστική χάραξη σε κάποιο δευτερεύον οδικό δίκτυο. Σίγουρα θα θέλαμε λίγο παραπάνω δύναμη ψηλά, αν και όπως πολύ σωστά είχε παρατηρήσει ο συνάδελφος Μέντης στην παρουσίαση, οι υποτετράγωνες διαστάσεις του κινητήρα υπονοούν ότι υπάρχει η δυνατότητα για αύξηση των κυβικών με μεγαλύτερης διαμέτρου έμβολα, αλλά ακόμη και με τα υφιστάμενα δεδομένα θα λέει ψέματα όποιος πει ότι του έλειψε το fun στον χαρακτήρα του TL λόγω της ιπποδύναμης.

Το ότι καταφέρνει το δικύλινδρο scooter της SYM να πετύχει έναν εξαιρετικό συνδυασμό καινοτομιών και ποιοτικών δυνατοτήτων στην μεσαία κατηγορία των scooters, έχει να κάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό με αυτό που αναφέραμε στην αρχή. Στο ότι ήταν δηλαδή ξεκάθαρος ο στόχος και ο προσανατολισμός του, αποφεύγοντας έτσι να πέσει στην παγίδα του να προσπαθήσει να δείχνει κάτι που δεν είναι. Πάνω σε αυτόν τον άξονα καταφέρνει να είναι ανταγωνιστικό, τόσο σε επίπεδο τιμής, όσο και σε επίπεδο ποιότητας, ανεβαίνοντας μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις, ένα σκαλί παραπάνω από τους ανταγωνιστές του.

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ SYM Maxsym TL

 

Αντιπρόσωπος:

Γκοργκόλης Α.Ε.

 

Τιμή:

€6.995

 

 

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

 

Μήκος (mm):

2215

 

Ύψος (mm):

1442

 

Μεταξόνιο (mm):

2215

 

Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):

600

 

Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):

700

 

Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):

710

 

Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):

590

 

 

 

 

ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ

 

 

223,5

 

 

(χωρίς καύσιμο: 214,1)

 

 

Πίσω

50,1%

 

Εμπρός

49,9%

 

Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:

0,2%

 

 

 

 

 

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

 

Τύπος:

Ατσάλινο χωροδικύωμα

 

Πλάτος (mm):

800

 

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

-/223

 

 

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

 

Τύπος:

Δικύλινδρος εν σειρά με 2ΕΕΚ

 

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

65 x 70

 

Χωρητικότητα (cc):

465cc

 

Σχέση συμπίεσης:

10,8:1

 

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

41/6.750

 

Ροπή (kg.m/rpm):

3,5/6.250

 

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

88,2

 

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός

 

Σύστημα εξαγωγής:

2 σε 1 σε 2

 

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

 

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

 

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

 

Συμπλέκτης:

Μηχανικός φυγοκεντρικός

 

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Ιμάντας CVT/-

 

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα/-

 

 

ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

 

Ρύθμιση βαλβίδων (km):

10.000

 

Αλλαγή λαδιού (km):

5.000

 

Ποσότητα λαδιού με/χωρίς φίλτρο (l):

2,9 / 2,7

 

Φίλτρο λαδιού / αλλαγή (km):

Φυσιγγίου / 10.000

 

ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ

 

 

Κενή

Γεμάτη

 

Θεωρητικά

-

5,4

 

 

 

 

ΠΙΣΩ

 

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

 

Μοχλισμού με μονό αμορτισέρ

 

Διαδρομή (mm):

-

 

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου

 

ΤΡΟΧΟΣ

 

Ζάντα:

4,5 x 15

 

Ελαστικό:

160/60-15

 

ΦΡΕΝΟ

 

Μονός δίσκος με δαγκάνα δύο εμβόλων και ABS

 

 

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

 

Μία έγχρωμη οθόνη TFT με trip master και αυτόματή ρύθμιση της φωτεινότητας, μία μονόχρωμη οθόνη LCD με ταχύμετρο, χιλιομετρητή και δείκτη βενζίνης

 

 

 

ΕΜΠΡΟΣ

 

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

 

Τηλεσκοπικό πιρούνι Upside Down

 

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

-/41

 

Ρυθμίσεις:

Καμία

 

ΤΡΟΧΟΣ

 

Ζάντα:

3,5 x 15

 

Ελαστικό:

120/70-15

 

Πίεση:

-

 

ΦΡΕΝΟ

 

Δύο ακτινικές δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων με δίσκους 295mm και ABS

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

 

Μέση

5,1

 

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

12,5

 

                 

 

Εξοπλισμός

Κράνος: Bell Star

Μπουφάν: Fovos Attack

Παντελόνι: Held Fame II

Μπότες: Forma Swift Dry

Παρουσίαση Norton Manx R: Το προσωπικό σου Isle of Man! – Την οδηγούμε στην Σεβίλλη

Μια Superbike φτιαγμένη για τον δρόμο
Norton
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

1/9/2026

Μοτοσυκλέτα δήλωση, από εκείνες που δεν στοχεύουν να βγάλουν το κόστος εξέλιξης ή ακόμη και παραγωγής, βγαίνει μία κάθε δύο ή τρεις δεκαετίες. Το Manx R είναι το μοντέλο της δικής μας εποχής. Σύμφωνα με τους έως τώρα κύκλους της ιστορίας, θα ξανά δούμε κάτι τέτοιο από το 2045 και μετά!

Του Θάνου-Αμβροσιάδη Φελούκα
Φωτογραφίες: Norton

Το νέο πως έρχεται superbike από την Norton, ήταν το ανέκδοτο της προηγούμενης πενταετίας, όταν η εταιρεία διασώζονταν την Δευτέρα από πτώχευση και χρεωκοπούσε την Παρασκευή. Στο μεταξύ όμως είχαν ήδη δείξει ένα αστραφτερό V4 με φανταστικό ήχο που οι Άγγλοι αγωνιζόμενοι με τους οποίους είχα μιλήσει, ονειρεύονταν να το κάνουν βόλτα στους δρόμους του Isle of Man. Για αγώνα θα έβλεπαν. Κι έπειτα μία ημέρα η Norton σώζεται ξανά και αμέσως σταματά κάθε νέο, οποιαδήποτε επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Κανείς δεν ξέρει τι γίνεται στις εγκαταστάσεις που μοιάζουν όμως να βρίσκονται στο κόκκινο καθώς τα φορτηγά δεν σταματούν να μπαινοβγαίνουν. Για έξι ολόκληρα χρόνια η οικογένεια που διαχειρίζεται την TVS, χτίζει το μέλλον της Norton και ετοιμάζει την πρώτη της μεγάλη δήλωση, την υπέρλαμπρη συνέντευξη Τύπου που δεν θα έχει ούτε μία λέξη όμως, μονάχα μία μοτοσυκλέτα: Το Manx R είναι το Δελτίο Τύπου της Norton και μαζί το πρώτο βήμα στο χτίσιμο της εμπιστοσύνης στο όνομα που είχε χαθεί με τις προηγούμενες διακυμάνσεις.

Η οικογένεια της Norton έδωσε μία απλή, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά συμπυκνωμένη ως προς το νόημα εντολή στην νεοσύστατη ομάδα της Norton: «Φτιάξτε την μοτοσυκλέτα που θα καθορίσει την εταιρεία για τα επόμενα 50 χρόνια. Πατήστε πάνω στην ιστορία της μάρκας αλλά φέρτε μας το μέλλον, όχι άλλη ρετρολαγνεία, μόνο ουσία. Δεν υπάρχει κατεύθυνση ως προς τον κινητήρα, ούτε και budget συγκεκριμένο. Ξοδέψτε όσο χρειάζεται και σχεδιάστε την κατεύθυνση για να φέρετε το αποτέλεσμα αυτό». Όταν τους έδειξαν τα σχέδια για το νέο Manx R ο πατριάρχης της οικογένειας έδωσε αμέσως έγκριση, αλλά ζήτησε κάτι που θα τους παίδευε πολύ, ταυτόχρονα όμως θα έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα για την κατασκευή αυτής της μοτοσυκλέτας μιλώντας απευθείας στο υποσυνείδητο: «Πάρε όσο χρόνο χρειαστεί ώστε να μην φαίνεται εξωτερικά ούτε μία βίδα, ενώ το φαίρινγκ θα βγαίνει ευκολότερα από όλες τις superbike στον μισό χρόνο».

Norton

Η εντολή αυτή δόθηκε στον σχεδιαστή, τον Simon Skinner που προέρχεται από την Triumph, όμως την δουλειά αυτή έβγαλε ο σχεδιαστής των Yamaha MT-07 και της δεύτερης γενιάς του Tracer9, που άφησε το Μιλάνο, σχεδιαστικό κέντρο της Yamaha και κέντρο της αγωνιστικής ομάδας MotoGP και ζει πλέον στην Αγγλία. Συζητήσαμε για την τεράστια διαφορά που έχει η εργασία σε έναν τεράστιο όμιλο στραμμένο στην βιομηχανική εκτέλεση και τις πρακτικές κόστους που εφαρμόζει σε επίπεδο βίδας και επιλογής ροδέλας, κόντρα σε μία ομάδα-μπουτίκ που ψάχνει το εξεζητημένο. Ο άνθρωπος αυτός έχει εργαστεί πλέον και για τις δύο πλευρές του κατασκευαστικού τομέα, όπου ο σχεδιασμός στην μία περίπτωση ορίζεται από το κόστος και ψάχνει τρόπους να το ρίξει χαμηλότερα με συγκεκριμένη ανοχή στις θυσίες που απαιτεί αυτή η κίνηση. Απέναντι τώρα στο να ψάξει να βρει την πιο περίεργη λύση, όσο ακριβά και αν κοστίζει, όσο και αν επηρεάζει την γραμμή παραγωγής, απλά για να δείχνει πιο εξεζητημένο από κάθε τι εκεί έξω. Το δεύτερο σπανίζει και συνήθως δεν κρατά για πολύ, μερικές φορές ούτε για να βγει το μοντέλο σε παραγωγή, έχει πεθάνει πριν τα καταφέρει. Η TVS όμως έχει μόλις περάσει την Yamaha στην παγκόσμια κατάταξη μεγέθους κατασκευαστών και ρίχνει άπλετο χρήμα από εκατομμύρια πωλήσεις φθηνών μονοκύλινδρων της Ασίας και της Αφρικής, σε ένα εξεζητημένο V4, Made in UK.

Θα προσέξατε ίσως στην αρχή που τόνισα δύο φορές, πως είναι η οικογένεια της Norton εκείνη που όρισε την τύχη του Manx R, όχι η TVS και αυτό γιατί ασχολούνται προσωπικά με την δημιουργία του μοντέλου-δήλωση. Τέτοιες μοτοσυκλέτες, καταδικασμένες να μην βγάλουν ποτέ τα λεφτά τους, με μόνο στόχο την υστεροφημία του κατασκευαστή, έβγαιναν παλαιότερα αραιά και που και πλέον ποτέ. Σε επίπεδο βιοτεχνίας υπάρχουν και πρόσφατα παραδείγματα, αλλά σε αυτό το μέγεθος, με άνοιγμα αντιπροσωπειών σε όλο τον κόσμο και έντονη εξαγωγική δραστηριότητα, το Manx R είναι το μόνο παράδειγμα της νέας χιλιετίας!

Norton

Μέχρι στιγμής έχουμε σχεδιαστές από μεγάλους κατασκευαστές, αρχιμηχανικός όμως είναι ένα εξίσου σημαντικό όνομα, ανάμεσα στα λίγα στελέχη που έχει η Ευρώπη στον τομέα αυτό, έναν άνθρωπο που τον έχουμε παρουσιάσει λίγα χρόνια πριν, τον δημιουργό του Superveloce, τον σχεδιαστή του Enduro Veloce της MV Agusta, τον Brian Gillen που και αυτός άφησε την Ιταλία. Αν υπάρχει μία χασούρα για την μοτοσυκλέτα στην Ευρώπη μεγαλύτερη από το πισωγύρισμα στην KTM, είναι η χαμένη ευκαιρία της MV Agusta και τα πολλά χρήματα των Αυστριακών που χάθηκαν εκεί. Η απόκτηση του Gillen είναι μία από τις πρώτες νίκες της Norton, έναντι του Ευρωπαϊκού ανταγωνισμού. Το ταλέντο ενός τέτοιου ανθρώπου σβήνει και τελικά χάνεται, όταν κάποιος του δίνει εντολές και δεν τον αφήνει να σκεφτεί, να παιδευτεί, να κάνει βήματα πίσω και μετά εμπρός σε άλλη κατεύθυνση. Η απόκτησή του είναι μόνο η μισή επένδυση, η υπόλοιπη αφορά την δημιουργία του περιβάλλοντος που μπορεί να εξυπηρετήσει αυτή την διαδικασία και αυτός ήταν ο βασικός λόγος που ο Gillen έφυγε αμέσως μόλις ο Pierer πήρε την Mv Agusta.

Αρχίζουμε τώρα να σκιαγραφούμε τον περιβάλλον της γέννησης του Manx R, διότι χωρίς αυτή την γνώση, ο αναγνώστης δεν θα νιώσει ποτέ πώς είναι να οδηγείς ένα V4 φτιαγμένο για τον δρόμο, ανάμεσα στα υπόλοιπα πολύ καλά και πολύ εξελιγμένα, ευρωπαϊκά superbike. Το δαιδαλώδες λοιπόν σύστημα  της TVS δεν εμπλέκεται στην δημιουργία της Manx R, παρά μόνο η οικογένεια πάνω από τον κολοσσό αυτό, που βλέπει στο Manx R τον τρόπο που θα μείνει στην ιστορία της μοτοσυκλέτας: «Δεν ήμαστε αυτοί που έγιναν δισεκατομμυριούχοι με τα μονοκύλινδρα των 200 δολαρίων, αλλά οι άνθρωποι με την κατασκευαστική δεινότητα που γέννησε το Manx R».

Norton

Έδειχνα στον νεαρό σχεδιαστή σχόλια περί ομοιότητας του Manx R με την Ducati και τα έδιωξε με μία πολύ χαρακτηριστική ιταλική κίνηση που συνδυάζει τρία δάχτυλα σε κάθε χέρι, χαρακτηριστικό μειδίαμα με το στόμα και μία σειρά από όμοια φωνήεντα κολλημένα μέχρι να αδειάσει όλο το πνευμόνι. Μετά από αυτό μπόρεσε να πει πως προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο που δεν ασχολείται με το μοτοσυκλετιστικό σχέδιο, δηλαδή όλο τον πληθυσμό της Γης εκτός από μερικές χιλιάδες, που προσπαθεί να βρει μοτίβα και να αναγνωρίσει ομοιότητες. Στους προβολείς το βλέπει και ο ίδιος, υπό συγκεκριμένες γωνίες, διαφορετικά δεν υφίσταται κάτι τέτοιο. Εγώ θα πως ότι η σχέση με την Ducati είναι πιο βαθιά και αγγίζει πλέον το κατασκευαστικό κομμάτι, καθώς η Manx R είναι κατασκευασμένη στο ίδιο επίπεδο. Είναι βαρύγδουπο αλλά είναι η πραγματικότητα και μπορώ να το τεκμηριώσω, για αυτό και προβλέπω από τώρα, το τεράστιο πρόβλημα που θα υπάρχει μόλις έρθει το Atlas, ένα TVS με κουστούμι Norton. Είναι σαν η Ducati να στέλνει ένα σχέδιο για φαίρινγκ με την δική της φινέτσα στην QJMOTOR και να εισάγει έπειτα ένα κινέζικο συνονθύλευμα εξαρτημάτων που από μία ταχύτητα και πάνω δουλεύει ως μοτοσυκλέτα, αλλά σταματημένο δείχνει φανταστικό και άκρως Ιταλικό.

Είμαι πολύ συγκεκριμένος με τα παραδείγματα που φέρνω γιατί πρακτικά αυτό έκανε ο Gillen πριν φύγει από την MV Agusta και γιατί έτσι ακριβώς ήταν τα πρώτα QJMOTOR που εμείς μάθαμε ως Benelli. Είχε σχεδιάσει τον προπομπό του Enduro Veloce, το 9.5 και μαζί και το 5.5 που ήταν ένα QJMOTOR με άλλο μανδύα που θα κατασκευαζόταν στην ίδια γραμμή παραγωγής με τα Benelli. Δεν έγινε ποτέ αυτό για να δούμε αν θα μπορούσε να πετύχει, ενώ τα Benelli έκτοτε βελτιώθηκαν, όπως και η QJMOTOR, αλλά εξακολουθούν να μην είναι Ducati ή MV Agusta. Αντίστοιχα η Norton είναι αυτή την στιγμή κάτι πολύ πιο πάνω από την TVS και ας φτιάχνεται ο κινητήρας στην Ινδία. Ναι, έτσι ακριβώς, ο κινητήρας αυτός που ορισμένα εξαρτήματά του είναι Made in UK, κατασκευάζεται στην TVS αφήνοντας άναυδους του Γερμανούς της BMW που διατηρούν με την TVS μία γραμμή παραγωγής για το μικρότερο των GS, καθώς θεωρούσαν πως το επίπεδο αυτό απέχει μερικά χρόνια ακόμη. Κι όμως, βρίσκονται ήδη εκεί οι Ινδοί.

Norton

Η υπόλοιπη μοτοσυκλέτα φτιάχνεται στο νέο εργοστάσιο της Norton, ακόμη και κάποια από τα πλαστικά της απλής έκδοσης, και όλα τα ανθρακονήματα που έχει η ακριβή έκδοση που δοκιμάσαμε εμείς. Η επένδυση στο εργοστάσιο της Αγγλίας έχει φτάσει τα 250 εκατ. και συνεχίζει, δημιουργώντας την πλέον σύγχρονη γραμμή παραγωγής σε Ευρωπαϊκό έδαφος. Το πλαίσιο του Manx R, φτιάχνεται από πέντε διαφορετικά χυτά τμήματα τα οποία τοποθετούνται σε μία ρομποτική εργαλειομηχανή ταυτόχρονης συγκόλλησης. Ο συνηθισμένος τρόπος είναι να υπάρχουν διαφορετικοί σταθμοί εργασίας όπου μετά από κάθε κόλληση το πλαίσιο αφαιρείται και μεταφέρεται στην επόμενη. Αυτό όμως δημιουργεί ανοχές στην συναρμολόγηση, απειροελάχιστες από την αφαίρεση και εκ νέου ασφάλιση, όπως και από την μεταφορά, όλες εντός ποσοστού ανεκτού από την βιομηχανία. Ξέρετε ποιος άλλος κατασκευαστής έχει αντίστοιχη εργαλειομηχανή; Η Ducati φυσικά και αυτό είναι μόνο τμήμα της τεκμηρίωσης που ανέφερε νωρίτερα.

Η γραμμή παραγωγής της Norton έχει ζωντανή παρακολούθηση της ποιότητας καθώς τα εργαλεία είναι ψηφιακά και ενημερώνουν σε πραγματικό χρόνο ανά αριθμό πλαισίου, αν κάτι βιδώθηκε λιγότερο ή περισσότερο και σε πιο ακριβώς σημείο, μία ακόμη λεπτομέρεια που υπάρχει επίσης σε αρκετά εργοστάσια, όχι όμως σε όλα. Η συναρμογή του φαίρινγκ χωρίς τριγμούς, χωρίς κενά και χωρίς βίδες, φάνηκε για εμένα όταν ένας Πορτογάλος έριξε ένα από τα Manx R στην πρώτη αναστροφή που επιχείρησε. Το τιμόνι κόβει ελάχιστα και μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχε αίσθηση το που τερματίζουν οι τινομόπλακες, ξαφνιάστηκε από τον μικρό κύκλο και έπεσε. Σηκώνοντας την μοτοσυκλέτα που είχε ξαπλώσει στο ανθρακόνημα, χρειάστηκε απλά ένα πάτημα με την παλάμη στο σημείο που δένει με την μάσκα και τέλος, μόνο η σπασμένη μανέτα συμπλέκτη, μαρτυρούσε την πτώση του Manx R! Για να καταλήξουν όμως στο να τα σχεδιάσουν όλα αυτά, κι ενώ εκσυγχρονιζόταν το εργοστάσιο που σημαίνει πως είχαν ένα κενό 1,5 έτους, ο Gillen και η ομάδα έπρεπε να ξεκινήσουν από κάπου.

Πως όμως πιάνεις κάτι με τόσο ιστορία για να στηριχθείς πάνω εκεί και να κάνεις το επόμενο βήμα; Έξω από το Birmingham υπάρχει το μεγαλύτερο μουσείο μοτοσυκλέτας, το έχω επισκεφθεί και σας το έχουμε παρουσιάσει αρκετές φορές. Σκέφτηκαν να ανέβουν σε όλες τις Norton, να τις διαλύσουν-μελετήσουν, μετά από άδεια με τον ιδιοκτήτη, όμως ήταν μέσα εκεί σε αυτό το μουσείο που χαράχτηκε η ταυτότητα. Κοιτώντας τις Norton δίπλα στις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της εποχής τους, δεν είδαν το ρετρό της υπόθεσης, αλλά αντίκρυσαν τα υπερσύγχρονα superbike των περασμένων ετών. Αν είχες γεννηθεί τότε, δεν έβλεπες τις Norton σαν κάτι με ρίζες στο παρελθόν, αλλά ως κάτι που ήρθε από το μέλλον και τις κοιτούσες με το αντίστοιχο δέος. Στο μεταξύ, στα μάτια του περισσότερου κόσμου μοιάζουν όλες οι μοτοσυκλέτες προ του ΄80 ίδιες μεταξύ τους και εξίσου παλιές. Το MOTO έχει περάσει από την μετέπειτα εποχή, όπου εξέταζε κανείς αν έχει σχάρα ή όχι ο εξοπλισμός μίας μοτοσυκλέτας, κοιτώντας τις φυσούνες στα καλάμια στο μεταξύ. Δεν ήταν ότι εμβάθυνε κανείς στην λεπτομέρεια περισσότερο, αλλά στο ότι είχε λιγότερα πράγματα να εξετάσει. Και εξετάζοντας τις Norton της εποχής, είδαν πως αντιπροσώπευαν το μέλλον όταν κυκλοφορούσαν στους δρόμους.

Εκεί μέσα στο μουσείο, ήταν που πήραν την απόφαση να φέρουν μία Superbike ξανά, μόνο που θα είναι έτοιμη, από το μέλλον! Τέτοιες έχουμε πολλές και ο Gillen τις ήξερε και πολύ καλά, για τον υπόλοιπο χρόνο η ομάδα έκανε μόνο εκδρομές μαζί με αναβάτες εξέλιξης με Panigale, RSV4 και S1000RR, οδηγώντας σε Mugello, Jerez, στο Μαύρο Δάσος της Γερμανίας, στο Le Mans και σε δρόμους της Ισπανίας. Όλες οι μοτοσυκλέτες ήταν καλωδιωμένες με αγωνιστικό σύστημα τηλεμετρίας συγκεντρώνοντας στο τέλος 218.000 χιλιόμετρα στις σέλες τους. Σε αυτό το διάστημα είδαν πως μόνο στο 1% του χρόνου βρισκόντουσαν πάνω από τις 8.000 στροφές και μόλις 4% πάνω από τις 7.000 στροφές. Τα μισά χιλιόμετρα από αυτές τις δύο εκατοντάδες χιλιάδες έγιναν από 4.000 έως 6.000 ενώ το 80% από 3.000 έως 7.000. Οπότε μία Superbike που θα αποδίδει στις μεσαίες στροφές θα μιλούσε απευθείας στην καρδιά του αναβάτη. Οι ταχύτεροι αναβάτες αυτών των δοκιμών έμεναν λίγη ώρα στο τέρμα γκάζι, το οποίο εκμεταλλευόντουσαν πλήρως μέσα στην πίστα και αυτό ήταν κοινό για τις τρεις μοτοσυκλέτες που η Norton δεν κατονομάζει, τους λέει ανταγωνιστής 1,2 και 3. Τους κατονομάζουμε εμείς όμως γιατί έχουμε πετύχει την ομάδα σε πίστα του εξωτερικού και έχουμε δει τις μοτοσυκλέτες που δοκίμαζαν, συλλέγοντας δεδομένα.

Norton

Η επιλογή του κινητήρα ήταν επίσης ανοικτή υπόθεση. Ναι είχαν μόλις τον V4 από την προηγούμενη χρεωκοπία, όμως ξεκινούσαν εκ νέου από την αρχή και καμία δέσμευση δεν υπήρχε. Το πρώτο που μελέτησαν ήταν η διάταξη. Έβαλαν στόχο να έχει εξαιρετικά μικρό μεταξόνιο και απόδοση πάνω από διακόσια άλογα, οπότε ήθελαν V4 αλλά όχι ενενήντα μοιρών γιατί ανοίγει πολύ το μεταξόνιο και δεν πετυχαίνει η συγκέντρωση μαζών στην οποία είχαν καταλήξει πως χρειάζονται, οδηγώντας τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές στους δρόμους. Τελικά οι 72ο μοίρες τους έδωσαν τις μικρότερες παραχωρήσεις από πλευράς χωροταξίας και σηκώνοντας τον κινητήρα σε πιο κατακόρυφη σχεδίαση, επανατοποθετώντας τον αντικραδασμικό άξονα σε άλλο σημείο και αντίστοιχα σχεδιάζοντας το κάρτερ και την κεφαλή, κατάφεραν να δώσουν το μικρότερο μεταξόνιο σε Superbike των 1200 κυβικών, αλλά ταυτόχρονα με μακρύ ψαλίδι. Αυτό δημιουργεί έναν πολύ ενδιαφέρον μοχλό όταν χρησιμοποιείς στην έξοδο την υψηλή αδράνεια του κινητήρα για να ρίξεις την μοτοσυκλέτα στο ξεκίνημα της επόμενης στροφής. Στόχος τους ήταν η υψηλή ευκολία, όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο για τον άπειρο αναβάτη. Απεναντίας ένας έμπειρος στην πίστα θα βρει στο Manx R ένα παιχνίδι με τεράστια δύναμη, όμως ας μην ξεχνάμε πως φτιάχτηκε για εκείνον που θέλει να κάνει βόλτες και πιο σπορ οδήγηση σε Track Day χωρίς ποτέ να τον ενδιαφέρουν οι αγώνες. Αυτός όμως, θα χρειαστεί προσαρμογή στην σέλα της, δεν πρόκειται να είναι εύκολο πράγμα η διαχείριση αυτής της φοβερής ροπής σε μία τόσο μικρή μοτοσυκλέτα.Το καλό είναι πως μπορείς να την οδηγήσεις με χαμηλή ταχύτητα σε τουριστικό ρυθμό, παρά την τραχιά απόκριση που έχει το γκάζι.

Norton

Η μέγιστη ιπποδύναμη βρίσκεται στις 11.500, σχεδόν 2.000 στροφές κάτω από τους υπόλοιπους, όπως και η ροπή, το ίδιο νωρίτερα. Αν απέδιδε το γκάζι της στις 13.500 στροφές, τότε δεν θα είχε τραχιά απόδοση, όμως και πάλι είναι εξαιρετικά εύκολη η διαχείριση της δύναμης και ο έλεγχος της γκαζιέρας χωρίς αυτό να γίνεται πρόβλημα. Αυτό οφείλετε στην παράδοξη ανάφλεξη που δημιουργεί ένα κύμα, το ονομάζουν “phased pulse firing” και αν δεν το είχαν κάνει αυτό, τότε απλά η μοτοσυκλέτα θα κατέστρεφε το πίσω λάστιχο σε κάθε δεύτερη βόλτα, μπορεί και σε μία, μαζί με τα χέρια σου και τον αυχένα σου. Ο πρώτος κύλινδρος είναι ο πίσω όπου βάζουμε το 0 του κύκλου των 72ο με τον τρίτο και όχι τον δεύτερο κύλινδρο να έρχεται στις 180ο μοίρες. Όμως ο δεύτερος κύλινδρος δεν χτυπά στις 360ο όπως θα περίμενε κανείς αλλά περιμένει άλλες 72ο και έτσι η ανάφλεξη γίνεται στις 432ο συνολικής περιστροφής ή αν θέλετε 252ο μετά τον τρίτο κύλινδρο. Ο τέταρτος τώρα δεν περιμένει τόσο, αλλά έρχεται ξανά σε διάστημα 180ο από τον δεύτερο, συνολικά 612ο από την αρχή του κύκλου και αυτό αφήνει μόνο 108ο για τον πρώτο κύλινδρο. Μεταφέροντας την απόσταση και αλλάζοντας την σειρά, δημιουργούν μία κυματιστή απόδοση, αρκετά πιο ομαλή από άλλους V4 συνδυάζοντας με ένα λόγο γραναζώματος τελικής μετάδοσης πολύ ιδιαίτερο για Superbike, στο 2.41, όταν η πρώτη σχέση στο κιβώτιο έχει λόγο γραναζιών 2.60. Αν τώρα τα ηλεκτρονικά δεν είναι από μόνα τους εξελιγμένα σε άλλο επίπεδο, αντίστοιχο αυτών των επιλογών, τότε η μοτοσυκλέτα δεν θα μπορούσε να έχει την επιθυμητή φιλικότητα και να είναι ένα μέσο διασκέδασης όλες τις ώρες. Διότι δεν θα μπορούσε να οδηγηθεί από την πλειοψηφία.

Η απάντηση δόθηκε από την Marzocchi που έφερε μία λύση από τα MotoGP απευθείας. Εκτός της IMU 6 αξόνων τα ηλεκτρονικά της Norton έχουν ένα αναλογικό ποτενσιόμετρο μέσα στο καλάμι και έτσι δεν χρειάζεται να μαντεύουν αν η μοτοσυκλέτα σουζάρει ή ανεβαίνει ανηφόρα. Μία μαντεψιά που με την IMU δεν είναι παραπάνω από μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου, αρκετό όμως διάστημα στις ταχύτητες που μιλάμε, ιδιαίτερα όταν περνάς λακκούβες με 220-240 στο κοντέρ ή κρατάς το γκάζι ανοικτό με γεμάτη τετάρτη πάνω από κούρμπες του δρόμου που απογειώνουν τον εμπρός τροχό. Η διαφορά για εμένα φάνηκε απευθείας μέσα στην πίστα καθώς βρισκόμουν εκεί μόλις με δύο εβδομάδες διαφοράς από τον εξάωρο αγώνα με το νέο GSXR-R.

Διαφορετική χάραξη πίστας, καθώς το Monteblanco δίνει αυτή την δυνατότητα, αλλά ίδιες οι πίσω στροφές με την έντονη υψομετρική δεξιά που οδηγεί σε σούζα. Συγκριτικά παραμένει το GSXR-R πολύ πιο εύκολη μοτοσυκλέτα, όμως όταν συνηθίσεις την εκρηκτικότητα του Manx R, αντιλαμβάνεσαι πως απλώς πρόκειται για δύο διαφορετικά rollercoster. Εκεί που το GSXR-R σηκωνόταν προβλεπόμενα και αργά αλλά εύκολα σου έφευγε ψηλότερα από αυτό που θα ήθελες, το Manx R σηκώνεται πιο απότομα αλλά πολύ πιο προβλέψιμα. Το πιο εντυπωσιακό όμως, που δεν έχω πετύχει ποτέ σε άλλη μοτοσυκλέτα ήταν η αργή επαναφορά του εμπρός τροχού όσο ήταν στον αέρα. Δεν είχες το κρέμασμα που νιώθεις στο τιμόνι κάθε μοτοσυκλέτας που μόλις έχει σουζάρει δίνοντας την μέγιστη διαδρομή, αλλά μία αργή επαναφορά και μία μαγευτική προσγείωση στα μαλακά, χωρίς να έχεις προσπαθήσει να το γλυκάνεις με το γκάζι. Διότι στην πίσω μεριά της πίστας δεν έχεις αυτή την ευχέρεια, πρέπει να πέσεις στα φρένα για την αριστερή που ακολουθεί. Στον πρώτο γύρο μου φάνηκε πως ήταν ιδέα μου και χρειάστηκε τρεις ακόμη για να βεβαιωθώ πως η εμπρός ανάρτηση κάνει κάτι καινούριο και πως τα ηλεκτρονιά προσπαθούν να σε κάνουν να νιώσεις καλύτερα στην σούζα, αντί να την κόψουν και να σε προσγειώσουν σε κάτι που μπορούν να ελέγξουν καλύτερα. Ο Gilles με ευχαριστεί που συζητάμε κάτι που προσπάθησαν να πετύχουν και επιβεβαιώνει πως είναι από σχεδιασμό, είναι κάτι που πέτυχαν μετά από αρκετή προσπάθεια.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονίσει κανείς για δεύτερη φορά πως μιλάμε για τις κάρμπον ζάντες που από μόνες τους αξίζουν όσο ένα Superbike και μαζί με τα υπόλοιπα ανθρακονήματα ανεβάζουν την τιμή κατά σχεδόν 50% από την έκδοση που έχει απλά τις ημι-ενεργητικές αναρτήσεις και σχεδόν 90% συγκριτικά με την βασική έκδοση, σε τιμές Αγγλίας που είναι και οι μόνες γνωστές αυτή την στιγμή. Με τις κανονικές ζάντες που και εγώ θα προτιμούσα για μοτοσυκλέτα που κινείται σε δρόμους γεμάτους λακκούβες, το φαινόμενο αυτό θα είναι μικρότερα, αλλά θα συνεχίσει να υπάρχει και να χαρακτηρίζει τις επικές σούζες ισχύος που σου προσφέρει αυτή η μοτοσυκλέτα όταν σερφάρει στο τσουνάμι ροπής που στέλνει στον πίσω τροχό, διότι απλό κύμα δεν είναι. Ο Gilles θέλει το όνομα της Norton να γίνει συνώνυμο της Ροπής από εδώ και πέρα και για μία μικρή μερίδα αγωνιζόμενων που το πήγαν στο Isle of Man για διασκέδαση και τελική έγκριση πριν την παραγωγή, ο χαρακτηρισμός αυτός ήδη ισχύει.

Norton

Στον επαρχιακό δρόμο είναι άλλωστε που το Manx R θα ξεδιπλώσει τις αρετές του. Στα είκοσι χρόνια της καριέρας μου εδώ, δεν έχω ξανά πάει ταχύτερα σε αποστολή μοτοσυκλέτας. Φταίει βέβαια που η Norton είχε προσλάβει την εταιρεία που εμπιστεύεται και η Triumph για τις παρουσιάσεις μοτοσυκλετών όπου ένας από τους τρεις πλοηγούς που έχουν είναι ξακουστός στον μικρόκοσμο, έχει μαζέψει κατά καιρούς διάφορα παράπονα από άλλους δημοσιογράφους για τον υψηλό ρυθμό που κρατά, παλαιός αγωνιζόμενος σε Tourist Trophy και προπονητής αναβατών για το BSB, ο Γκάμπι με χαιρέτισε πριν ξεκινήσουμε και με έβαλε στην πρώτη μοτοσυκλέτα πίσω του, γελώντας σαρδόνια. Κατάλαβα τι με περίμενε αλλά όχι σε αυτό τον βαθμό που ακολούθησε. Ξεφύγαμε από το υπόλοιπο γκρουπ και κάποια στιγμή τον άφησαν να ανοίξει και μπροστά καθώς ήταν μορφή αγώνα πλέον και όχι γρήγορη βόλτα. Μιλώντας με τους αντίστοιχους στην πρώτη σέλα, από τα υπόλοιπα γκρουπ μιας και γνωριζόμαστε μετά από τόσα χρόνια, είχαν την ίδια αντίδραση. Από ένα σημείο και μετά τον άφησαν διότι πήγαιναν ταχύτερα στην κλειστή διαδρομή, από ότι στην πίστα κάνοντας ένα κανονικό Isle of Man! Οι δυνατότητες αυτής της μοτοσυκλέτας ξεφεύγουν από τον μέσο όρο, όχι λίγο αλλά πολύ. Ο ήχος της είναι φανταστικός γιατί φτιάχτηκε άλλωστε από τον άνθρωπο που έφερε την Superveloce στην Γη και καθότι πιο δύσκολο, μία αρκετά καλή δόση του ήχου αυτού έχει και η Enduro Veloce. Το ακούς να έρχεται σε επαρχιακό δρόμο από μακριά και είσαι ανάμεσα σε αυτοκίνητο Rally ή MotoGP μοτοσυκλέτα, ανάλογα τα πρανή και το ύψος τους, μπορεί και τα δύο μαζί!

Η τεράστια έγχρωμη οθόνη των 8 ιντσών, συγκριτικά με το μέγεθος της μοτοσυκλέτας, προσφέρει πλοήγηση και συνδέεται με το κινητό και αν δεν το κάνεις αυτό, αφήνει μεγάλο μαύρο κενό χωρίς πολλές ενδείξεις, στοιχείο πως μπορούσε να γίνει μικρότερη. Στο μεταξύ όλοι οι διακόπτες είναι μεταλλικοί, θέλοντας αυτή η αναβαθμισμένη αίσθηση και η διαφορά από κάθε τι άλλο να περνά μέσα από γάντι και να φτάνει στο χέρι σου. Τι θα γίνει, λέω στον Gilles, όταν θα πάρω ένα Manx R και θα το παρκάρω στο Ελληνικό καλοκαίρι δίπλα στο κύμα; Δεν θα γίνει τίποτα, απάντησε κατευθείαν. Το καλό με την TVS είναι πως ήθελαν να ξεχωρίσουν στην τοπική αγορά τους όχι ως οι φθηνότεροι, αλλά ως εκείνοι με την μεγαλύτερη αντοχή στον χρόνο. Έχουν ένα μηχάνημα πλύσης αλατιού και από εκεί περάσαμε και τους διακόπτες. Προσομοίωση 30 ετών έκθεσης μέσα σε 700 ώρες γιατί ανεβοκατεβάζουμε την θερμοκρασία πολύ γρήγορα στους 45ο κελσίου από πολύ χαμηλά, κρατώντας την υγρασία πολύ ψηλά με αλατισμένο νερό. Αν μπεις εκεί μέσα, βγαίνεις σταφίδα. Οι πλαστικοί διακόπτες έχουν χάσει το χρώμα τους στο μισό χρόνο, αυτοί εδώ έβγαλαν όλο τον κύκλο. Θα σας αφήσω με το εξής απλό ερώτημα: Πως θα μπει στο μέλλον δίπλα στο Manx R, ένα Norton φτιαγμένο απευθείας από την TVS;

Εξοπλισμός αναβάτη
Στολή: Bering
Κράνος: SHOEI
Μπότες: Sidi
Γάντια: Bering

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

 

Μοντέλο:

Norton Manx R

 

Αντιπρόσωπος:

MUVUS AE

Τιμή:

Αναμένεται

Εγγύηση:

3 χρόνια

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ

Μήκος (mm):

-

Ύψος (mm):

-

Μεταξόνιο (mm):

1.435

Απόσταση από το έδαφος (mm):

-

Ύψος σέλας (mm):

840

Ίχνος (mm):

94,5

Γωνία κάστερ (˚):

24,1

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Χυτό αλουμινίου περιμετρικό

Πλάτος (mm):

-

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

210 / 219

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, υγρόψυκτος τετρακύλινδρος διάταξης V 72 μοιρών με 2ΕΕΚ, 4 β/κ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

82 x 55,1

Χωρητικότητα (cc):

1200

Σχέση συμπίεσης:

14:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

206 / 11.500

Ροπή (kgm/rpm):

13,25 / 9.000

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

171,66

Τροφοδοσία:

RBW ψεκασμός

Σύστημα εξαγωγής:

4-2-1

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος με υποβοήθηση

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια / 1.6491

1η  Σχέση

2.60

2η Σχέση

2.06

3η Σχέση

1.70

4η Σχέση

1.48

5η Σχέση

1.35

6η Σχέση

1.26

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα, γρανάζια / 2.41

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ανεστραμμένο πιρούνι Marzocchi

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

120//45

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

Χυτή αλουμινίου 17” x 3.50”

Ελαστικό:

Pirelli Diablo Supercorsa SP-V4 120/70 ZR17

ΦΡΕΝΟ

Διπλοί ημι-πλευστοί δίσκοι 320 mm με ακτινικές δαγκάνες Brembo Hypure και Bosch Cornering ABS EVO

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Αμορτισέρ Marzocchi RSU

Διαδρομή (mm):

126

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

Χυτή αλουμινίου 17” x 6.00”

Ελαστικό:

Pirelli Diablo Supercorsa SP-V4 200/55 ZR17

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 245 mm με πλευστή δαγκάνα δύο εμβόλων Brembo και και Bosch Cornering ABS EVO

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Έγχρωμη TFT οθόνη 8 ιντσών με δυνατότητα συνδεσιμότητας και πλοήγησης, ενδείξεις για στροφόμετρο, ταχύμετρο, ένδειξη επιλεγμένης σχέσης, αυτονομία, θερμοκρασία λειτουργίας, πίεσης ελαστικών, περιβάλλοντος, μέση και στιγμιαία κατανάλωση, ρολόι και πλήρεις ενδεικτικές λυχνίες. Full LED φώτα με δυνατότητα ρύθμισης καλωσορίσματος, Riding Modes, χαρτογραφήσεις κινητήρα, cornering cruise control, ρυθμιζόμενο traction control με cornering χαρακτηριστικά, ρυθμιζόμενο ABS με cornering χαρακτηριστικά, μεταλλικοί διακόπτες, ημι-ενεργητικές αναρτήσεις, καρμπον τροχοί, μπαταρία ιόντων λιθίου, αντικλεπτική παρακολουθήση θέσης μοτοσυκλέτας, keyless, hill hold, slide control.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

14 / -