Kawasaki KLX 150L (2014)

Μικρό αλλά θαυματουργό
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

9/10/2017

Ένα οn-off με μόλις 150 κυβικά, αλλά με τεράστιες δυνατότητες από τον ζωντανό κινητήρα, τις εξαιρετικές  αναρτήσεις, την εργονομική σχεδίαση και ένα συνολικά πολύ αξιόμαχο πακέτο. Τελικά χρειάζεται τρόπος κι όχι κόπος…

Το συγκεκριμένο άρθρο γράφτηκε το 2014 και δημοσιεύθηκε στο τεύχος 537 του ΜΟΤΟ, και αφορά την πληρέστερη και πιο ολοκληρωμένη δοκιμή του Kawasaki KLX 150, έτσι όπως μόνο το ΜΟΤΟ έχει τη δυνατότητα να κάνει

Με την πρώτη ματιά σε ξεγελάει, αφού οι τροχοί των 21’’ εμπρός και των 18’’ πίσω σε κάνουν να πιστεύεις ότι πρόκειται για ένα εργονομικά σχεδιασμένο 250, όμως η πιο σχολαστική ματιά πέφτει στο αυτοκόλλητο που μαρτυρά την χωρητικότητα των 150 κυβικών και σε κάνει να αναρωτιέσαι να είναι αρκετά για να κινήσουν γρήγορα αυτό το μικρό θαύμα.
Όταν βάλεις σε λειτουργία αυτόν τον κινητήρα και ξεκινήσεις, την σύγχυση την διαδέχεται η έκπληξη και ο θαυμασμός γιατί ο κινητήρας αποδεικνύεται πολύ ζωντανός και αξιόμαχος και για κάποιον που θέλει κάτι διαφορετικό για καθημερινή και οικονομική μετακίνηση, έχοντας αποκλείσει τα παπιά και τα scooter από την εξίσωση, το νέο KLX 150L είναι το ιδανικότερο.
Το μικρό μονοκύλινδρο κατασκευάζεται στο εργοστάσιο της Kawasaki στην Ταϋλάνδη και αυτό δεν είναι ανασταλτικός παράγοντας για την ποιότητα κατασκευής, αφού τα πάντα είναι προσεγμένα, υπάρχει καλή συναρμογή μεταξύ των πλαστικών και της σέλας, ενώ μια εβδομάδα που είχαμε το KLX στην διάθεσή μας και για περίπου 1000 χιλιόμετρα διαδρομών, δεν μας απασχόλησε ούτε στις λεπτομέρειες.

Η καλή δύναμη σε συνδυασμό με την καλή λειτουργία αλλά και το χαμηλό βάρος του KLX δίνουν άριστες επιδόσεις από τον αερόψυκτο κινητήρα των 150 κυβικών

 

Εν τω απλώ το ευ
Ο κινητήρας στην θεωρία δείχνει παλιός και ξεπερασμένος τεχνολογικά, όμως στην πράξη η άποψη αυτή αναθεωρείται ριζικά. Ο αερόψυκτος κινητήρας έχει χωρητικότητα 144 κυβικά και η τροφοδοσία γίνεται από ένα καρμπιρατέρ της Keihin WCV 24. Το κιβώτιο ταχυτήτων έχει 5 σχέσεις και η εξάτμιση είναι εναρμονισμένη με τις προδιαγραφές Euro 3 προσφέροντας μια σχεδόν αθόρυβη λειτουργία. Το πλαίσιο είναι ατσάλινο περιμετρικό και συνεργάζεται με ένα συμβατικό πιρούνι 33 χιλιοστών και ένα αμορτισέρ με προοδευτικό μοχλικό που διαθέτει ως μοναδική ρύθμιση την προφόρτιση των 5 θέσεων. Οι τροχοί των 21’’ και 18’’ αντίστοιχα είναι εφοδιασμένοι με τα ελαστικά Trials GP της IRE που στην πράξη αποδείχτηκαν πάρα πολύ καλά. Στον τομέα της πέδησης έχουμε ένα δίσκο 240 εμπρός με δαγκάνα δυο εμβόλων και για πίσω δίσκο 190 και δαγκάνα ενός εμβόλου.
Πολύ λιτά είναι τα όργανα που έχουν μόνο αναλογικές ενδείξεις ταχύτητας και χιλιομετρητή και λυχνίες για φώτα, φλας και ένδειξη νεκράς, ενώ απουσιάζει η ένδειξη για την βενζίνη που είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει.

Οδηγώντας
Πατώντας το κουμπί της μίζας έρχεται αμέσως στη ζωή ο κινητήρας όμως ο πολύ ήρεμος τρόπος λειτουργίας, σχεδόν αθόρυβος, σε κάνει να πιστεύεις ότι αυτό το πράγμα δεν πρέπει να “παίρνει τα πόδια του”. Μέγα λάθος γιατί μόλις βάλεις ταχύτητα και αφήσεις την μανέτα του συμπλέκτη, έρχεται η πρώτη ευχάριστη έκπληξη μιας και ο κινητήρας έχει αρκετή δύναμη από χαμηλά και επιταχύνει πολύ γρήγορα, ενώ ένα ακόμα σημείο που σου προκαλεί εντύπωση είναι το πολύ καλό κιβώτιο όπου οι σχέσεις αλλάζουν πολύ εύκολα και κουμπώνουν θετικά μεταξύ τους και με ακρίβεια.
Η καλή κλιμάκωση του κιβωτίου βοηθάει ακόμα περισσότερο αυτό τον κινητήρα να δείξει τις αρετές του, αφού μέσα στην κίνηση ξεκολλάς εύκολα στο σταμάτα-ξεκίνα ενώ σε στάση από φανάρι σίγουρα θα φύγεις σφαίρα όταν ανάψει πράσινο. Η σχεδίαση του KLX 150 είναι ιδιαίτερα εργονομική και λεπτή και το τιμόνι είναι τοποθετημένο στην σωστή θέση για των μέσο όρο των αναβατών. Κόβει αρκετά και αυτό βοηθάει στους ελιγμούς, ενώ το σημείο που είναι τοποθετημένα τα μαρσπιέ προσφέρουν στα πόδια την ιδανική κλίση που σε κρατάει ξεκούραστο ακόμα και αν οδηγείς για ώρα.

Η σέλα είναι μακριά και στενή αλλά καλή μόνο για τον αναβάτη γιατί ο συνεπιβάτης θα πρέπει να στριμωχτεί λίγο. Επίσης διαθέτει και αποθηκευτικό τσαντάκι που φιλοξενεί εργαλεία για μικρό επισκευές

 

Η σέλα είναι μακριά και λεπτή και αφήνει τον αναβάτη να κινείται εύκολα πάνω της, όμως όταν ανέβει και συνεπιβάτης τότε τα πράγματα γίνονται στενά και δεν υπάρχει άνεση και για τους δυο.
Βέβαια οι εκπλήξεις δεν σταματούν εδώ γιατί όταν αποφασίσεις να κάνεις εξόρμηση στην φύση θα διαπιστώσεις ότι το KLX δεν είναι μια on-off μοτοσυκλέτα μόνο στην όψη αλλά και στην πράξη, αφού τόσο το πλαίσιο όσο και οι αναρτήσεις συμβάλουν σημαντικά στην απολαυστική οδήγηση στο χώμα. Η απόσταση από το έδαφος φτάνει τα 300 χιλιοστά και αυτό σημαίνει ότι περνάς εμπόδια χωρίς να βρίσκεις πάνω τους. Το πλαίσιο είναι στιβαρό και άκαμπτο αλλά και η διαδρομή των αναρτήσεων κάνει αυτό το μοτοσυκλετάκι ένα αξιόμαχο εργαλείο για να χαρείς και οδήγηση στο χώμα, τηρούμενων των αναλογιών πάντα. Δεν λέμε ότι μπορείς να κάνεις αγωνιστικό endurο, όμως σε δασικούς δρόμους αλλά και σε μονοπάτια χωρίς υπερβολικές ανωμαλίες τα πάει περίφημα.
Μέσα στην πόλη η συμπεριφορά του εμπνέει ασφάλεια και είναι προβλέψιμη, προσφέρει ευελιξία και καλό κράτημα, ενώ με ταχύτητες έως τα 100 χιλιόμετρα την ώρα είναι απόλυτα σίγουρο και σταθερό. Όταν όμως πλησιάζει προς το όριο της τελικής (τα 125km/h) κάποιοι μικροί κραδασμοί θα εμφανιστούν, όχι όμως κάτι το ανησυχητικό για να χαλάσουν την όμορφη εικόνα.

Θα διαπιστώσεις ότι το KLX δεν είναι μια on-off μοτοσυκλέτα μόνο στην όψη αλλά και στην πράξη

Μπορεί το KLX να προσφέρει όταν το οδηγείς όλες τις μοτοσυκλετιστικές αρετές που αναφέραμε πιο πάνω, όμως η κατανάλωσή του είναι στα επίπεδα ενός παπιού και αυτό το κάνει ακόμα πιο δελεαστικό, αφού φτάνει στα 3 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα. Δηλαδή, με γεμάτο το ρεζερβουάρ των 7 λίτρων, προσφέρει μια αυτονομία που ξεπερνάει τα 220 χιλιόμετρα, αν και όσο αφορά την βενζίνη χρειάζεται μια προσοχή για να μην μείνεις, αφού στα λιτά όργανα δεν υπάρχει ένδειξη να σε προειδοποιήσει. Υπάρχει βέβαια θέση για ρεζέρβα αλλά είναι εύκολο να την ξεχάσεις σε αυτή την θέση και να βρεθείς να σπρώχνεις στην αναζήτηση βενζινάδικου.

Τα φρένα ακολουθούν δυσανάλογη πορεία μεταξύ τους, με το μεν πίσω να είναι δυνατό με καλή αίσθηση στο πάτημα του λεβιέ, ενώ το εμπρός έχει πολύ μαλακή αίσθηση και πρέπει να πιέζεις την μανέτα σε μεγάλη διαδρομή για να νιώσεις να επιβραδύνει. Αυτό ήταν κάτι που αφαιρεί πόντους στον τομέα του φρεναρίσματος στην άσφαλτο, γιατί στο χώμα η συγκεκριμένη λειτουργία βοηθά περισσότερο σε συνθήκες μειωμένης πρόσφυσης.

Τα όργανα είναι λιτά χωρίς πολλές ενδείξεις και η μη ύπαρξη δίκτυ για την ένδειξη της βενζίνης είναι ένα μικρό μειονέκτημα

 

Το ολοκληρωμένο
Με όψη και επιδόσεις που θυμίζουν μεγαλύτερη μοτοσυκλέτα, με ευκολία στην χρήση και δυνατότητα να κινηθείς σε πολλά τερέν, εργονομία και καλή ποιότητα κατασκευής και προπάντων οικονομία στην κατανάλωση, το KLX ένα ολοκληρωμένο πακέτο και αρκετά δελεαστικό για κάποιον που δεν θέλει παπί αλλά ούτε και μεγαλύτερη μοτοσυκλέτα. Το μοναδικό μειονέκτημα που έχει το KLX είναι ότι με δυο άτομα στην σέλα δεν υπάρχει άνεση αλλά όπου αλλού κι αν το εξετάσεις σχολαστικά, θα ανακαλύψει ότι τα 3.290 ευρώ που κοστίζει τα αξίζει μέχρι και το τελευταίο σεντ.

Τα ελαστικά της IRC έχουν άριστη συμπεριφορά τόσο στην άσφαλτο όσο και στο χώμα ενώ η απόδοσή στο βρεγμένο ήταν μια ακόμα ευχάριστη έκπληξη

 

Τεχνικά Χαρακτηριστικά

 
Αντιπρόσωπος:
TEOMOTO A.E.
 
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.080
Ύψος (mm):
1.145
Μεταξόνιο (mm):
1.340
Απόσταση από το έδαφος (mm):
300
Ύψος σέλας (mm):
875
Ίχνος (mm):
107
Γωνία κάστερ (˚):
26,5
Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):
600
Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):
730
Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):
830
Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):
410
 
ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ
114,5
(χωρίς καύσιμο: 109,25)
Πίσω
53%
Εμπρός
47%
Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:
4,1
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο περιμετρικό
Πλάτος (mm):
770
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
-/110
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος μονοκύλινδρος αερόψυκτος 1ΕΕΚ, με 2 βαλβίδες
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
58x54,4
Χωρητικότητα (cc):
144
Σχέση συμπίεσης:
9,5:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
12/8.000
Ροπή (kg.m/rpm):
11,3/6.500
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
 
Τροφοδοσία:
Καρμπιρατέρ Keihin NCV24
Σύστημα εξαγωγής:
1:1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ με αντλία λαδιού
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολίδισκος μηχανικός
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Γρανάζια – 25/72
Τελική μετάδοση / σχέση:
Αλυσίδα – 14/47
 
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Μονό αμορτισέρ με μοχλισμό Uni-Track
Διαδρομή (mm):
190
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
410-18
Ελαστικό:
ARC Trials GP22R
ΦΡΕΝΟ
Ένας δίσκος 190 mm με δαγκάνα ενός εμβόλου
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Αναλογικό ταχύμετρο, ολικός χιλιομετρητής, φώτα φλάς, νεκρά
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Συμβατικό τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
175/33
Ρυθμίσεις:
 
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
2,75-21
Ελαστικό:
ARC Trial GP21R
ΦΡΕΝΟ
Ένας δίσκος 240 mm με δαγκάνα δυο εμβόλων
 
 
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Μέση
 
Ελάχιστη
 
Μέγιστη
 
Αυτονομία (km):
 
Αυτονομία ρεζέρβας (km):
 
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
7 / -

 

 

Ετικέτες

Οδηγούμε πρώτοι στη νέα άσφαλτο της πίστας των Σερρών

Τί άλλαξε και τί έμεινε ίδιο
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

26/9/2021

Πριν περίπου 22 χρόνια το ΜΟΤΟ έκανε το πρώτο συγκριτικό τεστ μοτοσυκλετών στην ολοκαίνουρια τότε πίστα των Σερρών και από την πρώτη στιγμή την αγαπήσαμε περισσότερο από κάθε άλλη πίστα. Η φανταστική χάραξη, η εντυπωσιακή πρόσφυση και η πάντα εξαιρετική φιλοξενία όλων των ανθρώπων που δουλεύουν μέσα και έξω από αυτό το στολίδι του μηχανοκίνητου αθλητισμού της Β. Ελλάδας (και ολόκληρης της χώρας μας), έκαναν το πολύωρο ταξίδι από την Αθήνα να φαίνεται μια ευχάριστη εκδρομή.

Εκεί κάναμε τα πρώτα μαθήματα οδήγησης σε πίστα που έγιναν στην Ελλάδα και εκεί πάμε για να κάνουμε τα πιο σημαντικά συγκριτικά τεστ των κορυφαίων σπορ μοτοσυκλετών. Είναι το δεύτερο σπίτι μας στην κυριολεξία και έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη, τόσο του επιπέδου της δουλειάς μας, όσο και στο επίπεδο των Ελλήνων αναβατών, που πλέον έχουν ένα υψηλού επιπέδου “πεδίο δράσης” να αγωνιστούν και να προπονηθούν. Αυτό φάνηκε περισσότερα στα χρόνια που ακολούθησαν, όπου πλέον βλέπουμε τους Έλληνες αναβάτες να φέρνουν εξαιρετικά αποτελέσματα στους αγώνες του εξωτερικού.

Φυσικά μετά από τόσα χρόνια λειτουργίας, η άσφαλτος της πίστας είχε αρχίσει να κουράζεται σε κάποια σημεία και το επίπεδο της πρόσφυσης άρχισε να πέφτει. Η πρώτη προσπάθεια που έγινε από τους ανθρώπους της πίστας ήταν να στρώσουν με καινούρια άσφαλτο τα προβληματικά τμήματα της πίστας.

Δυστυχώς όμως η ποιότητα της δουλειάς που έγινε τότε δεν ήταν η αναμενόμενη με αποτέλεσμα οι ραφές και οι ενώσεις να δημιουργήσουν σαμαράκια και η καινούρια άσφαλτος να “ξεφτίσει” πολύ γρήγορα.

Ακολούθησαν άμεσα διορθωτικά έργα, με καινούρια ασφαλτόστρωση στα προβληματικά σημεία και αυτή τη φορά η πρόσφυση επανήλθε σε υψηλό επίπεδο – όχι όμως στο επίπεδο που ήταν η αρχική άσφαλτός.

Εδώ να κάνουμε μια παρένθεση και να πούμε δύο σημαντικά πράγματα. Η πρώτη ασφαλτόστρωση είχε κορυφαία πρόσφυση (ακουμπάγαμε γόνατο σε τεστ supersport 600 με καταρρακτώδη βροχή και sport-touring ελαστικά πρώτης τοποθέτησης και τεχνολογίας εικοσαετίας) όμως λόγω του χοντρού/άγριου χαλικιού της “έτρωγε” γρήγορα τα ελαστικά. Όταν πέρασαν τα χρόνια και οι μύτες αυτών των χοντρών χαλικιών άρχισαν να λειαίνονται, η πρόσφυση έπεσε, αλλά η μεγάλη φθορά των ελαστικών παρέμεινε.

Έτσι ξεκίνησαν τα παράπονα των αγωνιζόμενων (χάλαγαν πολλά ελαστικά, χωρίς να βελτιώνουν τους χρόνους τους), οπότε ξεκίνησε η διαδικασία από τους ανθρώπους της πίστας για την “τμηματική” αντικατάσταση του ασφαλτοτάπητα.

Τα νέα κομμάτια που στρώθηκαν είχαν πλέον πιο λεπτό χαλίκι, οπότε η φθορά των ελαστικών επανήλθε σε φυσιολογικά επίπεδα και φυσικά ως καινούρια πλέον άσφαλτος, το επίπεδο της πρόσφυσης έγινε ξανά υψηλό.

Σε συνδυασμό με την πρόοδο της τεχνολογίας των ελαστικών και των μοτοσυκλετών, τα ρεκόρ χρόνου βελτιώθηκαν, παρά το γεγονός πως οι “ραφές’ και οι “ενώσεις” είχαν δημιουργήσει σαμαράκια στις εισόδους και στις εξόδους αρκετών στροφών.

Το βασικό “πρόβλημα” δηλαδή που έπρεπε να λυθεί με αυτή την καινούρια ασφαλτόστρωση ήταν οι ανωμαλίες της επιφάνειας της πίστας και όχι το επίπεδο της πρόσφυσης.

Έτσι αυτή τη φορά οι άνθρωποι της πίστας αποφάσισαν την ολική αντικατάσταση του ασφαλτοτάπητα και όχι την τμηματική.

Το έργο αυτό πέρασε από πολλά εμπόδια για να χρηματοδοτηθεί και η προσπάθεια που έγινε από την μεριά των ανθρώπων της πίστας για να ολοκληρωθεί δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση.

Φτάσαμε λοιπόν στο σήμερα και όπως πριν από 22 χρόνια, έτσι και τώρα το ΜΟΤΟ ταξίδεψε στις Σέρρες με τις πρώτες μοτοσυκλέτες που θα πάταγαν πάνω στην καινούρια άσφαλτο της πίστας.

Καθώς αυτό το έργο αφορά, τόσο τους αγωνιζόμενους, όσο και τους απλούς φίλους των track day, αποφασίσαμε να πάρουμε μαζί μας ό,τι ακριβώς χρειαζόμασταν για να καλύψουμε τις ανάγκες και τις απορίες των δύο διαφορετικών αυτών κατηγοριών αναβατών.

Ο Σάκης Συνιώρης και η προσωπική του αγωνιστική Yamaha R1 με ελαστικά slick, μαζί με ένα KTM 1290 Superduke R και ελαστικά δρόμου μπήκαν μαζί μας στο φορτηγό του ΜΟΤΟ και έφτασαν στην πίστα των Σερρών.

Σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε κάτι σημαντικό. Δεν ξέρουμε ποιός πραγματικά μπαίνει στην διαδικασία να κάνει τόσα έξοδα, συνυπολογίζοντας και τον χρόνο για να δοκιμάσει μία άσφαλτο, δεν δικαιολογείται δηλαδή, εκτός κι αν μιλάμε για το ΜΟΤΟ... και οι συγκυρίες ευτυχώς ανέλαβαν τα υπόλοιπα.

Ο καιρός ήταν τέλειος, με λιακάδα και δροσερό αεράκι να κρατά το σώμα μας και τα ελαστικά στη σωστή θερμοκρασία λειτουργίας καθ΄όλη τη διάρκεια των δύο ημερών που ήμασταν εκεί.

Η πρώτη αναγνωριστική βόλτα στην πίστα έγινε με το SuperdukeR και τα ελαστικά δρόμου.

Η αίσθηση είναι κάπως παράξενη όταν μπαίνεις σε μια πίστα που την ξέρεις τόσο καλά, αλλά την ίδια στιγμή η εικόνα και τα χρώμα έχουν αλλάξει.

Η ενιαία μαύρη φρέσκια πίσσα στην άσφαλτο και το έντονο άσπρο/κόκκινο χρώμα των βιράζ (δεν είχαν βαφτεί όλα), δημιουργούν μια εντελώς διαφορετική οπτική σε σχέση με ό,τι είχε συνηθίσει το μάτι σου όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Αρχικά νομίζεις πως η πίστα έγινε δυο-τρία μέτρα πιο φαρδιά! Ειδικά στις Κ1-Κ2 νομίζεις πως μπαίνεις σε… αεροδιάδρομο. Το ενιαίο χρώμα χωρίς σημάδια πατήματως και γραμμών δημιουργούν αυτή την αίσθηση. Το ίδιο νοιώθεις φτάνοντας στην Κ5 και στο τριπλό χρειάστηκαν πολλοί γύροι μέχρι να βρούμε τη σωστή γραμμή μας.

                                                 

Καθώς ήμασταν οι πρώτες μοτοσυκλέτες που μπήκαμε στην πίστα και πριν από εμάς είχαν μπει μόνο μερικά αυτοκίνητα, η άσφαλτος είχε ακόμα πάνω της πολύ σκόνη και αυτή η σκόνη θα φύγει μόνο με την χρήση της πίστας και το πέρασμα του χρόνου.

Ήδη η πίστα έχει πλυθεί αρκετές φορές με πίεση νερού από την υδροφόρα του δήμου και μάλιστα η τελευταία φορά ήταν ακριβώς το προηγούμενο βράδυ πριν μπούμε εμείς.

Όμως αν δεν περάσουν πολλά αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες από πάνω της να “αφήσουν λάστιχο” και να βγάλουν την παραπανήσια πίσσα, καθαρίζοντας τα χαλίκια, θα συνεχίσει να βγάζει την σκόνη που έχει παγιδευτεί στους “πόρους” της.

Έχουν προγραμματιστεί εντός του Οκτωβρίου πολλές εκδηλώσεις (αγώνες αυτοκινήτου και track day) οπότε σύντομα η πίστα θα είναι πεντακάθαρη – τουλάχιστον πάνω στην αγωνιστική γραμμή.

Σε ό,τι αφορά το επίπεδο της πρόσφυσης, θα πρέπει να γνωρίζουμε πως το μέγιστο επίπεδο της πρόσφυσης σε μια καινούρια πίστα αρχίζει να εμφανίζεται μετά από επτά μήνες και συνήθως είναι μετά τον πρώτο χρόνο (ανάλογα τη συχνότητα και το είδος χρήσης της).

Η ολοκαίνουρια άσφαλτος ΔΕΝ ΚΡΑΤΑΕΙ και εμφανίζει ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΕΙΣ στο επίπεδο της πρόσφυσης από ώρα σε ώρα και από μέρα σε μέρα.

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι λόγω της πλεονάζουσας φρέσκιας πίσσας η οποία κάνει την επιφάνειά της “λιπαρή” και ευαίσθητη στις αλλαγές θερμοκρασίας και υγρασίας της ατμόσφαιρας.

Προφανώς σε έναν δημόσιο δρόμο που είναι παρκέ αν βάλεις καινούρια άσφαλτο θα κρατάει περισσότερο, αλλά όχι σε μία πίστα που ήδη έχει υψηλό επίπεδο πρόσφυσης.

Αυτά δεν τα λέμε εμείς από το κεφάλι μας, αυτά τα μάθαμε από την εμπειρία σε αυτό που κάνουμε τόσα χρόνια κι ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι από τους ανθρώπους του αγωνιστικού τμήματος των superbike ελαστικών της Pirelli όταν πήγαν για δοκιμές στην πίστα της Jerez πριν και μετά την καινούρια ασφαλτόστρωση της πίστας.

Οπότε αυτή τη στιγμή η καινούρια άσφαλτος των Σερρών δεν κρατάει όσο πριν και δεν προσφέρει σταθερό επίπεδο κρατήματος σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, αλλά είναι βέβαιο πως μετά από λίγους μήνες χρήσης θα αρχίσουμε να βλέπουμε νέα ρεκόρ γύρου.

Γνωρίζοντας τα παραπάνω, ήταν φυσιολογικό να χρειαστεί να αλλάξουμε αρκετές φορές τις πιέσεις των ελαστικών δρόμου και τις ρυθμίσεις των αναρτήσεων και των ηλεκτρονικών στο KTM Superduke R, ώστε να τις προσαρμόσουμε κάθε στιγμή στις μεταβολές που παρουσίαζε η πρόσφυση λόγω των αντίστοιχων μεταβολών της θερμοκρασίας περιβάλλοντος.

Το ίδιο συμβαίνει και στις “ώριμες” πίστες, απλώς στην φρέσκια άσφαλτο αυτές οι μεταβολές είναι πολύ πιο έντονες και εμφανείς.

 

Όμως όπως είπαμε και στην αρχή, ο βασικός λόγος που έγινε η νέα ασφαλτόστρωση δεν ήταν τόσο η πρόσφυση της πίστας.

Εκείνο που αποτελούσε σημείο συζήτησης ήταν τα σαμαράκια και οι ανωμαλίες που είχαν δημιουργήσει τα πρώτα έργα επιδιόρθωσης.

Με εξαίρεση την Κ1 που από την πρώτη μέρα είχε ένα μικρό σαμαράκι στο σημείο που άφηνες τα φρένα και μεταξύ Κ15-Κ16 που είχε μια ελαφριά “λακκούβα” στο σημείο που χουφτώνεις το γκάζι στην έξοδο, τα αποσπασματικά έργα επιδιόρθωσης που ακολούθησαν είχαν προσθέσει με τις “ραφές” τους ανωμαλίες μεταξύ των Κ1-Κ2, στην Κ4 (την γρηγορότερη στροφή τη πίστας), στην είσοδο και στο κέντρο της Κ10 και στην είσοδο της Κ13.

Με το πέρασμα των χρόνων και την φυσιολογική καθίζηση του υπέδαφους από την χρήση και των νερών (βροχής και υπόγειων υδάτων), οι ανωμαλίες αυτές έγιναν προοδευτικά πιο έντονες.

 

Αυτά ήταν τα βασικά σημεία που τα έργα της καινούριας ασφαλτόστρωσης έπρεπε να βελτιώσουν για να γίνει η πίστα των Σερρών καλύτερη κι από την πρώτη ημέρα, δηλαδή να γίνει τέλεια.

Η επιλογή του KTM 1290 Superduke R αποδείχτηκε η καλύτερη που θα μπορούσαμε να κάνουμε για αυτή τη δουλειά.

Όχι μόνο γιατί πρόσφατα την είχαμε οδηγήσει στις Σέρρες με την προηγούμενη άσφαλτο στο συγκριτικό των streetfighter, αλλά κυρίως γιατί είναι μια μοτοσυκλέτα που μεταφέρει στον αναβάτη της όλες τις πληροφορίες με απόλυτα αναλογικό και ευθύ τρόπο.

Ακόμα και τα ηλεκτρονικά της δεν σου κρύβουν τίποτα, ενώ το ABS έχει ρύθμιση που απενεργοποιεί την λειτουργία cornering και επεμβαίνει μόνο στον εμπρός τροχό και μόνο όταν η μοτοσυκλέτα είναι εντελώς όρθια. Επίσης έχει συμβατικές αναρτήσεις που ρυθμίζονται πανεύκολα και γρήγορα και όχι ημί-ενεργητικές που κρύβουν ή “θολώνουν” τις ανωμαλίες της επιφάνειας της ασφάλτου.

Με τα ελαστικά δρόμου να έχουν πιο σκληρό σκελετό και να δουλεύουν σε υψηλότερες πιέσεις σε σχέση με τα slick (όλα τα ελαστικά με έγκριση τύπου για τον δρόμο πρέπει να είναι πρώτα απ’ όλα σταθερά και ασφαλή στις υψηλές ταχύτητες), το Superduke R μας έδειξε με κάθε λεπτομέρεια πιο είναι το νέο ανάγλυφο της πίστας των Σερρών.

 

Ξεκινώντας από την Κ1, η πίστα θύμιζε την πρώτη ημέρα που άνοιξε, δηλαδή εξακολουθεί να υπάρχει η ανωμαλία στο σημείο που τελειώνει το trail-braking αλλά τώρα είναι πιο ήπιο. Γενικά μέχρι να φτάσεις στην Κ5 η πίστα έχει ομαλοποιηθεί, όχι όμως σε απόλυτο βαθμό. Για τις κλίσεις και την ταχύτητα που κινούμασταν λόγω της χαμηλότερης πρόσφυσης σε αυτά τα σημεία, η πίστα έχει γίνει πολύ καλύτερη στο πρώτο κομμάτι της. Όμως αφήνουμε ένα ερωτηματικό για το πόσο “ενοχλητικές” θα γίνουν αυτές οι μικρές ανωμαλίες όταν η πίστα αποκτήσει το μέγιστο κράτημά της και οι χρόνοι πέσουν.

Με την αγωνιστική μοτοσυκλέτα και τα slick ελαστικά που έχουν μεγαλύτερο προφίλ και χαμηλότερες πιέσεις, οι ανωμαλίες στο πρώτο κομμάτι δείχνουν μικρότερες από πριν, αλλά και πάλι η πρόσφυση της φρέσκιας και βρώμικης επιφάνειας της πίστας δεν άφησαν περιθώρια να κάνει ο Σάκης χρόνους που να μας επιτρέπουν να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για το επίπεδο της βελτίωσης σε αγωνιστικό ρυθμό.

Από την είσοδο της Κ5 έως και την ευθεία προς την Κ10 η πίστα έχει γίνει χαλί.

Μοναδικό ερώτημα είναι η πρόσφυση της λευκής μπογιάς στην γραμμή οριοθέτησης και γενικά της μπογιάς στα βιράζ. Μία φορά που περάσαμε από πάνω τους γλίστρησε αμέσως και βρήκαμε άσπρη/κόκκινη μπογιά πάνω στα ελαστικά όταν βγήκαμε στα πιτς. Είχαν βαφτεί μόλις πριν μερικές μέρες, οπότε κρατάμε χαμηλούς τόνους στην κριτική μας, ελπίζοντας πως θα έχουν καλύτερη συμπεριφορά όταν στεγνώσουν πλήρως. Σε κάθε περίπτωση, από την Κ5 έως και την είσοδο της Κ10 η επιφάνεια της ασφάλτου της πίστας επανήλθε σε κορυφαίο επίπεδο.

                                                                 

Φτάνοντας όμως στην Κ10 βρεθήκαμε μπροστά σε ένα πρόβλημα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Και λέμε δεν θα έπρεπε να υπάρχει διότι οι άνθρωποι της πίστας των Σερρών το γνώριζαν από πριν και έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να το διορθώσουν, αλλά μάλλον η λύση θα είναι να πιάσουν οι ίδιοι το τιμόνι στα μηχανήματα ασφαλτόστρωσης και τα φτυάρια για να το λύσουν. Πρέπει να είναι η τέταρτη φορά στην ιστορία της πίστας που μπαίνει καινούρια άσφαλτος σε αυτό το σημείο. Κι όμως εξακολουθεί να υπάρχει έντονο σκαλοπάτι με ραφή στο σημείο που συνεχίζεις να φρενάρεις έντονα και πλαγιασμένος, ενώ τώρα έχουν προστεθεί άλλη μια ραφή και σαμαράκια έως το κέντρο της Κ11.

Αυτό το “μπάλωμα” ασφάλτου (ο Σάκης ένοιωσε πως έχει και διαφορετική πρόσφυση από την υπόλοιπη πίστα) δημιουργήθηκε διότι ο εργολάβος… “δεν τα κατάφερε με την πρώτη” και οι άνθρωποι της πίστας των Σερρών τον έβαλαν να ξηλώσει την καινούρια άσφαλτο και να την ξαναπεράσει. Εδώ να πούμε πως στο σημείο που είναι η είσοδος της Κ10 υπάρχει το μεγαλύτερο πρόβλημα με την ροή υδάτων κάτω από την επιφάνεια της ασφάλτου. Με άλλα λόγια η οριστική λύση του προβλήματος σε αυτό το σημείο δεν νομίζουμε πως γίνεται μόνο με την επιφανειακή αντικατάσταση του ασφαλτοτάπητα και χρειάζονται εργασίες υποστήριξης από κάτω. Παρ’ όλα αυτά, οι ραφές και τα μπαλώματα δεν είναι κάτι που ταιριάζει στον κόπο, τις προσπάθειες και τα χρήματα των Σερραίων, αλλά ούτε και σε μια ολοκαίνουρια ουσιαστικά πίστα.

Το επιχείρημα του εργολάβου είναι πως με την χρήση της πίστας, η επιφάνεια της ασφάλτου θα γίνεται όλο και πιο ομαλή.

Αν μιλάγαμε για δημόσιο δρόμο όπου τα οχήματα περνούν με σταθερή ταχύτητα, αυτό ακούγεται πολύ λογικό.

Στις πίστες όμως τα οχήματα καταπονούν την άσφαλτο σε συγκεκριμένα σημεία (είσοδοι και έξοδοι στροφών) και ο κανόνας είναι να δημιουργούν περισσότερες ανωμαλίες και όχι να τις μειώνουν.

Πραγματικά ελπίζουμε να κάνουμε λάθος εμείς και να έχει δίκιο ο εργολάβος του έργου, διότι σε διαφορετική περίπτωση η Κ10 θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα (κυρίως στα track-day και όχι τόσο στους έμπειρους αγωνιζόμενους που τρέχουν αγώνες και έχουν πλέον μάθει να επιβιώνουν ακόμη και στο αεροδρόμιο της Τρίπολης όταν αυτό μετατρέπεται σε πίστα…).

Επίσης η Κ13 έχει αποκτήσει κάποια μικρά σαμαράκια στο κέντρο κοντά στο εσωτερικό βιράζ, τα οποία με τις μεγάλες, βαριές μοτοσυκλέτες με τα χοντρά ελαστικά δεν ενοχλούν τόσο, αλλά με τα “σανίδια” των μικρού κυβισμού αγωνιστικών μοτοσυκλετών της κατηγορίας Racing-SS300 πιθανόν να υπάρξουν παράπονα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η πίστα σε λίγους μήνες θα έχει κορυφαίο κράτημα και στους αγώνες οι χρόνοι θα κατέβουν ακόμα πιο χαμηλά και θα δούμε νέα ρεκόρ. Αυτή τη στιγμή η καινούρια άσφαλτος έχει ακόμα τα “παιδικά προβλήματα” κάθε καινούριας πίστας, δηλαδή χρειάζεται χρόνο για να καθαρίσει η άσφαλτος και να φύγει από πάνω της η “λιπαρότητα” της φρέσκιας, πλεονάζουσας πίσσας. Ως προς τη βασική αιτία που δρομολόγησε τα έργα αλλαγής του ασφαλτοτάπητα, σε γενικές γραμμές έχουμε μια μικρή βελτίωση στο πρώτο κομμάτι της πίστας και έγινε εξαιρετική δουλειά από την Κ5 έως την Κ10.

Στην Κ10 χρειάζονται ξανά διορθωτικές εργασίες για να συμβαδίζει το αποτέλεσμα με το υπόλοιπο τμήμα της πίστας. Σε κάθε περίπτωση, η πίστα των Σερρών συνεχίζει να είναι ό,τι καλύτερο έχουμε σε αυτή τη χώρα για τον μηχανοκίνητο αθλητισμό και παραμένει το καλύτερο σημείο της Ελλάδας για να απολαύσεις την οδήγηση της μοτοσυκλέτας σου και φυσικά για να τρέξεις σε αγώνες. Είναι τόσο καλή που το μόνο μέτρο σύγκρισης που μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να την κρίνεις είναι η επίτευξη του τέλειου. Αυτό ήθελαν να πετύχουν οι άνθρωποι της πίστας και αυτό θέλουμε όλοι μας να καταφέρουν. Θα επανέλθουμε με περισσότερα σε επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ.