#MENOUMESPITIMEMOTO - Νυχτερινή Περίπολος - Αρχείο Περιοδικού ΜΟΤΟ

Ιστορίες της νύχτας με VMAX
7/4/2020

Νυχτερινή περίπολος

Του είχε κολλήσει αυτή η ιδέα από τότε που διάβασε για τους τύπους που αφήνουν τα βιβλία τους στα πάρκα για να τα πάρουν άλλοι, άγνωστοι καινούργιοι αναγνώστες. Παρκάρισε το FZX στην γωνία και άφησε το κλειδί επάνω. Το λουκέτο το πέταξε στον κάδο μπροστά και απομακρύνθηκε χωρίς ενδοιασμό, χωρίς να το ξανά σκεφτεί. Θα το άφηνε εκεί να το πάρουν. Η επισκευή του κόστιζε δύο φορές την αξία του και οποιαδήποτε προσπάθεια να το πουλήσει θα τραβούσε πολύ σε χρόνο, μια πολυτέλεια που δεν είχε. Καλύτερα να χρησίμευε σε κάποιον, άλλωστε η χαρά ήταν πολύ μεγάλη για να σκεφτεί το οτιδήποτε, εκείνη τη μέρα είχε αντικαταστήσει το υποκατάστατο με το πραγματικό φάρμακο, είχε παραλάβει το VMAX.

Μένουμε σπίτι και το ΜΟΤΟ βάζει ένα λιθαράκι για να γίνει ακόμη πιο ευχάριστη αυτή διαμονή! Μια ελάχιστη προσφορά στους αναγνώστες μας με παλαιότερα άρθρα του περιοδικού που αποτελούν σημείο αναφοράς, τα οποία θα σας ταξιδέψουν, θα σας γεμίσουν με αδρεναλίνη, θα σας κάνουν να γελάσετε, θα σας κάνουν να προβληματιστείτε και -το κυριότερο- θα σας κρατήσουν συντροφιά αυτές τις δύσκολες ώρες που περνάμε όλοι. Μια πρώτης τάξεως αφορμή για να μείνουμε σπίτι, με ή χωρίς καραντίνα...!

Το άρθρο προέρχεται από το αρχείο του περιοδικού ΜΟΤΟ και αναδημοσιεύεται από την αρχική του μορφή δίχως αλλαγές. Αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού, μαζί με τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αντιγραφή, οικειοποίηση μέρους ή του συνόλου του κειμένου και των φωτογραφιών, παραλλαγή ή χρήση πέραν της ανάγνωσης.

Το FZX, "το ανοικτό", το είχε αγοράσει μεταχειρισμένο έχοντας στο μυαλό του το απόλυτο muscle bike, με λεφτά που μάζευε πολύ καιρό, όταν η δουλειά του είχε κανονικό ωράριο και δεν ήταν κοινωνικά κατακριτέα και παράνομη. Δεν την έβλεπε όμως έτσι. Την συγκεκριμένη παρανομία την αντιμετώπιζε ως μικρή επανάσταση απέναντι σε ένα κράτος που νομοθετεί χωρίς σχέδιο, με βάση μόνο το συμφέρον συγκεκριμένων ανθρώπων. Ήταν επίσης η πρώτη του εβδομάδα ως εργένης, η χαρά ήταν διπλή. 

Δύο πράγματα πίστευε ακράδαντα ότι απαγορεύονται αυστηρώς στους εργένηδες, να φοράνε πιτζάμες και να πίνουν μόνοι. Τις πιτζάμες τις έβλεπε σαν το πρώτο βήμα της κατρακύλας όταν δεν είσαι παντρεμένος. Της κατρακύλας που οδηγεί στην μοναξιά. Φόρεσέ τες μία φορά και θα μείνεις για πάντα μόνος, αυτό έλεγε όποτε τύχαινε να επισκεφτεί φίλο του βραδιάτικα απρόσκλητος και να τον βρει με πιτζάμες. Αυτό το τελευταίο, να χτυπά τα κουδούνια μέσα στην νύχτα, συνέβαινε συχνά τον τελευταίο καιρό, από τότε που γνώρισε τον Χρήστο, τον "Όμορφο" όπως τον φώναζαν. Και συνέβαινε εξαιτίας του δεύτερου πράγματος που τον εκνεύριζε στους εργένηδες, να πίνει μόνος του ένα ποτηράκι προσπαθώντας να επιβραδύνει το μυαλό του και να το καταστήσει ανήμπορο να πηδά από το ένα θέμα στο άλλο, κάνοντας συνήθως απαισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον.

Φοβόταν ότι αν αυτό γίνει συνήθεια θα τον άφηνε μόνο του για μια ζωή, χωρίς να μπορεί να μοιραστεί με κάποιον τις χειρότερες σκέψεις του. Γιατί κέρδιζε δύναμη όταν εκμυστηρευόταν τους προβληματισμούς του, όταν μοιραζόταν τα πράγματα που τον έκαναν να ντρέπεται. Στην αρχή ένιωθε ευάλωτος, αλλά αυτές οι εξομολογήσεις τον γέμιζαν τελικά με ενέργεια και μια απίστευτη δύναμη να αντιμετωπίσει καινούργια προβλήματα, τα παλιά του φαινόντουσαν μετά από αυτό πιο μικρά. Μοναξιά για εκείνον δεν ήταν να μην έχει μια σταθερή γκόμενα, άλλωστε τις μόνιμες σχέσεις τις έβλεπε ως ένα βάρος. Ένα κυριολεκτικό βάρος που τον έκανε να καμπουριάζει, να χάνει σιγά - σιγά το χαμόγελό του και να γίνεται στρυφνός, μέχρι που οι γυναίκες καταλάβαιναν τι συμβαίνει και τον παρατούσαν. Ποτέ δεν είχε ξεκινήσει εκείνος τον χωρισμό, παρόλο που τον είχε αποφασίσει πρώτος, πάντα τον παρατούσαν με δάκρυα στα μάτια εξαιτίας της αλλαγής στη συμπεριφορά του. Περνούσε μία μέρα με ανάμειχτα συναισθήματα απογοήτευσης, λύπης και λύτρωσης, και την επόμενη κιόλας είχε βρει ξανά τον εαυτό του. Όμως αυτό που δεν άντεχε είναι να μην έχει φίλους να κουβεντιάσει, ή απλούστερα ακόμα, να αράξει ο καθένας σε άλλο καναπέ και να κοιτούν αμίλητοι το ταβάνι. Τα τηλέφωνα τα είχε μόνο για αναζήτηση, για να ρωτά τους φίλους που βρίσκονται, και τα βράδια, όταν τελείωνε, να επισκεφτεί τον πρώτο που μπορούσε.

Για αυτό δεν καθόταν συχνά στο σπίτι, αυτό άλλωστε το είχε συνυφασμένο με την κούραση. Όταν δεν γυρνούσε στους δρόμους από φιλικό σπίτι σε μπαράκια και από εκεί στο σπίτι κάποιας γκόμενας, έπρεπε να γυρίσει στο δικό του. Και τότε τον περίμεναν ένα σωρό δουλειές, από πλύσιμο ρούχων μέχρι ξεσκόνισμα και σφουγγάρισμα, γιατί παράλληλα δεν του άρεσε να ζει σαν άστεγος σε άσυλο.

Ο προγραμματισμός ανήκε σε άλλον

Την απόφαση για τα σχέδια εκείνης της βραδιάς την είχε πάρει πριν από μέρες. Είχε βάλει στο πρόγραμμα να γυρίσει από νωρίς και να αφοσιωθεί στη φροντίδα του σπιτιού. Όταν τελείωσε, βγαίνοντας με την πετσέτα από το μπάνιο, αποφάσισε για πρώτη φορά να παραβεί τον έναν από τους δύο κανόνες που είχε θεσπίσει για τους εργένηδες, έβαλε στον εαυτό του δυο δάχτυλα Brugal, ένα εξαιρετικό ρούμι παλαίωσης από την Δομινικανή Δημοκρατία, και απλώθηκε στον καναπέ. Του το είχε δώσει ο Χρήστος μετά από το τελευταίο πέσιμο της αστυνομίας για τον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση, και ήταν από την γωνία στο υπόγειο του μαγαζιού που κρατούσε τα καθαρά ποτά. Δικαιολογήθηκε στον εαυτό του ότι μετά από φασίνα αντίστοιχη που κάνει ένας φοιτητής όταν ετοιμάζεται να υποδεχτεί καινούργια γκόμενα στο άντρο του, ότι είχε κερδίσει το δικαίωμα να παραστρατήσει για μία φορά. Ήταν τότε που χτύπησε το τηλέφωνο, ακριβώς τη στιγμή που ετοιμαζόταν για την πρώτη γουλιά. Δεν αμφέβαλλε ούτε λεπτό πως θα ήταν εκείνος, οι φίλοι του δεν τον έπαιρναν ποτέ τηλέφωνο τόσο αργά. Δεν τον είχαν πάρει ούτε όταν περίμεναν τους γιατρούς να ανοίξουν την πόρτα των επίγοντων, να τους πουν για τον Μάκη, τον νεότερο της παρέας, που είχε φύγει σε μια στροφή με το RR το ίδιο εκείνο βράδυ που το είχε αγοράσει. Ήξεραν πως αν δεν ήταν με κάποιον από την παρέα, τότε θα ήταν είτε σε κάποια δουλειά, είτε με γκόμενα, δύο περιπτώσεις που το τηλέφωνο δεν το σήκωνε ποτέ.

Δεν κοίταξε καν την οθόνη του κινητού, "έλα Χρήστο" είπε κατευθείαν με φωνή που δεν φανέρωνε τη βαριεστιμάρα που ένιωθε. Σπάνια τον έλεγε "Όμορφο" όπως τον αποκαλούσαν στην πιάτσα, ακόμα και μπροστά του, όσοι είχαν περισσότερο θάρρος. Το κρατούσε για εκείνες τις περιπτώσεις που ήθελε να ζητήσει κάτι, μια χάρη, άλλωστε το έβρισκε πολύ γελοίο σαν παρατσούκλι, γιατί ο Χρήστος ήταν κοντός, με ροζιασμένη μύτη, χοντρές και βαθιές ρυτίδες και δέρμα σκούρο. Ήταν από κάθε άποψη κακάσχημος, και κάπνιζε σαν φουγάρο με τα μωβ, άψυχα χείλια του να έχουν μια μόνιμη κιτρινίλα στο σημείο που κρατούσε το τσιγάρο, ένα χρώμα που είχε καταλάβει και την οδοντοστοιχία του.

Πιο εύκολα θα άνοιγε τα πόδια της μια γυναίκα σ’ έναν πιγκουίνο στη μέση της Ανταρκτικής, παρά στον Χρήστο πάνω σε μια ξαπλώστρα στην εξωτικές Μαλβίδες κάτω από τους κοκοφοίνικες. Όμως ο Χρήστος ήταν πάντα περιστοιχισμένος από όμορφες γυναίκες, δυο κεφάλια ψηλότερες από αυτόν και με πόδια που τελείωναν στον αφαλό του. Είχε μείνει με το ακουστικό στο χέρι περιμένοντας μια απάντηση, ή ένα βογγητό, καθώς ο Χρήστος τον έπαιρνε συχνά τηλέφωνο βάζοντάς τον να ακούει τις φωνές των διάφορων παρτενέρ του, και την επόμενη μέρα του έδινε λεπτομερή περιγραφή, ενίοτε διανθισμένη από φωτογραφίες και βίντεο. Ήθελε να περηφανεύεται ότι με τα λεφτά του ο "Όμορφος" περνά καλύτερα από τον οποιοδήποτε γυμνασμένο φλούφλη που μερικές πιτσιρίκες τον βλέπουν σαν Θεό. "Εγώ μπορώ να κάνω τη μάνα οποιουδήποτε χλεχλέ να με δει σαν Θεό" άρεσε στον Χρήστο να δηλώνει επιδεικνύοντας ταυτόχρονα το πορτοφόλι του, "και με την κρίση τώρα μπορώ και τον μπαμπά του" συνέχιζε σχεδόν πάντα, ξεσπώντας σε γέλια που γρήγορα γινόντουσαν ένας ξερός, δυνατός βήχας. Περίμενε ακόμα λίγα δευτερόλεπτα στο τηλέφωνο, συνεχίζοντας να είναι σίγουρος ότι πρόκειται για τον Χρήστο και κάποια γκόμενα που έχει δίπλα του, αφού αργούσε να μιλήσει. Τον είχε κουράσει όλο αυτό και είχε ολότελα καταστρέψει την εικόνα του για τις γυναίκες συνολικά. Ήταν όλες πουτάνες, και το επαναλάμβανε συχνά τονίζοντας το "όλες, εκτός από την Αλεξία". Ένα όνομα που οι φίλοι του δεν ήθελαν να ακούν άλλο, ενώ όσοι βρίσκονταν έξω από τον στενό του κύκλο και ζητούσαν διευκρινίσεις δεν έπαιρναν καμία εξήγηση. Ούτε ο Χρήστος ήξερε και ας τον είχε ρωτήσει εκατό φορές.

"Έλα ρε μαλάκα", του είπε στο τέλος, "ποια έχεις εκεί; Δώσ’ τη να τη δουλέψω λίγο". Το μόνο που πήρε ως απάντηση ήταν ένας αναστεναγμός και κάτι σαν αναφιλητό, τότε κοίταξε για πρώτη φορά την οθόνη του τηλεφώνου, και είδε έναν αριθμό που δεν τον ήξερε, τσέκαρε και την ένδειξη του σήματος για να σιγουρευτεί, σε κλάσματα δευτερολέπτου ξανά ρώτησε:

"Ποιος είναι γαμώ την τρέλα μου, μίλα!". Ο αναστεναγμός ξανά ακούστηκε, αυτή τη φορά δυνατός και πεντακάθαρος, είχε βγει από χείλια κολλημένα στο τηλέφωνο. Ένας ψίθυρος, δεν κατάλαβε τι έλεγε, και το τηλέφωνο έκλεισε.

Ανασηκώθηκε και κοίταξε πάλι την οθόνη, το νούμερο ήταν εκεί, μπροστά του, αλλά δεν του θύμιζε τίποτα, η καρδιά του όμως άρχισε να χτυπά δυνατά, κάτι του έλεγε ότι δεν ήταν πλάκα, γιατί να είναι χωρίς απόκρυψη; Πάτησε στην οθόνη για να καλέσει τον αριθμό αλλά εκείνη τη στιγμή ήρθε ένα σύντομο μήνυμα:

"Θέλω να σου μιλήσω", τέσσερις λέξεις που επέδρασαν στο σφυγμό του πιο άμεσα και από τον V4 μετά τις 6.500 στροφές. Αυτή ήταν. Κλότσησε με δύναμη το τραπεζάκι και έχυσε το ακριβό ρούμι στο πάτωμα. Το θράσος ορισμένων ανθρώπων είναι τόσο υπερβολικό που μπορεί να περάσει το στάδιο που γίνεται αφάνταστα εκνευριστικό και να υπνωτίσει τον άλλο. Άρχισε να ντύνεται με απότομες κινήσεις χωρίς να έχει αποφασίσει πλήρως ότι θα βγει από το σπίτι, είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από την τελευταία φορά που μίλησαν και τώρα, έτσι ξαφνικά και απρόσκλητα, εισέβαλλε ξανά στη ζωή του.

"Με ποιο δικαίωμα το κάνουν αυτό οι άνθρωποι;" Αναφωνούσε όσο έβαζε τις μπότες του, "Χα! Και εγώ το ίδιο δεν κάνω; Έτσι δεν συμπεριφέρομαι στους φίλους μου;" Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη και όλο αυτό του φάνηκε πολύ γελοίο, αποφάσισε εκείνη τη στιγμή να θεσπίσει και τρίτο κανόνα για τους εργένηδες, απαγορεύεται να μιλούν στον εαυτό τους δυνατά.

 

Κυνήγι των σημείων

Κατέβηκε τα σκαλιά από τον τρίτο όροφο δύο-δύο, η οικοδομή δεν είχε ασανσέρ, αλλά δεν θα την άλλαζε για τίποτα, όσο παλιά και αν ήταν. Μέσα στην είσοδο υπήρχε μία πόρτα που έβγαζε στον ακάλυπτο και το κλειδί, έπειτα από συμφωνία με τον ιδιοκτήτη, το είχε μόνο αυτός. Με μια τέντα από επάνω και μερικά ράφια στον τοίχο δίπλα στην πόρτα, είχε μεταμορφώσει εκείνο το μέρος σε ένα κρυμμένο γκαράζ για το VMAX. Έμεινε για λίγο εκεί να κοιτά τις αλουμινένιες εισαγωγές, μια συνήθεια που ξεκίνησε από την πρώτη μέρα που την απέκτησε, ποτέ δεν την έβαζε απευθείας μπροστά όσο και να βιαζόταν. Αφιέρωσε μερικά δευτερόλεπτα για να ανατρέξει το βλέμμα πάνω στις καμπύλες της, και ετοιμάστηκε να την πάρει τηλέφωνο, δεν ήξερε πια την διεύθυνσή της. Για δεύτερη φορά εκείνο το βράδυ, δεν πρόλαβε να το κάνει γιατί καθώς το κρατούσε στο χέρι του εκείνο άναψε, αυτή τη φορά ήταν πράγματι ο Χρήστος.

"Ο μαλάκας ο Ποζιτίδης δεν έκοψε τους μπάτσους, ο δικός του είπε ότι η εντολή για το πέσιμο έρχεται από τα κεντρικά και δεν μπορεί να κάνει κάτι. Σε πόση ώρα θα είσαι στο μαγαζί;" Μπήκε κατευθείαν στο θέμα.

Ο Χρήστος είχε τρία μεγάλα "μανάβικα", μαγαζιά που λειτουργούσαν σαν internet café αλλά στην ουσία είχαν φρουτάκια. Εκείνος είχε αναλάβει το ταμείο και στα τρία μέχρι που ο Χρήστος του έκανε πρόταση να ανοίξουν συνεταιρικά ένα τέταρτο στην περιοχή του. Το πέσιμο θα γινόταν στο καινούργιο μαγαζί, μια αναπόφευκτη κίνηση των μπάτσων για τα εγκαίνια πριν από λίγες μέρες. Τουλάχιστον τα λεφτά που τους έδιναν δεν πήγαν τελείως χαμένα, τους είχαν προειδοποιήσει.

"Σε τρία λεπτά, κλείσε". Του την έσπαγαν οι μπάτσοι και το σύστημα, δεν είχαν δικαίωμα να τον κυνηγάνε, δεν αναγνώριζε τον εαυτό του ως παράνομο. Είχαν φτιάξει νόμους που επέτρεπαν στα Καζίνο να έχουν το μονοπώλιο του τζόγου, θεωρούσε λοιπόν πως απλώς ήταν αντικαθεστωτικός και ασκούσε το νόμιμο δικαίωμά του να επιχειρεί σε κάθε κλάδο της οικονομίας. Έβλεπε τον τζόγο σαν έναν από αυτούς και μάλιστα υγιέστερο από το Χρηματιστήριο, "γιατί εκεί παίζεις με τα λεφτά και τις ζωές των άλλων" έλεγε συχνά. Ούτε ένιωθε τύψεις που οι μισοί πελάτες του ήταν συνταξιούχοι που έπαιζαν την πενιχρή τους σύνταξη, ήξερε ακριβώς τι παίρνει ο καθένας και το ελάχιστο με το οποίο μπορούσε να ζήσει, μόλις έβλεπε ότι χάνουν περισσότερα από αυτά που μπορούν να αντέξουν, έστελνε από τον κεντρικό υπολογιστή που είχε στο μπαρ μερικές τρίλιζες και τους επέστρεφε κάποια χρήματα. Όλοι οι παίκτες ήταν γνωστοί ή είχαν συστηθεί από γνωστούς, και φυσικά κανένας υπολογιστής του μαγαζιού δεν έπαιζε στην τύχη, ήταν ελεγχόμενοι από τον ίδιο. Στο μυαλό του τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν μεμπτό, ήταν απλά ο τρόπος που λειτουργούσε αυτή η δουλειά, έτσι την έμαθε, έτσι την έκανε. Και τώρα με την κρίση είχε περισσότερη από ποτέ, ο κόσμος στρεφόταν στον τζόγο ψάχνοντας εκεί μια λύση στο οικονομικό του πρόβλημα, στην ουσία απλά το διόγκωνε.

"Στείλε μου την διεύθυνση, τελειώνω μια δουλειά και έρχομαι", έγραψε σε ένα σύντομο μήνυμα που το έστειλε στο νέο αριθμό. Τσούλησε την VMAX έξω από την είσοδο και την έβαλε μπροστά κάνοντας τους τοίχους των πολυκατοικιών να αντανακλάσουν τον μπάσο μεταλλικό ήχο και να τον στείλουν πίσω στα αυτιά του ακόμα πιο ενισχυμένο. Άνοιξε ελαφρά το γκάζι αλλά το πίσω ελαστικό δεν κρατήθηκε και άφησε μια σύντομη δυνατή τσιρίδα, δεν ήθελε με τίποτα να πάει στο μαγαζί, ο νους του ήταν στο τηλέφωνο, δεν τον ενδιέφερε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή. Περίμενε μόνο την απάντηση.

Έμενε ένα δρόμο πάνω από τον περιφερειακό του Πολυγώνου και το μαγαζί ήταν τρεις δρόμους πιο κάτω, ωστόσο έπρεπε να κάνει έναν μεγάλο κύκλο, ούτε με τα πόδια υπήρχε συντομότερος τρόπος, πολεοδομικές αναρχίες. Έβαλε νωρίς τη δευτέρα, έδωσε μια κοφτή γκαζιά και αμέσως άφησε το γκριπ, μετά έδωσε άλλη μία, πιο γερή αυτή τη φορά με όλο το θυμό που ένιωθε, και ο πίσω τροχός ξεκόλλησε απότομα γλιστρώντας στο πλάι μέσα σ’ ένα ανεπαίσθητο λευκό συννεφάκι. Αυτή η μοτοσυκλέτα είχε μια πολύ περίεργη επίδραση, του ανέβαζε την αδρεναλίνη στα ύψη και ταυτόχρονα ξέδινε καλμάροντας τα νεύρα του, ήταν φωτιά και νερό μαζί.

Έφτασε στο μαγαζί και ζήτησε από τον "αυτοφωράκια" όλες τις εισπράξεις μαζί με το πορτοφόλι του. Όταν θα έρχονταν οι μπάτσοι θα κατίσχυαν λεφτά και το ένα τρίτο των υπολογιστών. Για τους υπολογιστές δεν τον ένοιαζε, ήταν μηδαμινής αξίας, αλλά τα λεφτά ήταν άλλη υπόθεση. Έβαλε εκατόν πενήντα ευρώ στο πορτοφόλι του αυτοφωράκια. "Αύριο το μεσημέρι που θα σε βγάλουν πάρε με τηλέφωνο, θα έρθω να στο δώσω" είπε στο γέρο που με απάθεια καθόταν σε μια πλαστική καρέκλα έξω από την είσοδο. Ήταν ένας αχυράνθρωπος που στην άδεια φαινόταν ως ιδιοκτήτης. Έπαιρνε ένα καλό μισθό για να βρίσκεται εκεί και να πηγαίνει στο αυτόφωρο, ενώ κάθε μέρα που έμενε μέσα είχε και μπόνους, γι’ αυτό χαιρόταν πολύ όταν οι μπάτσοι επισκέπτονταν τα μαγαζιά τις Παρασκευές. Παλιότερα έβρισκε στο τμήμα και κανά φίλο, έπινε τα πρωινά καφέ με το διοικητή, τώρα έβλεπε μόνο αλλοδαπούς με τους οποίους δεν μπορούσε να συνεννοηθεί και ο διοικητής ήταν γυναίκα. Χάλια εποχές.

 

Αγρίμι στους δρόμους

Περιφερόταν μέσα στο μαγαζί με το κινητό στο χέρι. Ακόμα δεν είχε κάποιο μήνυμα. Οι μπάτσοι διάλεξαν να του την πέσουν την χειρότερη μέρα, μάλλον όχι, εκείνη διάλεξε την χειρότερη, από την άλλη βέβαια όποια μέρα και να έπαιρνε τηλέφωνο αυτομάτως θα γινόταν η χειρότερη. Η οθόνη άναψε και απάντησε αμέσως πριν δει ποιος ήταν, πριν καν ακουστεί ο ήχος.

"Καλύτερα φύγε από το μαγαζί, διώξε και την Μόνικα, άσε μόνο την Κλειώ. Έρχεται κλιμάκιο, αν έχεις κανένα μεγάλο παίκτη διώξ’ τον και αυτόν όμορφα". Ήταν πάλι η βραχνή φωνή του Χρήστου. "Να σου πω…" τικ-τικ, στο κινητό είχε φτάσει ένα μήνυμα την ώρα που μιλούσαν, με το ζόρι συνέχιζε να ακούει τον Χρήστο χωρίς να του το κλείσει, "πήγαινε από Πετρούπολη μια βόλτα, οι ρωσοπόντιοι λένε ότι δεν συνεννοήθηκες για την προστασία, ζητάνε από εμένα άλλη τιμή. Δεν είπαμε ότι το μαγαζί εκεί θα είναι ξέχωρα, τι μου τα βάζεις σε μένα;"

"Δεν έβαλα τίποτα σε εσένα, τους είπα να ξέρουν τι ζητάνε, οι εποχές είναι δύσκολες και πάντα είχαμε πρόσωπο, να κάνουν καλύτερη τιμή, τέσσερα μαγαζιά είναι σύνολο"

"Ναι, τράβα τώρα εξήγησε ότι είναι τρία και ένα μόνο του και μη λες τέτοιες μαλακίες, δώσ’ τους και τίποτα"

"Κλείσε". Στο μήνυμα η Αλεξία τον παρακαλούσε να την πάρει από ένα μπαρ στην Αθηνάς, γαμώτο, γιατί γίνονται όλα μαζί; Έγνεψε στη Μόνικα, ήταν η νεότερη από τις δύο κοπέλες, την είχε φέρει από ένα μαγαζί του Χρήστου μαζί με τον αυτοφωράκια. Ήταν από μια χώρα που ποτέ δεν την θυμόταν, στο μυαλό του είχε καταγραφεί ως Ρωσίδα. Σε σύγκριση με την Κλειώ, μια σαραντάρα από την Ανατολική Αττική που ο άντρας της την παράτησε, ήταν τυφώνας. Το μάτι της έκοβε και είχε αντίληψη, ήταν η μόνη που μπορούσε να στέλνει τρίλιζες και μπόνους στους παίκτες όταν αυτός δεν ήταν στο μαγαζί, έπρεπε να την προστατεύσει.

Ανέβηκε στη μοτοσυκλέτα τη στιγμή που δυο αυτοκίνητα με σιδερένιες ζάντες χωρίς τάσια σταματούσαν μπροστά στο μαγαζί. Γαμώτο, έξι άτομα είχαν έρθει, ήταν πολλοί, θα έκαναν ζημιά. Μπορεί και να το σφράγιζαν για λίγο, κανονικά δεν θα έπρεπε να φύγει, θα έπρεπε να μείνει και να το παίξει ευγενής υπάλληλος, να προσπαθήσει να τους καλμάρει και να ελέγξει την κατάσταση, τώρα θα βολόδερναν ανενόχλητοι. Άλλωστε θα έρχονταν συχνά από εδώ και πέρα, δεν γινόταν να χάσει άλλο το βράδυ του. Ξεκίνησε ομαλά και έστριψε στο πρώτο στενό, άνοιξε απότομα την πρώτη και την κράτησε εκεί με το τεράστιο shift light να φωτίζει ολόκληρο το κράνος, σαν φωτορυθμικό που τρεμοπαίζει με την ένταση της μουσικής. Τη μουσική αυτή θα την άκουγαν τώρα οι μπάτσοι. Το λάστιχο τσίριζε περισσότερο από γατί στην πρώτη του γέννα, και οι εξατμίσεις έβγαζαν ένα βουητό πιο τρομακτικό και από τα κέρατα που φυσούσαν οι Βίκινγκς όταν ετοιμαζόταν για επίθεση. Συνέχισε να κρατά την πρώτη στον κόφτη και πίσω του τα φλας των παρκαρισμένων αυτοκινήτων αναβόσβηναν γρήγορα από τους συναγερμούς που χτυπούσαν. Στα αυτιά του δεν έφτανε τίποτα πέρα από τον ήχο του VMAX, αλλά ήξερε ότι τώρα και οι έξι τα άκουγαν όλα μαζί, σε ένα κρεσέντο που θα τους έκανε να κοντοσταθούν και να κοιτούν την είσοδο του μικρού στενού απορημένοι, ίσως να τους έκανε να καρδιοχτυπήσουν κιόλας, όχι ότι είχε σημασία αλλά έτσι, για να καταλάβουν ότι δεν μπορούν να του κάνουν τίποτα.

Η δεύτερη ήθελε δύναμη για να κουμπώσει σε αυτές τις στροφές, η τρίτη λιγότερο, ανέβασε όμως κατευθείαν σε τετάρτη, αρκετό κόσμο είχε ξυπνήσει. Πέρασε κάτω από τον Κηφισό και οδηγώντας γρήγορα αλλά σταθερά ανέβηκε την Πετρουπόλεως διασχίζοντας την πλατεία με προσοχή, ήθελε να δει τις μοτοσυκλέτες που ήταν παρκαρισμένες απ’ έξω. Δεν του άρεσε να παίρνει τηλέφωνο όταν ήθελε να συναντήσει κάποιους από αυτούς, αλλά προτιμούσε να εμφανίζεται μπροστά τους. Ήταν ένας τρόπος να δηλώσει ότι παρακολουθεί τα πάντα, ότι βρίσκεται και αυτός στο κατόπι τους, όπως κάνουν αυτοί, ακολουθούσε δικές τους μεθόδους. Ανέβηκε τελικά μέχρι επάνω, κάτω από το παλιό φουγάρο όπου όλες οι Δυτικές συνοικίες κάνουν την πασαρέλα τους. Τίποτα δεν θύμιζε τις παλιές εποχές, τότε που είχε πρωτοπάρει το FZX και είχε ένα από τα πιο αργά μηχανάκια για κόντρες, απέναντι σε μια στρατιά από Hayabusa, γραναζωμένα Duke και superbike του λίτρου. Τώρα που το VMAX ήταν ο απόλυτος άρχοντας, δεν υπήρχε και κάποιος για να τα βάλει μαζί του, ήταν φοβερά εκνευριστικό. Πέρασε από το πάνω παρκινγκ γεμίζοντας την πρώτη, κάνοντας μια παρέα κοριτσιών που ανηφόριζαν για την παρακείμενη καφετέρια να αναπηδήσουν γουρλώνοντας παράλληλα τα μάτια και ανοίγοντας με τρόμο το στόμα. Αυτή η μοτοσυκλέτα μπορεί κυριολεκτικά να τρομοκρατήσει τους περαστικούς, είναι επίσης όμως ένας πολύ καλός τρόπος να φωνάξει κανείς ότι έφτασε, για να βρει έτσι πιο εύκολα αυτούς που ψάχνει. Πράγματι σταμάτησε στο κάτω παρκινγκ ανάμεσα σε χαμηλωμένα αυτοκίνητα και παπάκια, τίποτα δηλαδή που να θυμίζει τον παλιό καλό "στρατό", και αμέσως εμφανίστηκαν "τα παιδιά".

Οι εξηγήσεις αυτού του είδους γίνονται γρηγορότερα απ’ ότι θα περίμενε κανείς, ιδιαίτερα όταν επισφραγίζεις τα λόγια σου με χαρτονομίσματα. Οι εισπράξεις της ημέρας και ένα πρόσθετο γενναίο ποσό αλλάζουν χέρια, εξασφαλίζοντας έτσι ότι καμία τυχαία μολότοφ δεν θα ξεφύγει προς την είσοδο του νέου μαγαζιού. Ίσα βάρκα, ίσα νερά, πλούσιος δεν πρόκειται να γίνει, τουλάχιστον μέχρι στιγμής εξασφάλισε τη μοτοσυκλέτα που πάντα ονειρευόταν.

 

Διλήμματα ζωής

Το μήνυμα τον επαναφέρει στον αρχικό του προβληματισμό. Δεν θα τον περιμένει για πολύ ακόμα στο μπαρ, και νωρίς το πρωί θα πρέπει να είναι στον Πειραιά. Να δεις που θα πάει στο νησί και από εκεί στην Τουρκία, όπως την πρώτη φορά. Τα νεύρα του επιστρέφουν, τώρα τα έχει κυρίως με τον εαυτό του, γιατί δεν μπορεί να πάρει μια απόφαση, αν θέλει ή όχι να την ξαναδεί. Κατεβαίνει τον μακρύ κατηφορικό δρόμο ανοίγοντας τέρμα τη δευτέρα, ο δρόμος είναι άδειος μέχρι την πλατεία, σχεδόν ένα χιλιόμετρο πιο κάτω, αλλάζει σε τρίτη το γκάζι ανοικτό και ο πίσω τροχός να θέλει να προσπεράσει τον μπροστά, η ευθεία τελειώνει. Κλείνει το γκάζι και τότε γλιστρά περισσότερο, ο άξονας είναι φτιαγμένος για να αντέχει τη θηριώδη δύναμη από τον κινητήρα προς τον τροχό και τώρα αυτό γυρνά μπούμερανγκ, τη στέλνει στον κινητήρα που ουρλιάζοντας ακόμα περισσότερο καταπίνει όση μπορεί και με τη σειρά του τη επιστρέφει πάλι πίσω. Ο πίσω τροχός είναι αδύνατο να σταματήσει το σπινάρισμα, ενώ το γκάζι είναι τελείως κλειστό! Φταίει ο γυάλινος δρόμος, φταίει που προκάλεσε το VMAX με αυτό τον τρόπο. Όταν ανοίγεις την πόρτα και αμολάς τον ταύρο στην αρένα, δεν περιμένεις να του σφυρίξεις όταν χτυπήσει τον ταυρομάχο και τον ρίξει στο χώμα. Δεν υπάρχει επιστροφή, τον ελευθέρωσες πρέπει να τον σκοτώσεις, ή να του εκτονώσεις την ορμή μέχρι να ηρεμήσει. Δεν θα γίνει όποτε θέλεις εσύ. Αυτά έλεγε στον εαυτό του, όσο έβλεπε την στροφή να πλησιάζει και καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που το κράτησε παραπάνω ανοικτό απ’ όσο θα έπρεπε. Το ABS τον έσωσε, αυτό και το πλάτος του δρόμου που το εκμεταλλεύτηκε όσο μπορούσε για να σταματήσει πριν αρχίσει η κατηφορική δεξιά της πλατείας και μπει από την τζαμαρία σε κάποια κλειστή καφετέρια.

Το αίμα κυλούσε στις φλέβες γρηγορότερα απ΄ ότι η βενζίνη στην εισαγωγή NSR 250 στις 13.000 στροφές, αλλά δεν είχε ηρεμήσει ακόμα, δεν ήθελε να είναι μαζί της και ταυτόχρονα δεν μπορούσε να μην είναι κιόλας. Ένιωθε σαν τον άξονα του VMAX, δυνάμεις αντι-επιστροφής.

Ήταν περασμένες τρεισήμισι και η πόλη, αυτή που κορόιδευε όταν άκουγε να λένε για άλλες ότι ποτέ δεν κοιμούνται, κοιμόταν του καλού καιρού, στους δρόμους δεν κυκλοφορούσε ούτε αδέσποτος σκύλος. Έφτασε στην Ομόνοια πριν το καταλάβει και μέχρι συναντώντας απλώς έναν μονοψήφιο αριθμό ταξί, οι δρόμοι του κέντρου είχαν μετατραπεί σε ένα τεράστιο ταμπλό παιχνιδιού. Χαιρόταν την εκρηκτική επιτάχυνση του VMAX σε κάθε φανάρι και προσπαθούσε να μην σπινάρει τον πίσω τροχό, να κρατήσει σταθερή τη μοτοσυκλέτα για να γευτεί ακόμα μεγαλύτερη δόση από τη δύναμή της, να μην πάει τίποτα χαμένο. Ένα φανάρι νωρίτερα στην Πατησίων είχε τολμήσει να γίνει κόκκινο όταν το μικρό ψηφιακό κοντέρ έδειχνε 172! Λίγα μέτρα πριν είχε ξεκινήσει από στάση αλλά η βαριά μοτοσυκλέτα είχε προλάβει κιόλας να τα συγκεντρώσει όπως ο Σκρουτζ τα νομίσματα όταν του τρυπήσει η τσέπη. Ξαναζήτησε τη βοήθεια του ABS και αυτό με μια μεγάλη ανάδραση του υπέδειξε τις αντοχές του και του είπε να τα βγάλει πέρα μόνος του. Αλλά δεν ήταν, τουλάχιστον όχι εκείνο το βράδυ, το φανάρι έγινε Πράσινο και πριν συμπληρωθεί λεπτό ήταν κιόλας στην Ομόνοια. Εκεί ήταν που συνειδητοποίησε ότι την τρίτη φορά στην ίδια μέρα που θα αψηφήσει την διαβολική δύναμη του VMAX θα έχει τις πιθανότητες εις βάρος του. Κλείνει το γκάζι και περνά μέσα από ένα κέντρο άδειο, δεν υπάρχουν ούτε οι μαύρες που έκαναν παλιότερα πεζοδρόμιο και που συνήθως τον τραβούσαν από το χέρι όταν τολμούσε να κόψει δρόμο διασχίζοντας εκείνες τις οδούς. Ψυχή, πουθενά, ο "Ξένιος Ζευς" κάτι έχει κάνει, ναι. Σήκωσε μια βιτρίνα απλώς. Γιατί όλοι αυτοί είναι εκεί, είναι λίγο παραδίπλα και κρύβονται, δεν έχουν φύγει, δεν αισθάνεται μόνος στο κέντρο, παρόλο που δεν υπάρχει ούτε παρκαρισμένο αυτοκίνητο.

Τρεις δρόμους πιο κάτω η εικόνα είναι διαφορετική, ο κόσμος ακόμα κυκλοφορεί, υπάρχουν σκουπίδια στους δρόμους. Ξαναγεμίζουν αμέσως μόλις οι οδοκαθαριστές περάσουν, από νέα παιδιά, και τρελαίνεται με την ιδέα ότι το γκέτο πιο πάνω είναι πιο καθαρό. Από την άλλη αυτή η γενιά περνάει τόσο πολλά, επιβιώνει σε ένα κράτος ανύπαρκτο και αυτό τις δίνει πολλές δικαιολογίες,  παρκάρει καμιά τριανταριά μέτρα μακριά από το μπαρ που βρίσκεται η Αλεξία, αλλά δεν μπαίνει μέσα. Ο θυμός του επιστρέφει τώρα που κατέβηκε από τη σέλα, ο V4 δεν είναι εκεί για να τον ηρεμήσει και για μια ακόμα φορά τα βάζει με τον εαυτό του. Βλέποντας ένα τσούρμο γυναίκες να κατηφορίζουν προς την Αθηνάς σουρωμένες και φέρνοντας στο μυαλό του ξανά τον Χρήστο, αναμοχλεύει την άποψη που έχει για το γυναικείο φύλο, είναι "όλες φίλε μου, αυτό να θυμάσαι".

Τη στιγμή που είχε διαλέξει να απεξαρτητοποιηθεί, την είδε να βγαίνει. Τα σκούρα καστανά μαλλιά της έπεφταν ολόισια στους ώμους και τα κόκκινα χείλη της ξεχώριζαν ακόμα περισσότερο από το κίτρινο φωτισμό των λαμπτήρων του δρόμου. Περπατούσε γρήγορα με κοφτά μεγάλα βήματα, κοιτώντας κάτω, φούστα λίγο πάνω από το γόνατο, σακάκι ανοικτό που σταματούσε λίγο κάτω από το στήθος. Δεν είχε αλλάξει καθόλου, τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου της έπαιζαν με τις σκιές του σκοτεινού δρόμου, του φάνηκε θλιμμένη. Έστριψε ένα στενό πριν από εκείνον, αν είχε συνεχίσει θα έπεφτε πάνω του, αν είχε σηκώσει το κεφάλι θα τον είχε δει. Μπήκε σε ένα ταξί. Το ήξερε το πρόγραμμά της. Θα πήγαινε σπίτι, όπου και αν ήταν αυτό τώρα, θα άφηνε τον οδηγό να περιμένει και θα κατέβαινε με τα πράγματα, έτοιμη για αναχώρηση, έτσι είχε κάνει την πρώτη φορά.

Ακολούθησε μαγνητισμένος το ταξί, από μακριά. Το λαμπάκι της βενζίνης είχε ανάψει εδώ και ώρα, ήταν το μόνο πράγμα που μισούσε σε αυτή τη μοτοσυκλέτα, δεν τον ενοχλούσε τίποτα άλλο. Ούτε και ο ιδρώτας που έριχνε για να την μανουβράρει στις ανηφόρες του Πολυγώνου και της Κυψέλης. Το ταξί στρίβει, εκείνος συνεχίζει ευθεία. Έρημοι δρόμοι, 210 το ταχύμετρο στην Πειραιώς, "θα μείνω" σκέφτηκε, στρίβει. Στο βενζινάδικο λύνεται ο γρίφος, μια αποκάλυψη σε ένα τόσο ασυνήθιστο μέρος. Όσο ο υπάλληλος γεμίζει την VMAX αυτός χαζεύει την συλλογή των Royal Enfield του ιδιοκτήτη, την έχει παρκαρισμένη εκεί για να την βλέπει όλος ο κόσμος. Απελευθέρωση, αυτό νιώθει κοιτώντας τις καλογυαλισμένες μοτοσυκλέτες, για έναν περίεργο λόγο η μορφή τους και το γουργούρισμα του VMAX τον ηρεμούν, η άποψη του για τις γυναίκες αλλάζει εκείνη ακριβώς τη στιγμή και αυτόματα, ο θυμός καταλαγιάζει.

Έχει πάει πέντε και κάτι θα ξημερώσει, και όλη αυτή η ένταση της νύχτας απελευθερώνεται σε κούραση και πείνα. Ο καντινιέρης του μεταφέρει τον πόνο του, τις ουρές που κάποτε σχημάτιζε ο κόσμος μπροστά του, τους τόνους κρέατος που έχει ψήσει τα τελευταία είκοσι χρόνια. Οι δρόμοι έχουν αλλάξει, η πόλη έχει αλλάξει, η χώρα ολόκληρη, έχει τη σοφία των ανθρώπων της νύκτας. Τον χαιρετά, μοιράζεται με τα αδέσποτα το πρωινό του και φεύγει απελευθερώνοντας ήχους της κόλασης, με το shift light να φωτίζει προς τα πίσω την καντίνα και τα αδέσποτα. Ούτε που κατάλαβε πότε έφτασε στον Πειραιά. Ήθελε να πει ένα τελευταίο αντίο, με το δικό του πλέον τρόπο. Στο πλοίο που βγαίνει από το λιμάνι στέλνει τον λυσσασμένο αντίλαλο του Bridgestone που εγκλωβίζεται στα ψηλά χτίρια και απελευθερώνεται προς την θάλασσα. Είναι σίγουρος ότι τον ακούν μέχρι την γέφυρα του πλοίου, είναι σίγουρος ότι τον ακούει εκείνη. Συνοδεύει το πλοίο μέχρι το Πέραμα, καπνός και ουρλιαχτά όλη η παραλιακή ζώνη. Η ένδειξη της βενζίνης φτάνει κιόλας στην μέση, ειπώθηκαν αυτά που έπρεπε το πλοίο έχει αναχωρήσει πλέον, το πολυπόθητο τέλος έφτασε. Το μοναδικό σημείο της πόλης που δεν κοιμάται αυτή την ώρα είναι μπροστά του, οι γερανοί δουλεύουν και υπάρχει ζωή. Τεράστια μηχανήματα που μεταφέρουν κοντέινερ που σηκώνουν τόνους ολόκληρους. Έχει και αυτός ένα τέτοιο, σηκώνει τόνους θυμού, σκέψεις και ενοχές και τις απελευθερώνει στο πίσω λάστιχο και από εκεί της γειώνει στο έδαφος. Η επόμενη μέρα θα είναι πολύ πιο ήρεμη τώρα, το VMAX σαν γυμνασμένο ντόπερμαν κάθεται στα πόδια του κυρίου πιστός φίλος, "μπααα... δεν υπάρχει πουθενά μοναξιά".

Ετικέτες

Δοκιμή Kawasaki H2 (2015-2018) Οδηγούμε στο Nürburgring- Αρχείο περιοδικού ΜΟΤΟ

Πόσο γυρίζει αυτό το γκριπ;
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

1/8/2019

Για το ΜΟΤΟ, το κεφάλαιο των υπερτροφοδοτούμενων μοτοσυκλετών της Kawasaki με τα H2 και H2R, ξεκίνησε με παγκόσμιες αποκλειστικότητες και έντονη δράση. Αρχικά είμασταν ανάμεσα στους ελάχιστους που είχαν την τύχη όχι απλά να οδηγήσουν την έκδοση H2R αλλά να την δοκιμάσουν όπως της αρμόζει. Η έκδοση R ήταν αυτή που ήρθε πρώτη στα χέρια μας και το ΜΟΤΟ ήταν ανάμεσα στους τρεις πρώτους παγκοσμίως που τη δυναμομέτρησε, και μάλιστα την στιγμή της δυναμομέτρησης είμασταν σε ανοιχτή γραμμή με το εργοστάσιο, προσπαθώντας να δικαιλογήσουμε τα νούμερα που βλέπαμε. Η εμπειρία της οδήγησης της H2R αλλά και λίγο αργότερα του μοναδικού συγκριτικού στην πίστα των Σερρών, απέναντι στα καλύτερα superbike, ήταν καθοριστική για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για την "πολιτική" έκδοση, την H2. Και οι λόγοι που συμβαίνει αυτό αναλύονται στο παρακάτω κείμενο. Η δοκιμή του H2 ήταν εξίσου εντυπωσιακή καθώς πραγματοποιήθηκε επί γερμανικού εδάφους. Συγκεκριμένα στον ευρωπαϊκό επίγειο παράδεισο της ταχύτητας, το Nürburgring και εξελίχθηκε σε μια πραγματική περιπέτεια, που λίγο έλειψε να έχει και άσχημη κατάληξη. Οι αναγνώστες του MOTO διάβαζαν από τους πρώτους στον κόσμο, όλα τα νέα για τις H2 και H2R. Μοτοσυκλέτες που πρέπει κανείς να γνωρίζει τα πάντα, μιας και άλλαξαν πολλά δεδομένα και είναι ακόμη και τώρα πολύ μπροστά για την εποχή μας. Η H2 της Kawasaki είναι από τις περιπτώσεις που πρέπει να έχεις διαβάσει για εκείνη, όχι ως οδηγό αγόρας, όχι γιατί σκοπεύεις να την αγοράσεις, αλλά γιατί ενδιαφέρεσαι για τις μοτοσυκλέτες. Κι όπως συμβαίνει με όλες τις δοκιμές του ΜΟΤΟ, που δεν λειτουργεί ως οδηγός αγοράς και μόνο, από κάθε κείμενο έχεις πολλά να πάρεις για την οδήγηση γενικά και την εμπειρία την ίδια συγκεκριμένα.

Το άρθρο προέρχεται από το αρχείο του περιοδικού ΜΟΤΟ και αναδημοσιεύεται από την αρχική του μορφή δίχως αλλαγές. Αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού, μαζί με τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αντιγραφή, οικειοποίηση μέρους ή του συνόλου του κειμένου και των φωτογραφιών, παραλλαγή ή χρήση πέραν της ανάγνωσης

Πόσο γυρίζει αυτό το γκριπ;

Γκάζι που δεν ξέρεις πού ακριβώς είναι το στοπ -και αμφιβάλλεις αν τελικά υπάρχει- με επιτάχυνση τόσο έξω από τα όρια που μπορεί να διαχειριστεί ο εγκέφαλός σου, που φοβάσαι ότι κάθε χούφτωμα του γκαζιού, ισοδυναμεί μ’ ένα βήμα πιο κοντά στην παράνοια! Κι όλα αυτά σου τα σερβίρουν τώρα νόμιμα, με χαρτιά και πινακίδα…

Είναι πρωί Δευτέρας και οι γερμανικές autobahn έχουν ακόμα κίνηση, παρόλο που έχει πάει 9:30 και κανονικά θα έπρεπε να είναι όλοι πίσω από ένα γραφείο… Έλα όμως που δεν έχουν όλοι τα ίδια ωράρια, άλλωστε κι εμείς πάμε μαζί με τον χαμό, καθώς κατευθυνόμαστε προς την Φρανκφούρτη, μέχρι να πάρουμε το δρόμο προς Κολονία και κάπου μετά να στρίψουμε προς τα αριστερά. Είναι πολύ μακριά από την μοτοσυκλετιστική νιρβάνα όλο αυτό το σκηνικό, γιατί έχει μόλις 1°C Κελσίου και υπερβολική, μαρτυρική κίνηση. Το Η2 δεν μπορεί να δείξει πόσο γκάζι έχει σ’ αυτό το σημείο, οπότε το μόνο ευχάριστο στη παγωμένη αυτή διαδρομή, είναι ο προορισμός μας: Σε περίπου μία ώρα, θα είμαστε στον επίγειο παράδεισο της ταχύτητας, ή για να μην το φουσκώνουμε πολύ, στο ευρωπαϊκό κομμάτι του παραδείσου, το θρυλικό Nürburgring!

Στο Nordschleife μπαίνουν όλοι μαζί, με ότι έχει πινακίδα, και στο συγκεκριμένο σημείο με τα πόδια - όταν κλείνει η πίστα - για να γράψουν στην άσφαλτο. Αποτελεί λειτουργία για τους ντόπιους...

 

Πίσω στην Ελλάδα κυκλοφορούσες ακόμα με κοντομάνικο, τι δουλειά λοιπόν έχουμε να τρέχουμε για να προλάβουμε τις δύο τελευταίες μέρες που θα είναι ανοικτή η πίστα, πριν πέσει το πρώτο χιόνι για φέτος και κλείσει για τα καλά; Το πώς φτάσαμε μέχρι εκεί και το γιατί, είναι από μόνο του μία μικρή περιπέτεια, που ξεκινά πίσω, στην έκθεση της Κολονίας, όταν ανάμεσα στους πρώτους παγκοσμίως αντικρύζαμε το H2R. Είχαμε τότε την βεβαιότητα, παρόλο που δεν είχαν έρθει ακόμα τα capital control και άλλοι τέτοιοι όροι στη ζωή μας, ότι δύσκολα θα βάζαμε χέρι στην μοτοσυκλέτα των 55.000 ευρώ. Μπορεί αργότερα οι προσπάθειές μας να απέδωσαν καρπούς και με το παραπάνω, αλλά αυτήν την ιστορία την ξέρετε ήδη. Πώς όμως μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι, ότι θα τα καταφέρναμε να είμαστε στους τρεις πρώτους στον κόσμο που θα δυναμομετρούσαν το H2R, πως θα το τρέχαμε στο Τατόι και την πίστα των Σερρών! Με σκοπό λοιπόν να μάθουμε πρώτοι, όσα περισσότερα μπορούσαμε για την δυνατότερη μοτοσυκλέτα παραγωγής, τότε στην Κολονία, γνωρίσαμε τον άνθρωπο πίσω από την ομάδα superbike της Γερμανίας και ένα από τα υψηλότερα στελέχη της αντιπροσωπίας, ο οποίος μόλις είδε το MOTO, όπως πάντα συμβαίνει στο εξωτερικό, εντυπωσιάστηκε και δέχτηκε να μας βοηθήσει. Άνοιξε εκείνη την στιγμή λοιπόν άλλη μία πόρτα, απλά και μόνο από την δουλειά που αναγνώρισαν στις σελίδες του περιοδικού μας κι όταν τελικά διαπιστώσαμε ότι είναι πιο εύκολο να βρούμε ένα H2R στην Ελλάδα, παρά στην street legal έκδοση Η2, αποφασίσαμε να την χτυπήσουμε! Για να σφραγίσουμε έτσι τον φάκελο που αναγράφει: "Υπερτροφοδούμενες μοτοσυκλέτες Kawasaki"!

Έξω από το νέο συνεδριακό κέντρο, που επιβάρυνε οικονομικά την πίστα με καταστροφικό τρόπο...

 

"Θα σου το δώσω γιατί το υποσχέθηκα, και γιατί εκτιμώ πολύ την δουλειά που κάνετε, καλή τύχη στην Ελλάδα" έλεγε το e-mail πριν κλείσουμε τα εισιτήρια και φύγουμε για την Γερμανία, για τα κεντρικά της Kawasaki, περίπου σαράντα χιλιόμετρα έξω από την Φρανκφούρτη. Ο χώρος της Kawasaki Γερμανίας είναι μοναδικός, αν φτιάξω ποτέ δικό μου συνεργείο θα προσπαθήσω να τον αντιγράψω, ενώ μαζί με το Η2 που ετοιμάζονται να μου δώσουν, έχουν κι ένα GPZ750 Turbo, σε κατάσταση καινούριου. Δεν είναι ακριβώς το παλιό και το νέο, αλλά είναι υπέροχο να τα βλέπεις μαζί, συζητώντας με τους μηχανικούς τις δυσκολίες συντήρησης του ενός και του άλλου, μέχρι να έρθει η ώρα να φύγω: "Δεν έχουμε δώσει ποτέ μοτοσυκλέτα σε δημοσιογράφο εκτός Γερμανίας, και ό,τι χαρτιά έχω είναι στα Γερμανικά. Βάλε μία υπογραφή και έχε εμπιστοσύνη: Το μόνο που λέει, είναι ότι αν σπάσεις το Η2, εμείς αναλαμβάνουμε την μοτοσυκλέτα και εσύ τα κόκαλα που έχεις σπάσει!" Με αυτές τις ευχάριστες διαπιστώσεις, το Η2 με τα ολοκαίνουρια ελαστικά παίρνει το δρόμο για την πίστα και το ΜΟΤΟ ετοιμάζεται να δώσει τον καλύτερο επίλογο στο κεφάλαιο που λέγεται Η2 και H2R!

Το GPZ750 Turbo ετοιμαζόταν για το μουσείο. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, το παίρνουν για αλλαγή υγρών και για βόλτα, για να συντηρείται

 

Ανοίξτε του δρόμο!

Έχοντας συγκεντρώσει πλέον μία πολύ καλή εμπειρία με το H2R σε αεροδρόμιο, πίστα και… δρόμο, και μάλιστα πρόσφατα, οι διαφορές με το Η2 που κοστίζει λιγότερο από τα μισά λεφτά, είναι κατευθείαν παραπάνω από εμφανείς. Πρώτη και κυριότερη, το βάρος. Το carbon κουστούμι και η απουσία φώτων ελαφραίνουν πολύ την έκδοση R και τώρα αυτή η διαφορά ξενίζει, και ας είμαστε καμιά διακοσαριά χιλιόμετρα μακριά από την πίστα, σε άψογους ανοικτούς δρόμους. Όπως επίσης και η απόκριση του γκαζιού και η "αντίδραση" της υπερτροφοδότησης. Στο R το είχαμε δει αυτό να συμβαίνει μετά από μερικούς γύρους στην πίστα, όταν η πίεση στο αλουμινένιο φιλτροκούτι αυξανόταν και η μοτοσυκλέτα γινόταν νευρική χωρίς να μπορείς να ανοίξεις το γκάζι προοδευτικά. Στο Η2 είναι μόνιμο το φαινόμενο αυτό, από την πρώτη στιγμή. Όσοι ξένοι δημοσιογράφοι ήταν στην παρουσίαση των μοτοσυκλετών στο Losail είναι λογικό να μην πρόσεξαν την μεγάλη διαφορά, καθώς είχαν το R για πολύ λίγο στην διάθεσή τους. Όμως για εμάς τα πράγματα ήρθαν ανάποδα κι έτσι μέχρι να βρεθώ στη σέλα του Η2, είχα ήδη μία σειρά από πολύ καλές εμπειρίες με το R, οπότε η διαφορά ήταν άμεσα εμφανής. Για το διάστημα που κρατούσα σταθερή ταχύτητα πίσω από το αυτοκίνητο που είχαμε νοικιάσει με τον φωτογράφο μας, μοναδικός τρόπος να μεταφέρεις τον ίδιο και τον εξοπλισμό του, το φαινόμενο που αλλιώς μεταφράζεται ως "απόκριση Aprilia Shiver 1ης γενιάς" με συντρόφευε μέχρι και τις μεσαίες στροφές.

Πιάνοντας όμως μία autobahn με κατεύθυνση βορειο-ανατολικά, έρχεται η ώρα να αφήσω την συνοδεία του αυτοκινήτου για να διαπιστώσω πόσα από τα άλογα του R απουσιάζουν στο Η2, μια που όταν κινείσαι η μοτοσυκλέτα αυτή αναπνέει πολύ καλύτερα, σε σύγκριση με το δυναμόμετρο. Μέχρι να γίνει πραγματικότητα το ρομπότ της Yamaha, μετρώντας όλες τις παραμέτρους εν κινήσει, ο μόνος τρόπος να συγκρίνεις δύο μοτοσυκλέτες είναι η μνήμη σου και η αίσθηση που έχεις οδηγώντας και τις δύο. Ευτυχώς η επιτάχυνση του R δεν είναι κάτι που ξεχνάς εύκολα, αν το ξεχάσεις ποτέ… Ανοίγοντας από τα 120 με έκτη, έρχεται ένα πολύ γνωστό συναίσθημα στο μυαλό, ότι κάπου γίνεται λάθος και έχεις μπερδέψει τις σχέσεις. Το Η2 επιταχύνει σαν ένα χιλιάρι με τετάρτη, δηλαδή με μία μικρή έκρηξη από τον πίσω τροχό, που σε εκτοξεύει με δύναμη μπροστά. Είναι εκεί στα 240-250 που συμβαίνει το άλλο μικρό θαύμα, το Η2 ουρλιάζει επιταχύνοντας μ’ ένα νέο κύμα δύναμης. Δεν έχει αυτή την σταθερά γρήγορη επιτάχυνση που ίσως να περιμένεις έχοντας στο μυαλό σου τα superbike, πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο. Όπως και το R, με μικρή διαφορά είναι η αλήθεια, το Η2 επιταχύνει σαν τρελό και στα 240 περίπου συμπεριφέρεται σαν να θέλει να του αλλάξεις ταχύτητα, συνεχίζοντας ν’ ανεβάζει ακόμα πιο άνετα σε εκείνο το σημείο, ενώ βρίσκεται σε απόσταση από την κόκκινη περιοχή. Απλά ο ήχος και η καταιγιστική επιτάχυνση, σε κάνουν να πιστεύεις ότι έρχεται το τέλος του στροφόμετρου. Είναι κι αυτό ένα από τα δεδομένα που πρέπει να αναθεωρήσεις στη σέλα του…

Κάπου εκεί, όσο το Η2 περιορίζεται ηλεκτρονικά από το να περάσει τα 300 χιλιόμετρα, πηγαίνοντας με 260 και 280 στις ανοικτές καμπές του δρόμου, ανάβει το λαμπάκι του ABS. Φρενάρω σιγά-σιγά και βγαίνω δεξιά σ’ ένα βενζινάδικο σβήνοντας τον κινητήρα. Τις περισσότερες φορές, τέτοιες ενδείξεις είναι στιγμιαίες βλάβες των ηλεκτρονικών και από τη στιγμή που έσβησε όταν ξεκίνησα και πάλι κάνοντας μερικά μέτρα, αφού τα 6-8 χιλιόμετρα είναι το σημείο που ενεργοποιούνται όλα τα ABS, είπα να μην δώσω σημασία πέρα από το να το τσεκάρω πιο συχνά. Δέκα χιλιόμετρα παρακάτω, το ABS ήταν και πάλι εκτός λειτουργίας και αυτή τη φορά άναβε πολύ πιο γρήγορα μετά από κάθε στάση. Αυτό σημαίνει ότι ένας από τους δύο αισθητήρες ταχύτητας περιστροφής των τροχών ήταν εκτός λειτουργίας. Οπότε, λίγο μετά από κάθε εκκίνηση, το σύστημα λάμβανε παρατεταμένα μεγάλη διαφορά ταχύτητας και απενεργοποιούσε το ABS. Το περίεργο όμως ήταν πως το traction control και όλα με τη σειρά τα διάφορα υποσυστήματα που είναι φορτωμένο το Η2, δούλευαν κανονικά. Με την οπτική παρατήρηση μόνο, ή οπλισμένος με ένα κατσαβίδι και δύο τρία ακόμα πρωτόγονα εργαλεία, τέτοια προβλήματα δεν λύνονται στην άκρη μίας autobahn. Χρειάζεται διαγνωστικό εργαλείο, υπολογιστής, καλώδια και όλα τα σχετικά, που τελικά σου υποδεικνύουν ν’ αφήσεις το λαμπάκι στην ησυχία του και να συνεχίσεις χωρίς το ABS, δεν χάθηκε και ο κόσμος.

Πανέμορφο πίσω φωτιστικό σώμα και μια σιλουέτα στενή και μυώδης, που φαρδαίνει απότομα στο σημείο του κινητήρα
 

Δείτε επίσης: TRACK DAY DREAMS: Στις Σέρρες με BMW S1000RR - Yamaha R1M - Kawasaki H2R: Το VIDEO!

 

"Σφιγγοφωλιά αλόγων"

Το μικρό χωριό, το Nürburg, είναι στο κέντρο ουσιαστικά της τεράστιας πίστας των 21 χιλιομέτρων, με τον δρόμο που φτάνει εκεί να περνά κάτω και δίπλα από την μεγάλη διαδρομή, χωρίς ποτέ να την βλέπεις πίσω από τα δέντρα και την υψομετρική διαφορά των αλλεπάλληλων λόφων. Οπότε, την πρώτη φορά που θα φτάσεις εκεί θα ακούς συνέχεια τους ήχους των υπερ-αυτοκινήτων, χωρίς να ξέρεις από πού σου έρχονται κι αν σου βρίσκονται στο δημόσιο δρόμο που κινείσαι. Πόσο μάλλον αν έχεις την ατυχία να βρεθείς μία μέρα όπως εκείνη η Δευτέρα, που έχουν συγκεντρωθεί περισσότερα από 500 υπερ-αυτοκίνητα, φτάνοντας σε ένα σημείο της ημέρας να βρίσκονται πάνω από 200 ταυτόχρονα μέσα στην πίστα! Πρόκειται για την χαρά των "spotter", των ανθρώπων δηλαδή που πηγαίνουν για να θαυμάσουν ακριβά αυτοκίνητα και της λύπης κάθε μοτοσυκλετιστή που έχει σκοπό να μπει μαζί τους εκεί μέσα. Παλιότερα, οι μοτοσυκλέτες κάθε κατηγορίας και όχι μόνο οι superbike, είχαν το πλεονέκτημα στο Nordschleife, δηλαδή την βόρεια μεγάλη διαδρομή (βλέπε σχετικό Βox). Κι αυτό γιατί ήταν πολύ εύκολο να εκμεταλλευτείς την επιτάχυνση και τα δυνατά φρένα μιας σπορ μοτοσυκλέτας, για να πέσεις πολύ εύκολα στα εννιά λεπτά, από τους πρώτους γύρους ακόμα, χωρίς να ξέρεις καθόλου την πίστα. Τώρα όμως συναντάς σε καθημερινή βάση νέους ανθρώπους που βράζει το αίμα τους, με αυτοκίνητα άνω των 100.000 ευρώ και για τα εκατοντάδες άλογα που διαθέτουν τα οκτώ λεπτά δεν είναι άθλος. Στην πράξη είναι το νέο στάνταρ. Και όλοι τους, χωρίς εξαιρέσεις, δεν τρέφουν κανένα σεβασμό για τους μοτοσυκλετιστές. Αυτό σημαίνει ότι περιμένουν από εσένα να μην εκμεταλλευτείς όλο το πλάτος της πίστας για να στρίψεις, όσο έρχονται αφρενάριστοι με Lamborghini ή ακόμα χειρότερα (ναι, χειρότερα) με μία από τις καινούριες Μ3 που εξελίσσει ένας τοπικός “specialist” με κόστος περίπου τα 120.000-150.000 ευρώ, πέρα της αγοράς του αυτοκινήτου… Τα τελευταία χρόνια το Nordschleife είναι το άντρο των supercars κι αν τα πετύχεις μαζεμένα, όπως έγινε εκείνη την Δευτέρα, είναι προτιμότερο να μείνεις έξω ή να υποστείς τις τραγικές συνέπειες. Όταν φτάσαμε λοιπόν, λίγο πριν τις δώδεκα, έχοντας γεμίσει ήδη με την ακριβή βενζίνη στο μοναδικό κοντινό βενζινάδικο, το σκηνικό που αντικρύσαμε ήταν αποκαρδιωτικό για την δουλειά που θέλαμε να κάνουμε. Μια θάλασσα από supercars, από Ferrari μέχρι Radical, φτιαγμένες για πίστα BMW και Porsche και τρεις μοτοσυκλέτες στον ξεχωριστό χώρο του πάρκινγκ. Το Η2 ήταν η τρίτη… Αργότερα θα μάθαινα ότι η συνύπαρξη με τα supercars, πληρώνεται πολύ ακριβά, ενώ υπήρχε και εξήγηση για την τόσο μεγάλη συγκέντρωση. Είναι η τελευταία μέρα ενός τριημέρου αφιερωμένο σε όλους αυτούς τους πλούσιους μπάσταρδους (το λέω με ζήλια) και επίσης η τελευταία που η πίστα θα είναι ανοικτή από το πρωί, ενώ την επομένη το βράδυ περιμένουν το πρώτο χιόνι… Από την Αγγλία, την Γαλλία, την Ελβετία και την Γερμανία, όσα ακριβά αυτοκίνητα οδηγούνται από τους ιδιοκτήτες τους και δεν κοσμούν τέσσερις τοίχους σε φωταγωγημένα γκαράζ, ήταν εκείνη την ημέρα στην πίστα. Μαζί τους μπήκε και το Η2.

Η είσοδος γίνεται από μία μπαριέρα, όπως στα διόδια, που ανοίγει ακουμπώντας την κάρτα της πίστας στην οποία έχεις ήδη φορτώσει γύρους (βλέπε αντίστοιχο Βox) και αμέσως μπροστά σου ανοίγεται μία ευθεία με υψομετρική διαφορά κι ένα σπάσιμο στο τέλος της, πριν μία κλειστή δεξιά, το οποίο οι μοτοσυκλέτες το ισιώνουν, μαζί και ορισμένα από τα supercar των οποίων οι οδηγοί το λέει η καρδιά τους. Αυτό είναι το πιο εύκολο σημείο, από το πρώτο ένα τρίτο της πίστας, που μπορεί να δείξει το Η2 την ανωτερότητα του απέναντι σε κάθε τι άλλο που βρίσκεται μαζί του εκεί μέσα! Η απίστευτη επιτάχυνση το εκτοξεύει μπροστά από εκατοντάδες χιλιάδες στοιβαγμένα ευρώ, με την χειροπιαστή αμφιβολία πως ενδεχομένως και να το είχαν νικήσει αν είχαν στηθεί για dragster σε τετρακοσάρι. Όμως στην πίστα δεν είναι το ίδιο και το Η2 φτάνει με περισσότερη ευκολία τα σχεδόν 250 και βασίζεται στα δυνατά φρένα για να τα κρατήσει μέχρι και λίγο πριν την δεξιά στροφή. Το ABS συνεχίζει να λάμπει με την απουσία του, δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ ξανά, με τις μόνες ευκαιρίες που είχα να το δοκιμάσω να είναι στο δημόσιο δρόμο αμέσως μετά την παραλαβή της μοτοσυκλέτας. Δεν πρόκειται να νιώσεις ανάδραση ή να αμολήσει, όσο δυνατά και να φρενάρεις, αν και εκτός από την εξαιρετική μονάδα ελέγχου, τα εύσημα πρέπει να συγκεντρωθούν στις δαγκάνες και την προοδευτική τους λειτουργία. Δεν μου χρειάστηκε ποτέ μέσα στο Nordschleife το ABS, τουλάχιστον την πρώτη μέρα, γιατί μπορείς να εμπιστευτείς απόλυτα την εμπρός ανάρτηση του Η2 και το προοδευτικό φρένο, κρατώντας την μανέτα μέσα στην στροφή για μεγάλη διάρκεια. Άλλωστε, στο πρώτο τρίτο της πίστας το πρόβλημα δεν ήταν τα φρένα, αλλά η ίδια η πίστα. Υπάρχουν δύο διαδοχικές στροφές με υψομετρική διαφορά και εκεί το Η2 γλίστρησε απότομα μπροστά, γλιτώνοντας την πτώση μονάχα από ένα συνδυασμό τύχης και ανοίγματος του γκαζιού και της γραμμής. Ήταν πολύ νωρίς για να τελειώσει μ’ αυτό τον τρόπο το ταξίδι κι αποφάσισα να συνεχίσω πιο προσεκτικά αφού κάτι μου έλεγε μετά από αυτές τις πρώτες στροφές, ότι δεν γίνεται να εμπιστευτείς την πρόσφυση.

Συνοδεία… υψηλών προσώπων

Μόλις έπεσε ο ρυθμός, αμέσως προσπέρασε και το τετράτροχο πακέτο των εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ που ερχόταν σε μικρή απόσταση από πίσω και φτάνοντας συνοδεία στο δεύτερο από τα τρία μέρη, στην πρώτη τσιμεντένια στροφή με καμπή, την Καρουσέλ, προσπερνάω ανοίγοντας στην σύντομη ανηφορική ευθεία που ακολουθεί. Σε εκείνο το σημείο, για να ετοιμαστείς για τις επόμενες στροφές, πρέπει να ανοιχτείς τέρμα αριστερά. Με σύμμαχο την επιτάχυνση του Η2 μαζεύω πολλά χιλιόμετρα αφήνοντας το supercar πίσω να "κλείνει την πόρτα" και διαλέγω έτσι άφοβα την σωστή γραμμή για να μπω σωστά στην επόμενη στροφή. Εκείνη τη στιγμή όμως, ακούω ένα δυνατό γδούπο από αριστερά, με το γόνατό μου να ακουμπά κάπου, σε κάτι λευκό που φευγαλέα πιάνει το μάτι μου. Από το πουθενά έχει εμφανιστεί μία λευκή Porsche με roll bar και ένα σκασμό αυτοκόλλητα και έχει καβαλήσει το κερμπ βγαίνοντας εκτός πίστας, ακριβώς στο πλάι του Η2! Ο "φύλακας" από πίσω αναβοσβήνει τα φώτα και βγάζουμε την υπόλοιπη διαδρομή και οι τρεις μας μουδιασμένοι, στη σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλο. Στο πάρκινγκ γίνονται οι απαραίτητες διατυπώσεις, για το σουβλάκι που πήγε να μας κάνει ο τύπος με την Porsche, ο οποίος δήλωσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια: "πίστευα ότι προλαβαίνω και χωράω" και "μάλλον θα με έπαιρνε η επόμενη στα 250+". Έχουμε ξεκινήσει πολύ άσχημα με το Η2! Πολλαπλές τραγωδίες έχουν αποφευχθεί από τον πρώτο γύρο και είμαστε ακόμα στην μέση της πρώτης μέρας, με την κίνηση να συνεχίζεται αμείωτη το μεσημέρι. Μαζί και τα προβλήματα.

Μέχρι τις πέντε το απόγευμα η πίστα κλείνει τρεις φορές με την τρίτη να κρατά περίπου μία ώρα, μέχρι να απομακρυνθούν τα αυτοκίνητα που έχουν δημιουργήσει φράγμα, στα αλλεπάλληλα ατυχήματα που συμβαίνουν. Ευτυχώς αναίμακτα όλα τους. Η αναμονή είναι περισσότερη από την οδήγηση, ενώ σουρουπώνει γρήγορα και στις εφτά η πίστα κλείνει. Δυστυχώς, θα κλείσει νωρίτερα, αναγκαστικά. Μία τέταρτη μοτοσυκλέτα που ήρθε εκείνη την ημέρα βγαίνει σε δύο κομμάτια, αλλά ευτυχώς ο αναβάτης της ανέπαφος. Όμως, μετά από λίγο ακολουθεί η γνωστή πλέον Prosche, γρατσουνισμένη από την μία πλευρά κάνοντας παράπονα για λάδια στην πίστα, οπότε η αυλαία πέφτει άμεσα… Αφού το πρόγραμμα είχε αναγκαστικά αλλάξει εξαιτίας των συνεχών ατυχημάτων, που λίγο έλειψε να γίνουμε μέρος τον αριθμών, βγαίνω στους γύρω δρόμους για να οδηγήσω όσο ακόμα υπάρχει φως. Ο προβολέας του Η2 κάνει καλή δουλειά, όχι όμως όσο χρειάζεται για να οδηγείς σβέλτα την νύκτα.

Η επίσκεψη στο Nordschleife. Ένας γύρος κοστίζει 27 ευρώ κι ανεβαίνει κάθε χρόνο, αλλά μας διαβεβαίωσαν ότι η τιμή της θα παραμείνει αμετάβλητη μέχρι το '17. Δεν υπάρχει διαφορά τιμής για τις μοτοσυκλέτες και η ίδια κάρτα χρησιμοποιείται με ό,τι οχήμα και αν μπεις μέσα. Με πακέτο των 4 ή των 9 γύρων, το κόστος πέφτει μέχρι και τα €23 παραμένοντας βέβαια υψηλό, αλλά είναι μια κάποια ανακούφιση... Δύο φίλοι πάντως μπορούν να πάρουν μια κάρτα και να την χρηισμοποιήσουν εναλλάξ, ή ακόμα και να μπουν ταυτόχρονα μέσα χρεώνοντας 2 γύρους στην ίδια κάρτα

 

Όμως, ακόμα και στους γύρω δημόσιους δρόμους συνεχίζεται ένα παρόμοιο σκηνικό με πριν. Παντού supercar που πηγαίνουν τέρμα γκάζι ανάμεσα στα χωριά και καμουφλαρισμένα αυτοκίνητα, από τα δεκάδες που δοκιμάζονταν εκείνη την ημέρα. Αν το καλοσκεφτείς πρόκειται για ονειρεμένη κατάσταση, μία παιδική χαρά για μεγάλα παιδιά αν και υπάρχει σχεδόν το ίδιο ρίσκο με πριν. Είναι η πρώτη φορά που βλέπω τόσες μαζεμένες τροχαίες παραβάσεις στην Γερμανία και μάλλον είναι χαρακτηριστικό μονάχα του συγκεκριμένου τόπου. Στους άγνωστους επαρχιακούς γύρω από το Nürburgring, με τις συνεχής στροφές, το γκάζι ανοιγοκλείνει συνέχεια και σταδιακά είναι ολοένα και πιο δύσκολο να το κρατήσεις σταθερό, η διαφορά τώρα με το H2R είναι τεράστια. Το μεγάλο πλεονέκτημα όμως, είναι ότι αν θέλεις μπορείς να έχεις τετάρτη σ’ έναν δρόμο που οποιοδήποτε άλλο χιλιάρι θ’ άλλαζε συνέχεια ανάμεσα σε δευτέρα και τρίτη. Έτσι είναι πιο ήπιες οι συνέπειες της απόκρισης του γκαζιού, χωρίς ποτέ να σου λείπει η απαραίτητη δύναμη για να επιταχύνεις άμεσα, χωρίς καμία υστέρηση στην απόδοση. Αυτό αν θέλεις να χαζέψεις το τοπίο χωρίς να σου πονάει ο αυχένας. Δεν ξέρω για πόση ώρα μπορείς να χαζεύεις χωράφια και αγελάδες, αφού δεν υπάρχει τίποτα διαφορετικό τριγύρω, όμως σίγουρα δεν γίνεται για πολύ, ακόμα κι αν έχεις την ματιά του Bob Ross, του μακαρίτη τηλεοπτικού ζωγράφου. Οπότε, δευτέρα στο κιβώτιο και άνοιγμα του γκαζιού, με τα ηλεκτρονικά να μην συγκρατούν τον εμπρός τροχό και να σε εκτοξεύουν μπροστά σαν να είσαι η σάκος του box σε μηχάνημα του λούνα παρκ… Ίσως σε αντικατάσταση των ακριβών κατασκευών που σε ανεβάζουν είκοσι μέτρα ψηλά για να σε αφήσουν να πέσεις με την βαρύτητα, να ήταν προτιμότερο ένα Η2 σε μια μικρή ευθεία, με τους επισκέπτες να κόβουν εισιτήριο για να δώσουν μια γκαζιά. Μεγαλύτερη αίσθηση αδρεναλίνης θα ένιωθαν!

Οι δρόμοι γύρω από την πίστα έχουν κατά περίπτωση καλύτερη πρόσφυση!

Ένα R κάνει την διαφορά

Σου κάνει εντύπωση πώς μερικά κιλά παραπάνω μπορούν να δημιουργήσουν τεράστια διαφορά στην οδήγηση, αλλά αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση του Η2. Είχα εντυπωσιαστεί με το H2R στις Σέρρες και την ευκολία που άλλαζε κατεύθυνση στο εσάκι, όμως βγάλε 100 άλογα και βάλε καμιά εικοσαριά κιλά και τα πράγματα αλλάζουν τελείως. Το Η2 δεν στρίβει σαν superbike, όπως κάνει το carbon αδερφάκι του με την διπλάσια τιμή, αλλά σαν Hayabusa. Με την τεράστια διαφορά ότι στις στροφές φτάνεις με πολύ περισσότερο γκάζι. Μόλις συνηθίσεις να πιέζεις πολύ το εμπρός ελαστικό, μπορείς να κρατήσεις τα φρένα μέχρι την κορυφή της στροφής, όμως σε συνεχόμενες στροφές θα σε κουράσει γρήγορα, γιατί βάζεις πολύ περισσότερη δύναμη στο τιμόνι, από αυτή που θα έβαζες σε μία naked ή superbike στους ίδιους δρόμους και μάλιστα φρενάροντας από μεγαλύτερη ταχύτητα. Κινείσαι γρηγορότερα, αλλά με πολλαπλάσια προσπάθεια και παραδέχομαι ότι αυτό δεν θα μου είχε κάνει τόση εντύπωση, αν δεν είχα πρώτα σαφή εκτίμηση για τις δυνατότητες του H2R.

Η καλύτερη λύση για τις νύχτες που βρίσκεσαι στην πίστα, είναι να τις περάσεις σε κάποιο ξενώνα στα χωριά που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή, καθώς τα κοντινά ξενοδοχεία ξεφεύγουν σε τιμή. Οι περισσότερες οικογένειες έχουν κατασκευάσει ευρύχωρα δωμάτια και το σημαντικότερο, ορισμένοι προσφέρουν και κλειστό πάρκινγκ. Το Η2 πέρασε προφυλαγμένο το παγωμένο βράδυ και η επόμενη μέρα ξεκίνησε με τα πάντα τριγύρω σε λευκό χρώμα. Δεν είχε χιονίσει, ακόμα, αλλά το στρώμα της πάχνης ήταν τόσο παχύ που προμηνούσε το σκηνικό της επόμενης μέρας. Η πίστα θα άνοιγε το απόγευμα, οπότε για το πρωί είχα προγραμματίσει μία μεγάλη βόλτα με στόχο τους επαρχιακούς δρόμους, περνώντας για αρχή από έναν τσιμεντόδρομο, μέσα από το δάσος. Το Η2 γλιστρούσε επικίνδυνα στο άνοιγμα του γκαζιού, χωρίς το traction control να προλαβαίνει να περιορίσει την ροπή. Ενώ στις εξόδους των στροφών μπορείς να το εμπιστευτείς και να ανοίξεις θαρραλέα το γκάζι, σε μειωμένη πρόσφυση δεν πρέπει να ποτέ να το παρακάνεις. Επίσης θαρραλέο άνοιγμα δεν νοείται το απότομο χούφτωμα όλου του γκαζιού, γιατί όσο καλή πρόσφυση κι αν σου δίνει ο δρόμος, ο πίσω τροχός θα γυρίσει να σου τραβήξει το αυτί και η συνέχεια θα εξαρτηθεί από το πόσο τύχη σου έχει απομείνει.

Οι καθρέφτες αναλαμβάνουν εδώ την λειτουργία των πτερυγίων που έχει η έκδοση R, για αυτό και είναι απίστευτα σταθεροί! Μπορείς να τους μαζέψεις κάθετα επάνω, αλλά αν είναι να ανοίξεις στην ευθεία, είναι προτιμότερο να τους έχεις και μάλιστα ανοικτούς. Βελτιώνουν τη σταθερότητα της μοτοσυκλέτας!

 

Στον τσιμεντόδρομο φαίνεται και η γρήγορη επαναφορά του αμορτισέρ που θυσιάζει την άνεση, αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια. Δεν σε νοιάζει η άνεση σε μια υπετροφοδοτούμενη μοτοσυκλέτα με 200 άλογα! Μόλις λοιπόν σηκώθηκε ο ήλιος και το αίμα κυκλοφόρησε ξανά στα δάχτυλα, αρχίζει και πάλι το παιχνίδι στις στροφές. Όσο δουλεύεις ψηλά το Η2 και γεμίζεις με πρόσθετη πίεση το φιλτρούτι, όσο ο υπερσυμπιεστής περιστρέφεται στις ψηλότερες στροφές, τόσο πιο γρήγορα βλέπεις τον δείκτη βενζίνης να εξαφανίζει τετραγωνάκια. Στην αρχή είναι ατάραχος, αλλά μετά από λίγο σου δείχνει όλη την κατανάλωση μαζεμένη, οπότε πρέπει να είσαι προετοιμασμένος. Μέσα στην πίστα είναι εύκολο να κάψεις έντεκα λίτρα στα εκατό, και από εννιά ως δέκα σε απλά γρήγορο ρυθμό, αλλά μπορεί να πέσει πολύ χαμηλότερα αν απλά βολτάρεις. Πράγμα για το οποίο χρειάζεσαι τρομερή εγκράτεια στη σέλα του.

Χωρίς δίχτυ ασφάλειας

Το μεσημέρι μας βρίσκει στο συνεργείο-γραφεία της RSR. Φανταστείτε μία εταιρεία που έχει supercar αντί εταιρικών αυτοκινήτων και πλήρες συνεργείο που οι υπάλληλοι φτιάχνουν τα δικά τους αυτοκίνητα, όταν δεν υπάρχει κάτι άλλο, πριν τα τρέξουν στην πίστα που η είσοδός της απέχει περίπου 300 μέτρα. Πρόκειται για παράδεισο, που μεταξύ άλλων απολαμβάνει και ο "μάγος των video" Κώστας Σιδηράς για να επιβεβαιώσει το ρητό ότι παντού βρίσκεις έναν Έλληνα, που θα μας βοηθήσει κάνοντας τις συστάσεις με τον Andy Carlile (βλέπε σχετικό Box). Ο Andy μου δείχνει τα σημεία της πίστας που χρειάζονται περισσότερη προσοχή για τις μοτοσυκλέτες και αμέσως μετά πηγαίνουμε προς την πίστα. Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα. Από το πρωί το traction control βγαίνει εκτός λειτουργίας σε τακτά χρονικά διαστήματα και ενεργοποιείται όταν σβήσεις και ξεκινήσεις εκ νέου. Μόνο που το μεσημέρι βγαίνουν εκτός όλα τα ηλεκτρονικά της μοτοσυκλέτας και πλέον είμαστε με τα "200 άλογα στο χέρι". “Better for me” λέει ο Andy που μπαίνει στην πίστα για ένα γρήγορο γύρο και για να εκτιμήσει τις δυνατότητες του Η2: "Eίναι σαν Hayabusa στις στροφές, αλλά μου αρέσει". Φαντάσου να οδηγήσει το H2R λοιπόν, πόσο θα πέσει από τα σύννεφα με την διαφορά τους! Δεν είναι ώρα για κουβέντες όμως, γιατί λεπτό με το λεπτό η κατάσταση χειροτερεύει. Πυκνή ομίχλη έχει καθίσει στην πίστα που σιγά-σιγά ερημώνει και όταν ξανά μπαίνω η ορατότητα είναι μέχρι την στροφή εμπρός σου. Χωρίς καθόλου βοήθεια από τα ηλεκτρονικά, οι επόμενοι γύροι μέχρι να κλείσει η πίστα, θα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον.

Είναι άλλη αίσθηση να οδηγείς εκεί μέσα χωρίς πυκνή κίνηση δηλαδή. Ακόμα κι αν το τίμημα ήταν η πυκνή ομίχλη, δεν με πείραζε καθόλου, φτάνει που μπορούσα να συγκεντρωθώ στο Η2 και σε τίποτα περισσότερο! Κάνω συνεχόμενους γύρους, συναντώντας μονάχα ένα αυτοκίνητο όλη αυτή την ώρα, έναν Ιταλό οδηγό της RSR, δικό μας άνθρωπο δηλαδή! Μπορείς να βγάλεις όλη την πίστα με τρίτη και να ανεβάσεις τετάρτη μονάχα σε μερικά σημεία, εκμεταλλευόμενος την θηριώδη ροπή του τέρατος, αλλά και έναν σπάνιο συνδυασμό ευστροφίας και διάρκειας. Με λίγα λόγια έχεις γκάζι παντού και το έχεις μπόλικο. Αντίστροφα τώρα, αν σε μερικές κλειστές στροφές κατεβάσεις δευτέρα, το μόνο που κάνεις είναι να διαταράσσεις την ισορροπία της μοτοσυκλέτας, κάνοντας το software που ελέγχει ηλεκτρονικά το φρένο του κινητήρα να μπαίνει σε περιοχές των αλγορίθμων που σπάνια βλέπει. Για να καταλάβεις πόσο ροπή έχει το πράγμα, είναι δυνατόν να έχεις σε όλη την πίστα, ακόμα και στα εσάκια, τετάρτη στο κιβώτιο αν σε νοιάζει να πας σβέλτα αλλά να μην κυνηγήσεις χρόνο… Αυτή είναι η μαγεία του Η2, η πληθωρική του στάση απέναντι στο γκάζι που μπορεί να σου προσφέρει χωρίς να σε πνίξει! Άμεσα διαθέσιμο, σε όλες τις στροφές και πάντα μπόλικο. Aν κατάφερναν να του δώσουν και καλύτερη απόκριση, τότε θα ήταν τέλειο.

Δύο γύρους ακόμα και η ομίχλη τώρα είναι παχιά σαν βαμβάκι κρύβοντας τελείως τις στροφές, αφού η ορατότητα έπεσε στο μηδέν και έχουν ανάψει τα προειδοποιητικά φώτα της πίστας που βγάζουν τους πάντες έξω, δηλαδή το Η2 που είναι μόνο του. Όμως για ένα περίεργο λόγο, τα φώτα στην είσοδο παραμένουν αναμμένα, οπότε πηγαίνω ξανά στα διόδια. Με κοιτάνε με μια αποδοκιμασία, βλέποντας τα χέρια να τρέμουν από το κρύο: "μπορώ να μπω;" ρωτάω τον αλυτάρχη, που κουνάει το κεφάλι λέγοντας όχι, αλλά συνεχίζει: "από τη στιγμή που ο έλεγχος δεν έκλεισε τα φώτα, μπες, αλλά δεν ξέρω γιατί να το κάνεις αυτό"…

Ξεκινάω λοιπόν, γιατί ο σκοπός είναι να οδηγήσω όσο περισσότερο μπορώ και βγαίνοντας από τις κορύνες, το Η2 σπινάρει σαν τρελό και σουζάρει μαζί. Το traction control έχει βγει ξανά εκτός, όμως τώρα ανάβουν μαζί όλα τα λαμπάκια σε σημείο που αν ήταν αεροσκάφος θα φώναζε "mayday" με γυναικεία φωνή. Δεν θα δουλέψουν ποτέ ξανά στη συνέχεια. Αν ήταν άλλη μοτοσυκλέτα θα ήταν τρομακτικό, αλλά το Η2 είπαμε ότι το οδηγείς σαν να έχει πενήντα άλογα λιγότερα και αυτό σε πηγαίνει παντού γρηγορότερα, καθώς είναι το πιο "εύκολο" γκάζι κι ας έχει τα μικρά θέματα με την απόκριση. Βασίζομαι στο εκπληκτικό εμπρός φρένο, όπως και όλες αυτές τις μέρες χωρίς το ABS, και στο άψογο πιρούνι ορμώντας στον τελευταίο γύρο με την πεποίθηση ότι ξέρω πού πάει η πίστα. Λες και ξέχασα τα λόγια του Andy, που επιμένει ότι είτε τρέξεις σε video game, είτε έχεις έρθει πολλές φορές, αν δε ξοδέψεις μία ολόκληρη σεζόν μέσα εκεί, δεν πρόκειται να την μάθεις ποτέ! Έχασα το μέτρημα από τις φορές που είδα ξαφνικά το κερμπ μπροστά μου, επιβεβαιώνοντας τουλάχιστον την άποψή μου για τα φρένα. Αν βάζαμε την πορεία στο χάρτη με το GPS, το αποτέλεσμα θα ήταν τεθλασμένες γραμμές.

Μονάχα στο δεύτερο μισό που ανηφορίζει η πίστα ήταν λίγο καλύτερα τα πράγματα. Το πιο τρομακτικό όμως ήταν τα γλιστρήματα του πίσω τροχού στο άνοιγμα του γκαζιού. Είπαμε ότι είναι εύκολα διαχειρίσιμο το γκάζι, αλλά σε συνθήκες πίστας το θέλεις το traction control απεγνωσμένα, διαφορετικά κόβεις και κάνεις βόλτα, όπως και έγινε στο τέλος. Στην έξοδο ο αλυτάρχης έρχεται, μου βγάζει το γάντι και πιάνει το χέρι μου να δει αν έχω παγώσει, αλλά επειδή η καρδιά μου χτυπούσε στην κόκκινη γραμμή του στροφόμετρου, το χέρι μου είναι πιο ζεστό από το δικό του. Με κοιτά παραξενεμένος και μου δείχνει τις φωτεινές ταμπέλες, η πίστα θα κλείσει νωρίτερα και θα είναι τελικά για μέρες. Σε λίγη ώρα αρχίζουν και οι πρώτες νιφάδες, με τα ηλεκτρονικά του Η2 να είναι πλέον εκτός, οριστικά, και τη μοτοσυκλέτα να έχει μπει σε safe mode. Που σημαίνει πως ό,τι κι αν κάνω δεν βγάζει πλέον πάνω από 100 ίππους. Με τη σιγουριά ότι ένας από τους αισθητήρες των τροχών δημιουργεί το πρόβλημα, αρχίζουμε να πειράζουμε ασφάλειες, με βάση τις τηλεφωνικές οδηγίες της Kawasaki που τους καλέσαμε καθώς ο χρόνος μας πίεζε αφόρητα, για να ψάχνουμε μόνοι μας την λύση...Η συνεννόηση μαζί τους γίνεται πιο εύκολη όταν μπαίνει στην μέση η RSR, ο φίλος Κώστας και ο Andy. Δέχονται να κρατήσουν την μοτοσυκλέτα με ασφάλεια, μέχρι να βελτιωθεί η κατάσταση στους δρόμους και να την παραλάβει κάποιος από την αντιπροσωπεία. Το Η2 μας έφτασε μέχρι τον τελευταίο, κυριολεκτικά, γύρο όπως και ο καιρός που κρατήθηκε κι άρχισε να χιονίζει την στιγμή που το παρκάραμε.

Αυστηρά μονόσελο, που «φυλακίζει» τον αναβάτη ώστε να μην παλεύει με την επιτάχυνση, προσφέρεται και ένας μικρός αποθηκευτικός χώρος που ισοδυναμεί με μικρό τσαντάκι μέσης

 

Το συμπέρασμα είναι απλό, χρειάζεται να βρω μία δουλειά στην Γερμανία και μάλιστα καλή, για να μπορώ ν’ αγοράσω ένα Η2. Έχω σκεφτεί και την συνέχεια: Φίλτρο της DNA, πρόγραμμα ECU από το H2R κι ένα πάσο διαρκείας για το Nürburgring!

Το προφίλ του Nürburgring

Με μειωμένη αξία στα 77.000.000 ευρώ, τόσα χρειάστηκαν για να αλλάξει χέρια τον Μάρτιο του ’14, το χρεωμένο από τις προσθήκες του 2009 Nürburgring, προσπαθεί να γνωρίσει νέα περίοδο δόξας στοιβάζοντας εκδηλώσεις την μία μετά την άλλη. Αν και έχει τεράστια επισκεψιμότητα, ορισμένα οικονομικά σκάνδαλα έχουν φέρει την παρακμή, άλλωστε είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της. Από τότε που το ιλιγγιώδες ποσό των σαράντα εκατομμυρίων μάρκων για την κατασκευής της θεωρήθηκε υπέρογκο από τους Ναζί κι όταν ανέβηκαν στην εξουσία πέρασαν τους εργολάβους από δίκη. Στις μέρες μας πάντως, ένα από τα θετικά που έφερε η νέα διοίκηση, είναι ότι κάθε εργασία συντήρησης πραγματοποιείται στο πλάτος της πίστας και δεν διορθώνεται τοπικά, έτσι ώστε η πρόσφυση να έχει διακυμάνσεις μονάχα στο μήκος. Να μην δημιουργούνται δηλαδή διάδρομοι. Από το τέλος της δεκαετίας του ’20 που δημιουργήθηκε η πρώτη μορφή της πίστας, είναι ένας μικρός θρύλος ότι η πρόσφυση δεν ήταν ποτέ ενιαία σε όλο το μήκος της. Άλλωστε, ένας από τους σκοπούς της μεγάλης διαδρομής είναι να προσομοιάζει την εμπειρία ενός κανονικού δρόμου, αλλά με την ασφάλεια της κλειστής διαδρομής.

Στις μέρες μας, η μορφή της πίστας έχει δεχτεί διαδοχικές αλλαγές, από τότε που πρωτοδημιουργήθηκε, αναπόφευκτο άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια με τις αλλαγές σε χρήση που της επιβλήθηκαν. Τελευταία φορά που χρησιμοποιήθηκε σε αγώνα της F1 ήταν το ’76, όταν το ατύχημα του Niki Lauda την έθεσε αυτόματα εκτός διοργάνωσης, με τις μοτοσυκλέτες ν’ ακολουθούν το ’80. Με μία δόση ειρωνείας, ο Niki είχε ξεκινήσει μόνος του μία εκστρατεία να σταματήσουν οι αγώνες F1 στην πίστα, καθώς πίστευε ότι είναι αδύνατο να φτάσουν έγκαιρα τα σωστικά συνεργεία σε περίπτωση ατυχήματος. Οι οδηγοί δεν τον υποστήριξαν με την ψήφο τους, το ατύχημα τελικά το έπαθε ο ίδιος και όπως είχε προβλέψει σώθηκε, αν και άσχημα τραυματισμένος, από τις ενέργειες των άλλων οδηγών. Μετά από αυτό ξεκίνησαν οι εργασίες για την κατασκευή ενός νέου circuit που πήρε ένα τμήμα από την παλιά διαδρομή.

Τώρα λοιπόν υπάρχει η κανονική πίστα και η μεγάλη, βόρεια ιστορική διαδρομή, με την μορφή που απέκτησε από το ’83 και μετά. Σ’ αυτή την διαδρομή είναι που μπαίνεις με το σύστημα των διοδίων με το όχημά σου, για να ολοκληρώσεις τα 20,81 χιλιόμετρα από τα οποία βέβαια τα τελευταία μέτρα είναι ανεκμετάλλευτα, καθώς πρέπει να βγεις να πληρώσεις εκ νέου και να ξανά μπεις. Έτσι, οι χρόνοι μετρούνται ανάμεσα στις δύο γέφυρες, αμέσως μετά από την εκκίνηση και λίγο πριν το τέλος της ευθείας, ώστε να έχεις χρόνο να επιταχύνεις στην αρχή και να φρενάρεις στο τέλος, με το συνολικό μήκος που διανύεις να είναι 19,1 χιλιόμετρα. Επίσημη χρονομέτρηση τις ημέρες του κοινού δεν υπάρχει και επειδή ο καθένας δηλώνει ότι χρόνο θέλει αυτός, έχει επικρατήσει να αποδεικνύεις τα λεγόμενά σου με video.

Andy Carlile: Η ιστορία του ανθρώπου που κατέχει το ρεκόρ μοτοσυκλέτας

Είχαμε κανονίσει να μιλήσουμε με τον Andy την δεύτερη μέρα που θα ήμασταν κοντά στο Nordschleife, όταν θα επέστρεφε και ο ίδιος από τις υποχρεώσεις της RSR στην οποία εργάζεται ως οδηγός και δάσκαλος. Η επαφή έγινε μέσω μίας κοινής μας γνωριμίας, καθώς είναι δύσκολο να τον εντοπίσεις αφού αποφεύγει να μιλά για τον εαυτό του, και περίμενα να μας συστήσουν καθώς αγνοούσα τα χαρακτηριστικά του. Φωτογραφίζαμε το H2 στο δρόμο, όταν σταμάτησε απότομα ένα Skyline και ο οδηγός του μου απηύθυνε τον λόγο, σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Ήταν ο Andy που αποφάσισε να συστηθεί μόνος του. Δύσκολα τον βρίσκεις, εύκολα όμως γίνεσαι φίλος του!

Ο Andy πήγε στο "ring" πρώτη φορά πριν από έξι χρόνια, και ερωτεύτηκε το μέρος κατευθείαν. Επέστρεψε για να εργαστεί σε έναν ξενώνα, αγοράζοντας ένα πάσο απεριόριστων διαδρομών, για να μπορεί να τρέχει σε κάθε κενό που έβρισκε. Μαθαίνοντας όμως την πίστα, ήρθε και η αναγνώριση από τους χρόνους που έχτιζε και γρήγορα βρήκε μία θέση στην RSR, μία εταιρία που διοργανώνει track days και κάθε δραστηριότητα με αντικείμενο την πίστα, που πιστέψτε με, είναι δομημένη με τον πιο φιλελεύθερο τρόπο που υπάρχει. Κι αυτό είναι ένα από τα στοιχεία της επιτυχίας της. Ο Andy έχει εργαστεί και σε αγγλικό περιοδικό μοτοσυκλέτας, με το οποίο η συνεργασία έληξε μόλις άρχισε να περνά σαν σταματημένους όλους τους δημοσιογράφους που υπέγραφαν τις δοκιμές. Πράγμα που δεν είναι κακό, αλλά διαφορετικά το αντιμετώπισαν και οι ίδιοι. Πλέον όμως βρίσκεται κάθε σεζόν στο Nürburgring, στο οποίο πηγαίνει οδικώς με μία BMW M3 που έχει roll bar και ένα bucket κάθισμα. Στο δρόμο δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα, ενώ πλέον τον γνωρίζουν και στο τοπικό τμήμα του Nürburg, το οποίο δεν φημίζεται για την ελαστικότητα του, όμως διαθέτουν μία ειδική κατηγορία για οδηγούς σαν τον Andy και κάποιες φορές του την χαρίζουν..

Ζήτησα από τον Andy Carlile, να μας δώσει μερικές επιγραμματικές συμβουλές για όποιον έρχεται για πρώτη φορά στο Nordschleife, καθώς η γνώμη του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα:

"- Τα περισσότερα ατυχήματα γίνονται σε στροφές με μικρή ταχύτητα. Σου λένε όλοι να προσέχεις συγκεκριμένα τμήματα και μετά μπαίνεις σε μια στροφή με 70, ενώ είναι το πολύ για 60 και πέφτεις. Για πρώτη φορά οδήγησε, παντού, πιο κάτω από αυτό που νομίζεις

- Δεν γίνεται να μάθεις την πίστα σε μία επίσκεψη, ακόμα κι αν μείνεις μέρες. Χρειάζεται ολόκληρη σεζόν. Βγάλε από το μυαλό σου το χρόνο και απόλαυσέ την!

- Η πρόσφυση αλλάζει συνέχεια. Μην την θεωρείς ποτέ δεδομένη

- Πρόσεχε τα αυτοκίνητα, δεν έχουν μάθει να δημιουργούν χώρο για τις μοτοσυκλέτες. Αν είναι πολλά την ημέρα που θα έρθεις, ίσως να είναι καλύτερα να μην μπεις και μέσα!

- Η βροχή σε αυτή την πίστα, είναι ο κρυπτονίτης της μοτοσυκλέτας. Σε συνδυασμό με την πρόσφυση που αλλάζει συνέχεια, είναι η καλύτερη συνταγή για πτώση. Να το θυμάσαι καλά αν σκοπεύεις να μπεις ενώ βρέχει"

Έτσι τέλειωσε η δοκιμή που ξεκίνησε με ήλιο, με το χιόνι να κλείνει για τα καλά την πίστα… Προλάβαμε κυριολεκτικά «στο τσακ» να την ευχαριστηθούμε!

 

Ο γερμανικός, "δημοκρατικός" τρόπος δουλειάς

Γύρω από την πίστα έχουν στηθεί επιχειρήσεις που θυμίζουν, αν κι αμυδρά, μαφιόζικους κανόνες επιχειρηματικότητας. Υπάρχει ένα βενζινάδικο και ορισμένες πολύ καλές ιστορίες για εκείνους που πήγαν να ανοίξουν δεύτερο… Μία εταιρεία με γερανούς βγάζει τα τρακαρισμένα αυτοκίνητα από την πίστα, που είναι πολλά, με κόστος 150 ευρώ την διαδρομή. Υπάρχουν επίσης μερικές καλές ιστορίες για άλλους που αγόρασαν γερανούς για να κάνουν αυτή τη δουλειά. Η πίστα έχει έναν μικρόκοσμο γύρω της, με φωτεινές και σκοτεινές πλευρές, αλλά μαγικό που αξίζει να τον γνωρίσεις… το λιγότερο!

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ                          Kawasaki H2
Αντιπρόσωπος:
TEOMOTO Α.Ε
Τιμή:
€27990
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.070
Ύψος (mm):
1.160
Μεταξόνιο (mm):
1.450
Απόσταση από το έδαφος (mm):
130
Ύψος σέλας (mm):
830
Ίχνος (mm):
108
Γωνία κάστερ (˚):
25,1
 
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
χωροδικτύωμα
Πλάτος (mm):
770
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
- / 228kg
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, τετρακύλινδρος υγρόψυκτος, 2ΕΕΚ, υπερτροφοδότηση
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
76 X 55
Χωρητικότητα (cc):
998
Σχέση συμπίεσης:
8,3:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
200/14.000
Ροπή (kg.m/rpm):
 
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός ride by wire
Σύστημα εξαγωγής:
4-1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός, πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια/1,551
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα/2,333
 
Σχέσεις
1η
3,188
2α
2,526
3η
2,045
4η
1,727
5η
1,524
6η
1,348
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ Uni-Track με piggyback
Διαδρομή (mm):
 
Ρυθμίσεις:
Πλήρεις
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
6,0 Χ 17
Ελαστικό:
190/65-17
Πίεση:
38
ΦΡΕΝΟ
Μονός δίσκος 250mm με δαγκάνα δύο εμβόλων και KIBS
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Οθόνη LCD με ενδείξεις για ταχύτητα, στροφές, ολικός και δύο μερικούς χιλιομετρητές, θερμοκρασία κινητήρα και περιβάλλοντος, ΚΙBS, KTRC, KQS, KEBC, KLCM, ESD
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
-/43
Ρυθμίσεις:
Πλήρεις
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3,5 Χ 17
Ελαστικό:
120/60-17
Πίεση:
32
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 330mm με τετραπίστονες ακτινικές δαγκάνες και KIBS
 
 
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
-
0,7
Πραγματικά
0,74
0,79