Kawasaki W800 Final Edition 2017: Το τέλος μιας εποχής

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

2/6/2016

Με μια ανακοίνωση που εμπεριέχει αρκετή δόση συναισθηματισμού, η Kawasaki ανακοίνωσε την παρουσίαση του W800 Final Edition, το οποίο, όπως μαρτυρά η επωνυμία του, σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης σειράς.
Μετά από 50 ολόκληρα χρόνια, από όταν πρωτοβγήκε από τις γραμμές παραγωγής της Kawasaki η πρώτη μοτοσυκλέτα της οικογένειας "W" με τετράχρονο, δικύλινδρο, εν σειρά κινητήρα, το εργοστάσιο του Akashi αποφάσισε να κλείσει το συγκεκριμένο κεφάλαιο της ιστορίας του με μια περιορισμένης παραγωγής έκδοση που θα κυκλοφορήσει ως μοντέλο 2017. Όπως αναφέρει η εταιρεία στο δελτίο τύπου, πρόκειται "για μια τελευταία ευκαιρία για τους ευρωπαίους φίλους της φίρμας, να αποκτήσουν τον σύγχρονο απόγονο της διάσημης οικογένειας W". Οι χρωματικές επιλογές που θα είναι διαθέσιμη αυτή η επετειακή έκδοση, θα είναι το Candy Brown και το Candy Sunset Orange. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά, ενός από τα πιο επιτυχημένα modern classics, παραμένουν αναλλοίωτα, με τον αερόψυκτο δικύλινδρο εν σειρά των 773 κυβικών εκατοστών να κλέβει οπτικά την παράσταση.

Το W1 του 1966


Ο γενάρχης της οικογένειας ήταν το W1, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1966, με έναν κινητήρα 650 κυβικών και απόδοση 50 ίππων, ενώ αποτελούσε και την πρώτη τετράχρονη μοτοσυκλέτα της Kawasaki μεγάλου κυβισμού και υψηλών επιδόσεων, πετυχαίνοντας μια εξαιρετική πορεία, ιδιαίτερα στην αμερικάνικη αγορά.
Το 1998, η Kawasaki θέλοντας να αναβιώσει τον θρύλο του πρώτου W1, παρουσίασε το W650 αντιγράφοντας σε μεγάλο μέρος τον σχεδιασμό και την μηχανολογική κληρονομιά του δημιουργού της οικογένειας, ενώ το 2011 παρουσιάστηκε το W800 διευρύνοντας τα μέλη της.


Πλέον όμως, λόγω των πρόσφατων αυστηρότερων ευρωπαϊκών προδιαγραφών στις οποίες τα W δεν μπορούν να ανταποκριθούν δίχως να χάσουν την πιστότητά τους στην παράδοση, η εταιρεία πήρε την απόφαση να σταματήσει την παραγωγή τους, με την λιτή και αρκετά συναισθηματική δήλωση του κ. Morihiro Ikoma, Διευθυντή Εταιρικού Σχεδιασμού της Kawasaki Motors Europe: "Δεν είναι ποτέ εύκολο να λες αντίο σε έναν παλιό φίλο, ειδικά σε έναν τόσο σημαντικό όσο το W800. Το να αποτείνουμε έναν φόρο τιμής στην οικογένεια των W με αυτή την Final Edition είναι ίσως το πιο ταιριαστό τέλος σε μια μακρά και επιτυχημένη γραμμή μοτοσυκλετών".

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.