Παίρνοντας την σκυτάλη των συναρπαστικών αγώνων από την αυλαία του πρωταθλήματος, ολοκληρώθηκε ο δεύτερος αγώνα της χρονιάς για το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα ταχύτητας στην πίστα των Σερρών, με συναρπαστικές μάχες, ειδικά στην κατηγορία Formula Extreme, όπου ο Σάκης Συνιώρης με την Ducati Panigale πήρε μια πειστική νίκη. Ο αναβάτης της Kosmocar-ECO Ducati Team έδωσε σκληρές μάχες από τον πρώτο μέχρι τον 17ο γύρο με τον περσινό πρωταθλητή, Χάρη Παρασκευόπουλο, με συνεχόμενες προσπεράσεις και εναλλαγές θέσεων. Στον 18ο και προτελευταίο γύρο, όμως, ο Παρασκευόπουλος είχε μια ευτυχώς ανώδυνη πτώση, με αποτέλεσμα να δει πρώτος την καρό σημαία ο Συνιώρης, για δεύτερη συνεχόμενη φορά φέτος. Στην κατηγορία Open νικητής ήταν ο Σταύρος Κρεμάλας, με τον Βαγγέλη Σαπουνά να τερματίζει σχεδόν μισό δευτερόλεπτο πίσω του, ενώ στο τρίτο σκαλί του βάθρου ανέβηκε ο Τάσος Σκυριανόγλου, που δείχνει φέτος δυνατός και με συνέπεια στους χρόνους του. Στους Νέους νικητής ήταν ο Κορωνάκης Βασίλης, με τους Λιούτα και Αρβανίτη να συμπληρώνουν αντίστοιχα την πρώτη τριάδα, σε έναν αγώνα που χαρακτηρίστηκε από τις μεγάλες διαφορές που είχαν οι τρεις πρώτοι μεταξύ τους. Στην racing με τις επτά συμμετοχές, πρώτος είδε την καρό σημαία ο Λάμπρος Τσώκος, με τον Ντότσικα να ακολουθεί πίσω του με σχεδόν εφτά δευτερόλεπτα διαφορά και κάνοντας έναν μοναχικό αγώνα, καθώς ο τρίτος Μάκης Σιφναίος τερμάτισε άλλα 16 δευτερόλεπτα πιο πίσω. Ο Alex Παπαγεωργίου ήταν ο νικητής της κατηγορίας Supersport, τερματίζοντας πρώτος από την pole position, με μικρή διαφορά από τον Μιχάλη Κουτσουμπό, ενώ στην Τρίτη θέση ανέβηκε ο ένας εκ των αδερφών Καρακώστα, ο Δημήτρης, έχοντας πρόσφατη την εμπειρία από τον δεύτερο αγώνα στο EJC στο οποίο συμμετέχουν και τα δύο αδέρφια. Αξίζει να σημειωθεί ότι στον συγκεκριμένο αγώνα έδωσαν το παρόν πάνω από 800 θεατές, ένα νούμερο που αν μη τι άλλο, αφήνει ελπιδοφόρα μηνύματα για την προσέλευση του κόσμου στους επόμενους αγώνες.
H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία
Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
28/4/2026
Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.
Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.
Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.
Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.
Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ -το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta- έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood, ενώ ως σύνολο είναι σύμφωνο με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Αν και είχε αποχωρίσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960." Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.
Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.
Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσικλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.
Η μοτοσυκλέτα χρησιμοποιήθηκε από τον μοναδικό στην ιστορία Παγκόσμιο Πρωταθλητή MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία, και ότι την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο.
Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με την συμπατριώτισσα της Ferrari για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.