Ανάκληση ΚΤΜ και Aprilia

Επιδημία στα… φρένα
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

17/2/2017

Η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας ανακοινώνει μέσω του τύπου τις κοινοποιήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα μη ασφαλή
προϊόντα του Συστήματος Ταχείας Ανταλλαγής Πληροφοριών, μέσα στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι ανακλήσεις για μοτοσυκλέτες της ΚΤΜ και της Aprilia.

Πιο συγκεκριμένα, για τις μοτοσυκλέτες της ΚΤΜ, η ανάκληση αφορά τα μοντέλα: 50 SX-F EU, 350 SX-F EU / US, 450 XC-F US 150 XC-W EU / US, 250 XC-W US, 300 XC-W US, 250 EXC EU, 300 EXC Six Days EU, 300 EXC EU / AU, 250 EXC-F Six Days EU, 250 EXC-F EU / AU, 350 EXC-F Six Days EU, 350 EXC-F EU /AU, 450 EXC-F Six Days EU, 450 EXC-F EU / AU, 500 EXC-F AU, παραγωγής 2017. Όπως αναφέρεται υπάρχει κίνδυνος τραυματισμού διότι ανωμαλίες στη διαδικασία παραγωγής του προμηθευτή, είχαν ως αποτέλεσμα την ελαττωματική κατεργασία, σε ορισμένες παρτίδες, στις τρόμπες/αντλίες μπροστινού φρένου. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρη φθορά της τάπας στεγανοποίησης της τρόμπας του φρένου, οδηγώντας έτσι σε μειωμένη απόδοση φρεναρίσματος. Η ανάκληση, σύμφωνα µε έγγραφη δήλωση του διανομέα της KTM στη χώρα µας, αφορά 14 μοτοσυκλέτες, στους ιδιοκτήτες των οποίων θα σταλούν προσωπικές επιστολές

Για τις μοτοσυκλέτες της Aprilia, η ανάκληση αφορά τα Tuono V4 1000 και 1100 / Dorsoduro 750 και 1200 και Caponord με
τύπο/αριθµό µοντέλου και αριθμούς έγκρισης τύπου: e11*2002/24*1156*00*, e11*2002/ 24*0669*, e11*2002/24*1052*, e11*2002/24*1642*. Τύποι: TY, SM, TV, VK
παραγωγής από το 2010 έως το 2016. Ένα ελαττωματικό έμβολο στην εμπρός τρόμπα φρένου μπορεί να προκαλέσει μείωση της απόδοσης πέδησης, με κίνδυνο τραυματισμού. Η ανάκληση, σύμφωνα µε έγγραφη δήλωση του διανομέα της Aprilia στη χώρα µας, αφορά 62 οχήματα, στους ιδιοκτήτες των οποίων θα σταλούν προσωπικές επιστολές.

Ετικέτες

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.