Ανίχνευση μοτοσυκλετών από τα ηλεκτρονικά βοηθήματα των αυτοκινήτων

Ανάγκη για βελτίωση των ADAS, ώστε να μειωθούν τα ατυχήματα με μηχανοκίνητα δίκυκλα
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

5/9/2022
Ο αξιόπιστος εντοπισμός μοτοσυκλετών από τα ηλεκτρονικά βοηθήματα των αυτοκινήτων είναι απαραίτητος για την αποφυγή συγκρούσεων και για τη μείωση των ατυχημάτων που περιλαμβάνουν μοτοσυκλέτες. Μια μελέτη από τον οργανισμό Connected Motorcycle Consortium αναλύει την τρέχουσα κατάσταση στα Προηγμένα Βοηθητικά Συστήματα Οδηγού (Advanced Driver Assistance Systems ή ADAS), από τη σκοπιά του αναβάτη μοτοσυκλέτας και προτείνει μια σειρά μεθόδων για βελτίωση του εντοπισμού των μηχανοκίνητων δικύκλων από τα εν λόγω συστήματα.
 
Ο οργανισμός Connected Motorcycle Consortium (CMC) αποτελεί μια μη κερδοσκοπική συνεργασία μεταξύ κατασκευαστών, προμηθευτών, ερευνητών και ενώσεων, με στόχο να ενσωματώσουν τις μοτοσυκλέτες και τα scooter στην μελλοντική συνδεδεμένη κινητικότητα.
 
O CMC ιδρύθηκε από σημαντικούς κατασκευαστές μοτοσυκλέτας, με την αρχή να κάνουν οι Honda, Yamaha, BMW & KTM, για να προσχωρήσουν αργότερα σε αυτόν κι άλλα εργοστάσια όπως η Ducati, η Triumph, η Suzuki, κι η Harley-Davidson.
 
Ο στόχος του CMC για ενσωμάτωση των μηχανοκίνητων δικύκλων στην συνδεδεμένη κινητικότητα αφορά στην εξέλιξη και στην προώθηση Συνεργατικών Έξυπνων Συστημάτων Μετακίνησης (Cooperative Intelligent Transport Systems ή C-ITS) σε παγκόσμια κλίμακα, με τη Ομοσπονδία των ευρωπαϊκών συνδέσμων μοτοσυκλέτας FEMA να είναι επίσημος υποστηρικτής του οργανισμού.
 
Τόσο η FEMA όσο και ο CMC πιστεύουν πως τα μηχανοκίνητα δίκυκλα πρέπει να συμπεριληφθούν στην εξέλιξη των δοκιμαστικών διαδικασιών του ADAS, τόσο για το μέλλον όσο και αναδρομικά στις υπάρχουσες δοκιμές.
 
Τα μηχανοκίνητα δίκυκλα πολλές φορές αγνοούνται, ή οι ταχύτητες και οι αποστάσεις τους δεν υπολογίζονται σωστά από τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου. Τα Προηγμένα Βοηθητικά Συστήματα Οδηγού υποστηρίζουν τους οδηγούς αυτοκινήτων στην αποφυγή επικίνδυνων καταστάσεων σε πολλά σενάρια οδήγησης και έχουν υψηλές δυνατότητες μείωσης των συγκρούσεων με μηχανοκίνητα δίκυκλα.
 
Με αφετηρία την παραπάνω θέση, και ανησυχώντας για μια πιθανή αποτυχία εντοπισμού των μηχανοκίνητων δικύκλων, ο CMC διεξήγαγε μια εις βάθος μελέτη της διακριτότητας των μηχανοκίνητων δικύκλων.
 
Τα αυτόνομα και τα προηγμένα βοηθητικά συστήματα οδηγού ADAS έχουν εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Καθώς οι οδηγοί έχουν συνηθίσει τα ADAS, επαναπαύονται και αναμένεται να δείχνουν ολοένα και λιγότερη προσοχή στον δρόμο.
 
Τα μηχανοκίνητα δίκυκλα ανήκουν στην κατηγορία των ευάλωτων χρηστών του δρόμου, και παράλληλα με το μικρό τους μέγεθος απαιτούν μεγάλη προσοχή στο να φαίνονται και να γίνονται αντιληπτά από τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου.
 
Κατά συνέπεια, ο αξιόπιστος εντοπισμός των μηχανοκίνητων δικύκλων από αυτοκίνητα εξοπλισμένα με ADAS είναι απολύτως αναγκαίος ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις και να μειωθούν τα ατυχήματα με μοτοσυκλέτα.
 
Τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί μείωση στα θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα με αυτοκίνητο στην Ευρώπη. Αυτό έχει επιτευχθεί μέσω μιας σειράς πρωτοβουλιών, όπως η μείωση των ορίων ταχύτητας, και η υποχρεωτική χρήση εξοπλισμού ασφαλείας. Τα ADAS έχουν διαδραματίσει τον δικό τους ρόλο στη μείωση των ατυχημάτων. Όμως όσον αφορά στις μοτοσυκλέτες πρέπει να σημειωθεί ο μικρός όγκος τους, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται κατά μέτωπο προς τους αισθητήρες των αυτοκινήτων –κάτι που κάνει δύσκολη την ανίχνευση τους. Ανησυχώντας από αυτή την πρόκληση, ο CMC αποφάσισε να ερευνήσει τον ρόλο και την αποδοτικότητα των ADAS όσον αφορά στον εντοπισμό μοτοσυκλετών και στην αποφυγή ατυχημάτων.
 
Στην αναφορά του CMC, γίνεται ανάλυση στις δυνατότητες εντοπισμού των μοτοσυκλετών από τα ADAS, καθώς και αξιολόγηση πιθανών μεθόδων για βελτίωση της διακριτότητας των μηχανοκίνητων δικύκλων. Η ανάλυση εστιάζει στην τρέχουσα έρευνα, στα ακαδημαϊκά άρθρα, στις τεχνικές αναφορές και σε άλλες μελέτες που έχουν ήδη ασχοληθεί με τη διακριτότητα των μηχανοκίνητων δικύκλων.
 
Ένα από τα πιο σημαντικά συμπεράσματα της αναφοράς έχει ως εξής: “Υποθέτουμε πως καθώς οι οδηγοί συνηθίζουμε στα συστήματα ADAS, στηρίζονται περισσότερο στην τεχνολογία και θα γίνουν λιγότερο προσεκτικοί στην οδήγηση. Μια πιθανή συνέπεια της ευρείας εφαρμογής των ADAS πιθανώς να είναι η αύξηση των συγκρούσεων των αυτοκινήτων με μοτοσυκλέτες, την ίδια ώρα που θα παρατηρούμε μείωση των συγκρούσεων αυτοκινήτων με αυτοκίνητα. Οι μελέτες δείχνουν σημαντικό μερίδιο αποτυχιών στην ανίχνευση μηχανοκίνητων δικύκλων από τα ADAS, αλλά δεν θεωρούνται αντιπροσωπευτικές λόγω του μικρού δείγματος δοκιμών και τύπων δικύκλων. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να διεξαχθούν ευρύτερες μελέτες στην ανίχνευση μηχανοκίνητων δικύκλων στο μέλλον. Επιπλέον, τα μηχανοκίνητα δίκυκλα πρέπει να συμπεριληφθούν στην μελλοντική εξέλιξη των δοκιμών των ADAS και να ενσωματωθούν αναδρομικά στις ήδη υπάρχουσες.”
 
Ως απάντηση στην αναφορά του CMC, ο ACEM δήλωσε τα εξής: “Οι αναβάτες μηχανοκίνητων δικύκλων είναι ευάλωτοι χρήστες του δρόμου, που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή από τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου λόγω του σχετικά μικρού όγκου των δικύκλων. Το ζήτημα έχει γίνει ακόμα πιο σημαντικό με την παρουσίαση από τους κατασκευαστές αυτόνομων οχημάτων επιπέδου 3 και 4, με το επίπεδο 3 να μεταθέτει (τουλάχιστον προσωρινά) την ευθύνη του ελέγχου του οχήματος στο ίδιο το όχημα. Οι κατασκευαστές μοτοσυκλέτας ανησυχούν ιδιαίτερα πως αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση ατυχημάτων με την εμπλοκή δικύκλων, καθώς οι οδηγοί αυτοκινήτων θα γίνουν πιο εξαρτημένοι σε ADAS επιπέδων 1 και 2, προσέχοντας λιγότερο τα οχήματα γύρω τους. Οι ειδικοί της βιομηχανίας μοτοσυκλετών ανησυχούν επίσης πως τα σύγχρονα αυτοκίνητα δεν έχουν την τεχνολογία ώστε να ανιχνεύουν σωστά τις μοτοσυκλέτες. Η αξιόπιστη ανίχνευση των μηχανοκίνητων δικύκλων από τα ADAS των αυτοκινήτων είναι απολύτως απαραίτητη για να αποφύγουμε τις συγκρούσεις αυτοκινήτων-μοτοσυκλετών και να μειώσουμε τον αριθμό των ατυχημάτων με μοτοσυκλέτα. Τα αυτοκίνητα πρέπει να μπορούν να ανιχνεύουν με ακρίβεια τις μανούβρες των μοτοσυκλετών μέσα στην κίνηση, όπως τη διήθηση, την στροφή υπό κλίση και την αλλαγή λωρίδας.
 
Στις προτάσεις της μελέτης του CMC βρίσκεται η προσθήκη ειδικών επιφανειών στις γωνίες των μοτοσυκλετών (όπως φαίνονται από μπροστά ή πίσω), δηλαδή στα μαρσπιέ και στις άκρες του τιμονιού, όπου θα ανακλάται πιο αποτελεσματικά η δέσμη των ραντάρ των ADAS, η ενσωμάτωση των τεχνολογιών C-ITS με συνδεσιμότητα V2X (Vehicle to Everything), όπου τα οχήματα θα "μιλούν" τόσο μεταξύ τους όσο και μεταξύ των υποδομών του δρόμου, για να ανιχνεύουν τα αυτοκίνητα μια μοτοσυκλέτα ακόμα κι αν αυτή βρίσκεται πίσω από τοίχο / γωνία και δεν φαίνεται, η βελτίωση της λειτουργίας των συστημάτων ADAS (Radar, LIDAR, κάμερες, κ.α.) αλλά και της τεχνολογίας Τεχνητής Νοημοσύνης, και η ανάγκη αξιολόγησης και μελέτης της αποδοτικότητας της κάθε τεχνολογίας.
 
 
Πηγές: CMC, FEMA, ACEM

Γερμανία: Φτηναίνει την απόκτηση άδειας οδήγησης – Σήματα μέσω εφαρμογής, λιγότερα υποχρεωτικά μαθήματα

Η γερμανική κυβέρνηση μειώνει τις υποχρεωτικές απαιτήσεις και δίνει περισσότερη εξουσία στις σχολές οδήγησης
diploma odigisis
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

25/5/2026

Στη Γερμανία η απόκτηση διπλώματος οδήγησης αυτοκινήτου, μαζί με όλα τα μαθήματα και τις εξετάσεις, κοστίζει γύρω στα 3.400 ευρώ, ποσό που προφανώς φαντάζει εξωφρενικό για τα ελληνικά δεδομένα. Αυτά τα χρήματα αναλογούν σε 12 μαθήματα διάρκειας 45 λεπτών που είναι το υποχρεωτικό ελάχιστο, συν κάμποσες ώρες θεωρητικής εκπαίδευσης και όλα τα συμπαραμαρτυρούντα των εξετάσεων.

Αυτό πρόκειται να αλλάξει καθώς η κυβέρνηση της χώρας έθεσε ως στόχο να κάνει την απόκτηση άδειας πιο προσιτή και γρήγορη – “η προσωπική μετακίνηση δεν είναι προνόμιο,” δήλωσε ο υπουργός Patrick Schnieder. Έτσι ο νέος νόμος που έφερε προς ψήφιση το γερμανικό υπουργείο Μεταφορών αλλάζει δραστικά την όλη διαδικασία.

Το πρώτο που αλλάζει είναι η διαδικασία των θεωρητικών μαθημάτων, καθώς πλέον δεν θα είναι απαραίτητη η φυσική παρουσία του μαθητή. Αντιθέτως, οι σχολές οδήγησης θα μπορούν να προσφέρουν μαθήματα μέσω ψηφιακών μέσων, όπως οι εφαρμογές για τηλέφωνα.

Επιπλέον, προβλέπεται η δραστική μείωση των ερωτήσεων της θεωρητικής εξέτασης, καθώς τώρα αντλούνται από ένα σύνολο 1.169 ερωτήσεων, οι οποίες θα συρρικνωθούν σε 840.

Όσο για τα πρακτικά μαθήματα, η πρότερη απαίτηση για τουλάχιστον 12 μαθήματα καταργείται και πλέον οι σχολές θα αποφασίζουν πόσα χρειάζονται ανάλογα με το επίπεδο ικανότητας του υποψηφίου. Καταργούνται επίσης κάποιες δεσμεύσεις του προηγούμενου συστήματος, που επέβαλλε οπωσδήποτε τα πρακτικά μαθήματα να περιλαμβάνουν οδήγηση τη νύχτα, αλλά και στον αυτοκινητόδρομο.

Εισάγεται δε μια νέα δυνατότητα να κάνει κανείς τα πρακτικά μαθήματα με δικό του άνθρωπο. Αυτό μπορεί να συμβεί εφόσον οι υποψήφιος έχει περάσει επιτυχώς από τα θεωρητικά και έχει κάνει τουλάχιστον έξι μαθήματα με εκπαιδευτή της σχολής. Από κει και πέρα, μπορεί να κάνει όσα μαθήματα θέλει ακόμη υπό την επίβλεψη κάποιου δικού του ανθρώπου, συγγενή ή φίλου, με μόνο προϋπόθεση αυτή ή αυτός να ξεπερνά ένα ελάχιστο όριο ηλικίας, να έχει δίπλωμα για κάποια χρόνια και να μην ξεπερνά ένα όριο βαθμών ποινής στο δίπλωμά του – όρια πάντως που δεν έχουν καθοριστεί ακόμη στο σχέδιο νόμου.

Αλλαγή θα υπάρξει και στις εξετάσεις, η διάρκεια των οποίων μειώνεται από 40-55 λεπτά σε 25-30 και πλέον δεν θα περιλαμβάνουν εξέταση στο παρκάρισμα (για τα αυτοκίνητα).

Η νέα αυτή νομοθεσία αναμένεται να έρθει στη γερμανική Βουλή προς ψήφιση εντός της φετινής χρονιάς, με στόχο να εφαρμοστεί από 1/1/2027, γεγονός που ήδη έχει αφήσει έντονο αποτύπωμα στη χώρα. Οι σχολές οδήγησης αναφέρουν ραγδαία πτώση στους υποψήφιους, καθώς οι περισσότεροι προφανώς περιμένουν τις νέες, μειωμένες τιμές.

Η αντίδραση της γερμανικής Ένωσης Εκπαιδευτών Οδήγησης είναι πολύ αρνητική, απορρίπτοντας εξ ολοκλήρου τα ηλεκτρονικά μαθήματα και εξετάσεις για το θεωρητικό σκέλος, αλλά και τα μαθήματα στον δρόμο με συγγενή ή φίλο του υποψήφιου. Κατά τη γνώμη τους αυτά τα μέτρα απειλούν να αντιστρέψουν την τάση μείωσης των τροχαίων ατυχημάτων που σημειώνει η Γερμανία τις τελευταίες δεκαετίες.

Στο βάθος καραδοκεί ένας ενδεχόμενος κίνδυνος: δημιουργείται ένα ανταγωνιστικότερο περιβάλλον για τις σχολές οδήγησης, οι οποίες τώρα θα έχουν μεγαλύτερη ελευθερία στην κατάρτιση πακέτων τιμών για να προσελκύσουν πελάτες. Το πιθανό πρόβλημα είναι ένας διαφαινόμενος πόλεμος τιμών μεταξύ σχολών που θα μπορούσε να έχει σοβαρή επίδραση στην ποιότητα της εκπαίδευσης των νέων οδηγών, καθώς δεν αποκλείεται κάποιες να φτιάξουν πολύ φτηνά προγράμματα με το ελάχιστο των μαθημάτων, αφήνοντας ως μόνη δικλείδα ασφαλείας την τελική δοκιμασία από τους εξεταστές των ομοσπονδιακών αρχών.