Damon Motorcycles: Σε κρίση η καναδική εταιρεία με την ηλεκτρική superbike των 200 ίππων

Εξοργισμένοι οι επενδυτές, αγωγή και από τον ιδρυτή της - Αμφίβολο αν οι μοτοσυκλέτες της φτάσουν ποτέ στον δρόμο
Damon going bust
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

3/10/2025

Η καναδική startup, Damon, που κάποτε υποσχόταν μία superbike με τελική 320+ χλμ./ώρα και αυτονομία έως 320 χλμ., βρίσκεται σήμερα στο μάτι του κυκλώνα, παλεύοντας με αγωγές και λειτουργώντας με ελάχιστο προσωπικό, μόλις 13 άτομα!

Κάποτε προβλήθηκε ως μια ανατρεπτική δύναμη στον χώρο της μοτοσυκλέτας, αλλά πλέον η Damon μοιάζει όλο και περισσότερο να βουλιάζει σε ένα βαρέλι δίχως πάτο.

Η δραστηριότητα της Damon στα επίσημα κανάλια κοινωνικής δικτύωσης είναι μηδενική τους τελευταίους εννέα μήνες και στις τελευταίες οικονομικές εκθέσεις της αποκαλύπτεται ότι βρίσκεται μπλεγμένη σε πολλαπλές νομικές διαμάχες, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων από πρώην στελέχη. Η πιο "δυνατή" αγωγή, σύμφωνα με το αμερικανικά μέσα, προέρχεται από τον χρηματοδότη Andrew DeFrancesco, ο οποίος υποστηρίζει ότι η Damon του οφείλει πάνω από 3,2 εκατ. δολάρια σε μετοχικές αποζημιώσεις για συμβουλευτικές υπηρεσίες. Ο DeFrancesco, μια αμφιλεγόμενη φιγούρα με ιστορικό κυρώσεων για ενορχήστρωση οικονομικής απάτης, διατηρούσε στενούς δεσμούς με την εταιρεία μέσω του επενδυτικού του ταμείου House of Lithium, το οποίο είχε διοχετεύσει χρηματοδοτήσεις στην Damon κατά τη φάση ανάπτυξης.

Damon going bust

Σήμερα, όμως, η σχέση αυτή έχει μεταφερθεί στις αίθουσες των δικαστηρίων. Και ο DeFrancesco δεν είναι ο μόνος. Η Damon βρίσκεται επίσης αντιμέτωπη με αγωγές για απλήρωτα ενοίκια, ενώ, σύμφωνα με τα έγγραφα, αντιμετωπίζει δράση ακόμα και από τον εκδιωγμένο ιδρυτή και πρώην CEO, Jay Giraud. Πρόκειται για ένα μπλεγμένο κουβάρι που φανερώνει τα βαθιά ρήγματα στη μέχρι πρότινος πολυδιαφημισμένη startup, η οποία λίγο έλειψε να καταρρεύσει και πέρυσι πριν επιστρέψει στο τιμόνι ο συνιδρυτής Dominique Kwong για να σώσει την κατάσταση.

Damon going bust

Από μοτοσυκλέτες σε λογισμικό
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τα οικονομικά στοιχεία αποκάλυψαν ένα σοκαριστικό γεγονός: μόλις 13 άτομα παραμένουν στο μισθολόγιο της εταιρείας, εκ των οποίων οι δύο είναι εξωτερικοί συνεργάτες και οι μισοί από αυτούς... διευθυντικά στελέχη. Από τους πάνω από 100 υπαλλήλους που υποστήριζε κάποτε ότι είχε, με ένα βιβλίο προπαραγγελιών αξίας 100 εκατ. δολαρίων και σχέδια για νέο εργοστάσιο, η Damon έχει κατρακυλήσει σε μια σκιά του εαυτού της. Το εργοστάσιο δεν υπάρχει, η παραγωγή μοιάζει απίθανη και η εταιρεία στρέφεται πλέον προς την δημιουργία λογισμικού ασφάλειας τεχνητής νοημοσύνης σε μια ύστατη προσπάθεια επιβίωσης. Ή τουλάχιστον αυτό ισχυρίζεται ότι κάνει.

Damon going bust

Το ερώτημα αν η Damon μπορεί να επιβιώσει παραμένει. Η κατασκευή προηγμένων ηλεκτρικών μοτοσυκλετών σε  μεγάλη κλίμακα με λίγο παραπάνω από μια δεκαριά υπαλλήλους φαντάζει ουτοπική, ιδιαίτερα όταν δανειστές, επενδυτές και πρώην στελέχη έχουν στραφεί νομικά εναντίον της.

Damon going bust

Για όσους έχουν προπαραγγείλει τις HyperSport ή HyperFighter, οι προοπτικές είναι δυσοίωνες. Η Damon δεν έχει ακόμα σχολιάσει τις αγωγές ή την μελλοντική της κατεύθυνση, αλλά όσο οι πιέσεις αυξάνονται, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι οι μοτοσυκλέτες της θα φτάσουν ποτέ στον δρόμο.

Damon going bust

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.