Ducati Triple-X Trinity: Συλλογή με 3 Superleggera στα 275.000 ευρώ

Τρεις γενιές. Τρεις παγκόσμιες πρωτιές. Μια συλλογή.
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

24/8/2026

Η Ducati έσπασε τους κανόνες όταν ξεκίνησε να δημιουργεί τη σειρά Superleggera το 2014. Η συνταγή ήταν απλή: πήρε το ήδη κορυφαίο μοντέλο της – αρχικά την 1199 R Panigale – και βελτίωσε τις επιδόσεις της, μειώνοντας παράλληλα και το βάρος.

Πίσω στο 2014 λοιπόν, όταν η Ducati έπρεπε να καινοτομήσει για να ρίξει το βάρος του κορυφαίου της μοντέλου και η λύση ήταν ένα κράμα μαγνησίου ένα ελαφρύ σύνθετο μέταλλο που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ σε μοτοσυκλέτα παραγωγής. Το υλικό χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα σε πλαίσιο, ψαλίδι και τροχούς, ενώ τιτάνιο και ανθρακόνημα πλαισίωσαν το υπόλοιπο της μοτοσυκλέτας.

1199 Superleggera

Όπως ήταν αναμενόμενο, σειρά πήρε η αναβάθμιση του κινητήρα Superquadro, που εξοπλίστηκε με βαλβίδες εξαγωγής από τιτάνιο, ελαφρύτερο στροφαλοφόρο άξονα με αντίβαρα από βολφράμιο και πιστόνια δύο ελατηρίων. Τα τελευταία αποτέλεσαν μια ακόμη πρωτιά για μοτοσυκλέτα παραγωγής και συνέβαλαν σημαντικά ώστε η 1199 Superleggera να φτάσει την ισχύ των 200 ίππων, ενώ το ξηρό βάρος της μοτοσυκλέτας βρισκόταν στα 155 κιλά και όπως ήταν φυσικό είχε την υψηλότερη αναλογία ισχύος προς βάρος από οποιαδήποτε superbike παραγωγής που κατασκευάστηκε ποτέ.

1299 Superleggera

Εξαιρουμένων των πρωτοτύπων, μόλις 500 αριθμημένες 1199 Superleggera έφυγαν από το εργοστάσιο της Ducati στη Μπολόνια και όπως ήταν αναμενόμενο, εξαντλήθηκαν αμέσως. Ακολούθησε η 1299 Superleggera το 2016 και η V4 Superleggera το 2020, με τις δύο τους να εισάγουν παγκόσμιες καινοτομίες για μοτοσυκλέτες παραγωγής και να περιορίζονται αυστηρά σε 500 αριθμημένα τεμάχια. Εννοείται πως κι αυτές εξαντλήθηκαν αμέσως. Η 1299 ήταν η πρώτη που χρησιμοποίησε ανθρακονήματα για όλα τα φέροντα δομικά στοιχεία της, γεγονός που την έκανε 40% ελαφρύτερη από την αντίστοιχη βασική έκδοση της Panigale. Με ισχύ 215 ίππους, ο κινητήρας Superquadro της ήταν επίσης ο τελευταίος και πιο ισχυρός V-twin παραγωγής που κατασκευάστηκε ποτέ από τη Ducati.

V4 Superleggera

Όπως υποδηλώνει το όνομά της, η V4 Superleggera διέθετε έναν τεράστιο νέο τετρακύλινδρο κινητήρα που απέδιδε 224 ίππους, ο οποίος εξασφάλισε για άλλη μια φορά στην εξαιρετικά ελαφριά superbike των 159 κιλών ένα ακόμη ρεκόρ αναλογίας. Για πρώτη φορά, ένας κατασκευαστής μοτοσυκλετών εγκατέστησε αεροδυναμικά πτερύγια από ανθρακονήματα, εμπνευσμένα από το MotoGP, στο μπροστινό μέρος και στο πλάι. Στην πράξη, η V4 Superleggera παρήγαγε κάθετη δύναμη 50 κιλών στα 270 χλμ./ώρα.

Συνολικά, οι τρεις αυτές Ducati αντιπροσωπεύουν το υψηλότερο ράφι, όσον αφορά τις επιδόσεις των μοτοσυκλετών παραγωγής. Τρεις πανάλαφρες superbike, η καθεμία με εκπληκτική τεχνολογία που προέρχεται από τον μηχανοκίνητο αθλητισμό – κάτι που δεν είχε ξαναδεί κανείς σε επίπεδο μαζικής παραγωγής – κατασκευάστηκαν με έναν και μοναδικό στόχο: να θέσουν νέα πρότυπα στις επιδόσεις.

Για να το κάνει ακόμα πιο ελκυστικό, η Ducati εδραίωσε τη φήμη της ως συλλεκτικού μοντέλου, περιορίζοντας την παραγωγή κάθε Superleggera σε 500 μονάδες. Αυτό όμως δεν ίσχυσε αυστηρά εδώ, αφού η ιταλική εταιρεία παρήγαγε και μοτοσυκλέτες προπαραγωγής που όμως δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό τους.

Όσο σπάνιο είναι λοιπόν να βρει κανείς μια Superleggera να αγοράσει σήμερα, φανταστείτε πόσο απίθανο είναι να βρει και τις τρεις μαζί! Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει με αυτήν την αγγελία πώλησης από την Αγγλία.

Οι τρεις συγκεκριμένες Ducati Superleggera - 1199, 1299 και V4 - αγοράστηκαν από έναν μόνο ιδιοκτήτη, ο οποίος τις διατήρησε επιμελώς σε κατάσταση βιτρίνας. Τόσο η 1199 όσο και η V4 εμφανίζουν μηδέν χιλιόμετρα στις ψηφιακές οθόνες τους (με την εργοστασιακή προστατευτική μεμβράνη ακόμα στη θέση της), ενώ η 1299 έχει διανύσει μόλις 16 χιλιόμετρα. Και οι τρεις μοτοσυκλέτες διαθέτουν τα πλήρη σετ εργοστασιακών αξεσουάρ και τα αγωνιστικά κιτ τους, τα οποία αφαιρούν τους καθρέφτες και την πινακίδα κυκλοφορίας και προσθέτουν συστήματα εξάτμισης Akrapovič.

Τυχερός λοιπόν θα είναι ο συλλέκτης που θα τις αποκτήσει, με την τσουχτερή τιμή τους να έχει οριστεί στα 275.000 ευρώ.

2014 Ducati 1199 Superleggera: 203 ίπποι – 155 κιλά

2017 Ducati 1299 Superleggera: 215 ίπποι – 156 κιλά

2020 Ducati V4 Superleggera: 224 ίπποι – 156 κιλά

Ιαπωνία: Θρυλικές αγωνιστικές GP των Honda & Yamaha συναντιούνται ξανά στο μουσείο της πρώτης

Μια έκθεση στο Honda Collection Hall συγκεντρώνει αγωνιστικές μοτοσυκλέτες που έγραψαν την ιστορία της ιαπωνικής αντιπαλότητας
Honda Yamaha
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

11/8/2026

Η έκθεση "Two Passions, One Dream: Honda and Yamaha's Challenges in WGP" φιλοξενείται στο Honda Collection Hall του Motegi έως τις 18 Οκτωβρίου, φέρνοντας στον ίδιο χώρο μερικές από τις σημαντικότερες αγωνιστικές μοτοσυκλέτες των Honda και Yamaha.

Honda και Yamaha αποτελούν εδώ και περισσότερες από επτά δεκαετίες δύο από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές της ιαπωνικής μοτοσυκλέτας. Η νέα έκθεση στο Honda Collection Hall παρουσιάζει την ιστορία αυτής της αντιπαλότητας μέσα από αγωνιστικές μοτοσυκλέτες που συμμετείχαν στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας, τον πρόδρομο των σημερινών MotoGP.

Η έκθεση ξεκίνησε στις 18 Ιουλίου και θα παραμείνει ανοιχτή έως τις 18 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που συνδέονται με το Ιαπωνικό Grand Prix του MotoGP, το οποίο θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο στο Mobility Resort Motegi.

Η εντυπωσιακή αρχή της Yamaha

Η ιστορία της Yamaha Motor ξεκίνησε το 1955, όταν η Nippon Gakki, πρόγονος της σημερινής Yamaha Motor, παρουσίασε την πρώτη της μοτοσυκλέτα, την YA1 των 125 cc. Η Yamaha Motor ιδρύθηκε επίσημα την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους.

Honda and Yamaha
Η Yamaha YA-1 (1955) στην αγωνιστική έκδοση Asama Highlands Race, η οποία θριάμβευσε στην κατηγορία Ultra Light των 125 κυβικών εκατοστών

Μόλις δέκα ημέρες αργότερα, η νέα εταιρεία συμμετείχε στον τρίτο αγώνα ανάβασης του Mount Fuji. Η Yamaha είχε ήδη αποφασίσει ότι οι αγώνες αποτελούσαν τον καλύτερο τρόπο για να αποδείξει την τεχνολογική αξία των μοτοσυκλετών της.

Η YA1 κέρδισε την κατηγορία των 125 cc, με έξι μοτοσυκλέτες της να τερματίζουν στις πρώτες εννέα θέσεις.

Τον Νοέμβριο του 1955, στον πρώτο αγώνα Asama Highland Race, η Yamaha έκανε ακόμη πιο εντυπωσιακή εμφάνιση. Οι YA1 κατέλαβαν τις τέσσερις πρώτες θέσεις στην κατηγορία Ultra Light των 125 cc, αφήνοντας πίσω τις Honda Benly.

Η ήττα ήταν τόσο έντονη ώστε ο Soichiro Honda αναγνώρισε ανοιχτά την αποτυχία της εταιρείας, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα συντριπτικό και τονίζοντας την ανάγκη για βαθύτερη αξιολόγηση.

Έτσι ξεκίνησε ουσιαστικά η αντιπαλότητα Honda και Yamaha, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η Honda και η παγκόσμια κυριαρχία

Η Honda έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας το 1959, συμμετέχοντας στο Isle of Man TT με μοτοσυκλέτα 125 cc.

Το 1960 η Honda συμμετείχε σε δύο κατηγορίες, 125 και 250 cc, ενώ το 1961 ήρθε η πρώτη μεγάλη επιτυχία. Η εταιρεία κατέκτησε τόσο το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών όσο και το Πρωτάθλημα Αναβατών στις δύο κατηγορίες.

Honda and Yamaha
RC143 (125cc) του 1961 και ένα πάνελ που παρουσιάζει το ταξίδι προς την πρώτη κατάκτηση του κόσμου

Η εξέλιξη ήταν ταχύτατη. Το 1966 η Honda πέτυχε ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα στην ιστορία των αγώνων μοτοσυκλέτας, κατακτώντας το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών και στις πέντε κατηγορίες του WGP, από τα 50 έως τα 500 cc.

Η ειδική έκθεση στο Motegi είναι αφιερωμένη και στην επέτειο των 60 ετών από αυτό το πρωτοφανές επίτευγμα.

Οι θρυλικές Honda της έκθεσης

Στο Honda Collection Hall παρουσιάζονται μεταξύ άλλων:

Honda RC143 (1961) – 125 cc

Honda RC149 (1966) – 125 cc

Honda RC166 (1966) – 250 cc

Honda RC116 (1966) – 50 cc

Honda RC174 (1967) – 350 cc

Honda RC181 (1967) – 500 cc

Honda and Yamaha
Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια του 1966 RC166 (250cc), τετράχρονη εξακύλινδρη με 2 επικεφαλής εκκεντροφόρους και 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο εξοπλισμός του Mike Hailwood, ο οποίος παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο κοινό στο πλαίσιο της συγκεκριμένης έκθεσης.

Honda and Yamaha

Και οι Yamaha που αντιμετώπισαν τη Honda

Η Yamaha εκπροσωπείται επίσης με σημαντικές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες της εποχής, μεταξύ των οποίων οι:

Yamaha RD56 (1965) – 250 cc

Yamaha RA97 (1966) – 125 cc

Yamaha RA31A (1968) – 125 cc

Yamaha RD05A (1968) – 250 cc

Honda and Yamaha
Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια του 1965 RD56 (250cc), αερόψυκτη, δίχρονη, δικύλινδρη. Μια θρυλική μηχανή που κατέκτησε το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών & Αναβατών για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά μετά το 1964.

Η συνύπαρξη αυτών των μοτοσυκλετών στον ίδιο χώρο επιτρέπει μια άμεση σύγκριση της τεχνολογικής προσέγγισης των δύο κατασκευαστών σε μία από τις πιο ανταγωνιστικές περιόδους του WGP.

Η έκθεση δεν περιορίζεται στις επιτυχίες. Παρουσιάζει επίσης την πορεία που οδήγησε στην απόφαση των Ιαπώνων κατασκευαστών να αποχωρήσουν από τις εργοστασιακές συμμετοχές στο WGP, σηματοδοτώντας το τέλος μιας σημαντικής εποχής.

Από την πρώτη νίκη της Yamaha με την YA1 το 1955 μέχρι την κυριαρχία της Honda το 1966 και τη μεταγενέστερη εξέλιξη των δύο εταιρειών, η έκθεση στο Motegi παρουσιάζει μέσα από τις ίδιες τις μοτοσυκλέτες την ιστορία μιας αντιπαλότητας που διαρκεί περισσότερα από 70 χρόνια.