Εργοστάσιο στην Αγγλία για την BSA και γκάμα με νέα μοντέλα!

Και βενζίνη και ηλεκτρικά!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

19/11/2020

Το ιστορικό όνομα BSA, κάποτε μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες μοτοσυκλετών του κόσμου, επιστρέφει στην παραγωγή με μία νέα σειρά μοντέλων με κινητήρες εσωτερικής καύσης αλλά και ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες και μάλιστα από την νέα χρονιά!

Μέχρι εδώ βέβαια δεν θα πρέπει να πέφτει κανείς από τα σύννεφα. Γιατί τα δικαιώματα του ονόματος έχουν αποκτηθεί από την Mahindra εδώ και τέσσερα χρόνια, οπότε το ερώτημα θα έπρεπε κανονικά να είναι αντίστροφο, γιατί δηλαδή δεν έχουμε δει μία κίνηση τόσο καιρό.

Έχοντας συνομιλήσει με Ινδούς επιχειρηματίες και στελέχη της τεράστιας αγοράς τους, δικαιούμαι να πω πως το ενδιαφέρον που δείχνουν για τις αγγλικές μάρκες πηγάζει από δύο διαφορετικές πηγές. Είναι θέμα γοήτρου να αποκτάς τον έλεγχο μίας εμβληματικής εταιρείας που αντιπροσωπεύει ακόμη και τώρα την εικόνα του νικημένου κατακτητή και ταυτόχρονα είναι μία καλή επιχειρηματική κίνηση γιατί τα αγγλικά ονόματα επιβιώνουν ακόμη και στις νεότερες γενιές και το τίμημα απόκτησης είναι μικρότερο από το κόστος χτισίματος ενός ονόματος από την αρχή.

Η BSA λοιπόν έχει αποκτηθεί από τον -δεν ξέρει τι έχει- Anand Mahindra μαζί με την Jawa ενώ παράλληλα του ανήκει και ένας ο παλαιότερος κατασκευαστής μοτοσυκλετών, το τμήμα δίκυκλων της Peugeot! Με λίγα λόγια η Mahindra χτίζει το χαρτοφυλάκιο της με ιστορικά ονόματα και το πλάνο της φάνηκε το 2018 με την Jawa όταν κυκλοφόρησε στην Ινδία ένα μοντέλο που πήγαινε κόντρα στην Royal Enfield και αποδείχτηκε αρκετά πετυχημένο πουλώντας αμέσως 50.000 κομμάτια. Για να σας βοηθήσω είναι ένα τεράστιο νούμερο για τα Ευρωπαϊκά δεδομένα και μία σταγόνα στον ωκεανό για τα νούμερα της Ινδίας.

Περιμέναμε πως και με την BSA ο Mahindra θα έκανε κάτι αντίστοιχο, καταλήγοντας να έχει πολλές μάρκες με κοινή πλατφόρμα μοντέλων.

Το παράδοξο είναι πως θέλει να ξεκινήσει σχεδιάζοντας και παράγοντας στην Αγγλία ξεκινώντας με 255 θέσεις εργασίας, έχοντας πάρει ήδη ένα δάνειο £4.6 εκατομμυρίων από τους Άγγλους. Το γεγονός πως θα παράγει στην Αγγλία είναι το πρώτο παράδοξο, όταν η Mahindra έχει μία πληθώρα εργοστασίων στην Ασία, διψήφιο αριθμό μόνο στην Ινδία.

Το δεύτερο παράδοξο έχει να κάνει με το γεγονός πως πριν λίγες ημέρες η Βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε πως θα επισπεύσει την απαγόρευση αγοράς νέων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης από το 2030 που είναι πέντε ολόκληρα χρόνια νωρίτερα από αυτό που είχε εξαγγείλει στις αρχές του τρέχοντος έτους. Αν και αρχικά οι μοτοσυκλέτες εξαιρούνταν αυτού του μέτρου, ερωτόμενα σχετικά, στελέχη της κυβέρνησης ανέφεραν πως η απαγόρευση πώλησης στις μοτοσυκλέτες μπορεί να μην έχει ακόμη ανακοινωθεί αλλά θα μπορούσε να έρθει αρκετά σύντομα ακόμη και το 2032!

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον λοιπόν, που οι νέες μοτοσυκλέτες έτσι όπως τις ξέρουμε τουλάχιστον, δεν θα μπορούν σε λίγο να πωλούνται και με τον πέλεκη της εγκατάλειψης της Ευρωζώνης άνευ εμπορικής συμφωνίας, η Mahindra προχωρά με τέσσερα χρόνια καθυστέρηση στην αναβίωση της BSA.

Μιλώντας στην εφημερίδα The Guardian, ο βαθύπλουτος Mahindra έδωσε μία αναμενόμενη απάντηση, κάνοντας λόγο για την ιστορία των Βρετανών και την σχέση τους με τις μοτοσυκλέτες, τονίζοντας πως η προέλευση είναι σημαντική για τον ίδιο, όπως και η διατήριση της αυθεντικότητας της μάρκας. Πράγμα που είναι βέβαιο πως δεν τον πολύ-νοιάζει ξεκινώντας από το παράδειγμα της Jawa. Μόλις πρόσφατα η Triumph μετέφερε ολόκληρη την παραγωγή της στην Ταϊλάνδη και η Norton που πάντα παραπαίει ετοιμάζεται να ξανά αλλάξει χέρια επίσης προς Ασία μεριά. Στοχεύοντας στο συναίσθημα του κόσμου ο Mahindra εξυπηρετεί συμφέροντα που θα φανούν καλύτερα στο μέλλον, όταν για παράδειγμα θα μπορεί να πιέσει την κυβέρνηση να εξαιρεθούν του μέτρου απαγορεύσεων οι εταιρείες με εργοστάσια στην Αγγλία. Μόνο που δεν είναι δύσκολο και για την Triumph, ή την Norton (αν υπάρχει τότε) να επιστρέψουν ένα κομμάτι της παραγωγής τους πίσω, από εκεί που το ξήλωσαν… Επίσης ποντάρει στο συναισθηματικό δέσιμο που δείχνουν οι μοτοσυκλετιστές με την τοποθεσία παραγωγής, ασχέτως με το ποιος προμηθεύει την γραμμή παραγωγής...

Εν συντομία και πολύ περιεκτικά, η BSA ήταν ο μεγαλύτερος κατασκευαστής του κόσμου που είχε φτάσει να εξαγοράσει τον ανταγωνισμό την δεκαετία του ’50. Με την άνοδο των Ιταλών κατασκευαστών και την απίστευτη εκβιομηχάνιση των Ιαπώνων κατασκευαστών που έγινε με παπιά και σκούτερ προσφέροντας ένα φθηνό μέσο μετακίνησης σε κόσμο που το είχε τεράστια ανάγκη, αλλάζοντας και οι ίδιοι αντικείμενο εργασίας, οι Βρεττανοί βρέθηκαν στριμωμγένοι απότομα. Η Honda δεν έφτιαχνε μοτοσυκλέτες πριν τον Β’ΠΠ, ούτε και η Ducati είχε την παραμικρή σχέση με τους δύο τροχούς, κατασκευάσε ασυρμάτους, φωτογραφικές και ξυριστικές μηχαντές και ένα σωρό ηλεκτρικά μαζικής παραγωγής πριν αναγκαστικά στραφεί στα δίκυκλα, διότι κανείς δεν ήθελε μετά τον πόλεμο να αγοράσει ξυριστική μηχανή ή ραδιόφωνο. Απανεντίας χρειαζόταν μέσο μετακίνησης και δεν μπορούσε να αγοράσει αυτοκίνητο. Η BSA γνώρισε έναν ταχύτατο ανταγωνισμό που δεν μπόρεσε να αντιδράσει απέναντί του. Ταυτόχρονα η αγορά για μεγάλες μοτοσυκλέτες μεταφέρθηκε από την Ευρώπη στις ΗΠΑ και οι ενέργειες που έκανε εκεί ήταν αποτυχημένες, όπως και της Ducati άλλωστε, με την διαφορά πως οι Ιταλοί στηριζόντουσαν σε πιο εμπορικά μοντέλα εντός της Ευρωπαϊκής αγοράς και άντεξαν αυτή την αποτυχία. Η τελευταία BSA κυκλοφόρησε το 1973, η επόμενη έρχεται 50 χρόνια μετά…

 

 

Ανοίγει για το κοινό το FIM Racing Motorcycle Museum

Το Μουσείο Αγωνιστικής Μοτοσυκλέτας της FIM στην Ελβετία ανοίγει τις πύλες του για το κοινό στις 18 Φεβρουαρίου 2026
FIM Racing Motorcycle Museum
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Το κτήριο που στέγαζε ως πρόσφατα το στρατηγείο της FIM στην πόλη Mies της Ελβετίας έχει μετατραπεί πλέον σε ένα μοναδικό μουσείο, το FIM Racing Motorcycle Museum (RMM), το οποίο εγκαινιάστηκε με πάσα επισημότητα την ημέρα της τελετής 2025 FIM Awards Ceremony τον περασμένο Δεκέμβρη.

Στους χώρους του ο επισκέπτης μπορεί να δει από κοντά μοτοσυκλέτες που έγραψαν ιστορία στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα της FIM, συναντώντας θρύλους όπως την AJS Porcupine με την οποία ο Leslie Graham κατέκτησε το 1949 το παρθενικό πρωτάθλημα FIM Grand Prix 500cc, την περίφημη Honda RC166 του Mike Hailwood από το 1967 ή την Kawasaki Ninja ZX-10R του 2016 με την οποία ο Jonathan Rea κατέκτησε τον δεύτερο από τους έξι τίτλους WorldSBK που κατέχει.

Η εκτός δρόμου πτέρυγα περιλαμβάνει ιστορικές μοτοσυκλέτες όπως την BMW R80 G/S με την οποία θριάμβευσε το 1981 στο Paris-Dakar ο Hubert Auriol, την πρωτότυπη Beta Zero του Jordi Tarres από το 1989, τη Yamaha YZ450F του Stefan Everts με την οποία κατέκτησε το πρωτάθλημα FIM MX1 το 2006 και την εξαιρετικά εξειδικευμένη Zaeta DT450RS με την οποία ο Francesco Cecchini πήρε τον τίτλο στο FIM Flat Track World Championship το 2019.

Στα εκθέματα του RMM περιλαμβάνονται και πρωταθλήτριες μοτοσυκλέτες σπουδαίων θρύλων του παρόντος, όπως οι Marc Marquez (MotoGP), Toprak Razgatlioglu (WSBK), Toni Bou (TrialGP), Daniel Sanders (World Rally-Raid), Josep Garcia (EnduroGP), Bartosz Zmarzlik (Speedway) and Romain Febvre (MXGP).

Το μουσείο έχει οργανωθεί γύρω από τρεις κεντρικούς πυλώνες: Heroes (ήρωες), Technologies (τεχνολογίες) και From Race to Road (από τον αγώνα στον δρόμο), προσφέροντας στον επισκέπτη την ευκαιρία να εξερευνήσει τα πρόσωπα και τις καινοτομίες που έδωσαν στους αγώνες μοτοσυκλέτας τη μορφή που έχουν σήμερα.

Στο RMM ο επισκέπτης θα βρει ακόμη το Paddock Café, ένα ιδανικό σημείο συναντήσεων αλλά και για παρακολούθηση αγώνων σε μεγάλη οθόνη, καθώς και τη Simulator Zone για να ζήσει εικονικά τη συγκίνηση ενός αγώνα Motocross ή Ταχύτητας.

Το FIM Racing Motorcycle Museum βρίσκεται στην ελβετική πόλη Mies, στην οδό Route de Suisse 11b, εύκολα προσβάσιμο με μια μικρή διαδρομή με τρένο από τη Γενεύη. Οι ώρες λειτουργίας του για το κοινό είναι από 10 το πρωί ως 6 το απόγευμα, από Τετάρτη ως Κυριακή.