Fantic Motor Hellas New Racing Era

Έτοιμα να “σκάψουν” τα ελληνικά χώματα
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

27/8/2020

Ήρθαν στην χώρα μας τα καθαρόαιμα αγωνιστικά μοντέλα της Fantic, με τα enduro να είναι πλέον προδιαγραφών Euro 5. Ακολουθεί το δελτίο τύπου της ελληνικής αντιπροσωπείας με τις λεπτομέρειες και τις τιμές των νέων μοντέλων:

 

 

Η Fantic αναβιώνει το πλούσιο αγωνιστικό της παρελθόν παρουσιάζοντας τις νέες αγωνιστικές σειρές Motocross και Enduro, που ανεβάζουν τον πήχη και σχεδιάστηκαν για να κερδίζουν κάθε αγώνα κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

Η σειρά Motocross περιλαμβάνει το XX125 2T που θα είναι διαθέσιμο σε λίγες ημέρες και το XX250 2T που θα είναι διαθέσιμο το καλοκαίρι του 2021, καθώς και τα XXF250 4T και XXF450 4T των οποίων οι ημερομηνίες διαθεσιμότητας αναμένονται.

Η σειρά Enduro με homologation Euro 5 περιλαμβάνει το XE125 2T που θα είναι διαθέσιμο σε λίγες ημέρες, καθώς και τα XEF250 4T (διαθέσιμο το Νοέμβριο του 2020) και XEF4504T (διαθέσιμο το καλοκαίρι του 2021). Επιπλέον, το XE300I 2T αναμένεται να είναι διαθέσιμο μέσα στο 2022.

Τα πρωτότυπα XX και XE 125  που παρουσιάστηκαν στην EICMA του 2019 έχουν ήδη εξαιρετικά πρώτα αγωνιστικά αποτελέσματα και η συνέχεια αναμένεται συγκλονιστική.

Οι μοτοσυκλέτες της Fantic φορούν τα αντίστοιχα μοτέρ της Yamaha με εκτεταμένες αγωνιστικές βελτιώσεις και ειδικά σχεδιασμένες εξατμίσεις της Arrow.  Επιπλέον από το Νοέμβριο αναμένονται αγωνιστικά kit για προσωποποίηση της απόδοσης των κινητήρων, ανάλογα με τις προτιμήσεις του αναβάτη καθώς και μια μεγάλη λίστα με ειδικά αγωνιστικά αξεσουάρ (ακολουθεί αναλυτικός κατάλογος).

Οι ειδικές αγωνιστικές τιμές για το XX125 στην Ελλάδα θα είναι 7.499€ και για το XE125 8.199€ με πινακίδες και τέλη κυκλοφορίας.

 

www.fanticmotor.it/en/                                                                         www.caballerofantic.com

BOAK: Νέα αποζημίωση στην κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις οδηγούν σε νέα οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου
ΒΟΑΚ
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

10/10/2025

Μετά την πρόσφατη αποζημίωση των 21 εκατ. ευρώ για το τμήμα Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, ο ανάδοχος (ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ) του έργου Χερσόνησος–Νεάπολη ζητά πλέον 124 εκατ. ευρώ, επικαλούμενος καθυστερήσεις λόγω έλλειψης ωριμότητας των απαλλοτριώσεων

Η υπόθεση αφορά το τμήμα του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ) από Χερσόνησο έως Νεάπολη, που υλοποιείται από την κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Το έργο, μήκους 22,44 χιλιομέτρων, λαμβάνει παράταση 16,3 μηνών καθώς οι καθυστερήσεις στην παράδοση των απαλλοτριωμένων χώρων εμπόδισαν την πρόοδο των εργασιών.

Η αρχική ημερομηνία ολοκλήρωσης, του κυβερνητικά πολυδιαφημισμένου έργου, είχε οριστεί για τις 21 Απριλίου 2027, ωστόσο, όπως σημειώνεται στην απόφαση του Υπουργείου Υποδομών, “δεν διαπιστώθηκαν εργασίες που θα μπορούσε να εκτελέσει ο ανάδοχος για να περιορίσει τις καθυστερήσεις”, αναλαμβάνοντας εμμέσως την ευθύνη. Έτσι, το υπουργείο αποδέχτηκε το δικαίωμα του αναδόχου να ζητήσει αποζημίωση, το ακριβές ύψος της οποίας παραμένει άγνωστο, καθώς “θα οριστικοποιηθεί μετά την υποβολή όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών και την εξέτασή τους από την Αναθέτουσα Αρχή”.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει το υψηλό κόστος που προκαλούν οι ελλείψεις ωριμότητας στα μεγάλα έργα υποδομής. Οι καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις, που δεν αποτελούν ευθύνη του αναδόχου, μεταφράζονται σε σημαντικές αποζημιώσεις προς τις εταιρείες, τις οποίες τελικά επωμίζεται το Δημόσιο.

Το έργο Χερσόνησος–Νεάπολη περιλαμβάνει:

  • 22,44 χλμ. αυτοκινητόδρομου με πλάτος οδοστρώματος 21,5 μ.
  • 9,65 χλμ. παράπλευρου και κάθετου δικτύου
  • 12 γέφυρες μονού κλάδου (1,7 χλμ.)
  • 5 σήραγγες συνολικού μήκους 6,75 χλμ.
  • 5 ανισόπεδους κόμβους

Το τμήμα αυτό αποτελεί το δεύτερο εργοτάξιο του ΒΟΑΚ που έχει ξεκινήσει κατασκευές, μετά το Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, όπου οι εργασίες προχωρούν. Το έργο των 14,5 χιλιομέτρων, με κόστος 186 εκατ. ευρώ, υλοποιείται επίσης από την ΤΕΡΝΑ και την ΑΚΤΩΡ και έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης.

Η νέα διεκδίκηση των 124 εκατ. ευρώ επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της επαρκούς προετοιμασίας των μεγάλων έργων πριν από τη δημοπράτησή τους, ένα θέμα που, όπως φαίνεται, κοστίζει ακριβά στην πολιτεία και κατ’ επέκταση στους πολίτες.