Γιάννης Περιστεράς: Συνέντευξη με τον Έλληνα αναβάτη που συμμετέχει στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Sportbike

Το ξεκίνημα, οι άνθρωποι που τον ενέπνευσαν, οι διεθνείς αγώνες και το παγκόσμιο πρωτάθλημα
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

7/7/2026

Ο Γιάννης Περιστεράς είναι 21 ετών και συμμετέχει φέτος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Στην αποκλειστική συνέντευξη που μας έδωσε μας μίλησε όχι μόνο για τους αγώνες και τις σκληρές προπονήσεις, αλλά και για τα παιδικά του χρόνια, τους ανθρώπους που τον βοήθησαν και μία αστεία ιστορία που διηγήθηκε για πρώτη φορά δημόσια.

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Πολυπρωταθλητή Ελλάδος Σάκη Συνιώρη για τη βοήθεια που μας παρείχε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και το κτήμα Casa e Campo για τη φιλοξενία. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη.

M: Λοιπόν, να ξεκινήσουμε λίγο απ' την αρχή και να μας πεις πώς ήσουν στο σχολείο. Ήσουν καλός μαθητής, άτακτο παιδί;

ΓΠ: Ήμουν άτακτος, πολύ. Αλλά δεν σημαίνει ταυτόχρονα αυτό ότι ήμουν κακός μαθητής, δηλαδή ήμουν. Βασικά στο δημοτικό ήμουν άριστος μαθητής, που δεν ακούγεται ότι είναι δύσκολο, αλλά ήμουν όντως άριστος μαθητής στο δημοτικό. Αλλά για ένα παιδί το οποίο ταξιδεύει από εκείνη την ηλικία και χάνει τη μισή σχολική χρονιά στο εξωτερικό και τα λοιπά, να είναι και άριστος ταυτόχρονα, θεωρώ ότι είναι καλό. Από το γυμνάσιο και μετά, λόγω του ότι έχανα πολλές μέρες και τα μαθήματα, ήταν δύσκολα γενικότερα, αλλά ήμουν πολύ άτακτος. Πολύ, πάρα πολύ. Από τους χειρότερους, δυστυχώς.

M: Πες μας σε ποια ηλικία και για ποιον λόγο ξεκίνησες στο μηχανοκίνητο αθλητισμό.

ΓΠ: Δεν το ξεκίνησα για κάποιον λόγο, απλά ουσιαστικά γεννήθηκα μέσα στις πίστες. Νομίζω από 45-50 ημερών ήμουν ήδη στην πίστα μαζί με τον πατέρα μου, οπότε θεωρώ πως ήταν αναμενόμενο να γίνω οδηγός, ανεξαρτήτως επίπεδου. Ξεκίνησα λοιπόν να οδηγώ από τεσσάρων έως και τώρα.

M: Ωραία, η απάντηση σου μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση. Προφανώς έχεις δει τους αγώνες από μέσα, ο πατέρας σου αγωνιζόμενος, έχει μάλιστα πάρει και Πανελλήνιο Πρωτάθλημα. Θέλω να μου πεις ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχεις από τους αγώνες.

ΓΠ: Είναι μία εικόνα, δεν είναι σαν ανάμνηση. Είμαι μωρό και κάθομαι στην κούνια και από την κούνια κοιτάω μια πολύ μικρή τηλεόραση ψηλά σε ένα φορτηγό που ήμασταν μέσα και ήταν γύρω μου ο πατέρας μου κι άλλοι αγωνιζόμενοι και βλέπαμε MotoGP.

peristeras

M: Πες μας λίγο για τα πρώτα σου χρόνια στον μηχανοκίνητο αθλητισμό, που δεν είναι τόσο γνωστά.

ΓΠ:  Περιληπτικά, ουσιαστικά ξεκίνησα τεσσάρων χρονών με PW50. Έκανα λίγο σε πάρκα, σε παλιά γήπεδα ποδοσφαίρου και τα λοιπά. Ο πρώτος μου “αγώνας” ήταν στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας το 2009 ή 2010 που είχε γίνει το Supercross. Ήμασταν πολλά παιδάκια που τρέξαμε κάτι σαν αγώνα εκεί. Από εκεί και πέρα μετά άλλαξα το στυλ μου σε street και θυμάμαι πως πήγαινα για προπόνηση με τον πατέρα μου σχεδόν κάθε μέρα. Όταν ήμουν τεσσάρων ετών, “έκλεβα” το μηχανάκι μου και το έπαιρνα στο μπαλκόνι του σπιτιού και έκανα βόλτες εκεί. Σιγά-σιγά βελτιωνόμουν. Με βάλανε και σε μικρή στιγμή μοτοσυκλέτα τότε. Έτρεξα και τον πρώτο μου αγώνα στα Mini GP και στο τέλος της χρονιάς κατάφερα να πάρω μία τρίτη θέση. Από την επόμενη χρονιά και μετά πήρα όλα τα πρωταθλήματα στο Mini GP που έτρεξα. Πήγα και στο εξωτερικό στα Pre Mini GP. Στον τελευταίο αγώνα της χρονιάς εκείνης (2016) βγήκα και δεύτερος. Την επόμενη χρονιά μαζί με τον Σάκη Συνιώρη τρέξαμε στα Ohvale 160. Δεν πήραμε πρωτάθλημα, αλλά κερδίσαμε έναν αγώνα με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, κάναμε πολλά ρεκόρ πίστας, εκτός του πρώτου αγώνα. Βγήκαμε και δεύτεροι ή τρίτοι στο Πανευρωπαϊκό Ohvale 160. Έπειτα είχα μία κενή σεζόν και μετά μεταπήδησα στα 300αρια. Ήμουν μόλις 13 ετών και κέρδιζα αγώνες, έκανα ρεκόρ, μέχρι που σε μία πτώση έσπασα τον μηρό μου και έκατσα εκτός για δύο-τρεις μήνες. Μετά όταν συνήλθα και άρχισα να πηγαίνω και πάλι γρήγορα, ξαναχτύπησα και μετά ήρθε η καραντίνα. Μετά την καραντίνα συμμετείχα στο Ιταλικό Πρωτάθλημα για έναν χρόνο και την δεύτερη χρονιά μεταπήδησα στο Πανευρωπαϊκό Yamaha R3 bLU cRU. Και από εκεί και πέρα νομίζω οι περισσότεροι γνωρίζουν την πορεία μου.

M: Πάμε λίγο στην περσινή χρονιά. Έκανες μια εξαιρετική χρονιά. Θέλω να μας περιληπτικά τι σου έμεινε από την χρονιά και κατά πόσο έπαιξε ρόλο στη φετινή σου συμμετοχή στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα;

ΓΠ: Πέρσι φάνηκε μία χρονιά πολύ καλή. Αλλά από “μέσα” ήταν πολύ δύσκολη. Διότι έτρεχα με μειονέκτημα στο μοτέρ όλη τη χρονιά στο Ιταλικό Πρωτάθλημα. Το οποίο ήταν κάτι που δεν ήταν στο χέρι μας. Δυστυχώς. Πιστεύουμε πως οι μοτοσυκλέτες/ομάδες που ήταν μπροστά, έκαναν κάποιου είδους παρανομία στο μοτέρ, αφού στην ευθεία είχα 10 με 12 λιγότερα χιλιόμετρα από τους δέκα πρώτους και είχα πάντα από τις μικρότερες τελικές. Σίγουρα όσο αυτό συνέβαινε, δεν μου άρεσε καθόλου. Με νευρίαζε, με ξενέρωνε, δεν ήθελα να τρέχω έτσι. Ήθελα να τρέχω ισάξια, γιατί ήξερα ότι μπορούσα να κερδίσω χωρίς να ρισκάρω πολύ. Ενώ έτσι ήμουν συνέχεια στο όριο, σε όλους τους αγώνες, γιατί έπρεπε να καλύψω τον χρόνο που έχανα στην ευθεία, στις στροφές και τα προσπεράσματα έπρεπε να γίνουν από μακριά. Ήμουν δηλαδή συνέχεια 5 με 10 μέτρα πίσω και “έκανα μία βουτιά” μέσα στη στροφή. Και αυτό πάντα έχει μεγάλη επικινδυνότητα, δηλαδή όταν φρενάρεις δέκα μέτρα παρακάτω από όσο φρενάρεις κανονικά για να κάνεις ένα προσπέρασμα.

Είχα στεναχωρηθεί πολύ με τα αποτελέσματα και παραλίγο να μην πάρω και την πρόκριση για τον τελικό της Γαλλίας, διότι δεν ανέβαινα βάθρα. Ήμουν απλά σταθερός στην πέμπτη θέση συνήθως. Εν τέλει, πήραμε ένα βάθρο στην Imola και πήρα και την πρόκριση της Γαλλίας. Στη Γαλλία ήξερα λίγο την πίστα από την προηγούμενη χρονιά, οπότε μπήκα μέσα και ήμουν και αρκετά επιθετικός. Από την αρχή έσπασα το περσινό μου ρεκόρ πίστας και κέρδισα τον πρώτο αγώνα του Σαββατοκύριακου. Στον δεύτερο αγώνα ήταν λίγο πιο δύσκολα τα πράγματα είχαμε κάποιες ατυχίες, αλλά δεν πειράζει.

peristeras

M: Πάμε λίγο στη φετινή χρονιά, Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Πες μας λίγο πώς εξελίσσεται η σεζόν μέχρι τώρα και οι στόχοι σου για το υπόλοιπο της σεζόν;

ΓΠ: Δεν τα έχουμε πάει πολύ καλά η αλήθεια είναι. Αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τη συνεννόηση με την ομάδα. Ήμασταν άγνωστοι και δεν είχαμε κάνει τα κατάλληλα τεστ πριν τη σεζόν που χρειάζονται. Όλες οι άλλες ομάδες είχαν κάνει αρκετά τεστ πριν να ξεκινήσει η σεζόν. Οπότε το πρώτο μισό της σεζόν ήταν δύσκολο. Έχουμε κάποια κανονισμένα τεστ και ίσως το δεύτερο κομμάτι της σεζόν να είναι καλύτερο.

M:  Έγινε τη φετινή χρονιά για σένα και μια μεγάλη αλλαγή μετά από 7 χρόνια με τη Yamaha και τελευταία με R7, τρέχεις πλέον με Aprilia RS660 Factory. Θα ήθελα να μου πεις τις διαφορές μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών.

ΓΠ: Η μεγάλη διαφορά που θα μπορούσε να καταλάβει ο καθένας είναι το πλαίσιο της Aprilia. Δεν λέμε πως η μία είναι καλύτερη και η άλλη χειρότερη, είναι δύο διαφορετικές μοτοσυκλέτες στην ίδια κατηγορία. Το Aprilia θεωρώ πως μου ταιριάζει φέτος. Νιώθω καλά πάνω του, όταν όλα δουλεύουν σωστά με την ομάδα.

M: Θέλω λίγο να μας πεις πως πήγες στην MMR και πώς είναι να μένεις στην Ελλάδα μόνιμα και η ομάδα σου να έχει τη βάση της σε διαφορετική χώρα. Πώς επηρεάζει αυτό την εξέλιξη και τη σχέση σας;

ΓΠ: Γενικά συνήθως με άλλες ομάδες δεν με έχει επηρεάσει αυτό. Τώρα επειδή άλλαξα τη μοτοσυκλέτα και ήταν τελείως διαφορετική, χρειαζόμασταν κάποιες μέρες εξοικείωσης, τις οποίες δεν είχαμε. Θεωρώ ότι είναι πιο δύσκολο που μένω Ελλάδα μόνιμα. Θεωρώ όμως ότι είμαι αρκετά προπονημένος και έχω και αρκετή εμπειρία και μπορώ να μπαίνω στην πρώτη πεντάδα αν όλα είναι σωστά. Όχι από τον επόμενο αγώνα, ίσως από την επόμενη σεζόν γιατί χρειάζεται εμπειρία στην κατηγορία και με τη μοτοσυκλέτα και με την ομάδα και όλα τα σχετικά. Τώρα για το πως πήγα στην MMR. Ακόμα και από τα χρονομετρημένα του περσινού τελικού της Γαλλίας είχαμε δύο-τρεις προτάσεις από ομάδες και μετά τη Γαλλία ήρθαν κι άλλες. Επιλέξαμε την MMR γιατί μας ταίριαζε καλά το συμβόλαιο και θεωρήσαμε πως είναι μια σοβαρή ομάδα διότι έχει και Moto2 ομάδα στο Junior GP και έτρεξαν και με wildcard πάλι στη Moto2, οπότε θεωρήσαμε πως η ομάδα έχει καλή οργάνωση και θα είναι καλή ομάδα γενικά.

M: Κοιτώντας πίσω τι θα μπορούσε στη φετινή χρονιά να είχε γίνει διαφορετικά ώστε να έχεις καλύτερα αποτελέσματα;

ΓΠ: Αυτό που είπα και νωρίτερα, δηλαδή να είχαμε κάνει κάποιες ημέρες τεστ, διότι ό,τι πρόβλημα μας έρχεται δεν έχουμε τη λύση έτοιμη γιατί δεν μας έχει ξανασυμβεί και συνέχεια καταλήγουμε να ψαχνόμαστε εντός αγωνιστικού τριήμερου, το οποίο είναι για μένα απαράδεκτο. Στο τριήμερο του αγώνα δεν έχουμε πολύ χρόνο εξοικείωσης και δοκιμών, οπότε πρέπει να είσαι έτοιμος πριν καν μπεις στην πίστα. Από τη στιγμή που εμείς δεν είμαστε, χάνουμε πολύτιμο χρόνο.

M: Τι σχέση έχεις με τον teammate σου Thomas Benetti;

ΓΠ: Έχουμε αρκετά καλές σχέσεις, δηλαδή συνήθως μαζί καθόμαστε στους αγώνες και τον συμπαθώ αρκετά.

peristeras

M: Έχεις εδώ και λίγο καιρό έναν μεγάλο χορηγό, την Seajets του Μάριου Ηλιόπουλου. Θέλεις να μας πεις δυο λόγια για τη νέα χορηγία κι αν έχετε μιλήσει για την πίστα στην Πάτρα που ανακοίνωσε πως θα φτιάξει;

ΓΠ:  Η χορηγία συνέβη πριν ανακοινωθεί η πίστα στην Πάτρα, οπότε δεν μιλήσαμε γι’ αυτό. Ο Μάριος γενικά είναι ένα πολύ μεγάλο όνομα στον χώρο του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Πάρα πολλές φορές πρωταθλητής στις αναβάσεις και γενικά είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει το Motorsport και είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ανέβασε πολύ το Motorsport στην Ελλάδα και προσπαθεί να το ανεβάσει ακόμη περισσότερο.

M: Τα πράγματα τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει στο μηχανοκίνητο, με τους αναβάτες να είναι πρώτα αθλητές. Εσύ, έχεις κάποιον γυμναστή, κάποιον διατροφολόγο, κι αν ναι, δικό σου ή της ομάδας;

ΓΠ: Ναι έχω γυμναστή και κάνουμε δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, τώρα είχαμε κάποιο καιρό να κάνουμε λόγω ταξιδιών και κάτι μικροτραυματισμών που αντιμετώπιζα. Όμως σίγουρα κάθε μέρα θα έχω μία δραστηριότητα κάπου μέσα στη μέρα μου, δηλαδή είτε αυτό θα είναι να πάω να τρέξω έστω και για μισή ώρα είτε θα είναι να πάω με τον προπονητή μου για προπόνηση το πρωί, να κάνω ποδήλατο το μεσημέρι και το βράδυ να ξανατρέξω. Η διατροφή μου είναι ανάλογη με τη σωματική μου κατάσταση και αλλάζει ανά εβδομάδα.

M: Στην Ελλάδα έχουμε μόνο δύο πίστες. Πόσο συχνά και πού προπονείσαι;

ΓΠ: Προπονούμαι κυρίως στα Μέγαρα (στην πίστα καρτ), διότι είναι σχετικά κοντά σε εμένα. Αν έχει και trackday στη μεγάλη πίστα θα οδηγήσω για να έχω επαφή με την πίστα και με κόσμο μέσα στην πίστα. Την περίοδο που δεν έχω αγώνες πάω δύο φορές τη βδομάδα, όταν έχω αγώνες, συνήθως δεν προλαβαίνω λόγω ταξιδιών κλπ. Τώρα κανονίζουμε που είναι καλοκαίρι να πάμε και στις Σέρρες για προπόνηση.

M: Πόσο συχνά προπονείσαι στο εξωτερικό;

ΓΠ: Πέρυσι ανά δύο εβδομάδες ήμουν εξωτερικό για προπόνηση. Φέτος είχα πάει στην Ισπανία στην αρχή της χρονιάς για τρεις εβδομάδες, μετά ξαναπήγα άλλη μία βδομάδα για προπόνηση. Μου είναι σχετικά εύκολο, λόγω το ότι τόσα χρόνια προπονούμαι και τρέχω στο εξωτερικό – στο αγωνιστικό είμαι περισσότερο στο εξωτερικό, παρά στην Ελλάδα - και λόγω αυτού μου είναι λίγο πιο εύκολο να βρω μία μοτοσυκλέτα και έναν άνθρωπο μαζί μου και τα σχετικά. Δεν είναι επίσης και τόσο κοστοβόρο όσο νομίζει ο κόσμος.

M: Είσαι από αυτή τη γενιά ο πρώτος που άνοιξε τα φτερά του στο εξωτερικό. Βλέπουμε μετά από σένα τον Παντελεάκη, τον Μαυρόπουλο κι έρχονται κι άλλα παιδιά από πίσω ακόμα πιο μικροί σε ηλικία. Τι θα τους συμβούλευες για να καταφέρουν να φτάσουν στο κορυφαίο παγκόσμιο επίπεδο;

ΓΠ: Δεν ξέρω να πω την αλήθεια, ο καθένας πρέπει να έχει το δικό του μονοπάτι όπως συμβαίνει στο εξωτερικό. Νιώθω ότι στην Ελλάδα όλοι προσπαθούν να ακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο μονοπάτι, αλλά εγώ θεωρώ σαν Έλληνας ότι έχω χαράξει ένα δικό μου μονοπάτι κυρίως μαζί με τον πατέρα μου, αλλά και με όλους τους γύρω μου που με βοηθάνε, το οποίο ίσως να είναι δυσκολότερο, ίσως ευκολότερο από το κανονικό, όμως αυτό δεν θα το ξέρουμε μέχρι ένας άλλος να χαράξει το δικό του μονοπάτι παράλληλα στο δικό μου. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται όλοι οι Έλληνες που θέλουν να πάνε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα τη δική μου συμβουλή. Το μόνο όμως που θα έλεγα είναι αυτό που έκανα κι εγώ από μικρό παιδί. Όσο πιο ανταγωνιστικό είναι το πρωτάθλημα τόσο το καλύτερο. Δηλαδή εγώ δεν είμαι της γνώμης ότι θα ήθελα να πάω σε ένα πρωτάθλημα το οποίο ξέρω ότι θα το κερδίσω, αλλά είμαι της άποψης να τρέχω κάπου δύσκολα κι ας τερματίζω 15ος ή 20ος. Αυτό όμως θα με κάνει καλύτερο αναβάτη και θα με ανεβάσει επίπεδο.

M: Ωραία, πάμε λίγο και σε πιο χαλαρές ερωτήσεις. Ποιος είναι ο αγαπημένος σου αγαπημένος και γιατί;

ΓΠ: Αυτή τη στιγμή είναι ο Quartararo. Ο αγαπημένος μου αναβάτης γενικά είναι ο Rossi, ο καλύτερος αναβάτης είναι ο Marquez. Ο Rossi ανέβασε την δημοφιλία του MotoGP κατακόρυφα, ο Marquez είναι ο καλύτερος αναβάτης ever και τον Quartararo τον ακολουθώ από την αρχή της καριέρας του, είναι ένας εξαιρετικός αναβάτης, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.

M: Τι κάνεις όταν δεν δουλεύεις και δεν είσαι στο εξωτερικό για αγώνες;

ΓΠ: Όπως είπα και πριν σίγουρα θα έχω μία προπόνηση μέσα στη μέρα μου. Εκτός αυτού, δεν μου αρέσει να κάθομαι πολύ στο σπίτι, μου αρέσει να πηγαίνω για καφέ, για μία βόλτα, για φαγητό και προσπαθώ να κρατάω μία ισορροπία γενικότερα.

M: Θέλω τώρα να μου πεις τρία επίθετα που χαρακτηρίζουν τον πατέρα σου τον Νίκο Περιστερά και τρία για τον νονό σου τον Άλεξ Παπαγεωργίου;

ΓΠ: Τρία επίθετα είναι πολύ λίγα για να χαρακτηρίσουν και τους δύο. Και οι δύο ήταν δίπλα μου σε όλη μου τη ζωή, όχι μόνο στην καριέρα μου. Οπότε θα πω από μία λέξη έτσι που μου έρχεται τώρα, ο πατέρας μου τρελός και ο νονός μου κοντός. Από εκεί και πέρα, δεν μπορώ να εκφράσω το πόσο πολύ με έχουν στηρίξει και το πως μου έχουν φερθεί και οι δύο.

M: Για τον νονό σου, θα μας πεις κανένα μυστικό που μπορεί και κερδίζει αγώνες στα 51 του;

ΓΠ: Ο νονός μου δεν σταματάει να εξελίσσεται και να βελτιώνεται συνεχώς, ακούγοντας παράλληλα και την ομάδα του. Εμένα μου φαίνεται πραγματικά απίστευτο, το ότι είναι 51 χρονών κι επειδή ξέρω πώς δουλεύει όλη μέρα, αλλά κάνει και προπόνηση όποτε μπορεί και πάει στο εξωτερικό και κερδίζει αγώνες.

M: Ποια είναι η σχέση σου με τον πολυπρωταθλητή Ελλάδας Σάκη Συνιώρη;

ΓΠ: Είναι ο αγωνιστικός μου πατέρας. Τον Σάκη τον ήξερα προφανώς από όταν ήμουν παιδί. Μετά θυμάμαι την πρώτη φορά που ο πατέρας μου κανόνισε να με προπονήσει ο Σάκης και ο πατέρας μου πριν συναντηθούμε μου έλεγε να είμαι σοβαρός, μάλιστα μου είχε δώσει και ένα μπλοκάκι για να σημειώνω ό,τι μου πει και όταν συναντηθήκαμε ο Σάκης έκανε συνέχεια χαβαλέ και αστεία (γέλια). Από εκείνη τη μέρα και μετά κάναμε εντατικές προπονήσεις σχεδόν κάθε μέρα, με κυνηγούσε για να κάνω τρέξιμο, αλλά εγώ δεν ήθελα (γέλια). Στο οδηγικό κομμάτι όμως τα βρίσκαμε μια χαρά, εκτός από τη γυμναστική.

Εκτός από τον Σάκη, με βοήθησαν ο πατέρας μου φυσικά, ο Γιάννης Μπούστας και ο Λευτέρης Πίππος. Από όλους τους έχω πάρει πράγματα, όχι μόνο οδηγικά αλλά και σε χαρακτήρα και στην ουσία έχω συλλέξει τα θετικά τους και τα έχω εφαρμόσει σε μένα και ήταν πολύ καλό που δεν έμεινα με έναν μόνο προπονητή.

M: Κλείνοντας τη συνέντευξη, θα ήθελα να μου πεις μία ιστορία που δεν έχεις ξαναπεί δημόσια, μπορεί να είναι μία αστεία ιστορία, ένα ευτράπελο, κάτι που σου έχει μείνει.

ΓΠ: Θα πω μία ιστορία από όταν έτρεχα στην Ιταλία το 2024. Βρίσκομαι στην Ίμολα για τον τελευταίο αγώνα της σεζόν και την Πέμπτη στα δοκιμαστικά έχω σπάσει το ρεκόρ πίστας, την Παρασκευή συνεχίζω στο ίδιο μοτίβο και Σάββατο ήταν τα χρονομετρημένα και στόχευα στο να κάνω πάλι ρεκόρ. Να σημειωθεί πως εγώ έμενα σε ένα σπίτι μισή ώρα μακριά από την πίστα και συνήθως ερχόταν ο Roccoli (Πολυπρωταθλητής Ιταλίας και ιδιοκτήτης της ομάδας που έτρεχε ο Γιάννης τότε) και με έπαιρνε το πρωί και κάποιος από την ομάδα με γυρνούσε το απόγευμα. Την Παρασκευή ήρθε κλασσικά να με πάρει, όμως εγώ είχα αργήσει να ξυπνήσω και τον έστησα πέντε λεπτά. Μου λέει λοιπόν πως το Σάββατο θα είναι έξω από την πόρτα μου στις 7:32 π.μ. ακριβώς, αν δεν είμαι εκεί δεν θα με περιμένει και θα φύγει. Το Σάββατο το πρωί λοιπόν μου στέλνει μήνυμα πως σε ένα λεπτό θα είναι εκεί, εγώ όμως εκείνη την ώρα βούρτσιζα τα δόντια μου και με το που τελειώνω μαζεύω γρήγορα τα πράγματά μου και βγαίνω έξω από το σπίτι. Με το που βγαίνω όμως στον δρόμο, βλέπω το βανάκι του που έφευγε, ξεκινάω λοιπόν και τρέχω, όμως εκείνος δεν σταματούσε και μετά από λίγο μου στέλνει μήνυμα πως θα πρέπει να είμαι σωστός στην ώρα μου και να μην αργώ και πως αυτό είναι ένα μάθημα. Μετά μάλιστα μου στέλνει άλλο ένα μήνυμα που μου έλεγε πως ξέρει πως θα πάρω την pole position ακόμα κι αν έρθω στο δεύτερο session!

Εμένα εκείνη την ώρα με έπιασε απελπισία και άρχισα να κλαίω. Ξεκινάω λοιπόν και ψάχνω που έχει τρένο κοντά και τρέχω με τα πράγματά μου μέχρι τον σταθμό. Με το που φτάνω όμως βλέπω πως έχουν ακυρωθεί όλα τα δρομολόγια εκείνη τη μέρα. Ξεκινάω να τρέχω πάλι πηγαίνοντας προς την πόλη και βρίσκω έναν Ιταλό που δεν ήξερε όμως αγγλικά, συνεννοούμαστε με τα χίλια ζόρια και μου καλεί ταξί. Εντέλει πλήρωσα 100 ευρώ στο ταξί, έφτασα 20 λεπτά πριν τα χρονομετρημένα και έκανα ρεκόρ πίστας και πήρα και την pole position!

Επεισοδιακό ταξίδι του Κωνσταντίνου Μητσάκη στη Λευκορωσία-Ουκρανία με KOVE 800X PRO [Photos]

Ο Έλληνας αναβάτης έζησε από κοντά το πολεμικό κλίμα
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

28/5/2026

Η ΓΚΟΡΓΚΟΛΗΣ Α.Ε. συνεργάστηκε για ακόμη μία φορά με τον Κωνσταντίνο Μητσάκη, στηρίζοντας ένα απαιτητικό οδοιπορικό με πρωταγωνίστρια την KOVE 800X PRO και προορισμό τη Λευκορωσία και την Ουκρανία.

Το ταξίδι αυτό μόνο εύκολη υπόθεση δεν ήταν αφού η Ουκρανία βρίσκεται σε πόλεμο, με όποιους κινδύνους και εμπόδια μπορεί να συνεπάγεται αυτό. Χαρακτηριστικά είναι και τα λόγια του Μητσάκη: “Η Λευκορωσία και το Γεωγραφικό Κέντρο της Ευρώπης, στη Λιθουανία, συνιστούσαν τους δύο εξεζητημένους ταξιδιωτικούς προορισμούς του KOVE ΛΕΥΚΟΡΩΣΙΑ / ΟΥΚΡΑΝΙΑ 2026, ενός οδοιπορικού που θα διέτρεχε 10 ευρωπαϊκές χώρες, περνώντας από την περιοχή των Σκοπίων, τη Σερβία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, την Πολωνία, τη Λευκορωσία, τη Λιθουανία, την Ουκρανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Όμως, κορύφωση του οδοιπορικού στην Ανατολική Ευρώπη θα αποτελούσε η διάσχιση της εμπόλεμης Ουκρανίας, με προορισμό την πόλη Λβιβ και την πρωτεύουσα Κίεβο.

kove

Η γνωστή, μόνιμη εμμονή μου για συναρπαστικές δίτροχες εμπειρίες και πιο αλλόκοτες ανθρώπινες ιστορίες, αυτή τη φορά θα με οδηγούσε στα μονοπάτια μιας πραγματικά ριψοκίνδυνης περιπέτειας. Αψηφώντας τον θανάσιμο κίνδυνο που εγκυμονεί ένα ταξίδι με μοτοσυκλέτα στην εμπόλεμη ζώνη της Ουκρανίας, είχα αποφασίσει να επιχειρήσω το τολμηρό εγχείρημα να οδηγήσω την KOVE 800X PRO σε μία από τις πιο επικίνδυνες περιοχές του κόσμου, ευελπιστώντας να μην αποτελέσω τον στόχο ρωσικών πυραύλων ή drones!”

Ο Έλληνας αναβάτης διέσχισε Σκόπια, Σερβία, Ουγγαρία, Σλοβακία και Πολωνία με μόλις τρεις διανυκτερεύσεις, γράφοντας τα πρώτα 2.650 χιλιόμετρα, ενώ αφιέρωσε και λίγο χρόνο στον αγαπημένο του ποταμό Δούναβη. Κάπως έτσι έφτασε στη Λευκορωσία, που αποτελεί έναν από τους πιο αινιγματικούς προορισμούς της Ευρώπης.

Η είσοδος του Μητσάκη στην χώρα έγινε μετά από αυστηρό έλεγχο, όπως λήψη βιομετρικών δεδομένων, σφραγίδα εισόδου στο διαβατήριο, έλεγχο στις φωτογραφίες του κινητού και του προσωπικού προφίλ στα social media, μία διακριτική ανάκριση από τους ευγενέστατους συνοριοφύλακες αλλά και έλεγχο της KOVE 800X PRO με μηχάνημα X-Ray!

Ακολουθούν οι πρώτες εντυπώσεις του ταξιδιώτη: “Παρόλο που η Λευκορωσία ανεξαρτητοποιήθηκε από την πρώην ΕΣΣΔ το 1990, η Brest ήταν γεμάτη με σύμβολα-μνήμες της σοβιετικής εποχής: αστικά αρχιτεκτονήματα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, περίτεχνα σοβιετικά ψηφιδωτά με ιδεολογικά μηνύματα, σφυροδρέπανα, σοβιετικά αστέρια και λογότυπα, αγάλματα του Λένιν και κομμουνιστικά σφυροδρέπανα λειτουργούσαν σαν μια χρονομηχανή που με μετέφερε πίσω, σε αλλοτινές ιστορικές περιόδους!

"Απογευματινή άφιξη στο Minsk, check-in στο κατάλυμα, ένα καθαρό hostel στο κέντρο της πρωτεύουσας, γρήγορο μπάνιο και μια πρώτη βόλτα στους δρόμους του Minsk. Πριν ο ήλιος γύρει να κοιμηθεί, επισκέφθηκα το εκπληκτικό Μουσείο-Στούντιο Γλυπτικής 'Zair Azgur Memorial Studio', τον χώρο όπου ο διάσημος γλύπτης Zair Azgur κατασκεύαζε για το σοβιετικό καθεστώς γλυπτά και αγάλματα ιστορικών μορφών και συμβόλων της σοβιετικής εποχής. Εδώ είχα την ανεπανάληπτη εμπειρία να βρεθώ περιτριγυρισμένος από τον Λένιν, τον Στάλιν και τον Μαρξ.”

kove

Στο Minsk ο Κωνσταντίνος Μητσάκης έμεινε για τρεις ημέρες και ύστερα προσπάθησε να περάσει τα σύνορα της Λιθουανίας, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού απαγορευόταν η διέλευση μοτοσυκλετών από τη Λευκορωσία στη Λιθουανία! Αυτό σήμαινε πως ο Έλληνας αναβάτης θα έπρεπε να διανύσει επιπλέον 1.200 χιλιόμετρα και να περάσει από την Πολωνία για να φτάσει στον προορισμό του.

Μάλιστα δύο ημέρες πριν την άφιξή του στην Ουκρανία σημειώθηκε ο φονικότερος βομβαρδισμός της χώρας από την αρχή του έτους, με πάνω από 1.100 drones και δεκάδες βαλλιστικούς πυραύλους, όμως αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο και ο Κωνσταντίνο Μητσάκης ήταν αποφασισμένος να περάσει τα σύνορα της Ουκρανίας. Μετά από μία ακόμη ανάκριση από τους συνοριοφύλακες, η είσοδος στην εμπόλεμη ζώνη είχε γίνει πραγματικότητα.

Η πρώτη διανυκτέρευση στην Ουκρανία έγινε στην πόλη Λβιβ, χωρίς να γίνεται αντιληπτός ο πόλεμος και η ζωή κυλούσε φυσιολογικά σε κανονικούς ρυθμούς, ενώ στη συνέχεια ο Μητσάκης άρχισε να κατευθύνεται προς την ουκρανική πρωτεύουσα, με τα αισθήματα της αγωνίας και της ανασφάλειας να εμφανίζονται, όπως είναι λογικό. Ο ίδιος αφηγείται: “Η απογευματινή άφιξή μου στο Κίεβο έγινε κάτω από βροχή και με απρόσμενο μποτιλιάρισμα στο κέντρο της πόλης. Στην ουκρανική πρωτεύουσα είχα προγραμματίσει (εκτός απροόπτου) τρεις διανυκτερεύσεις, ενώ καθοριστικό ρόλο στην επιλογή του ξενοδοχείου έπαιξαν οι χρήσιμες συμβουλές ενός ντόπιου συντρόχου που συνάντησα στην είσοδο της πρωτεύουσας: 'ξενοδοχείο κατά προτίμηση κοντά σε σταθμό μετρό, μιας και είναι το ασφαλέστερο καταφύγιο σε περίπτωση βομβαρδισμού!' Έτσι κι έκανα τελικά…

"Την επόμενη μέρα ένας λαμπερός ήλιος οδήγησε τη δίτροχη περπατησιά μου στην κεντρική Πλατεία Ανεξαρτησίας (Maidan). Με αφετηρία την ιστορικότερη πλατεία της ουκρανικής πρωτεύουσας, που έχει συνδεθεί άρρηκτα με τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες των Ουκρανών (Πορτοκαλί Επανάσταση–2004, Επανάσταση της Αξιοπρέπειας–2014), ξεκίνησα την περιήγησή μου στους δρόμους και στα αξιοθέατα της ουκρανικής πρωτεύουσας. Πάντα όμως με το βλέμμα ψηλά στον ουρανό, υπό τον φόβο των ρωσικών drones.”

kove

Η στιγμή που έζησε τον πόλεμο στο πετσί του δεν άργησε: “Μεσημέρι στο υπαίθριο πάρκινγκ του ξενοδοχείου λίπαινα την αλυσίδα της KOVE 800X PRO, όταν ξαφνικά άρχισαν να ηχούν αντιαεροπορικές σειρήνες συναγερμού. Πανικόβλητος άφησα παράμερα τη μοτοσυκλέτα και άρχισα να τρέχω στο εσωτερικό του ξενοδοχείου για να προστατευτώ. Φόβος και τρόμος! Μετά από περίπου 5 λεπτά ακούστηκαν τα πρώτα αντιαεροπορικά πυρά και ακολούθησαν πάμπολλες ισχυρές εκρήξεις. Εντέλει, το πολεμικό σκηνικό κράτησε περίπου μισή ώρα, και μετά ηρεμία και πάλι.

"Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε και που μού φάνηκε ολόκληρος αιώνας, συνειδητοποίησα με τον πλέον δραματικό τρόπο πως δεν αποτελούσα τον νοερό θεατή μιας κινηματογραφικής ταινίας, αλλά αντίθετα πρωταγωνιστούσα σε μια ρεαλιστική περιπέτεια προσωπικής επιβίωσης. Εδώ στο Κίεβο μόλις είχα πάρει το βάπτισμα του πυρός (κυριολεκτικά) στην εμπόλεμη Ουκρανία. Οι ντόπιοι, αντίθετα, δεν φάνηκε να αναστατώνονται ιδιαίτερα, αλλά μάλλον αντιμετώπισαν με αδιαφορία το συγκεκριμένο περιστατικό. Μετά από 4 χρόνια πολέμου και δεκάδες βομβαρδισμούς, λογικό είναι να έχουν συνηθίσει τη θανάσιμη καθημερινότητα.

"Ήταν η δεύτερη μέρα μου στο Κίεβο. Την προηγούμενη μέρα είχα επισκεφθεί την Πλατεία Ανεξαρτησίας, της οποίας ένα τμήμα έχει μετατραπεί σ’ ένα συγκινητικό μνημείο με χιλιάδες φωτογραφίες πεσόντων στρατιωτών και αναρίθμητες (μικρές και μεγάλες) ουκρανικές σημαίες. Λίγο πιο μακριά, μπροστά στη Μονή του Αγίου Μιχαήλ, παροπλισμένα τανκς, κατεστραμμένα επιβατικά αυτοκίνητα, drones και πλήθος πολεμικού εξοπλισμού σε κοινή θέα, αποτελώντας τις σοκαριστικές μαρτυρίες του πολέμου.

"Την τρίτη –και τελευταία– μέρα στο Κίεβο έκανα μια μεγάλη βόλτα στους δρόμους της ουκρανικής πρωτεύουσας. Όπως στην Λβιβ, έτσι και στο Κίεβο, τα στιγμιότυπα  καθημερινότητας που αντίκριζα με τίποτα δεν μαρτυρούσαν την εμπόλεμη κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα. Πλήθος κόσμου περπατούσε στους δρόμους της πόλης, παντού ανοικτά καταστήματα, λεωφόροι γεμάτες αυτοκίνητα και λεωφορεία, κατάμεστα τα πάρκα από κόσμο! Η ζωή κυλούσε ήρεμα και φυσιολογικά στο ηλιόλουστο Κίεβο, μέχρι τον επόμενο βομβαρδισμό! Και παρά τα τακτικά πλήγματα από drones, πουθενά στο ιστορικό κέντρο της πόλης δεν είδα βομβαρδισμένα κτίσματα ή κατεστραμμένα μνημεία – μόνο στα προάστια της πρωτεύουσας εντόπισα κατεστραμμένα κτίρια.

kove

"Νωχελικά απλωμένη στις όχθες του ποταμού Δνείπερου, η μητρόπολη της Ουκρανίας διέθετε μια γοητευτική πολεοδομική όψη, την οποία συνέθεταν οι παραποτάμιες αριστοκρατικές γειτονιές, οι περίλαμπρες Ορθόδοξες Μονές, τα κρατικά κτίρια σοβιετικής αρχιτεκτονικής, οι πολύβουες κεντρικές πλατείες, τα γαλήνια πάρκα, τα ανηφορικά καλντερίμια της Άνω Παλαιάς Πόλης και οι δενδροφυτεμένες λεωφόροι. Βασικό στοιχείο της ταυτότητας του Κιέβου συνιστούσε φυσικά το τεράστιο άγαλμα της Μητέρας Ουκρανίας (ύψος αγάλματος 62 μ.) που δέσποζε στη δεξιά όχθη του Δνείπερου και δέχθηκε την επίσκεψή μου. Κατασκευασμένο το 1981 από ανοξείδωτο χάλυβα, το εμβληματικό μνημείο υψωνόταν με μεγαλοπρέπεια στον ορίζοντα του Κιέβου και έμοιαζε να προστατεύει την ουκρανική πρωτεύουσα από τις εχθρικές επιδρομές.

Ξημερώματα, ώρα 04:10! Την τελευταία νύχτα στο Κίεβο ξύπνησα έντρομος από τις αντιαεροπορικές σειρήνες και το τηλέφωνο που χτυπούσε επίμονα. Μέσα σε λίγα λεπτά βρέθηκα στη ρεσεψιόν και μαζί με τους υπόλοιπους πελάτες του ξενοδοχείου τρέξαμε στον κοντινό σταθμό μετρό HOLOSIIVSKA που εκτελούσε χρέη τοπικού καταφυγίου. Για δύο ώρες βίωνα σιωπηλός το σοκ μιας νυχτερινής επίθεσης με drones και βαλλιστικούς πυραύλους, ενώ δύο νεαροί Ουκρανοί που μιλούσαν αγγλικά μού περιέγραφαν τον πρόσφατο εγκλωβισμό δικών τους ανθρώπων κάτω από συντρίμμια πολυκατοικιών. Κάποιοι γλίτωσαν, άλλοι όχι!

Λήξη συναγερμού, επιστροφή στο ξενοδοχείο, πρόχειρο πρωινό, πακετάρισμα αποσκευών στη μοτοσυκλέτα και αναχώρηση μέσα στην πρωινή αχλή με προορισμό τα σύνορα της Ρουμανίας, 560 χλμ. νότια. Δίχως απρόοπτα ή δυσάρεστα γεγονότα καθοδόν, αργά το ίδιο απόγευμα (μετά από 11 ώρες οδήγησης) ο Ουκρανός συνοριοφύλακας σφράγιζε το διαβατήριό μου και άνοιγε τη μπάρα να περάσω στη Ρουμανία. Πριν όμως πατήσω μίζα, κοντοστάθηκα λίγο, κοίταξα πίσω μου σιωπηλός τη λαβωμένη Ουκρανία που με αποχαιρετούσε και συλλογίστηκα με θλίψη: Τέσσερα χρόνια πολέμου και η ειρήνη ξεχάστηκε…”