Husqvarna FC 450 Project Flat track by Wolf Motul Racing Team

Από τα άλματα στα παντιλίκια
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

5/10/2018

Το Flat Track είναι γέννημα-θρέμμα των Αμερικάνων και όπως όλα τα αθλήματα που έχουν γεννηθεί στις ΗΠΑ, έχει θέαμα, ταχύτητα και μπορείς να πας όποια στιγμή θέλεις για κατούρημα χωρίς να ανησυχείς ότι έχασες το καλύτερο κομμάτι του αγώνα, αφού η ένταση και το ενδιαφέρον είναι συνεχώς σε υψηλά επίπεδα μέχρι το τέλος. Επιστρέφεις από την τουαλέτα και στην πίστα συνεχίζουν οι αναβάτες να δίνουν μάχες σώμα με σώμα και οι μοτοσυκλέτες τους να πλαγιολισθαίνουν ατελείωτα. Επίσης, όπως όλα τα αμερικάνικα μηχανοκίνητα αθλήματα (dragster, nascar, supercross) μπορούν να γίνουν σε μικρούς χώρους, όπου ο θεατής έχει πλήρη εικόνα ολόκληρης της πίστας σε όποιο σημείο κι αν κάθεται. Στο Flat track δεν βαριέσαι ποτέ, είτε είσαι θεατής είτε είσαι αγωνιζόμενος.

 Σε αντίθεση με τους Ευρωπαϊκού τύπου αγώνες που έχουν μεγάλη διάρκεια και ελπίζεις να δεις περισσότερους από δύο αθλητές να παλεύουν για την νίκη μέχρι το τέλος για να μην σε πάρει ο ύπνος, στο Flat Track οι αγώνες διαρκούς ελάχιστους γύρους. Αυτό σημαίνει ότι η μόνη στρατηγική που έχουν οι αναβάτες είναι το Τέρμα Γκάζι από την αρχή έως το τέλος. Επίσης η μικρή διάρκεια του αγώνα δεν επιτρέπει να γίνουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των αναβατών. Ο καλύτερος με τον χειρότερο θα τερματίσουν με διαφορά λίγων μέτρων.

Αφού είναι τόσο θεαματικό να το βλέπεις και πολύ φτηνότερο να το διοργανώσεις σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη αγώνων μοτοσυκλέτας, τότε γιατί το έχουμε αγνοήσει όλα αυτά τα χρόνια στην Ευρώπη; Ίσως είναι το γεγονός ότι το έχουμε συνδέσει με τις μεγάλες και βαριές αερόψυκτες V2 μοτοσυκλέτες που χρησιμοποιούν στην Αμερική και εμείς στην Ευρώπη δεν αγοράζαμε τέτοιου είδους μοτοσυκλέτες. Το πιθανότερο όμως είναι ότι στους Ευρωπαίους αρέσει να κάνουν περίπλοκες αναλύσεις για μέρες πριν και μετά από τους αγώνες, να μιλάνε για τα τεχνολογικά πλεονεκτήματα της κάθε μάρκας μοτοσυκλετών, τα χαρακτηριστικά και την στρατηγική του κάθε αναβάτη, τα λάστιχα, τον καιρό, τις ιδιαιτερότητες κάθε πίστας κ.τ.λ. Το Flat Track δεν αφήνει περιθώρια για αμπελοφιλοσοφίες. Κερδίζει όποιος κράτησε περισσότερη ώρα το γκάζι ανοιχτό και πέτυχε την υψηλότερη μέση ωριαία ταχύτητα χωρίς να πέσει! Τόσο απλό είναι και δεν χωράνε περισσότερες αναλύσεις.

 Όμως τα τελευταία χρόνια φαίνεται ότι τα πράγματα αλλάζουν σιγά-σιγά και στην Ευρώπη. Βασική αιτία είναι σίγουρα το πολύ υψηλό κόστος που έχουν πλέον οι αγώνες. Υπάρχει ανάγκη για ένα είδος αγώνα μοτοσυκλετών που να έχει μικρές απαιτήσεις σε επίπεδο οργάνωσης, εύκολη κατασκευή πίστας κοντά στα μεγάλα αστικά κέντρα, χαμηλό κόστος συντήρησής της και φυσικά να γίνεται με μοτοσυκλέτες που δεν χρειάζονται μια περιουσία σε λάστιχα και ανταλλακτικά.

Στο flat track οι πτώσεις σπάνια προκαλούν υλικές ζημιές και επίσης σπάνια υπάρχουν σοβαροί τραυματισμοί των αναβατών. Κυρίως όμως, δεν χρειάζεται να διαθέσεις υπερβολικά χρηματικά ποσά σε εξειδικευμένο εξοπλισμό. Οποιαδήποτε δερμάτινη φόρμα street ή προστατευτικός θώρακας enduro/motocross κάνει την δουλειά. Το ίδιο ισχύει για τις μπότες και το κράνος. Στο ίδιο πνεύμα είναι και η προετοιμασία των μοτοσυκλετών. Όπως είπαμε πιο πάνω, στην Ευρώπη δεν αγοράζουμε με την σέσουλα αερόψυκτα V2, όμως υπάρχουν πάρα πολλά μεταχειρισμένα motocross και enduro σε προσιτές τιμές που σου αφήνουν το οικονομικό περιθώριο για να κάνεις τις απαραίτητες μετατροπές. Ακριβώς αυτό έκανε και η Wolf-Motul Racing Team σε συνεργασία με την αντιπροσωπεία της Husqvarna στην χώρα μας.

Ένα Husky FC 450 του 2017 αποτέλεσε την βάση για την δημιουργία της Flat Track μοτοσυκλέτας, με την οποία θα συμμετάσχει σε τρία event o Γιώργος Παπασταύρου.

Τα Motocross έχουν 19 ιντσών πίσω ζάντα, δηλαδή είναι έτοιμη για να μπουν τα ειδικά flat track ελαστικά. Για να είμαστε ακριβείς, το ιδανικό πλάτος είναι 3 ίντσες και όχι 2,15 που έχουν τα motocross, όμως γιατί να δώσεις χρήματα για αλλαγή στο στεφάνι όταν μπορείς να κάνεις την δουλειά σου με την ζάντα του motocross;

Εμπρός δεν μπορείς να γλιτώσεις το έξοδο αλλαγής του στεφανιού και των ακτίνων, αφού στο flat track θέλεις 19 ίντσες και όχι 21. Εδώ υπάρχουν τρεις επιλογές. Η μία είναι να κρατήσεις το κέντρο του εμπρός τροχού και να πλέξεις γύρο του άλλο ένα πίσω στεφάνι. Αν τώρα θέλεις να έχεις την μοτοσυκλέτα και για αγώνες Motocross και για αγώνας flat track, τότε αναγκαστικά θα κρατήσεις στην άκρη ολόκληρη την ζάντα των 21 ιντσών και θα αγοράσεις καινούριο εμπρός κέντρο και θα πλέξεις καινούριο πίσω στεφάνι. Αυτό έκαναν σε αυτή την Husqvarna, η οποία έχει τώρα πάνω της ελαστικά της Dunlop σε διαστάσεις 130/80-19 εμπρός (μπαίνει οριακά και θέλει λίγο να "φαγωθούν" τα πλαστικά προστατευτικά των καλαμιών του πιρουνιού) και 140/80-19 πίσω.

Στον κινητήρα, η μόνη αλλαγή αφορά την εξάτμιση, όπου τώρα έχει επιλεγεί ένα ολόσωμο σύστημα εξάτμισης της FMF (Megabomb λαιμούς και τελικό τιτανίου Factory 4.1 RCT). Σύμφωνα με την Husqvarna η εξάτμιση αυτή ομαλοποιεί την παροχή της δύναμης. Σε αυτό το σημείο θα έπρεπε να σας πούμε τις δικές εντυπώσεις για την απόδοση του κινητήρα, καθώς ήταν προγραμματισμένο να οδηγήσουμε την μοτοσυκλέτα αποκλειστικά για εσάς, όμως την σφοδρή καταιγίδα που έπληξε ολόκληρη την χώρα μετέτρεψε την πίστα σε βούρκο και αναγκαστικά ακυρώθηκε η δοκιμή της. Όμως βρεθήκαμε στην πίστα μαζί με τον Γιώργο Παπασταύρου την ημέρα που την καβάλησε για πρώτη φορά και ήδη έχουμε κανονίσει να την οδηγήσουμε σε λίγες ημέρες, οπότε κάντε λίγη υπομονή ακόμα.

Πέρα από τους τροχούς, η μεγαλύτερη και σημαντικότερη αλλαγή βρίσκεται στις αναρτήσεις. Εδώ δεν μπορείς να αποφύγεις την αγορά ενός κιτ μετατροπής, που θα μειώσει τις διαδρομές των αναρτήσεων έως και 5 πόντους εμπρός πίσω. Στην συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα έχουμε το εξειδικευμένο κιτ μετατροπής του Ιταλικου οίκου Andreani Group για flat-track που αντιπροσωπεύει στη χώρα μας η Wolf-Motul Racing team και το κόστος είναι στα 650€, περιλαμβάνοντας χαμήλωμα-setting-ελατήρια-πλήρης τοποθέτηση.

Η Motul είναι ο βασικός χορηγός και υποστηρικτής της Husqvarna στο ελληνικό πρωτάθλημα motocross και η εμπλοκή της σε αυτό το project ήταν ενεργή από την αρχή. Όλα τα λιπαντικά της μοτοσυκλέτας από το λάδι του κινητήρα (MOTUL 10-50 300v2) μέχρι τις αναρτήσεις είναι της Motul. 

Χαμηλωμένη και με το τιμόνι της Pro Taper (μοντέλο EVO) που έχει ειδικό σχεδιασμό για να δημιουργηθεί μια σωστά εργονομικά θέση οδήγησης για Flat Track, η Husqvarna FC 450 ήταν έτοιμη να μπει στην πίστα. Αν κάτι της έλειπε, αυτό ήταν η αλλαγή της αισθητικής, όμως χάρη στην DXL Graphics που ανέλαβε τον σχεδιασμό και την κατασκευή ενός σετ αυτοκόλλητων, η FC 450 δείχνει πλέον σαν να είναι μοτοσυκλέτα εργοστασιακής ομάδας! Πραγματικά φοβερή δουλειά σε ποιότητα υλικών και εκτύπωσης από την DXL Graphics.

Οι προσωπικοί χορηγοί του Παπασταύρου είναι:


Shoei vfxwR  / Siri crossfire ii srs / 100% μάσκες / Troy Lee Designs / Oakley / Protaper / Dxl graphics

 

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.