KTM CENTRAL STORE - Στο κέντρο της Αθήνας

Το νέο κεντρικό κατάστημα του KTM Group είναι πλέον γεγονός και γιορτάστηκε αναλόγως
KTM Central Store
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

28/12/2023

Την Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου πραγματοποιήθηκαν με τον πιο επίσημο τρόπο τα εγκαίνια του νέου KTM Flagship Store στο κέντρο της Αθήνας και συγκεκριμένα στις εγκαταστάσεις του Ομίλου Πέτρος Πετρόπουλος ΑΕΒΕ.

Το νέο κεντρικό κατάστημα που άνοιξε τις πόρτες του καταρχήν σε επίσημους συνεργάτες του δικτύου, δημοσιογράφους αλλά και εκλεκτούς καλεσμένους, βρίσκεται στην Ιερά Οδό 104Α και στα 350 τετραγωνικά μέτρα φιλοξενεί τις εταιρείες KTM, HUSQVARNA και GASGAS σε έναν σύγχρονο χώρο που πληροί τις εργοστασιακές προδιαγραφές για κάθε μάρκα ξεχωριστά.

KTM Central Store

Σε χώρους διακριτούς οι φίλοι του Αυστριακού γκρουπ μπορούν να δουν από κοντά όχι μόνο όλα τα νέα μοντέλα αλλά και τις πλούσιες γκάμες σε αξεσουάρ αναβάτη και μοτοσυκλέτας για κάθε τερέν και κατηγορία μοτοσυκλετών.

KTM Central Store

Από μια τέτοια ξεχωριστή βραδιά δεν θα μπορούσαν να λείπουν και ξεχωριστά δίτροχα με τα πρώτα μοντέλα του 2024 να βρίσκονται σε περίοπτες θέσεις. Η KTM 1390 SUPER DUKE R MY24 δέσποζε στο κεντρικό βάθρο ενώ οι KTM 390 DUKE MY24 και KTM 990 DUKE MY24 τράβηξαν τα βλέμματα και τα φλας των παρευρισκόμενων.

KTM Central Store

Σε περίοπτη θέση και η ειδικά τροποποιημένη HUSQVARNA 701 ENDURO που με το Rally κιτ της Aurora Rally Equipment φώναζε τις αυξημένες τουριστικές της δυνατότητες ενώ στον χώρο της GASGAS εντυπωσίασαν τα offroad ηλεκτρικά ποδήλατα των οποίων η Πέτρος Πετρόπουλος ΑΕΒΕ είναι πλέον επίσημος εισαγωγέας.

KTM Central Store

Το KTM Central Store είναι έτοιμο να φιλοξενήσει τους φίλους της πορτοκαλί οικογένειας, και όχι μόνο, καθημερινά Δευτέρα έως Παρασκευή από τις 09:00 έως και τις 17:00.

Το τηλέφωνο επικοινωνίας για ερωτήσεις ή ραντεβού για test ride είναι το 210-3499244

Ετικέτες

BOAK: Νέα αποζημίωση στην κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις οδηγούν σε νέα οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου
ΒΟΑΚ
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

10/10/2025

Μετά την πρόσφατη αποζημίωση των 21 εκατ. ευρώ για το τμήμα Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, ο ανάδοχος (ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ) του έργου Χερσόνησος–Νεάπολη ζητά πλέον 124 εκατ. ευρώ, επικαλούμενος καθυστερήσεις λόγω έλλειψης ωριμότητας των απαλλοτριώσεων

Η υπόθεση αφορά το τμήμα του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ) από Χερσόνησο έως Νεάπολη, που υλοποιείται από την κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Το έργο, μήκους 22,44 χιλιομέτρων, λαμβάνει παράταση 16,3 μηνών καθώς οι καθυστερήσεις στην παράδοση των απαλλοτριωμένων χώρων εμπόδισαν την πρόοδο των εργασιών.

Η αρχική ημερομηνία ολοκλήρωσης, του κυβερνητικά πολυδιαφημισμένου έργου, είχε οριστεί για τις 21 Απριλίου 2027, ωστόσο, όπως σημειώνεται στην απόφαση του Υπουργείου Υποδομών, “δεν διαπιστώθηκαν εργασίες που θα μπορούσε να εκτελέσει ο ανάδοχος για να περιορίσει τις καθυστερήσεις”, αναλαμβάνοντας εμμέσως την ευθύνη. Έτσι, το υπουργείο αποδέχτηκε το δικαίωμα του αναδόχου να ζητήσει αποζημίωση, το ακριβές ύψος της οποίας παραμένει άγνωστο, καθώς “θα οριστικοποιηθεί μετά την υποβολή όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών και την εξέτασή τους από την Αναθέτουσα Αρχή”.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει το υψηλό κόστος που προκαλούν οι ελλείψεις ωριμότητας στα μεγάλα έργα υποδομής. Οι καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις, που δεν αποτελούν ευθύνη του αναδόχου, μεταφράζονται σε σημαντικές αποζημιώσεις προς τις εταιρείες, τις οποίες τελικά επωμίζεται το Δημόσιο.

Το έργο Χερσόνησος–Νεάπολη περιλαμβάνει:

  • 22,44 χλμ. αυτοκινητόδρομου με πλάτος οδοστρώματος 21,5 μ.
  • 9,65 χλμ. παράπλευρου και κάθετου δικτύου
  • 12 γέφυρες μονού κλάδου (1,7 χλμ.)
  • 5 σήραγγες συνολικού μήκους 6,75 χλμ.
  • 5 ανισόπεδους κόμβους

Το τμήμα αυτό αποτελεί το δεύτερο εργοτάξιο του ΒΟΑΚ που έχει ξεκινήσει κατασκευές, μετά το Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, όπου οι εργασίες προχωρούν. Το έργο των 14,5 χιλιομέτρων, με κόστος 186 εκατ. ευρώ, υλοποιείται επίσης από την ΤΕΡΝΑ και την ΑΚΤΩΡ και έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης.

Η νέα διεκδίκηση των 124 εκατ. ευρώ επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της επαρκούς προετοιμασίας των μεγάλων έργων πριν από τη δημοπράτησή τους, ένα θέμα που, όπως φαίνεται, κοστίζει ακριβά στην πολιτεία και κατ’ επέκταση στους πολίτες.