Οι μοτοσυκλέτες που παίρνουν μέρος στον διαγωνισμό, που παραδοσιακά γίνεται κάθε χρόνο στα πλαίσια της MBE, είναι εξ ορισμού εντυπωσιακές και ιδιαίτερες κατασκευές, οι οποίες κρύβουν ευφάνταστη δημιουργικότητα και αμέτρητες εργατοώρες πίσω από την κατασκευή τους. Ένα από τα δημιουργήματα που ξεχωρίζει όμως είναι το… νόθο παιδί του ζευγαρώματος ενός Yamaha TMAX κι ενός Ducati Monster S2R!
Ναι σωστά διαβάσατε, το mega scooter της Yamaha και το naked της Ducati έχουν δώσει ένα περίεργα γοητευτικό και καλοφτιαγμένο αποτέλεσμα, που αν δεν το δεις δύσκολα μπορείς να φανταστείς πως αυτά τα δύο ετερόκλητα στοιχεία μπορούν να συνδυαστούν. Ουσιαστικά πρόκειται για το πλαίσιο και τον κινητήρα του Monster «τυλιγμένο» στα πλαστικά του ΤΜΑΧ. Προφανώς τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, καθώς ο δικύλινδρος V-90 δεν μπαίνει έτσι απλά στο κοστούμι του mega scooter, ούτε καταλαμβάνει τον χώρο που πιάνει ο δικύλινδρος εν σειρά της Yamaha. Γι’ αυτό το carbon κομμάτι πίσω από την ποδιά (που ουσιαστικά γεμίζει τα κενά του χωροδικτυώματος) έχει το απαραίτητο κενό για να ξεπροβάλλει ο πίσω κύλινδρος του Ducati και οι δύο φιλτροχοάνες, ενώ σε κοινή θέα είναι και το χωροδικτύωμα που κατά ένα περίεργο τρόπο συνδυάζεται με την αρχιτεκτονική “boomerang” των πλαστικών του ΤΜΑΧ.
Και επειδή προφανώς ο δημιουργός του θεώρησε ότι δεν είναι ήδη αρκετά ιδιαίτερη κατασκευή, προσάρμοσε και δύο καθρέφτες από φορτηγάκι, χαμηλά εκατέρωθεν της ποδιάς, με τα λογότυπα της Ducati Corse να φιγουράρουν πάνω τους. Το ψαλίδι είναι μονόμπρατσο – φυσικά- και οι δύο εξατμίσεις βγαίνουν χαμηλά στο πλάι του πίσω τροχού.
Η όλη κατασκευή είναι σε πολύ καλό ποιοτικό επίπεδο, όπως και η βαφή, αν και οι δύο καθρέφτες από βαν είναι κάπως παράταιροι, ενώ τα όργανα δίνουν μια αγωνιστική νότα με τη λιτή επιλογή της μικρής ψηφιακής οθόνης και του λευκού δείκτη θερμοκρασίας. Όπως και να έχει, το συγκεκριμένο Monster Max θέτει σοβαρή υποψηφιότητα για διάκριση, όχι μόνο για το επίπεδο της κατασκευής του, αλλά και για το ότι δίνει κάτι εντελώς διαφορετικό στο σύμπαν των custom δημιουργιών.
QJMOTOR: Κινούμενα φτερά με έλεγχο από IMU - Υπόσχονται καλύτερο φρενάρισμα, επιτάχυνση και στρίψιμο
Πατέντα με ενεργά αεροδυναμικά πτερύγια – Στον δρόμο της CFMOTO V4 SR-RR
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
7/7/2026
Η QJMOTOR φαίνεται πως μπαίνει σε διαδικασία εξέλιξης της ενεργής αεροδυναμικής, καθώς μια νέα πατέντα αποκαλύπτει σύστημα με ανεξάρτητα κινούμενα αεροδυναμικά πτερύγια, τα οποία ελέγχονται από τη αδρανειακή μονάδα μετρήσεων (IMU) μεταβάλλοντας την αεροδυναμική της μοτοσυκλέτας σε πραγματικό χρόνο.
Ένας ακόμη μεγάλος κατασκευαστής από την Κίνα δείχνει ότι θεωρεί την ενεργητική αεροδυναμική πεδίο εξέλιξης στις supersport μοτοσυκλέτες.
Η μοτοσυκλέτα που απεικονίζεται στα σχέδια της πατέντας θυμίζει τις SRK 800 RR και SRK 921 RR, δύο μοντέλα που ήδη διατίθενται με σταθερά αεροδυναμικά πτερύγια. Ωστόσο, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στα ίδια τα μοντέλα, αλλά στο σύστημα που είναι ενσωματωμένο στα πλαϊνά του φέρινγκ.
Σε αντίθεση με τα συμβατικά φτερά, τα οποία έχουν σταθερή κλίση, τα νέα πτερύγια της QJMOTOR μπορούν να κινούνται ανεξάρτητα μεταξύ τους, ελεγχόμενα με βάση τα δεδομένα από την IMU της μοτοσυκλέτας. Έτσι, είναι σε θέση να προσαρμόζουν τη θέση τους ανάλογα με τις συνθήκες οδήγησης και τις κινήσεις της μοτοσυκλέτας.
Διαφορετική αεροδυναμική για κάθε φάση της οδήγησης
Η πιο ενδιαφέρουσα δυνατότητα του συστήματος είναι ότι τα δύο φτερά δεν είναι απαραίτητο να κινούνται ταυτόχρονα. Η ανεξάρτητη λειτουργία τους ανοίγει τον δρόμο ώστε να επηρεάζουν ακόμη και την είσοδο της μοτοσυκλέτας στη στροφή, λειτουργώντας θεωρητικά με τρόπο αντίστοιχο με τα πηδάλια roll ενός αεροσκάφους.
Παρότι δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να προσφέρει πραγματικό πλεονέκτημα στην πίστα ή αν θα επηρέαζε την αίσθηση στο τιμόνι, η πατέντα δείχνει ότι η QJMOTOR εξετάζει σοβαρά αυτή την προοπτική.
Περισσότερη κάθετη δύναμη στο φρενάρισμα
Η πιο άμεση εφαρμογή αφορά το δυνατό φρενάρισμα. Σύμφωνα με την περιγραφή της πατέντας, τα φτερά μπορούν να περιστρέφονται προς τα κάτω όταν ο αναβάτης φρενάρει έντονα.
Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται τόσο η αεροδυναμική αντίσταση όσο και η κάθετη δύναμη στον εμπρός τροχό. Η μεγαλύτερη αντίσταση συμβάλλει στη μείωση της ταχύτητας, ενώ η αυξημένη φόρτιση θα μπορούσε να επιτρέψει δυνατότερο φρενάρισμα πριν το ελαστικό φτάσει στα όρια της πρόσφυσης.
Λιγότερες σούζες χωρίς απώλεια επιδόσεων
Κατά την επιτάχυνση, το σύστημα θα μπορούσε να λειτουργεί αντίστροφα. Σήμερα οι σύγχρονες superbike βασίζονται στον συνδυασμό ηλεκτρονικού ελέγχου σούζας, σταθερών φτερών και της διαχείρισης του γκαζιού από τον αναβάτη για να κρατούν τον εμπρός τροχό στο έδαφος.
Ωστόσο, ο ηλεκτρονικός έλεγχος συχνά περιορίζει την ισχύ του κινητήρα, ενώ τα σταθερά αεροδυναμικά πτερύγια δημιουργούν μόνιμη αντίσταση στον αέρα, ακόμη και όταν δεν απαιτείται επιπλέον κάθετη δύναμη.
Με τα κινούμενα winglets, η επιπλέον κάθετη δύναμη θα μπορούσε να παράγεται μόνο όταν χρειάζεται και στη συνέχεια τα πτερύγια να επιστρέφουν σε θέση με μικρότερη αεροδυναμική αντίσταση. Θεωρητικά, αυτό θα επέτρεπε ισχυρότερη επιτάχυνση χωρίς την αντίστοιχη απώλεια τελικής ταχύτητας.
Η παρουσίαση είχε τραβήξει αμέσως τα βλέμματα δημοσιογράφων και επισκεπτών, δείχνοντας ότι τα εργοστάσια της Κίνας θεωρούν την ενεργητική αεροδυναμική έναν από τους βασικούς τομείς εξέλιξης των σπορ μοτοσυκλετών του μέλλοντος.
Η επόμενη μεγάλη μάχη
Προς το παρόν, δεν υπάρχουν δημόσια δεδομένα σε σχέση με το πόσο μεγάλο πρακτικό πλεονέκτημα προσφέρουν τα ενεργητικά αεροδυναμικά βοηθήματα σε σχέση με τα συμβατικά σταθερής κλίσης. Η τεχνολογία βρίσκεται ακόμα σε πρώιμο στάδιο και βρίσκεται κυρίως στο επίπεδο των πρωτοτύπων και των πατεντών.
Παρ' όλα αυτά, το γεγονός ότι τόσο η CFMOTO όσο και η QJMOTOR εξελίσσουν αντίστοιχα συστήματα δείχνει ότι η ενεργητική αεροδυναμική ίσως αποτελέσει το επόμενο πεδίο ανταγωνισμού στην κατηγορία των supersport και superbike μοτοσυκλετών. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν οι αναβάτες θα εμπιστευτούν ένα σύστημα που θα μεταβάλλει συνεχώς την αεροδυναμική της μοτοσυκλέτας τόσο στον δρόμο όσο και στην πίστα, με την εμπειρία να δείχνει ότι η φυσική πορεία των συστημάτων είναι από αχρείαστα, ανασφαλή και υπερβολικά σύνθετα, σε απαραίτητα και κάποιες φορές μέχρι και υποχρεωτικά.