Πέθανε ο Andrea Merloni, πρώην πρόεδρος της Benelli!

Σε ηλικία 53 ετών
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

10/11/2020

Ο Andrea Merloni, μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της ιταλικής μοτοβιομηχανίας, πέθανε χθες το βράδυ στο σπίτι του στο Μιλάνο, σε ηλικία 53 μόλις ετών. Μέχρι στιγμής δεν έχουν ανακοινωθεί τα ακριβή αίτια του θανάτου του, αλλά οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για καρδιακή προσβολή.

Ο Andrea ήταν γιος του Vittorio Merloni, του πολύ γνωστού Ιταλού επιχειρηματία, ο οποίος είχε ιδρύσει την Indesit που αργότερα πουλήθηκε στον αμερικάνικο κολοσσό Whirlpool. Ο Andrea Merloni έγινε κυρίως γνωστός από την θητεία του ως πρόεδρος της Benelli από το 1996 ως το 2004, αλλά πέρα από αυτό είχε μια μακρά Ιστορία στον χώρο της μοτοσυκλέτας.

Από το 1988 η Benelli είχε μπει στην δίνη των οικονομικών προβλημάτων, με σχεδόν μηδενική παραγωγή, τις διοικητικές και τεχνικές της υπηρεσίες υπό διάλυση και σχεδόν 250 εργαζόμενους απολυμένους. Τότε, το 1989, ο Giancarlo Selci ιδιοκτήτης του ομίλου Biesse ανέλαβε τα ηνία της εταιρείας, αν και διατήρησε ως κύρια δραστηριότητα του εργοστασίου την ξυλεία. Χωρίς να έχει την δυνατότητα να επενδύσει πολλά, εστίασε στην κατασκευή μικρών πενηνταριών με το λογότυπο της Benelli. Το S50 ήταν ένα φτηνό αλλά απαρχαιωμένο μοτοσυκλετάκι, που βγήκε σε δύο εκδόσεις (την Spring και την Devil), ενώ διοργανώθηκε και ένα κύπελλο τύπου ενιαίου το 1992. Παρ' όλα αυτά , το project δεν απέδωσε και ο Selci "πέταξε λευκή πετσέτα" εστιάζοντας την προσοχή του στην δική του εταιρεία, την Biesse.

Τα μικρά όμως αυτά μοτοσυκλετάκια, τράβηξαν την προσοχή ενός νεαρού επιχειρηματία, μόλις 28 ετών, του Andrea Merloni, ο οποίος ανέλαβε την Benelli το 1996. Ο Andrea, συνδύασε τις γερές "οικονομικές πλάτες" από την αυτοκρατορία του πατέρα του και το πάθος που διακατείχε τον ίδιο για τις μοτοσυκλέτες. Συμμετείχε ως αγωνιζόμενος στο Motocross και στην συνέχεια μεταπήδησε στην ταχύτητα, στο ιταλικό πρωτάθλημα superbikes. Το 1992 ένα ατύχημα τον υποχρέωσε να σταματήσει την αγωνιστική του καριέρα και ανέλαβε έναν καινούργιο ρόλο ως team manager στα Superbikes, αναδεικνύοντας μάλιστα μέσα από αυτή τον σπουδαίο αναβάτη του παγκοσμίου, Pierfrancesco Chili. Το 1993 ίδρυσε την εταιρεία Evolve που δραστηριοποιείται στα μοτοσυκλετιστικά είδη ένδυσης και αξεσουάρ, ενώ το 1996 αγόρασε την Benelli.

Αμέσως κατασκεύασε ένα καινούργιο εργοστάσιο, κάνοντας μια επένδυση 20 εκατομμυρίων λιρετών για πέντε χρόνια. Δεν κράτησε τίποτα από τις προηγούμενες γραμμές παραγωγής, ενώ στράφηκε στην δημιουργία των scooters, τα οποία γνώριζαν μεγάλη άνθιση στην Ιταλία, προκειμένου να επαναφέρει το όνομα της Benelli στο προσκήνιο. Το 491 βγήκε στην αγορά το 1997, ενώ ακολούθησαν τα Pepe και Κ2, όλα με κινητήρες της Minarelli.

Ταυτόχρονα σχεδιάζει και την επιστροφή της εταιρείας στις μοτοσυκλέτες, προσλαμβάνοντας τον Riccardo Rossa, ο οποίος είχε εμπειρία από το project της Cagiva στα GP. Καρπός αυτής της συνεργασίας ήταν το τρικύλινδρο 900 Tornado, που βγήκε από την παραγωγή το 2000, κατά την διάρκεια του Isle of Man TT. Στη συνέχεια ακολούθησαν κι άλλα τρικύλινδρα μοντέλα, όπως το TnT, ενώ μπήκε μπροστά και το project ενός κλειστού scooter (το Adiva).

Τα αποτελέσματα της αναγεννημένης Benelli ήταν εντυπωσιακά, αλλά οι μεγάλες επενδύσεις που έγιναν για το Tornado δεν μεταφράστηκαν σε αντίστοιχες πωλήσεις. Ο Merloni αποφάσισε να εγκαταλείψει το σχέδιο του και το 2005 η εταιρεία πέρασε στα χέρια του Qianjiang Group και έκτοτε η συνέχεια είναι γνωστή.

Σίγουρα, μια προσωπικότητα όπως του Andrea Merloni θα λείψει από την μοτοσυκλέτα κι εμείς δεν μπορούμε να εκφράσουμε την βαθύτατη λύπη μας και τα συλλυπητήριά μας.

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.