Pikes Peak 2018

Βεντέτα ΚΤΜ-Ducati
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

25/6/2018

 Σε μια από τις πιο δύσκολες διαδρομές των road racing, με 156 στροφές και μήκος σχεδόν 20km πραγματοποιήθηκε χθες ο 96ος αγώνας στο Pikes Peak International Ηill Climb ή PPIHC. Όλοι οι οδηγοί και αναβάτες ήταν έτοιμοι για ακόμα μια φορά να αγωνιστούν ανάμεσα στα σύννεφα, λίγο έξω από το Colorado Springs. Η φετινή χρονιά σηματοδοτούσε την έναρξη της βεντέτας μεταξύ Ducati και ΚΤΜ, αφού στον προηγούμενο αγώνα ο Chris Fillmore, κατέβασε το ρεκόρ στο 9:49:625, με το ΚΤΜ 1290 Super Duke R.

Μετά το μικρό διάλειμμα που έκανε η Ducati επέστρεψε για να ξαναδιεκδικήσει το στέμμα της με τη βοήθεια του Codie Vahshlotz και του Carlin Dunne, ο οποίος έχει συνεργαστεί πολλές φορές με την εταιρεία και έχει σπάσει το ρεκόρ μαζί της, στη σέλα του Multistrada.

Απ΄την αντίπερα όχθη η ΚΤΜ, είχε για αναβάτες τον Rennie Scaysbrook, συντάκτη του Cycle news με το Super Duke 1290 R,  και τον Chris Fillmore που για φέτος επέλεξε να τρέξει στη μεσαία κατηγορία με το Duke 790, έχοντας στόχο να  σημειώσει χρόνο κάτω από 10’ με μια μικρότερη μοτοσυκλέτα, κάνοντας το PPIHC του 2018, μια από τις πιο συναρπαστικές και πολλά υποσχόμενες διοργανώσεις.

Οι καιρικές συνθήκες κατά τα δοκιμαστικά της εβδομάδας ήταν ιδανικές, δίνοντας έτσι μια εικόνα για το πού θα κυμανθούν οι χρόνοι. Όμως, μια καταιγίδα τη Παρασκευή, έθεσε αρκετά ερωτηματικά για τον αγώνα της Κυριακής και σε συνδυασμό με τα χιόνια στη κορυφή του βουνού, οι συνθήκες απείχαν πολύ απ’ τις ιδανικές ώστε να επιτευχθεί χρόνος κάτω από 10’.  Παρόλα αυτά ο Dunne και o Scaysbrook δεν υπέκυψαν στις καιρικές συνθήκες και έφεραν δυνατά αποτελέσματα.

Με τον Rennie συγκεντρωμένο στον αγώνα και να μην δέχεται την ήττα ως επιλογή, πιέζοντας τους χρόνους συνέχεια, ο Dunne δυσκολεύτηκε πολύ για να τον νικήσει όπως δήλωσε, παρά το γεγονός ότι  δεν ήταν στην καλύτερη φυσική κατάσταση, καθώς είχε κρυώσει και το υψόμετρο χειροτέρευε τη κατάσταση του. Μη έχοντας καλή αίσθηση του μπροστινού τροχού, χάνοντας αρκετές φορές πρόσφυση πριν τη κορυφή του βουνού, ήξερε ότι δεν θα έσπαγε το ρεκόρ και σκοπός ήταν να τερματίσει. Όπως και έγινε, πάνω στο Multistrada 1260, στέφοντάς τον άλλη μια φορά βασιλιά του βουνού. Αυτό απογοήτευσε τον Scaybrook που είχε δώσει το 100%, ο οποίος δήλωσε ότι δυσκολεύτηκε αρκετά να αισθανθεί σίγουρος και άνετα πάνω στη μοτοσυκλέτα του, αφού οι συνθήκες έκαναν το δρόμο αρκετά γλιστερό και το πίσω ελαστικό του πάσχιζε να βρει πρόσφυση.

Ο Chris Fillmore από την άλλη, με το Duke 790 έκανε τον δικό του αγώνα και τερμάτισε πρώτος στη κατηγορία των μεσαίων και τρίτος στη γενική κατάταξη, αποτέλεσμα αξιοσημείωτο. Για μόλις λίγα δευτερόλεπτα δεν κατάφερε να πετύχει τον αρχικό του στόχο, ολοκληρώνοντας τον αγώνα με 10:04.038. Καταφέρνοντας έτσι να έχει το ρεκόρ του γρηγορότερου χρόνου και στις δύο κατηγορίες, μεσαία και μεγάλη.

Τέλος ο Codie Vahsholtz, ομόσταβλος του Dunne, τερμάτισε τέταρτος πίσω από τον Chris Fillmore. Μια ακόμα αξιοσημείωτη αναφορά αξίζει να γίνει στη rookie Lucy Glöckner η οποία τερμάτισε έκτη στη γενική κατάταξη με το BMW S1000R Sport, ερχόμενη από τη Γερμανία, δείχνοντας στα αγόρια του αθλήματος ότι αποτελεί μια σοβαρή απειλή για αυτούς.

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.