Ποιο ήταν το μεγαλύτερο σε υψόμετρο μουσείο μοτοσυκλέτας που καταστράφηκε ολοσχερώς

280 μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητα στάχτη στο Hochgurgl
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

19/1/2021

Εγκαινιάστηκε το 2016 σε υψόμετρο 2.200 μέτρων και απέκτησε αμέσως τον τίτλο του μουσείου μοτοσυκλέτας με το μεγαλύτερο υψόμετρο στον κόσμο. Το Top Mountain Motorcycle Museum ήταν ένα μοντέρνο και πολύ όμορφο μουσείο μοτοσυκλέτας. Για τα δύο αδέρφια από την Αυστρία ο στόχος που είχαν θέσει ήταν ακόμη ψηλότερος, ήθελαν να καταστήσουν το μουσείο τους το σημαντικότερο μουσείο μοτοσυκλέτας στην Ευρώπη. Και με δεδομένο τον ιστορικό πλούτο που έχουν πολλά από τα μουσεία στην ήπειρο αυτή που γέννησε την μοτοσυκλέτα, αυτό δεν θα ήταν καθόλου εύκολο να γίνει. Μία βόλτα στο εθνικό μουσείο μοτοσυκλέτας στα West Midlands κι αντιλαμβάνεσαι πως δεν θα ήταν εύκολος τίτλος.

Σε κάθε περίπτωση τα δίδυμα αδέρφια Alban και Attila Sheiber που διαχειρίζονται μία σειρά από ski resort, τελεφερίκ, μία εταιρεία ενοικίασης σκι με έξι τοποθεσίες, σχολές σκι αλλά και τον σταθμό διοδίων στο πέρασμα Timmelsjoch, είχαν το όραμα αλλά και τα μέσα για να πετύχουν τον υψηλό τους στόχο. Πώς όμως έφτασαν να φτιάξουν στα 2.200 μέτρα ένα μουσείο μοτοσυκλέτας;

Στο Τιρόλο, ομόσπονδο κρατίδιο της Αυστρίας και ακριβώς στα σύνορα με την Ιταλία, ο σταθμός διοδιών για τον δρόμο Timmelsjoch ή καλύτερα στα ιταλικά Passo del Rombo, σημάδευε πάντα μία τουριστική περιοχή για τους Αυστριακούς. Μπορεί σαν πέρασμα στις Άλπεις, ανάμεσα στις δύο κορυφές Jochköpfl και Wurmkogl, λίγο πάνω από τα 3.000 μέτρα και οι δύο, να χρησιμοποιείται από την εποχή του Χαλκού όμως ποτέ δεν αποτέλεσε βασικό οδικό άξονα. Κι αυτό γιατί πολύ κοντά υπάρχει ήδη το Brenner Pass με τον αρκετά γρήγορο δρόμο του. Η ιδέα να διανοιχτεί το Timmelsjoch Hochalpenstrasse υπήρχε στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα από τους Αυστριακούς και μάλιστα αποκλειστικά για τουριστική χρήση, μιας κι από την άλλη πλευρά κατέληγε σε χωματόδρομο που γινόταν μονοπάτι και ξανά χωματόδρομος μέχρι να καταλήξει σε άσφαλτο. Ωστόσο οι Αυστριακοί έφτιαξαν τον δρόμο ξεκινώντας το 1955 και ολοκληρώνοντάς τον το 1959 ενώ από την άλλη πλευρά έλειπαν δύο χιλιόμετρα και ένα τούνελ για να μπορεί να χαρακτηριστεί ξανά, πέρασμα. Ακόμη κι έτσι όμως κατέληγε σε ένα δρόμο που είχε φτιάξει ο Μουσολίνι για λόγους στρατιωτικής επιτήρησης και όχι για διέλευση. Κι εκείνος όταν συναντήθηκε με τον κατάπτυστο, το Μπρένερο επέλεξε λίγο πιο βόρεια κι ανατολικά. Χάλια δρόμος από την Ιταλική πλευρά λοιπόν και ένα κομμάτι που έλειπε αλλά τελικά ολοκληρώθηκε το 1967 και τότε αμέσως οι λάτρεις της οδήγησης απέκτησαν ένα κανονικό πεδίο δοκιμών. Ο δρόμος χρησιμοποιούνταν ελάχιστα και ήταν γεμάτος στροφές με στενά περάσματα ενώ απαγορεύονταν η διέλευση φορτηγών, van κτλ. Ταυτόχρονα το σκηνικό γύρο ήταν, και είναι, μαγευτικό. Κάπως έτσι την δεκαετία του ’70 το πέρασμα αυτό ήταν ήδη ένας μοτοσυκλετιστικός παράδεισος.

Αναλαμβάνοντας το ski resort στην κορυφή και μαζί και τον δρόμο από την Αυστριακή πλευρά που έχει διόδια, τα αδέρφια Sheiber που διανύουν την 5η δεκαετία ζωής, βρέθηκαν στην θέση να πρέπει να ανακαινίσουν τον σταθμό διοδίων που με ορισμένες αλλαγές ήταν πρακτικά ο ίδιος από τότε, τέλη της δεκαετίας του ’50! Είχαν ήδη μία μεγάλη συλλογή ιστορικών μοτοσυκλετών που συγκέντρωναν όλα αυτά τα χρόνια κι αναλάμβαναν έναν δρόμο που από την ημέρα που φτιάχτηκε θεωρείται ναός της μοτοσυκλέτας. Κάπως φυσικά λοιπόν, τα διόδια που περνούσες εγκαταλείποντας την Αυστρία έγιναν ένα κτήριο με το τελεφερίκ για τις πίστες του σκι, το απαραίτητο εστιατόριο που κάθε «πάσο» πρέπει να έχει καθώς κι ένα μεγάλο μουσείο για την συλλογή των νέων ιδιοκτητών με σχεδόν 3.000 τετραγωνικά. Ανοίγοντας τις πόρτες του μοντέρνου και όμορφου κτηρίου το 2016, ξεκινώντας με 230 μοτοσυκλέτες και αρκετά παλιά φορτηγά και αυτοκίνητα, ξεπερνώντας τα τριακόσια οχήματα όταν γινόντουσαν εκθέσεις.

Στις 04:40 τα ξημερώματα της 18ης Ιανουαρίου 2021 όλα αυτά θα καταστρεφόντουσαν.

 

Ο συναγερμός της πυρασφάλειας του κτηρίου που συνδέεται με το τοπικό τμήμα πυροσβεστικής στην κοιλάδα Ötztal μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω, θα έδινε σήμα για πυρκαγιά μέσα στον εκθεσιακό χώρο. Πέντε λεπτά αργότερα θα ειδοποιούσε και ο επιστάτης, ένας από τους δύο μονάχα ανθρώπους που υπήρχαν στον χώρο εκείνη την στιγμή και που προσπάθησε να περιορίσει την πυρκαγιά. Πέντε λεπτά πριν τις 05:00 τα πρώτα οχήματα είχα ήδη ανέβει τον παγωμένο αλλά πάντα ανοικτό δρόμο, με την φωτιά όμως να έχει προλάβει να επεκταθεί στην ξύλινη οροφή και να καταρρέει πάνω στα 280 οχήματα. Συνολικά 110 πυροσβέστες με 20 οχήματα και μαζί άνδρες του σώματος Ερυθρού Σταυρού επιχείρησαν μέχρι το μεσημέρι καταφέρνοντας να σταματήσουν την πυρκαγιά στο σημείο χωρίς να καταστραφεί τελείως το τελεφερίκ, ο σταθμός διοδιών και το εστιατόριο. Το κτήριο ωστόσο έχει εκτεταμένες ζημιές ενώ η μεγαλύτερη απώλεια είναι τα 280 συνολικά οχήματα που ορισμένα από αυτά είχαν δανειστεί στο μουσείο προς έκθεση.

Η καταστροφή έρχεται να προστεθεί στα προβλήματα της επιχείρησης από την πανδημία και το γεγονός πως μία κατολίσθηση το καλοκαίρι είχε καθυστερήσει την έναρξη ανάμεσα στους περιορισμούς κυκλοφορίας. Σε video στα τοπικά μέσα ο Attila, ο ένας από τα δύο δίδυμα αδέρφια Scheiber, δήλωσε πως είναι μία πολύ δύσκολη περίοδος για εκείνους αλλά θα ορθοποδήσουν στήνοντας ξανά και το κτήριο και το μουσείο…

Τα αδέρφια Scheiber στα εγκαίνια του μουσείου, καίγοντας λάστιχα...

Το μουσείο Top Mountain είχε μοτοσυκλέτες από σχεδόν 70 κατασκευαστές αλλά έμφαση στις Indian με μία μεγάλη συλλογή επίσης από Βρετανικά μοντέλα. Είχε ολοκληρωθεί από προκατασκευασμένα τμήματα που έφταναν έως και τα 23 μέτρα μήκος μεταφερόμενα στο Αλπικό υψόμετρο με μία μεγάλη επιχείρηση κι απαιτώντας 27.000 βίδες για να κουμπώσουν μεταξύ τους πριν γίνουν σημείο αναφοράς για τους μοτοσυκλετιστές κάθε καλοκαίρι.

 

 

Πριν από λίγα χρόνια είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τον διευθυντή του Εθνικού Μουσείου Μοτοσυκλέτας στην Αγγλία έξω από το Birmingham που διαθέτει μία σειρά από χιλιάδες μοτοσυκλέτες, κάποιες από αυτές μοναδικές καθώς είναι ιστορικές αγωνιστικές με όλες τις πατέντες που είχε κάνει ο αναβάτης για να καταφέρει να τρέξει στα πρώτα GP της ιστορίας, στρατιωτικές που έπεφταν με αλεξίπτωτο, κι ένα σωρό μοντέλα που δύσκολα μπορείς να βρεις αλλού συγκεντρωμένα. Ένα πραγματικά φοβερό μέρος που κυριολεκτικά περπατάς ανάμεσα στην ιστορία της μοτοσυκλέτας.

Το μουσείο αυτό είχε επίσης καταστραφεί ολοσχερώς και σε μία κολόνα του θα δει κανείς τις φωτογραφίες των ανθρώπων που χάθηκαν σε εκείνη την πυρκαγιά. Οι άνθρωποι είναι οι μόνοι που δεν μπορείς να επαναφέρεις, είναι η πραγματικά τραγική απώλεια. Το μουσείο έξω από το Birmingham κατάφερε να επαναφέρει σε κατάσταση έκθεσης σχεδόν το σύνολο της συλλογής του, που είναι θαυμαστό αν μη τι άλλο και δείχνει και την κατασκευαστική ικανότητα που έχει σήμερα ο άνθρωπος στην διάθεσή του, οι θανόντες στην τραγωδία έγιναν φυσικά κορνίζα και μόνο. Το ψηλότερο μουσείο μοτοσυκλέτας στην Ευρώπη, αλλά και στον κόσμο ολόκληρο δεν υπάρχει πλέον. Ωστόσο θα ξανά χτιστεί. Και πολλές από τις καμένες μοτοσυκλέτες που έχουν επιπρόσθετα καταστραφεί από την κατάρρευση της οροφής και τους τόνους νερού που έριξε η πυροσβεστική θα καταφέρουν να επιστρέψουν σε μία πολύ καλή κατάσταση. Το πραγματικό ευτύχημα είναι πως δεν υπήρξε κανένα θύμα.

Ας μην ξεχνάμε πως τα μουσεία μοτοσυκλέτας, κι όλα τα μουσεία, έχουν μεγαλύτερη αξία όταν τα επισκέπτεται κανείς. Το Ελληνικό Μουσείο Μοτοσυκλέτας έχει τα διπλάσια χρόνια από αυτό που κάηκε, υποδέχτηκε τους πρώτους επισκέπτες το 2014 και μπορεί να μην βλέπεις Άλπεις, αλλά βλέπεις Ακρόπολη από τους τελευταίους του ορόφους. Μην παραλείπετε μία επίσκεψη καθώς θα βρείτε ορισμένα εκθέματα που άλλα μουσεία θα πάλευαν να έχουν:

 

Ελληνικό Μουσείο Μοτοσυκλέτας

Καρέα 13

11636 Αθήνα

 

Ο εφευρέτης του Start&Stop σχολιάζει: "Ο Τραμπ σκότωσε την τεχνολογία που κάνει τα αυτοκίνητα πιο οικολογικά"

Ο 88χρονος Mauro Palitto, δημιουργός του πρώτου Start&Stop, μιλά για την απόφαση των ΗΠΑ να καταργήσουν περιβαλλοντικά κίνητρα
Start&Stop
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

4/3/2026

Από το κέντρο έρευνας της FIAT μέχρι τη Regata ES του 1983, η ιδέα που γεννήθηκε από ένα απλό χρονόμετρο έγινε παγκόσμιο στάνταρ. Σήμερα όμως, η πολιτική απόφαση των ΗΠΑ φέρνει το Start&Stop ξανά στο προσκήνιο.

Ο Mauro Palitto, σήμερα 88 ετών, γεννημένος στη Ρώμη αλλά ταυτισμένος με το Τορίνο λόγω της μακράς του πορείας στο θρυλικό εργοστάσιο Lingotto της FIAT, είναι ο άνθρωπος πίσω από το πρώτο σύστημα αυτόματης διακοπής και επανεκκίνησης κινητήρα σε αυτοκίνητο παραγωγής. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ως υπεύθυνος μοντέλου για τα Ritmo και Regata της FIAT, παρουσίασε το πρώτο αυτόματο Start&Stop στο FIAT Regata ES, ένα σύστημα ικανό να σβήνει τον κινητήρα κατά τη στάση και να τον επανεκκινεί μέσα σε λίγα δέκατα του δευτερολέπτου.

Σήμερα, η απόφαση της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA) των ΗΠΑ, κατόπιν πρωτοβουλίας της κυβέρνησης του Donald Trump, να καταργήσει τα ομοσπονδιακά περιβαλλοντικά κίνητρα που συνδέονται με το Start&Stop, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις με μέρος των κατασκευαστών να χαιρετίζουν την πρωτοβουλία.

Για τον Palitto, όμως, το τίμημα είναι ξεκάθαρο, αύξηση εκπομπών και οπισθοδρόμηση. “Η διοίκηση Τραμπ έχει λάβει αποφάσεις που θα χαρακτήριζα σχεδόν εγκληματικές. Αυτή η πρωτοβουλία κινείται στην ίδια κατεύθυνση”, σχολιάζει. “Το Start&Stop δεν είναι ιδεολογική επιβολή. Είναι μια απλή και αποτελεσματική τεχνική λύση που μειώνει κατανάλωση και εκπομπές χωρίς να επιβαρύνει τον χρήστη ή τη βιομηχανία.”

Η αρχή του Start&Stop

Για να κατανοήσει κανείς την απαρχή της ιδέας, πρέπει να επιστρέψει στο 1982, στο Centro Ricerche FIAT. Εκεί, ο Palitto είδε ένα παλιό FIAT 128 με αυτοσχέδια συσκευή που κατέγραφε τους χρόνους ρελαντί.

“Οδήγησα από το Orbassano στο Mirafiori, περίπου 15 χιλιόμετρα. Μου πήρε 35 λεπτά και ανακάλυψα ότι το αυτοκίνητο είχε μείνει ακίνητο πάνω από 10 λεπτά με τον κινητήρα να δουλεύει.”

Αυτό το απλό δεδομένο έγινε η σπίθα, γιατί να μη σβήνει αυτόματα ο κινητήρας όταν το αυτοκίνητο είναι σταματημένο με το κιβώτιο στην νεκρό και να επανεκκινεί όταν ο οδηγός θελήσει να ξεκινήσει;

Οι δοκιμές έγιναν αρχικά σε Ritmo που προορίζονταν για απόσυρση. Τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα του αναμενομένου και απέδειξαν ότι η συχνή επανεκκίνηση δεν προκαλούσε σημαντική φθορά. Το 1983, η Regata ES έγινε το πρώτο αυτοκίνητο παραγωγής στον κόσμο με αυτόματο Start&Stop στον βασικό εξοπλισμό, σχεδόν δύο δεκαετίες πριν η τεχνολογία διαδοθεί ευρέως στα τέλη των ‘90s και στις αρχές των 2000s, με τα δίκυκλα να ακολουθούν και την τεχνολογία να βρίσκει εφαρμογή κυρίως σε scooter αστικής χρήσης.

Start&Stop

Το τεστ με τους ταξιτζήδες

Σήμερα, ο Palitto δεν οδηγεί πλέον. Μετακινείται με ταξί και κάθε διαδρομή είναι μια μικρή έρευνα αγοράς. “Χρησιμοποιείτε το Start&Stop;” ρωτά τους οδηγούς.

Πολλοί το απενεργοποιούν. “Λένε ότι είναι ενοχλητικό ή ότι χαλάει τη μπαταρία και τον κινητήρα. Είναι μύθοι”, απαντά. Το κλειδί είναι ο ηλεκτρονικός έλεγχος στροφών. Το σύστημα αποδεσμεύει την μίζα μόλις ο κινητήρας φτάσει γωνιακή ταχύτητα που υποδηλώνει πραγματική εκκίνηση. Αυτό συμβαίνει σε μόλις λίγα δέκατα του δευτερολέπτου και περιορίζει τη φθορά σε σχέση με μια παρατεταμένη χειροκίνητη εκκίνηση."

Ιδιαίτερα για ταξί που κινούνται κατά 90% σε αστικό περιβάλλον, το όφελος είναι σαφές, εκεί όπου το ρελαντί κυριαρχεί, το Start&Stop έχει τη μεγαλύτερη επίδραση.

Το μέλλον είναι ηλεκτρικό

Παρά την απογοήτευσή του, ο Palitto βλέπει την εξέλιξη της τεχνολογίας με ρεαλισμό. “Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα υποχωρούσε λόγω πολιτικής επιλογής. Πίστευα ότι θα ξεπεραστεί φυσιολογικά, στο πλαίσιο της ηλεκτροκίνησης.”

Στην Ευρώπη, όπως επισημαίνει, οι κανονισμοί είναι αυστηροί, αλλά η υποδομή δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί επαρκώς. Στις ΗΠΑ, θεωρεί ότι πρόκειται για συνειδητή πολιτική επιλογή.

“Είτε αρέσει είτε όχι, το μέλλον είναι ηλεκτρικό. Στα robotaxi του αύριο δεν θα υπάρχει Start&Stop, γιατί δεν θα υπάρχει κινητήρας εσωτερικής καύσης. Εκεί θα είναι η πραγματική τομή.”

Και ίσως τελικά, η εφεύρεση που γεννήθηκε από δέκα λεπτά ρελαντί σε μια διαδρομή 15 χιλιομέτρων να περάσει στην ιστορία ως ένα από τα τελευταία μεγάλα βήματα εξοικονόμησης στην εποχή της βενζίνης, πριν η ίδια η βενζίνη γίνει παρελθόν, πράγμα που μοιάζει να βρίσκεται ακόμα αρκετά μακριά, όπως επιβεβαιώνουν και οι τελευταίες εξελίξεις