Το Top10 των πιο περίεργων μοτοσυκλετών

Σχεδιασμένες "έξω από το κουτί"
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

13/6/2019

Λίγο ως πολύ, είμαστε όλοι εξοικειωμένοι με τον σχεδιασμό μιας μοτοσυκλέτας. Όσο περίεργο κι αν είναι το design, υπάρχουν κάποια σταθερά σημεία που μας είναι οικεία, είτε αυτό είναι η σέλα, είτε το τιμόνι, είτε οτιδήποτε άλλο που έχουμε συνηθίσει πάνω σε μια μοτοσυκλέτα. Μέσα' σ' αυτό το υπέροχο σύμπαν όμως, υπάρχουν και ορισμένες αντισυμβατικές νόρμες, κάποια περίεργα σχέδια που διαθέτουν το στοιχείο του απρόσμενου και που οι περισσότεροι από εμάς δεν γνωρίζαμε καν ότι υπάρχουν. Από την άλλη, υπάρχουν μοτοσυκλέτες που ενώ διαθέτουν την συμβατική εμφάνιση, έχουν στοιχεία που δεν συμβάδιζαν με την εποχή τους. Σας παραθέτουμε λοιπόν 10 από αυτές τις εντυπωσιακές (με τον δικό τους, ξεχωριστό τρόπο) μοτοσυκλέτες που έχουν κατασκευαστεί από την απαρχή της Μοτοσυκλέτας (και που δεν αποτελούν one 0ff περιπτώσεις ή concept bikes, αλλά έχουν πουλήσει κάποια κομμάτια), οι οποίες ξεχωρίζουν μέχρι και σήμερα, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δεν υπάρχουν ακόμη περισσότερες περιπτώσεις που έχουν την ικανότητα να αφήνουν σαγόνια να χάσκουν ανοιχτά…

 

Peraves Monotracer


Μπορεί να μην δείχνει και πολύ ως μοτοσυκλέτα, αλλά είναι μια ενδιαφέρουσα οπτική για το πώς μπορεί να είναι το μέλλον! Στην Αμερική και σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης έχει βγάλει έγκριση τύπου και είναι νόμιμο για κυκλοφορία στο δρόμο, με τον αναβάτη να είναι καλυμμένος μέσα σε μια πλαστική καμπίνα η οποία είναι κατασκευασμένη από Kevlar και ανθρακονήματα. Το κόστος ανέρχεται λίγο πάνω από τα 56.000 ευρώ και ο αεροδυναμικός συντελεστής οπισθέλκουσας που έχει, φτάνει στο εκπληκτικό 0.18! Ο κινητήρας προέρχεται από ένα BMW K1200S, ενώ διαθέτει και πέδιλα ισορροπίας, όταν το όχημα είναι σταματημένο, τα οποία σηκώνονται αυτόματα.

 

Boss Hoss Gangsta Trike


Μπορεί το συγκεκριμένο Trike να μοιάζει σαν ένα συνηθισμένο… Trike, αλλά η αλήθεια είναι πως έχει πάνω του πολλά ιδιαίτερα στοιχεία που το κάνουν να ξεχωρίζει. Πέρα από τον V8 κινητήρα των 6.200 κυβικών, με τα 445 άλογα στις 4.750 στροφές, το πίσω μέρος του Gangsta μπορεί να φτιαχτεί όπως το θέλει ο ιδιοκτήτης του, με όσο ευφάνταστο τρόπο κι αν επιθυμεί. Το Chevy Trike και το Sierra Trike είναι δύο από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, του δημιουργήματος των 680 (!) κιλών της αμερικάνικης Boss Hoss, που παράγει –πάρτε ανάσα- 56 κιλά ροπής! Δύσκολα μπορεί να βρει κανείς κάτι αντίστοιχο που να αποτελεί μια τόσο ισχυρή "δήλωση" status για τον ιδιοκτήτη του.

 

ΒΟΧΧ


Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια παράξενη… μοτοσυκλέτα, η οποία έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να είναι εύκολη η μεταφορά της. Το όνομά του προέρχεται από το σχήμα του που θυμίζει κουτί (box στα αγγλικά), ενώ ο κινητήρας του είναι ηλεκτρικός. Το πιο περίεργο απ' όλα, είναι ότι το συγκεκριμένο όχημα έχει καταφέρει να εξασφαλίσει έγκριση τύπου για κυκλοφορία στο δρόμο, ενώ είναι πραγματικά εντυπωσιακό το μέγεθος του αποθηκευτικού χώρου που προσφέρει. Εντυπωσιακές όμως είναι και οι διαστάσεις του, καθώς ζυγίζει μόλις 54 κιλά και το συνολικό του μήκος είναι κάτι λιγότερο από ένα μέτρο (91cm)!

 

Ryno Micro-Cycle
Εδώ δεν μιλάμε ακριβώς για μοτοσυκλέτα, αλλά για… μονόκυκλο. Η αρχή λειτουργίας του με τα γυροσκόπια είναι πολύ κοντά σε αυτή των Segway, με την επιτάχυνση και το φρενάρισμα να καθορίζεται από την μετατόπιση του βάρους του αναβάτη, εμπρός-πίσω. Το Micro-Cycle μοιάζει να έχει βγει από μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, ενώ είναι σχεδιασμένο με στόχο να απλοποιήσει και να κάνει διασκεδαστική την προσωπική μετακίνηση και μεταφορά.

Ο κινητήρας του είναι ηλεκτρικός και πετυχαίνει ταχύτητες μέχρι 15Km/h, ενώ η αυτονομία του μετά από κάθε φόρτιση είναι στα 20 χιλιόμετρα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η ιστορία πίσω από τη δημιουργία του, καθώς αποτελεί το εφηβικό όνειρο του δημιουργού του, του Chris Hoffman, ενός αυτοδίδακτου μηχανικού, που μετέτρεψε τα σκίτσα που έφτιαχνε στην ηλικία των 13 ετών σε πραγματικότητα, χρησιμοποιώντας υλικά υψηλής τεχνολογίας με μικρό κόστος.

 

Ascot Pullin 500


Το Ascot Pullin 500 κατασκευάστηκε το 1928 από τους Cyril Pullin και Douglas Groom. Το ιδιαίτερο αυτής της μοτοσυκλέτας είναι ότι πρόκειται για την πρώτη μοτοσυκλέτα παγκοσμίως που διέθετε υδραυλικά φρένα και οριζόντια τοποθετημένο τον μονοκύλινδρο κινητήρα με τις επικεφαλής βαλβίδες –παρακαλώ! Ήταν ακόμη και μια από τις πρώτες περιπτώσεις που χρησιμοποιήθηκαν πρεσαριστά ατσάλινα κομμάτια για την κατασκευή της, μια μέθοδο που εξέλιξε πολύ αργότερα (την δεκαετία του '50) η Ariel και την δεκαετία του '60 οι Ιάπωνες κατασκευαστές. Η απόδοση του κινητήρα ήταν 17 ίπποι και η μέγιστη τελική τα 110km/h, αλλά όπως μαρτυρά η Ιστορία, δεν ήταν ικανά να συγκινήσουν το κοινό, καθώς μόλις 500 μοτοσυκλέτες κατάφεραν να πουληθούν.

 

Imme R100


Η Imme R100 είναι το πνευματικό τέκνο του Norbert Riedel, ενός Γερμανού μηχανολόγου που έφτιαχνε αεροπορικούς κινητήρες για τα μαχητικά αεροσκάφη της Lutwaffe, κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η κατασκευή της διήρκεσε από το 1948 ως το 1951 και η ιδιαιτερότητά της έγκειται στην απλότητα της κατασκευής της και στις καινοτομίες που διέθετε για την εποχή. Είναι χαρακτηριστικό, ότι αρχικά σχεδιάστηκε ως ένα φτηνό μέσο μεταφοράς, αλλά κατέληξε σε μια από τις ομορφότερες μοτοσυκλέτες του παρελθόντος κερδίζοντας μια θέση στην έκθεση "The Art of Motorcycle" στο μουσείο Guggenheim το 1998, ενώ είναι μόνιμο έκθεμα στο μουσείο Barber. Το χαμηλό κόστος βοήθησε στο να πουληθούν αρκετές μονάδες, αλλά τα πολλά προβλήματα αξιοπιστίας που αντιμετώπιζε, οδήγησαν τελικά την εταιρεία στην χρεοκοπία. Το Imme διέθετε μονόμπρατσο πιρούνι και μονόμπρατσο ψαλίδι (το οποίο έπαιζε και τον ρόλο της εξάτμισης), το κάρτερ και ο κύλινδρος ήταν σε ενιαίο μπλοκ, ενώ ο στρόφαλος εδραζόταν μόνο από την μία πλευρά. Το κιβώτιο είχε τρεις σχέσεις, χωρίς νεκρά, καθώς ένας μηχανισμός κρατούσε τον συμπλέκτη όταν η μοτοσυκλέτα ήταν σταματημένη με πρώτη ταχύτητα.

 

Ner-a-Car

Η συγκεκριμένη περίπτωση αφορά τον σχεδιασμό μιας μοτοσυκλέτας που τοποθετεί τα πόδια του αναβάτη εκτεταμένα μπροστά και δημιουργήθηκε από τον Carl Neracher το 1918! Το πλαίσιο είναι ένα παράξενο σχέδιο που ουσιαστικά σχηματίζει ένα ατσάλινο τούνελ, ενώ διαθέτει και hub steering, την οδήγηση δηλαδή του μπροστινού τροχού μέσω ενός συστήματος με μοχλούς που δρα στο κέντρο του. Μάλιστα, η μεγάλη εμπορική επιτυχία (πούλησε σχεδόν 16.500 μονάδες) την καθιστά την πιο καλοπουλημένη μοτοσυκλέτα με hub steering όλων των εποχών, καθώς οι κατά πολύ μεταγενέστερες Yamaha GTS 1000 και Bimota Tesi πούλησαν δραματικά λιγότερα κομμάτια. Το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν εξαιρετική σταθερότητα που παρείχε, ενώ η μετάδοση ήταν αυτόματη με φυγοκεντρικό συμπλέκτη και πέντε σχέσεις.

 

Ατμοκίνητο Haleson


To 1903, o William Hale αποφάσισε να κατασκευάσει μια ατμοκίνητη μοτοσυκλέτα, το οποίο και κατάφερε με την βοήθεια ενός μηχανολόγου. Στην καρδιά της μοτοσυκλέτας βρισκόταν ένας… βραστήρας ο οποίος περιείχε παραφίνη που έβραζε και ο ατμός ήταν η κινητήριος δύναμη του πλαγιοβάλβιδου μονοκύλινδρου κινητήρα των 200cc. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα ήταν μια ειδική ατμοκίνητη έκδοση της συμβατικής Haleson, η οποία ήταν στην παραγωγή από το 1903. Σαφώς και στο παρελθόν υπήρξαν πολλές αντίστοιχες προσπάθειες, αλλά η Haleson είναι η μοναδική γνωστή ατμοκίνητη μοτοσυκλέτα στον κόσμο που δούλευε κανονικά και παραγόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

 

Rocon Trail Breaker

Από το όνομα και μόνο, καταλαβαίνει κανείς ότι δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι συνηθισμένο. Το αμερικάνικης κατασκευής Rokon είναι φτιαγμένο γι' αυτό ακριβώς που προδιαθέτει το όνομά του: να ισοπεδώνει τα μονοπάτια. Είναι ένα πραγματικό εργαλείο και μοιάζει σαν το νόθο παιδί του ζευγαρώματος ενός τζιπ με μοτοσυκλέτα. Η κατασκευή του ξεκίνησε την δεκαετία του '60 και χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τον αμερικάνικο στρατό, αλλά και από ομάδες, όπως οι κυνηγοί, ψαράδες, αγρότες κ.α. που ήθελαν να έχουν πρόσβαση εκεί που κανένα άλλο όχημα δεν μπορούσε να τους πάει.

Το μπροστινό σύστημα της ανάρτησης είναι πατενταρισμένο από την Rocon και αποτελείται από δύο αμορτισέρ που εδράζονται σε μια βάση σχήματος "U" περιμετρικά του τροχού. Τα θηριώδη ελαστικά του προσφέρουν ευκολία κίνησης σε αμμώδη και λασπερά τερέν, ενώ η κίνηση που μεταδίδεται και στους δύο τροχούς του δίνει την δυνατότητα έλξης βάρους μέχρι και 900 κιλά! Μπορεί να σκαρφαλώσει σε κλίσεις έως και 60 μοίρες και η απόσταση από το έδαφος είναι 350mm. Το βάρος του ανέρχεται στα 99 κιλά, ενώ μπορεί να αποθηκεύσει μέχρι και 10 λίτρα εξτρά νερού ή καυσίμου.

 

Megola


Η Megola είναι μια γερμανικής κατασκευής μοτοσυκλέτα, που ήταν στην παραγωγή από το 1921 ως το 1925. Το όνομά της είναι ουσιαστικά ο συνδυασμός των αρχικών των δημιουργών της, Meihner, Cockerell και Landgraf. Το ιδιαίτερο της κατασκευής δεν είναι μόνο το σχήμα της, αλλά ο αστεροειδής, πεντακύλινδρος, πλαγιοβάλβιδος κινητήρας που ήταν τοποθετημένος μέσα στον μπροστινό τροχό, με συνολική χωρητικότητα 640cc. Οι πέντε κύλινδροι περιστρέφονταν με εξαπλάσια ταχύτητα από την περιστροφή του τροχού, το οποίο σημαίνει ότι όταν ο κινητήρας περιστρέφονταν με 3.600 στροφές ο τροχός περιστρέφονταν με 600, που με δεδομένη την περίμετρό του έδινε μια ταχύτητα της τάξης των 100km/h. Μια βαλβίδα που βρισκόταν μέσα στον στρόφαλο ρύθμισε το γκάζι και η απόδοσή του ήταν 14 ίπποι, οι οποίο μεταφέρονταν άμεσα στον τροχό. Γι' αυτό το λόγο δεν διέθετε συμπλέκτη και μετάδοση και κατά συνέπεια το βάρος του ήταν εξαιρετικά μικρό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και ο τρόπος που έπαιρνε μπροστά, καθώς είτε έπρεπε κάποιος να περιστρέψει με φόρα τον μπροστινό τροχό, ενώ η μοτοσυκλέτα ήταν στο διπλό σταντ, είτε με σπρώξιμο. Οι κύλινδροι μπορούσαν να αφαιρεθούν χωρίς να βγουν όλες οι ακτίνες του τροχού, ενώ σε ότι αφορά το πλαίσιο έπαιζε και τον ρόλο του ρεζερβουάρ που τροφοδοτούσε μέσω τις βαρύτητας ένα μικρότερο δοχείο το οποίο ήταν τοποθετημένο πάνω στον άξονα. Εκείνη την περίοδο είχαν κατασκευαστεί περίπου 2.000 μοτοσυκλέτες, εκ των οποίων σήμερα μόνο οι 10 βρίσκονται σε λειτουργική κατάσταση.

 

Γιάννης Περιστεράς: Συνέντευξη με τον Έλληνα αναβάτη που συμμετέχει στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Sportbike

Το ξεκίνημα, οι άνθρωποι που τον ενέπνευσαν, οι διεθνείς αγώνες και το παγκόσμιο πρωτάθλημα
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

7/7/2026

Ο Γιάννης Περιστεράς είναι 21 ετών και συμμετέχει φέτος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Στην αποκλειστική συνέντευξη που μας έδωσε μας μίλησε όχι μόνο για τους αγώνες και τις σκληρές προπονήσεις, αλλά και για τα παιδικά του χρόνια, τους ανθρώπους που τον βοήθησαν και μία αστεία ιστορία που διηγήθηκε για πρώτη φορά δημόσια.

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Πολυπρωταθλητή Ελλάδος Σάκη Συνιώρη για τη βοήθεια που μας παρείχε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και το κτήμα Casa e Campo για τη φιλοξενία. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη.

M: Λοιπόν, να ξεκινήσουμε λίγο απ' την αρχή και να μας πεις πώς ήσουν στο σχολείο. Ήσουν καλός μαθητής, άτακτο παιδί;

ΓΠ: Ήμουν άτακτος, πολύ. Αλλά δεν σημαίνει ταυτόχρονα αυτό ότι ήμουν κακός μαθητής, δηλαδή ήμουν. Βασικά στο δημοτικό ήμουν άριστος μαθητής, που δεν ακούγεται ότι είναι δύσκολο, αλλά ήμουν όντως άριστος μαθητής στο δημοτικό. Αλλά για ένα παιδί το οποίο ταξιδεύει από εκείνη την ηλικία και χάνει τη μισή σχολική χρονιά στο εξωτερικό και τα λοιπά, να είναι και άριστος ταυτόχρονα, θεωρώ ότι είναι καλό. Από το γυμνάσιο και μετά, λόγω του ότι έχανα πολλές μέρες και τα μαθήματα, ήταν δύσκολα γενικότερα, αλλά ήμουν πολύ άτακτος. Πολύ, πάρα πολύ. Από τους χειρότερους, δυστυχώς.

M: Πες μας σε ποια ηλικία και για ποιον λόγο ξεκίνησες στο μηχανοκίνητο αθλητισμό.

ΓΠ: Δεν το ξεκίνησα για κάποιον λόγο, απλά ουσιαστικά γεννήθηκα μέσα στις πίστες. Νομίζω από 45-50 ημερών ήμουν ήδη στην πίστα μαζί με τον πατέρα μου, οπότε θεωρώ πως ήταν αναμενόμενο να γίνω οδηγός, ανεξαρτήτως επίπεδου. Ξεκίνησα λοιπόν να οδηγώ από τεσσάρων έως και τώρα.

M: Ωραία, η απάντηση σου μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση. Προφανώς έχεις δει τους αγώνες από μέσα, ο πατέρας σου αγωνιζόμενος, έχει μάλιστα πάρει και Πανελλήνιο Πρωτάθλημα. Θέλω να μου πεις ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχεις από τους αγώνες.

ΓΠ: Είναι μία εικόνα, δεν είναι σαν ανάμνηση. Είμαι μωρό και κάθομαι στην κούνια και από την κούνια κοιτάω μια πολύ μικρή τηλεόραση ψηλά σε ένα φορτηγό που ήμασταν μέσα και ήταν γύρω μου ο πατέρας μου κι άλλοι αγωνιζόμενοι και βλέπαμε MotoGP.

peristeras

M: Πες μας λίγο για τα πρώτα σου χρόνια στον μηχανοκίνητο αθλητισμό, που δεν είναι τόσο γνωστά.

ΓΠ:  Περιληπτικά, ουσιαστικά ξεκίνησα τεσσάρων χρονών με PW50. Έκανα λίγο σε πάρκα, σε παλιά γήπεδα ποδοσφαίρου και τα λοιπά. Ο πρώτος μου “αγώνας” ήταν στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας το 2009 ή 2010 που είχε γίνει το Supercross. Ήμασταν πολλά παιδάκια που τρέξαμε κάτι σαν αγώνα εκεί. Από εκεί και πέρα μετά άλλαξα το στυλ μου σε street και θυμάμαι πως πήγαινα για προπόνηση με τον πατέρα μου σχεδόν κάθε μέρα. Όταν ήμουν τεσσάρων ετών, “έκλεβα” το μηχανάκι μου και το έπαιρνα στο μπαλκόνι του σπιτιού και έκανα βόλτες εκεί. Σιγά-σιγά βελτιωνόμουν. Με βάλανε και σε μικρή στιγμή μοτοσυκλέτα τότε. Έτρεξα και τον πρώτο μου αγώνα στα Mini GP και στο τέλος της χρονιάς κατάφερα να πάρω μία τρίτη θέση. Από την επόμενη χρονιά και μετά πήρα όλα τα πρωταθλήματα στο Mini GP που έτρεξα. Πήγα και στο εξωτερικό στα Pre Mini GP. Στον τελευταίο αγώνα της χρονιάς εκείνης (2016) βγήκα και δεύτερος. Την επόμενη χρονιά μαζί με τον Σάκη Συνιώρη τρέξαμε στα Ohvale 160. Δεν πήραμε πρωτάθλημα, αλλά κερδίσαμε έναν αγώνα με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, κάναμε πολλά ρεκόρ πίστας, εκτός του πρώτου αγώνα. Βγήκαμε και δεύτεροι ή τρίτοι στο Πανευρωπαϊκό Ohvale 160. Έπειτα είχα μία κενή σεζόν και μετά μεταπήδησα στα 300αρια. Ήμουν μόλις 13 ετών και κέρδιζα αγώνες, έκανα ρεκόρ, μέχρι που σε μία πτώση έσπασα τον μηρό μου και έκατσα εκτός για δύο-τρεις μήνες. Μετά όταν συνήλθα και άρχισα να πηγαίνω και πάλι γρήγορα, ξαναχτύπησα και μετά ήρθε η καραντίνα. Μετά την καραντίνα συμμετείχα στο Ιταλικό Πρωτάθλημα για έναν χρόνο και την δεύτερη χρονιά μεταπήδησα στο Πανευρωπαϊκό Yamaha R3 bLU cRU. Και από εκεί και πέρα νομίζω οι περισσότεροι γνωρίζουν την πορεία μου.

M: Πάμε λίγο στην περσινή χρονιά. Έκανες μια εξαιρετική χρονιά. Θέλω να μας περιληπτικά τι σου έμεινε από την χρονιά και κατά πόσο έπαιξε ρόλο στη φετινή σου συμμετοχή στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα;

ΓΠ: Πέρσι φάνηκε μία χρονιά πολύ καλή. Αλλά από “μέσα” ήταν πολύ δύσκολη. Διότι έτρεχα με μειονέκτημα στο μοτέρ όλη τη χρονιά στο Ιταλικό Πρωτάθλημα. Το οποίο ήταν κάτι που δεν ήταν στο χέρι μας. Δυστυχώς. Πιστεύουμε πως οι μοτοσυκλέτες/ομάδες που ήταν μπροστά, έκαναν κάποιου είδους παρανομία στο μοτέρ, αφού στην ευθεία είχα 10 με 12 λιγότερα χιλιόμετρα από τους δέκα πρώτους και είχα πάντα από τις μικρότερες τελικές. Σίγουρα όσο αυτό συνέβαινε, δεν μου άρεσε καθόλου. Με νευρίαζε, με ξενέρωνε, δεν ήθελα να τρέχω έτσι. Ήθελα να τρέχω ισάξια, γιατί ήξερα ότι μπορούσα να κερδίσω χωρίς να ρισκάρω πολύ. Ενώ έτσι ήμουν συνέχεια στο όριο, σε όλους τους αγώνες, γιατί έπρεπε να καλύψω τον χρόνο που έχανα στην ευθεία, στις στροφές και τα προσπεράσματα έπρεπε να γίνουν από μακριά. Ήμουν δηλαδή συνέχεια 5 με 10 μέτρα πίσω και “έκανα μία βουτιά” μέσα στη στροφή. Και αυτό πάντα έχει μεγάλη επικινδυνότητα, δηλαδή όταν φρενάρεις δέκα μέτρα παρακάτω από όσο φρενάρεις κανονικά για να κάνεις ένα προσπέρασμα.

Είχα στεναχωρηθεί πολύ με τα αποτελέσματα και παραλίγο να μην πάρω και την πρόκριση για τον τελικό της Γαλλίας, διότι δεν ανέβαινα βάθρα. Ήμουν απλά σταθερός στην πέμπτη θέση συνήθως. Εν τέλει, πήραμε ένα βάθρο στην Imola και πήρα και την πρόκριση της Γαλλίας. Στη Γαλλία ήξερα λίγο την πίστα από την προηγούμενη χρονιά, οπότε μπήκα μέσα και ήμουν και αρκετά επιθετικός. Από την αρχή έσπασα το περσινό μου ρεκόρ πίστας και κέρδισα τον πρώτο αγώνα του Σαββατοκύριακου. Στον δεύτερο αγώνα ήταν λίγο πιο δύσκολα τα πράγματα είχαμε κάποιες ατυχίες, αλλά δεν πειράζει.

peristeras

M: Πάμε λίγο στη φετινή χρονιά, Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Πες μας λίγο πώς εξελίσσεται η σεζόν μέχρι τώρα και οι στόχοι σου για το υπόλοιπο της σεζόν;

ΓΠ: Δεν τα έχουμε πάει πολύ καλά η αλήθεια είναι. Αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τη συνεννόηση με την ομάδα. Ήμασταν άγνωστοι και δεν είχαμε κάνει τα κατάλληλα τεστ πριν τη σεζόν που χρειάζονται. Όλες οι άλλες ομάδες είχαν κάνει αρκετά τεστ πριν να ξεκινήσει η σεζόν. Οπότε το πρώτο μισό της σεζόν ήταν δύσκολο. Έχουμε κάποια κανονισμένα τεστ και ίσως το δεύτερο κομμάτι της σεζόν να είναι καλύτερο.

M:  Έγινε τη φετινή χρονιά για σένα και μια μεγάλη αλλαγή μετά από 7 χρόνια με τη Yamaha και τελευταία με R7, τρέχεις πλέον με Aprilia RS660 Factory. Θα ήθελα να μου πεις τις διαφορές μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών.

ΓΠ: Η μεγάλη διαφορά που θα μπορούσε να καταλάβει ο καθένας είναι το πλαίσιο της Aprilia. Δεν λέμε πως η μία είναι καλύτερη και η άλλη χειρότερη, είναι δύο διαφορετικές μοτοσυκλέτες στην ίδια κατηγορία. Το Aprilia θεωρώ πως μου ταιριάζει φέτος. Νιώθω καλά πάνω του, όταν όλα δουλεύουν σωστά με την ομάδα.

M: Θέλω λίγο να μας πεις πως πήγες στην MMR και πώς είναι να μένεις στην Ελλάδα μόνιμα και η ομάδα σου να έχει τη βάση της σε διαφορετική χώρα. Πώς επηρεάζει αυτό την εξέλιξη και τη σχέση σας;

ΓΠ: Γενικά συνήθως με άλλες ομάδες δεν με έχει επηρεάσει αυτό. Τώρα επειδή άλλαξα τη μοτοσυκλέτα και ήταν τελείως διαφορετική, χρειαζόμασταν κάποιες μέρες εξοικείωσης, τις οποίες δεν είχαμε. Θεωρώ ότι είναι πιο δύσκολο που μένω Ελλάδα μόνιμα. Θεωρώ όμως ότι είμαι αρκετά προπονημένος και έχω και αρκετή εμπειρία και μπορώ να μπαίνω στην πρώτη πεντάδα αν όλα είναι σωστά. Όχι από τον επόμενο αγώνα, ίσως από την επόμενη σεζόν γιατί χρειάζεται εμπειρία στην κατηγορία και με τη μοτοσυκλέτα και με την ομάδα και όλα τα σχετικά. Τώρα για το πως πήγα στην MMR. Ακόμα και από τα χρονομετρημένα του περσινού τελικού της Γαλλίας είχαμε δύο-τρεις προτάσεις από ομάδες και μετά τη Γαλλία ήρθαν κι άλλες. Επιλέξαμε την MMR γιατί μας ταίριαζε καλά το συμβόλαιο και θεωρήσαμε πως είναι μια σοβαρή ομάδα διότι έχει και Moto2 ομάδα στο Junior GP και έτρεξαν και με wildcard πάλι στη Moto2, οπότε θεωρήσαμε πως η ομάδα έχει καλή οργάνωση και θα είναι καλή ομάδα γενικά.

M: Κοιτώντας πίσω τι θα μπορούσε στη φετινή χρονιά να είχε γίνει διαφορετικά ώστε να έχεις καλύτερα αποτελέσματα;

ΓΠ: Αυτό που είπα και νωρίτερα, δηλαδή να είχαμε κάνει κάποιες ημέρες τεστ, διότι ό,τι πρόβλημα μας έρχεται δεν έχουμε τη λύση έτοιμη γιατί δεν μας έχει ξανασυμβεί και συνέχεια καταλήγουμε να ψαχνόμαστε εντός αγωνιστικού τριήμερου, το οποίο είναι για μένα απαράδεκτο. Στο τριήμερο του αγώνα δεν έχουμε πολύ χρόνο εξοικείωσης και δοκιμών, οπότε πρέπει να είσαι έτοιμος πριν καν μπεις στην πίστα. Από τη στιγμή που εμείς δεν είμαστε, χάνουμε πολύτιμο χρόνο.

M: Τι σχέση έχεις με τον teammate σου Thomas Benetti;

ΓΠ: Έχουμε αρκετά καλές σχέσεις, δηλαδή συνήθως μαζί καθόμαστε στους αγώνες και τον συμπαθώ αρκετά.

peristeras

M: Έχεις εδώ και λίγο καιρό έναν μεγάλο χορηγό, την Seajets του Μάριου Ηλιόπουλου. Θέλεις να μας πεις δυο λόγια για τη νέα χορηγία κι αν έχετε μιλήσει για την πίστα στην Πάτρα που ανακοίνωσε πως θα φτιάξει;

ΓΠ:  Η χορηγία συνέβη πριν ανακοινωθεί η πίστα στην Πάτρα, οπότε δεν μιλήσαμε γι’ αυτό. Ο Μάριος γενικά είναι ένα πολύ μεγάλο όνομα στον χώρο του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Πάρα πολλές φορές πρωταθλητής στις αναβάσεις και γενικά είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει το Motorsport και είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ανέβασε πολύ το Motorsport στην Ελλάδα και προσπαθεί να το ανεβάσει ακόμη περισσότερο.

M: Τα πράγματα τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει στο μηχανοκίνητο, με τους αναβάτες να είναι πρώτα αθλητές. Εσύ, έχεις κάποιον γυμναστή, κάποιον διατροφολόγο, κι αν ναι, δικό σου ή της ομάδας;

ΓΠ: Ναι έχω γυμναστή και κάνουμε δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, τώρα είχαμε κάποιο καιρό να κάνουμε λόγω ταξιδιών και κάτι μικροτραυματισμών που αντιμετώπιζα. Όμως σίγουρα κάθε μέρα θα έχω μία δραστηριότητα κάπου μέσα στη μέρα μου, δηλαδή είτε αυτό θα είναι να πάω να τρέξω έστω και για μισή ώρα είτε θα είναι να πάω με τον προπονητή μου για προπόνηση το πρωί, να κάνω ποδήλατο το μεσημέρι και το βράδυ να ξανατρέξω. Η διατροφή μου είναι ανάλογη με τη σωματική μου κατάσταση και αλλάζει ανά εβδομάδα.

M: Στην Ελλάδα έχουμε μόνο δύο πίστες. Πόσο συχνά και πού προπονείσαι;

ΓΠ: Προπονούμαι κυρίως στα Μέγαρα (στην πίστα καρτ), διότι είναι σχετικά κοντά σε εμένα. Αν έχει και trackday στη μεγάλη πίστα θα οδηγήσω για να έχω επαφή με την πίστα και με κόσμο μέσα στην πίστα. Την περίοδο που δεν έχω αγώνες πάω δύο φορές τη βδομάδα, όταν έχω αγώνες, συνήθως δεν προλαβαίνω λόγω ταξιδιών κλπ. Τώρα κανονίζουμε που είναι καλοκαίρι να πάμε και στις Σέρρες για προπόνηση.

M: Πόσο συχνά προπονείσαι στο εξωτερικό;

ΓΠ: Πέρυσι ανά δύο εβδομάδες ήμουν εξωτερικό για προπόνηση. Φέτος είχα πάει στην Ισπανία στην αρχή της χρονιάς για τρεις εβδομάδες, μετά ξαναπήγα άλλη μία βδομάδα για προπόνηση. Μου είναι σχετικά εύκολο, λόγω το ότι τόσα χρόνια προπονούμαι και τρέχω στο εξωτερικό – στο αγωνιστικό είμαι περισσότερο στο εξωτερικό, παρά στην Ελλάδα - και λόγω αυτού μου είναι λίγο πιο εύκολο να βρω μία μοτοσυκλέτα και έναν άνθρωπο μαζί μου και τα σχετικά. Δεν είναι επίσης και τόσο κοστοβόρο όσο νομίζει ο κόσμος.

M: Είσαι από αυτή τη γενιά ο πρώτος που άνοιξε τα φτερά του στο εξωτερικό. Βλέπουμε μετά από σένα τον Παντελεάκη, τον Μαυρόπουλο κι έρχονται κι άλλα παιδιά από πίσω ακόμα πιο μικροί σε ηλικία. Τι θα τους συμβούλευες για να καταφέρουν να φτάσουν στο κορυφαίο παγκόσμιο επίπεδο;

ΓΠ: Δεν ξέρω να πω την αλήθεια, ο καθένας πρέπει να έχει το δικό του μονοπάτι όπως συμβαίνει στο εξωτερικό. Νιώθω ότι στην Ελλάδα όλοι προσπαθούν να ακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο μονοπάτι, αλλά εγώ θεωρώ σαν Έλληνας ότι έχω χαράξει ένα δικό μου μονοπάτι κυρίως μαζί με τον πατέρα μου, αλλά και με όλους τους γύρω μου που με βοηθάνε, το οποίο ίσως να είναι δυσκολότερο, ίσως ευκολότερο από το κανονικό, όμως αυτό δεν θα το ξέρουμε μέχρι ένας άλλος να χαράξει το δικό του μονοπάτι παράλληλα στο δικό μου. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται όλοι οι Έλληνες που θέλουν να πάνε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα τη δική μου συμβουλή. Το μόνο όμως που θα έλεγα είναι αυτό που έκανα κι εγώ από μικρό παιδί. Όσο πιο ανταγωνιστικό είναι το πρωτάθλημα τόσο το καλύτερο. Δηλαδή εγώ δεν είμαι της γνώμης ότι θα ήθελα να πάω σε ένα πρωτάθλημα το οποίο ξέρω ότι θα το κερδίσω, αλλά είμαι της άποψης να τρέχω κάπου δύσκολα κι ας τερματίζω 15ος ή 20ος. Αυτό όμως θα με κάνει καλύτερο αναβάτη και θα με ανεβάσει επίπεδο.

M: Ωραία, πάμε λίγο και σε πιο χαλαρές ερωτήσεις. Ποιος είναι ο αγαπημένος σου αγαπημένος και γιατί;

ΓΠ: Αυτή τη στιγμή είναι ο Quartararo. Ο αγαπημένος μου αναβάτης γενικά είναι ο Rossi, ο καλύτερος αναβάτης είναι ο Marquez. Ο Rossi ανέβασε την δημοφιλία του MotoGP κατακόρυφα, ο Marquez είναι ο καλύτερος αναβάτης ever και τον Quartararo τον ακολουθώ από την αρχή της καριέρας του, είναι ένας εξαιρετικός αναβάτης, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.

M: Τι κάνεις όταν δεν δουλεύεις και δεν είσαι στο εξωτερικό για αγώνες;

ΓΠ: Όπως είπα και πριν σίγουρα θα έχω μία προπόνηση μέσα στη μέρα μου. Εκτός αυτού, δεν μου αρέσει να κάθομαι πολύ στο σπίτι, μου αρέσει να πηγαίνω για καφέ, για μία βόλτα, για φαγητό και προσπαθώ να κρατάω μία ισορροπία γενικότερα.

M: Θέλω τώρα να μου πεις τρία επίθετα που χαρακτηρίζουν τον πατέρα σου τον Νίκο Περιστερά και τρία για τον νονό σου τον Άλεξ Παπαγεωργίου;

ΓΠ: Τρία επίθετα είναι πολύ λίγα για να χαρακτηρίσουν και τους δύο. Και οι δύο ήταν δίπλα μου σε όλη μου τη ζωή, όχι μόνο στην καριέρα μου. Οπότε θα πω από μία λέξη έτσι που μου έρχεται τώρα, ο πατέρας μου τρελός και ο νονός μου κοντός. Από εκεί και πέρα, δεν μπορώ να εκφράσω το πόσο πολύ με έχουν στηρίξει και το πως μου έχουν φερθεί και οι δύο.

M: Για τον νονό σου, θα μας πεις κανένα μυστικό που μπορεί και κερδίζει αγώνες στα 51 του;

ΓΠ: Ο νονός μου δεν σταματάει να εξελίσσεται και να βελτιώνεται συνεχώς, ακούγοντας παράλληλα και την ομάδα του. Εμένα μου φαίνεται πραγματικά απίστευτο, το ότι είναι 51 χρονών κι επειδή ξέρω πώς δουλεύει όλη μέρα, αλλά κάνει και προπόνηση όποτε μπορεί και πάει στο εξωτερικό και κερδίζει αγώνες.

M: Ποια είναι η σχέση σου με τον πολυπρωταθλητή Ελλάδας Σάκη Συνιώρη;

ΓΠ: Είναι ο αγωνιστικός μου πατέρας. Τον Σάκη τον ήξερα προφανώς από όταν ήμουν παιδί. Μετά θυμάμαι την πρώτη φορά που ο πατέρας μου κανόνισε να με προπονήσει ο Σάκης και ο πατέρας μου πριν συναντηθούμε μου έλεγε να είμαι σοβαρός, μάλιστα μου είχε δώσει και ένα μπλοκάκι για να σημειώνω ό,τι μου πει και όταν συναντηθήκαμε ο Σάκης έκανε συνέχεια χαβαλέ και αστεία (γέλια). Από εκείνη τη μέρα και μετά κάναμε εντατικές προπονήσεις σχεδόν κάθε μέρα, με κυνηγούσε για να κάνω τρέξιμο, αλλά εγώ δεν ήθελα (γέλια). Στο οδηγικό κομμάτι όμως τα βρίσκαμε μια χαρά, εκτός από τη γυμναστική.

Εκτός από τον Σάκη, με βοήθησαν ο πατέρας μου φυσικά, ο Γιάννης Μπούστας και ο Λευτέρης Πίππος. Από όλους τους έχω πάρει πράγματα, όχι μόνο οδηγικά αλλά και σε χαρακτήρα και στην ουσία έχω συλλέξει τα θετικά τους και τα έχω εφαρμόσει σε μένα και ήταν πολύ καλό που δεν έμεινα με έναν μόνο προπονητή.

M: Κλείνοντας τη συνέντευξη, θα ήθελα να μου πεις μία ιστορία που δεν έχεις ξαναπεί δημόσια, μπορεί να είναι μία αστεία ιστορία, ένα ευτράπελο, κάτι που σου έχει μείνει.

ΓΠ: Θα πω μία ιστορία από όταν έτρεχα στην Ιταλία το 2024. Βρίσκομαι στην Ίμολα για τον τελευταίο αγώνα της σεζόν και την Πέμπτη στα δοκιμαστικά έχω σπάσει το ρεκόρ πίστας, την Παρασκευή συνεχίζω στο ίδιο μοτίβο και Σάββατο ήταν τα χρονομετρημένα και στόχευα στο να κάνω πάλι ρεκόρ. Να σημειωθεί πως εγώ έμενα σε ένα σπίτι μισή ώρα μακριά από την πίστα και συνήθως ερχόταν ο Roccoli (Πολυπρωταθλητής Ιταλίας και ιδιοκτήτης της ομάδας που έτρεχε ο Γιάννης τότε) και με έπαιρνε το πρωί και κάποιος από την ομάδα με γυρνούσε το απόγευμα. Την Παρασκευή ήρθε κλασσικά να με πάρει, όμως εγώ είχα αργήσει να ξυπνήσω και τον έστησα πέντε λεπτά. Μου λέει λοιπόν πως το Σάββατο θα είναι έξω από την πόρτα μου στις 7:32 π.μ. ακριβώς, αν δεν είμαι εκεί δεν θα με περιμένει και θα φύγει. Το Σάββατο το πρωί λοιπόν μου στέλνει μήνυμα πως σε ένα λεπτό θα είναι εκεί, εγώ όμως εκείνη την ώρα βούρτσιζα τα δόντια μου και με το που τελειώνω μαζεύω γρήγορα τα πράγματά μου και βγαίνω έξω από το σπίτι. Με το που βγαίνω όμως στον δρόμο, βλέπω το βανάκι του που έφευγε, ξεκινάω λοιπόν και τρέχω, όμως εκείνος δεν σταματούσε και μετά από λίγο μου στέλνει μήνυμα πως θα πρέπει να είμαι σωστός στην ώρα μου και να μην αργώ και πως αυτό είναι ένα μάθημα. Μετά μάλιστα μου στέλνει άλλο ένα μήνυμα που μου έλεγε πως ξέρει πως θα πάρω την pole position ακόμα κι αν έρθω στο δεύτερο session!

Εμένα εκείνη την ώρα με έπιασε απελπισία και άρχισα να κλαίω. Ξεκινάω λοιπόν και ψάχνω που έχει τρένο κοντά και τρέχω με τα πράγματά μου μέχρι τον σταθμό. Με το που φτάνω όμως βλέπω πως έχουν ακυρωθεί όλα τα δρομολόγια εκείνη τη μέρα. Ξεκινάω να τρέχω πάλι πηγαίνοντας προς την πόλη και βρίσκω έναν Ιταλό που δεν ήξερε όμως αγγλικά, συνεννοούμαστε με τα χίλια ζόρια και μου καλεί ταξί. Εντέλει πλήρωσα 100 ευρώ στο ταξί, έφτασα 20 λεπτά πριν τα χρονομετρημένα και έκανα ρεκόρ πίστας και πήρα και την pole position!