Dunlop Mutant: Ένα ελαστικό παντός καιρού για όλα τα εδάφη
Έρχεται στην αγορά το 2020
Από τον
Πάνο Καραβοκύρη
18/11/2019
Η Dunlop δημιούργησε ένα νέο ελαστικό, τα Mutant, χρησιμοποιώντας όλη την τεχνογνωσία της από τα Παγκόσμια Πρωταθλήματα που συμμετέχει, αλλά και συνδυάζοντας στοιχεία από ελαστικά διάφορων κατηγοριών, όπως των Hypersport και Supermoto. Στόχος της είναι να προσφέρει στους αναβάτες ένα ελαστικό με μεγάλη χιλιομετρική απόδοση και παράλληλα θα μπορεί να ανταπεξέλθει σε όλες τις καιρικές συνθήκες και τερέν. Ακόμη, χάρη στην ποικιλία διαστάσεων που παράγεται, μπορεί να τοποθετηθεί σε πάνω απο 370 μοτοσυκλέτες της αγοράς. Στο δελτίο τύπου που ακολουθεί μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες.
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Η Dunlop Moto λανσάρει το Mutant: Ένα ελαστικό παντός καιρού για όλα τα εδάφη
• Η crossover σχεδίαση των μοτοσυκλετών δημιουργεί τις ανάγκες για ελαστικά “παντός καιρού”, που μπορούν να τοποθετηθούν σε διάφορα μοντέλα της αγοράς.
• Το Dunlop Mutant μπορεί να τοποθετηθεί σε πάνω από 370 μοντέλα μηχανών
• Το Mutant καλύπτει όλο το φάσμα της αγοράς, από μοτοσυκλέτες Scrambler και Naked μέχρι Adventure
Η Dunlop παρουσίασε το νέο Mutant, ένα ελαστικό που φέρνει μια crossover προσέγγιση στην αγορά των ελαστικών. Το νέο Mutant της Dunlop μπορεί να ανταπεξέλθει σε όλες τις καιρικές συνθήκες και εδάφη, ενώ μπορεί να τοποθετηθεί σε 370 διαφορετικά μοντέλα είτε πρόκειται για Adventure, Sport Touring, Naked, ρετρό είτε scrambler.
Το Mutant θα κυκλοφορήσει στην αγορά τον Ιανουάριο του 2020. Δημιουργήθηκε μέσα από την εμπειρία της Dunlop, στα βραβευμένα hypersport και touring ελαστικά, καθώς και της τεχνογνωσίας που έχει αναπτύξει μέσα από αγώνες με μεικτές καιρικές συνθήκες. Η Dunlop την ονομάζει «τεχνολογία 4 εποχών» η οποία περιλαμβάνει ένα μείγμα από υλικά, κατασκευές και ενώσεις που έχουν σχεδιαστεί για να λειτουργούν στις πλέον αντίξοες καιρικές συνθήκες - συμπεριλαμβανομένων των σκληρών χειμερινών συνθηκών. Γι’ αυτό το λόγο, το Mutant έχει αποκτήσει την επίσημη σήμανση «M+S» (Mud & Snow), ότι είναι απολύτως κατάλληλο για δύσκολες συνθήκες όπως στη λάσπη και στο χιόνι.
Ο Dmitri Talboom, Product Manager της Dunlop Motorcycle Europe, δήλωσε: «Το Mutant προσφέρει στους αναβάτες ακρίβεια χειρισμού και σταθερότητα που περιμένει κανείς από τα ελαστικά των hypersport, ενώ έχει στοιχεία και από τα βρόχινα αγωνιστικά ελαστικά προσφέροντας την καλύτερη δυνατή πρόσφυση σε αντίστοιχες συνθήκες. Παράλληλα, η αντοχή τους στη χρήση είναι ανάλογη των touring ελαστικών. Η Dunlop διαθέτει μεγάλη εμπειρία στα, sport touring ελαστικά, που έχουν βραβευτεί, όπως το RoadSmart III αλλά και στα Adventure ελαστικά όπως το Trailmax Meridian. Παράλληλα, είναι παρούσα στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα αντοχής αλλά και στη Moto2, αποκτώντας περισσότερη εμπειρία. Το τμήμα έρευνας και ανάπτυξης βασίστηκε πάνω σε αυτή για να δημιουργήσει ένα ελαστικό ιδανικό για όλες τις εποχές».
Τα Mutant είναι διαθέσιμα σε πέντε διαφορετικές διαστάσεις για το εμπρός και έξι για το πίσω, καλύπτοντας έτσι μια ευρεία γκάμα μοντέλων αφού μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε πάνω από 370 διαφορετικές μοτοσυκλέτες. Στόχος της Dunlop ήταν να προσφέρει ένα ελαστικό που θα είναι διαθέσιμο για πολλά μοντέλα και θα έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις συνθήκες, όπως εξήγησε ο Dmitri: «Όλο και πιο συχνά, παρατηρούμε scrambler, ρετρό, και naked να χρησιμοποιούνται ως all arounders μοτοσυκλέτες και για όλο το χρόνο. Η έρευνα της Dunlop έχει δείξει ότι οι αναβάτες τους θέλουν ένα ελαστικό που να τους δίνει την αίσθηση στο χειρισμό όπως αυτόν όταν οδηγείς μια hypersport, παρέχοντας όμως την ανάλογη εμπιστοσύνη για να απολαύσουν τη βόλτα τους - ανεξάρτητα από τον καιρό. Το Dunlop Mutant προσφέρει ακριβώς αυτό το μοναδικό crossover χαρακτήρα».
Η νέα δυναμικού σχεδιασμού χάραξη του Mutant διαθέτει στοιχεία από τα ελαστικά των supermoto αλλά και χωμάτινων μοτοσυκλετών ώστε να έχει απήχηση στους custom builders, που ψάχνουν για ελαστικά με ιδιαίτερη εμφάνιση –χωρίς να κάνουν συμβιβασμούς στην απόδοση- και έτσι η Dunlop δημιουργεί ένα εντελώς νέο είδος ελαστικών.
Ducati: Νέος V2 κινητήρας - Στα 54,4 kg είναι ο ελαφρύτερος δικύλινδρος στην ιστορία του Borgo Panigale [VIDEO]
Με μεταβλητό χρονισμό βαλβίδων, 890 κ.εκ., δυο εκδόσεις 115 και 120 hp, με το Desmo να μας αποχαιρετά και εδώ
Από τον
Κώστα Γκαζή
31/10/2024
Η Ducati συνεχίζει να πιστεύει και να επενδύει στον V-twin των 90°, τον κινητήρα που έχει χαρακτηρίσει μερικές από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες του κατασκευαστή με έδρα την Μπολόνια. Ο νέος V2 κινητήρας είναι ο ελαφρύτερος δικύλινδρος στην ιστορία της εταιρείας, δεν έχει Desmo, έχει όμως μεταβλητό χρονισμό βαλβίδων, μικρότερο κυβισμό από τον κινητήρα των 937 κ.εκ. που κινεί αυτή τη στιγμή DesertX, Supersport 950, Monster και Multistrada V2, ενώ έχει μεγαλύτερη ιπποδύναμη από εκείνον!
Από 110-113 hp έβγαζε ο προηγούμενος Ducati Testastretta 11° των 937 κ.εκ., 115-120 hp αποδίδει ο νέος V2 κινητήρας της Ducati. Για την ώρα η Ducati δεν αναφέρει τα μοντέλα στα οποία θα δούμε τον κινητήρα αυτόν (θα τα δείξει στις 5 Νοεμβρίου στην EICMA), όμως αφού αποκλείουμε τα Panigale V2 και Streetfighter V2 λόγω ιπποδύναμης, είναι λογικό να πιστεύουμε πως ο (ανώνυμος για την ώρα, γεγονός εξαιρετικά ασυνήθιστο για τους Ιταλούς) νέος V2 θα εξοπλίσει τα DesertX, Supersport (όχι πια 950), Monster και Multistrada V2.
Η παράδοση που ξεκίνησε με την Pantah, συνεχίστηκε με τους κινητήρες Desmodue, Desmoquattro, Testastretta και Superquadro, για να φτάσουμε στον νέο V2 κινητήρα, για τον οποίο οι έξυπνοι Ιταλοί αναφέρουν πως είναι 9 κιλά ελαφρύτερος από τον Superquadro -που όμως αποδίδει 155 hp και προορίζεται για τα μοντέλα υψηλών επιδόσεων της εταιρείας.
Με αυτόν τον νέο κινητήρα, η Ducati επιβεβαιώνει τη δέσμευσή της στην ανάπτυξη, η οποία έχει πάρει σάρκα και οστά με την παρουσίαση τεσσάρων εντελώς νέων κινητήρων μέσα σε μόλις επτά χρόνια, από τον Desmosedici Stradale μέχρι τον Superquadro Mono, από τον V4 Granturismo μέχρι αυτόν τον νέο V2. Κινητήρες που καθορίστηκαν με την επιλογή των καταλληλότερων τεχνικών λύσεων (αντίο Desmo) ανάλογα με την προβλεπόμενη χρήση.
Αυτός ο νέος δικύλινδρος πληροί τις προδιαγραφές Euro5+, έχει κυβισμό 890 cc, είναι εξοπλισμένος με το σύστημα μεταβλητού χρονισμού βαλβίδων IVT (Intake Variable Timing), αλουμινένια χιτώνια και ζυγίζει μόλις 54,4 κιλά, θέτοντας νέα σημεία αναφοράς χαμηλού βάρους στην γκάμα της Ducati (-9,4 κιλά σε σχέση με το Superquadro 955, -5,9 κιλά σε σχέση με τον Testastretta Evoluzione, -5,8 κιλά σε σχέση με τον Scrambler Desmodue). Καλά όλα αυτά, αλλά κύριοι της Ducati γιατί δεν μας συγκρίνετε τον νέο κινητήρα με τον Testastretta 11; Θα αναζητήσουμε απαντήσεις και θα επανέλθουμε.
Το σύστημα χρονισμού των βαλβίδων με ελατήριο (και όχι δεσμοδρομικό σύστημα), που εισήχθη με την V4 Granturismo και επιβεβαιώθηκε στη νέα V2, επέτρεψε τον ορισμό ενός κινητήρα που δίνει έμφαση στις χαμηλές στροφές και στην οικονομία συντήρησης, αφού το διάκενο των βαλβίδων ελέγχεται κάθε 30.000 km!
Σύγχρονη και αποδοτική αρχιτεκτονική για επιδόσεις και χαμηλό βάρος
Η διάταξη 90° V2 ορίζει έναν λεπτό κινητήρα, με δυνατή προσωπικότητα στον ήχο και εξαιρετική απόδοση ισχύος, με διάταξη που προέρχεται από την παράδοση της Ducati. Επιπλέον, η γωνία 90° που των κυλίνδρων φέρνει μια φυσική εξισορρόπηση των δυνάμεων πρώτης τάξης, χωρίς την ανάγκη να καταφύγουμε σε αντικραδασμικό άξονα για την εξάλειψη των κραδασμών.
Τέλος, οι κύλινδροι έχουν κλίση προς τα πίσω, με γωνία 20° μεταξύ του οριζόντιου κυλίνδρου και του σχετικού επιπέδου, για τη βελτιστοποίηση της κατανομής του βάρους.
Η χαρακτηριστική προσαρμοστικότητα των δικύλινδρων της Ducati είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του νέου V2, ο οποίος ταιριάζει σε διάφορες μοτοσυκλέτες της γκάμας, λόγω της συμπαγούς κατασκευής του και των επιδόσεων του. Αυτό οφείλεται επίσης στην απόφαση να καθοριστούν δύο διαφορετικές διαμορφώσεις, που χαρακτηρίζονται από διαφορετικές τιμές ισχύος (120 ή 115 ίππους στις 10.750 σ.α.λ.) και αντίστοιχες μεταδόσεις. Οι διαστάσεις της διαμέτρου και της διαδρομής είναι 96 x 61,5 mm. Διαστάσεις που αποτελούν μια ενδιάμεση επιλογή σε σύγκριση με τους κινητήρες Testastretta και Superquadro και επιτρέπουν στον κινητήρα να αποδίδει υψηλότερες μέγιστες τιμές ισχύος από τους πρώτους, με μια καμπύλη ροπής που είναι πιο ευνοϊκή για χρήση στο δρόμο από τους δεύτερους. Η μέγιστη τιμή ροπής είναι 93,3 Nm (9,51 kgm), ή 92,1 Nm (9,39 kgm) στις 8.250 στροφές ανά λεπτό. Ο κόφτης στην πέμπτη και έκτη ταχύτητα, είναι ρυθμισμένος στις 11.350 σ.α.λ.
Στην πιο σπορ έκδοση των 120 ίππων, με την υιοθέτηση της αγωνιστικής εξάτμισης για χρήση στην πίστα, η μέγιστη ισχύς αυξάνεται στους 126 ίππους (+6 ίπποι) στις 10.000 σ.α.λ. και η ροπή στα 98 Nm (9,99 kgm) (+0,5 kgm) στις 8.250 σ.α.λ., με εξοικονόμηση βάρους 4,5 kg.
Η έκδοση των 115 ίππων είναι εξοπλισμένη με έναν ισχυρότερο εναλλάκτη, για να διαχειρίζεται σωστά ακόμη και τα πιο βαριά ηλεκτρικά φορτία. Ενισχυμένος είναι ο σφόνδυλος όπως και η συνδετική ράβδος για μεγαλύτερη αντοχή. Η μεγαλύτερη αδράνεια κατά 12%, χαρίζει πιο ομαλή λειτουργία στις χαμηλές στροφές.
Η σχέση μετάδοσης, σε αυτή την έκδοση, χαρακτηρίζεται από τις κοντύτερες δυο πρώτες σχέσεις του κιβωτίου για πιο εύκολες εκκινήσεις ειδικά με φορτίο.
Μεταβλητός χρονισμός βαλβίδων
Χάρη στο σύστημα IVT (μεταβλητός χρονισμός εισαγωγής), ο νέος δικύλινδρος της Ducati έχει γεμάτη αίσθηση στις χαμηλές στροφές, με άμεση απόκριση στο γκάζι, και σπορ απόδοση στις υψηλές στροφές.
Πάνω από το 70% της μέγιστης ροπής είναι ήδη διαθέσιμο στις 3.000 σ.α.λ., ενώ μεταξύ 3.500 και 11.000 σ.α.λ. η τιμή της ροπής δεν πέφτει ποτέ κάτω από το 80%.
Για τη βελτιστοποίηση της απόδοσης του κινητήρα, τα κοκοράκια που ανοίγουν τις βαλβίδες εισαγωγής έχουν επεξεργασία DLC (Diamond-Like Carbon), όπως και στην Desmosedici MotoGP. Η μετάδοση της κίνησης γίνεται με καδένα, ενώ οι βαλβίδες έχουν ελατήρια.
Τα στελέχη των βαλβίδων εισαγωγής είναι κούφια προσφέροντας μείωση 5% στο βάρος και ταχύτατη απόκριση του συστήματος. Οι βαλβίδες είναι επιχρωμιωμένες.
Τα μπεκ του ψεκασμού είναι 52 mm, με έναν ψεκαστήρα κάτω από το γκάζι που ελέγχεται από ένα σύστημα ride-by-wire με τέσσερα διαφορετικά Power Modes.
Οι στροφαλοθάλαμοι του κινητήρα, που λαμβάνονται με χύτευση, έχουν τέτοιο σχήμα ώστε να ενσωματώνουν τον θάλαμο νερού γύρω από τα χιτώνια των κυλίνδρων. Όπως και ο κινητήρας Superquadro, ο νέος V2 είναι εξοπλισμένος με χιτώνια αλουμινίου, τα οποία εισάγονται στις κατά τις αρχικές φάσεις συναρμολόγησης. Αυτός ο σχεδιασμός επιτρέπει την απευθείας στερέωση της κεφαλής στον στροφαλοθάλαμο, συνδυάζοντας την ανάγκη για ακαμψία του κινητήρα με μικρές διαστάσεις.
Ο νέος V2 επιτρέπει τη δημιουργία μοτοσυκλετών με πιο συμπαγείς διαστάσεις χάρη στο μικρό του μέγεθος που οφείλεται και στην αντλία νερού που είναι τοποθετημένη στην κεφαλή του μπροστινού κυλίνδρου. Αυτή η λύση ελαχιστοποιεί τις εκτεθειμένες ελαστικές σωληνώσεις του κυκλώματος ψύξης, βελτιώνοντας την εμφάνιση των μοτοσυκλετών όπου ο κινητήρας μένει εκτεθειμένος.
Για τους ίδιους λόγους, ο νέος δικύλινδρος είναι εξοπλισμένος με έναν εναλλάκτη θερμότητας νερού/λαδιού που είναι τοποθετημένος στο εσωτερικό του V των κυλίνδρων, γεγονός που επιτρέπει την κατάργηση του ψυγείου λαδιού. Αυτή η τεχνική λύση μειώνει το μέγεθος και το βάρος και βελτιώνει το αισθητικό αποτέλεσμα του κινητήρα.
Όπως και στη νέα Panigale V4, το κιβώτιο ταχυτήτων είναι εξοπλισμένο με Ducati Quick Shift (DQS) 2.0. Η δεύτερη γενιά του DQS χρησιμοποιεί μια στρατηγική που βασίζεται αποκλειστικά στον αισθητήρα ταχυτήτων, επιτρέποντας έτσι τη χρήση εντολής από τον λεβιέ χωρίς μικροδιακόπτες (microswitches). Αυτή η λύση προσφέρει στον αναβάτη πιο άμεση αίσθηση, με μειωμένη διαδρομή και χωρίς την “λαστιχένια” αίσθηση που είναι χαρακτηριστική των παραδοσιακών quickshifters, ενώ διευκολύνει και την εύρεση νεκράς.
Ο συμπλέκτης ολίσθησης 8 δίσκων, προέρχεται από την πιο πρόσφατη έκδοση που χρησιμοποιείται από την Testastretta 11°.
Ο νέος V2 κινητήρας θα είναι επίσης διαθέσιμος σε έκδοση μειωμένης ισχύος σε μοτοσυκλέτες που προορίζονται για κατόχους άδειας οδήγησης A2.
Οι πρώτες μοτοσυκλέτες που θα εξοπλιστούν με το νέο V2 θα αποκαλυφθούν σύντομα, στο επεισόδιο Ducati World Première που θα δημοσιευτεί την Τρίτη 5 Νοεμβρίου στις 18:00.