Το Ducati Streetfighter V4 παρουσιάστηκε επίσημα τον Οκτώβριο του 2019, και βασίστηκε πάνω στο Panigale V4, έχοντας τον ίδιο V4 κινητήρα των 1.103 κυβικών, τους ίδιους αλουμινένιους τροχούς και το ίδιο πακέτο των ηλεκτρονικών, με την ναυαρχίδα των superbikes των Ιταλών. Τον Νοέμβριο του 2020, οι "Κόκκινοι" παρουσίασαν το Panigale V4 SP, προσδίδοντας μια ελιτίστικη αύρα στο εξωτικό superbike.
Πρόσφατα όμως, κάποια έγγραφα που κατατέθηκαν στην EPA, την υπηρεσία που εκδίδει τις εγκρίσεις τύπου στην Αμερική, το Streetfighter θα ακολουθήσει την πορεία του Panigale και θα διαθέτει έκδοση SP από το 2022. Μαζί με τις υφιστάμενες εκδόσεις V4 και V4 S, η V4 SP θα διατηρήσει τον κυβισμό και την απόδοση, που θα φτάνει του ς 208 ίππους και τα 12,5 χιλιογραμμόμετρα ροπής, με τις διαφορές να εστιάζονται στον εξοπλισμό που θα είναι περισσότερο προσανατολισμένος στην χρήση πίστας και τα track days.
To Ducati Panigale V4 SP
Οι carbon τροχοί, οι Stylema R δαγκάνες της Brembo και η ακτινική αντλία MCS (επίσης από την Brembo) που διαθέτει το Panigale SP, θα μεταφερθούν αυτούσια και στο Streetfighter SP, με το εργοστάσιο να ανακοινώνει πως οι ανθρακονημάτινοι τροχοί μειώνουν κατά 1,5 κιλά το βάρος, ενώ οι Stylema R μειώνουν την θερμοκρασία των υγρών με ταυτόχρονη βελτίωση της σταθερότητας στο φρερνάρισμα, σε σύγκριση με τις στάνταρ Stylema. Η ακτινική αντλία 19.21 MCS επιτρέπει στον αναβάτη να ρυθμίσει στα μέτρα του την απόδοση και τα χαρακτηριστικά, με μεταβλητή απόσταση και ρύθμιση του αρχικού δαγκώματος.
Η Ducati έχει τοποθετήσει επίσης τον STM EVO-SBK ξηρό συμπλέκτη, το αλουμινένιο billet στέλεχος του λαιμού, ρυθμιζόμενα μαρσπιέ και πολλά ανθρακονημάτινα μαρσπιέ. Αν και τα έγγραφα της EPA δεν αναφέρουν τον στάνταρ εξοπλισμό του Streetfighter V4 SP, θεωρείται βέβαιο ότι αρκετά μεγάλο μέρος του εξοπλισμού του Panigale θα περάσει και στο Streetfighter.
Επιπλέον, η πραγματικά εντυπωσιακή εμφάνιση του Panigale V4 SP, μας αφήνει πολλές προσδοκίες και για την εμφάνιση του επερχόμενου Streetfighter V4 SP. Εν αναμονή λοιπόν για την επίσημη παρουσίασή του, η οποία κατά πάσα πιθανότητα δεν θα αργήσει και ιδιαίτερα…
QJMOTOR: Κινούμενα φτερά με έλεγχο από IMU - Υπόσχονται καλύτερο φρενάρισμα, επιτάχυνση και στρίψιμο
Πατέντα με ενεργά αεροδυναμικά πτερύγια – Στον δρόμο της CFMOTO V4 SR-RR
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
7/7/2026
Η QJMOTOR φαίνεται πως μπαίνει σε διαδικασία εξέλιξης της ενεργής αεροδυναμικής, καθώς μια νέα πατέντα αποκαλύπτει σύστημα με ανεξάρτητα κινούμενα αεροδυναμικά πτερύγια, τα οποία ελέγχονται από τη αδρανειακή μονάδα μετρήσεων (IMU) μεταβάλλοντας την αεροδυναμική της μοτοσυκλέτας σε πραγματικό χρόνο.
Ένας ακόμη μεγάλος κατασκευαστής από την Κίνα δείχνει ότι θεωρεί την ενεργητική αεροδυναμική πεδίο εξέλιξης στις supersport μοτοσυκλέτες.
Η μοτοσυκλέτα που απεικονίζεται στα σχέδια της πατέντας θυμίζει τις SRK 800 RR και SRK 921 RR, δύο μοντέλα που ήδη διατίθενται με σταθερά αεροδυναμικά πτερύγια. Ωστόσο, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στα ίδια τα μοντέλα, αλλά στο σύστημα που είναι ενσωματωμένο στα πλαϊνά του φέρινγκ.
Σε αντίθεση με τα συμβατικά φτερά, τα οποία έχουν σταθερή κλίση, τα νέα πτερύγια της QJMOTOR μπορούν να κινούνται ανεξάρτητα μεταξύ τους, ελεγχόμενα με βάση τα δεδομένα από την IMU της μοτοσυκλέτας. Έτσι, είναι σε θέση να προσαρμόζουν τη θέση τους ανάλογα με τις συνθήκες οδήγησης και τις κινήσεις της μοτοσυκλέτας.
Διαφορετική αεροδυναμική για κάθε φάση της οδήγησης
Η πιο ενδιαφέρουσα δυνατότητα του συστήματος είναι ότι τα δύο φτερά δεν είναι απαραίτητο να κινούνται ταυτόχρονα. Η ανεξάρτητη λειτουργία τους ανοίγει τον δρόμο ώστε να επηρεάζουν ακόμη και την είσοδο της μοτοσυκλέτας στη στροφή, λειτουργώντας θεωρητικά με τρόπο αντίστοιχο με τα πηδάλια roll ενός αεροσκάφους.
Παρότι δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να προσφέρει πραγματικό πλεονέκτημα στην πίστα ή αν θα επηρέαζε την αίσθηση στο τιμόνι, η πατέντα δείχνει ότι η QJMOTOR εξετάζει σοβαρά αυτή την προοπτική.
Περισσότερη κάθετη δύναμη στο φρενάρισμα
Η πιο άμεση εφαρμογή αφορά το δυνατό φρενάρισμα. Σύμφωνα με την περιγραφή της πατέντας, τα φτερά μπορούν να περιστρέφονται προς τα κάτω όταν ο αναβάτης φρενάρει έντονα.
Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται τόσο η αεροδυναμική αντίσταση όσο και η κάθετη δύναμη στον εμπρός τροχό. Η μεγαλύτερη αντίσταση συμβάλλει στη μείωση της ταχύτητας, ενώ η αυξημένη φόρτιση θα μπορούσε να επιτρέψει δυνατότερο φρενάρισμα πριν το ελαστικό φτάσει στα όρια της πρόσφυσης.
Λιγότερες σούζες χωρίς απώλεια επιδόσεων
Κατά την επιτάχυνση, το σύστημα θα μπορούσε να λειτουργεί αντίστροφα. Σήμερα οι σύγχρονες superbike βασίζονται στον συνδυασμό ηλεκτρονικού ελέγχου σούζας, σταθερών φτερών και της διαχείρισης του γκαζιού από τον αναβάτη για να κρατούν τον εμπρός τροχό στο έδαφος.
Ωστόσο, ο ηλεκτρονικός έλεγχος συχνά περιορίζει την ισχύ του κινητήρα, ενώ τα σταθερά αεροδυναμικά πτερύγια δημιουργούν μόνιμη αντίσταση στον αέρα, ακόμη και όταν δεν απαιτείται επιπλέον κάθετη δύναμη.
Με τα κινούμενα winglets, η επιπλέον κάθετη δύναμη θα μπορούσε να παράγεται μόνο όταν χρειάζεται και στη συνέχεια τα πτερύγια να επιστρέφουν σε θέση με μικρότερη αεροδυναμική αντίσταση. Θεωρητικά, αυτό θα επέτρεπε ισχυρότερη επιτάχυνση χωρίς την αντίστοιχη απώλεια τελικής ταχύτητας.
Η παρουσίαση είχε τραβήξει αμέσως τα βλέμματα δημοσιογράφων και επισκεπτών, δείχνοντας ότι τα εργοστάσια της Κίνας θεωρούν την ενεργητική αεροδυναμική έναν από τους βασικούς τομείς εξέλιξης των σπορ μοτοσυκλετών του μέλλοντος.
Η επόμενη μεγάλη μάχη
Προς το παρόν, δεν υπάρχουν δημόσια δεδομένα σε σχέση με το πόσο μεγάλο πρακτικό πλεονέκτημα προσφέρουν τα ενεργητικά αεροδυναμικά βοηθήματα σε σχέση με τα συμβατικά σταθερής κλίσης. Η τεχνολογία βρίσκεται ακόμα σε πρώιμο στάδιο και βρίσκεται κυρίως στο επίπεδο των πρωτοτύπων και των πατεντών.
Παρ' όλα αυτά, το γεγονός ότι τόσο η CFMOTO όσο και η QJMOTOR εξελίσσουν αντίστοιχα συστήματα δείχνει ότι η ενεργητική αεροδυναμική ίσως αποτελέσει το επόμενο πεδίο ανταγωνισμού στην κατηγορία των supersport και superbike μοτοσυκλετών. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν οι αναβάτες θα εμπιστευτούν ένα σύστημα που θα μεταβάλλει συνεχώς την αεροδυναμική της μοτοσυκλέτας τόσο στον δρόμο όσο και στην πίστα, με την εμπειρία να δείχνει ότι η φυσική πορεία των συστημάτων είναι από αχρείαστα, ανασφαλή και υπερβολικά σύνθετα, σε απαραίτητα και κάποιες φορές μέχρι και υποχρεωτικά.