Nembo 32 concept: Μια διαφορετική ιστορία [video]

Ένας κινητήρας… άνω-κάτω!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

30/1/2019

Ο Daniele Sabatini συστήνεται ως ιδρυτής, ιδιοκτήτης και σχεδιαστής της Nembo Motociclette, αλλά στην ουσία είναι ένας ανατρεπτικός οραματιστής , όπως πρέπει να είναι όσοι έχουν ένα όραμα και θέλουν να ξεχωρίσουν. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. H φιλοσοφία του Sabatini είναι ότι οι μοτοσυκλέτες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Σε αυτές που έχουν τον ρόλο του μεταφορικού μέσου, που βγαίνουν κατά χιλιάδες από τις γραμμές παραγωγής, με υψηλά τεχνολογικά στάνταρ μεν, αλλά άχρωμες, άοσμες και βαρετά ίδιες, και σε αυτές που χαρακτηρίζονται ονειρικές οι οποίες παίρνουν τον χρόνο τους για να φτιαχτούν, σμιλεύονται με αγάπη και πάθος, χρησιμοποιώντας τελευταίες τεχνολογίες και εξωτικά υλικά, σε ελάχιστες ποσότητες κατόπιν παραγγελίας.

Οι μοτοσυκλέτες που ανήκουν στην δεύτερη κατηγορία, είναι αυτές που μπορούν να σου μεταφέρουν μοναδικά συναισθήματα, που κανένα άλλο όχημα δεν μπορεί να τα προσφέρει. Αλλά και πάλι, ακόμη κι αν έχεις την δυνατότητα να αγοράσεις μια τέτοια πολυτέλεια, αν δεν έχεις την κατάλληλη μοτοσυκλετιστική παιδεία για να αντιληφθείς την προστιθέμενη αξία τέτοιων μοτοσυκλετών, μπορεί να σου ξεγλιστρήσει μέσα από τα δάχτυλά σου. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να έχεις το χρήμα, αλλά πρέπει να είσαι σε θέση να εκτιμήσεις το εκάστοτε μηχανουργικό επίτευγμα για να μην χάσεις την ουσία.
Το Nembo 32 concept είναι μια τέτοια μοτοσυκλέτα και όχι μόνο. Είναι μια διαφορετική μοτοσυκλετιστική ιστορία, μια όμορφη ιταλική ιστορία όπως την χαρακτηρίζει ο Sabatini, για μια μοτοσυκλέτα που έχει τον κινητήρα ανάποδα: Τα κάρτερ πάνω και οι κύλινδροι με τις κεφαλές από κάτω με χωρητικότητα 2.000cc! Το αξιοσημείωτο είναι ότι η Nembo κατασκευάζει και εξελίσσει η ίδια τον συγκεκριμένο κινητήρα, και μάλιστα έχει κάνει και "σημαία" της, το  ότι δεν προτίμησε την λύση κάποιου έτοιμου κινητήρα που θα μπορούσε να αγοράσει με μερικές χιλιάδες ευρώ. Γι' αυτό ακριβώς ο Sabatini τονίζει ότι η εταιρεία δεν κάνει απλώς συναρμολόγηση, αλλά είναι ένας πραγματικός κατασκευαστής, με όλη την σημασία της λέξης, κάτι που τους ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες μικρές εταιρείες που δηλώνουν κατασκευαστές και παράγουν μοτοσυκλέτες περιορισμένης παραγωγής.


Το ερώτημα όμως που δημιουργείται, είναι το εξής εύλογο: Γιατί ένας ανεστραμμένος κινητήρας; Την απάντηση μας τη δίνει ο ίδιος ο Daniele Sabatini: "Σχεδίασα την μοτοσυκλέτα το 2009 και το 2010 την κατασκεύασα με τον κινητήρα των 1.814cc. Το "32" διαθέτει τον δικό του ιδιαίτερο κινητήρα για συγκεκριμένους λόγους που έχουν να κάνουν με την δυναμική συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας, κι όχι απλώς για εντυπωσιασμό ή να ξεχωρίσει. Στην ουσία, το Nembo 32 γεννήθηκε από την επιθυμία μου να πετύχω όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό συγκέντρωσης των μαζών στο κέντρο, τοποθετώντας τον κινητήρα ανάποδα και χρησιμοποιώντας τα κάρτερ ως πλαίσιο προκειμένου να στηρίξω πάνω τους το μπροστινό και το πίσω υποπλαίσιο, χωρίς να επιβαρύνω το μπλοκ των κυλίνδρων."
Πέρα απ' αυτό, ο Sabatini οδηγήθηκε στην δημιουργία του Nembo 32 κι από την θεωρία του για το ότι όσο περισσότεροι μικροί κατασκευαστές μοτοσυκλετών υπάρχουν, τόσο καλύτερα είναι τα αποτελέσματα για την μοτοσυκλέτα γενικότερα και τα οικονομικά μεγέθη που συνδέονται μ' αυτήν την βιομηχανία.

Όπως λέει ο ίδιος, στην σημερινή εποχή βλέπουμε μια ομογενοποίηση μορφών, σχημάτων, αλλά και επιδόσεων. Αυτό θεωρεί ότι είναι κάτι μη υγιές για την μοτοσυκλετιστική ποικιλομορφία, για τους αναβάτες, αλλά και για την ίδια την μοτοβιομηχανία.
Τα ιδιαίτερα δεδομένα που φέρνει το Nembo 32, βασίζονται στα τεχνολογικά οφέλη που προσφέρει η ανεστραμμένη διάταξη του κινητήρα, κάτι που τονίστηκε στην δοκιμή που έγινε από το ιταλικό Motociclismo, ενώ γι' αυτό το λόγο έλαβε την πρόσκληση το 2012 από το BMW Group για συμμετοχή στο “Concorso d’Eleganza Villa d’Este” στο Como της Ιταλίας.
Το σημαντικό θέμα που εγείρεται όμως είναι η τιμή του, καθώς όπως υπολογίζει ο Sabatini, στην περίπτωση που φτάσει το Nembo 32 να παράγεται σε 100-200 μονάδες ετησίως, το κόστος απόκτησης θα έχει την δυνατότητα να "πέσει" στις 50-60.000 ευρώ (!). Αυτή τη στιγμή, η κατασκευή ενός Nembo 32 πλησιάζει το κόστος ενός αγωνιστικού πρωτοτύπου, αφού όλα φτιάχνονται στο χέρι και βάσει της ειδικής παραγγελίας που δίνει ο υποψήφιος ιδιοκτήτης του. Κάτι τέτοιο προφανώς δεν είναι βιώσιμο και γι' αυτό ο Sabatini έχει στραφεί στην συγκέντρωση δημόσιας χρηματοδότησης, το λεγόμενο crowdfunding, μέσα από την δημοφιλή πλατφόρμα της Indiegogo στον παρακάτω σύνδεσμό:
https://www.indiegogo.com/projects/the-nembo-32-no-bike-is-alike


Όπως λέει ο Sabatini, η μορφή του crowdfunding είναι "όλα ή τίποτα", πράγμα που σημαίνει ότι αν δεν συγκεντρωθεί το απαιτούμενο ποσό μέσα σε 60 μέρες, όλες οι εισφορές θα επιστραφούν σ' αυτούς που τις έχουν καταβάλλει μέσα σε ένα πενθήμερο.
Ας επιστρέψουμε όμως στην μηχανολογική σκοπιά του ζητήματος, για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί επιλέχθηκε μια τέτοια διάταξη κινητήρα, ξεκινώντας από το κέντρο βάρους. Όπως γνωρίζετε οι περισσότεροι, αν στέκεσαι όρθιος μέσα σε μια βάρκα και επικρατεί ελαφρύς κυματισμός, η βάρκα θα κουνάει περισσότερο απ' ό,τι αν καθίσετε κάτω. Αυτό συμβαίνει διότι όταν καθίσετε το κέντρο βάρους του συστήματος βάρκας-άνθρωπος βρίσκεται χαμηλά και το σχήμα γίνεται πιο σταθερό, καθώς το κέντρο βάρους του σώματος είναι πολύ κοντά με το κέντρο βάρους της βάρκας. Όταν όμως είσαστε όρθιοι, το κέντρο βάρους του σώματος είναι ψηλά, απομακρυνόμενο από το Κ.Β. της βάρκας, δημιουργώντας έτσι μια ροπή στρέψης. Στα αυτοκίνητα είναι επίσης χρήσιμο το χαμηλό Κ.Β., καθώς διαθέτουν μια σταθερή και πρακτικά αμετάβλητη βάση: τους τέσσερις τροχούς. Γι' αυτό το λόγο το σύστημα των μαζών επηρεάζεται πολύ λιγότερο από τις δυνάμεις που ασκούνται πάνω του και το βάρος που είναι τοποθετημένο χαμηλά το κρατά κολλημένο στο δρόμο.
Στις μοτοσυκλέτες όμως από την άλλη, το σύστημα των μαζών δεν είναι σταθερό και μεταβάλλεται, διατηρώντας την ισορροπία του εξαιτίας μόνο της ταχύτητας. Επιπλέον, υπάρχει και ο αναβάτης ο οποίος μετακινεί το βάρος του διαρκώς, αλλάζοντας ταυτόχρονα και το κέντρο βάρους του συστήματος. Λόγω του υψηλότερου Κ.Β που διαθέτουν οι σπορ και οι αγωνιστικές μοτοσυκλέτες, είναι πιο εύκολο να πλαγιάσουν στις στροφές, έστω κι αν είναι πιο απρόθυμες να επανέλθουν στην όρθια θέση στις γρήγορες εναλλαγές κλίσεων. Οι touring μοτοσυκλέτες αντίστοιχα, με το χαμηλό κέντρο βάρους, είναι πιο εύκολο να επανέλθουν, αλλά απαιτούν πιο πολύ προσπάθεια να πλαγιάσουν. Για να γίνουν οι σπορ μοτοσυκλέτες πιο ευέλικτες και να αλλάζουν πιο εύκολα κλίσεις, οι σχεδιαστές τους δούλεψαν πάνω στην κατανομή των μαζών εμπρός-πίσω, τοποθετώντας τον κινητήρα έτσι ώστε να φορτίζει περισσότερο το μπροστινό μέρος. Ταυτόχρονα, το ψαλίδι γίνεται μακρύτερο, έτσι ώστε να επιτευχθεί το ζητούμενο μεταξόνιο αλλά και για να προσφέρει την απαραίτητη σταθερότητα. Το παράδειγμα των MotoGP είναι ιδανικό για να κατανοήσουμε ότι η επίτευξη της απόλυτης ισορροπίας ανάμεσα στο κέντρο βάρους, την κατανομή των μαζών, τις αναρτώμενες και μη μάζες, τον μοχλό που δημιουργεί το ψαλίδι, το μήκος του ψαλιδιού, τα περιστρεφόμενα και τα σταθερά μηχανικά μέρη του κινητήρα, τους άξονες της μετάδοσης, το offset, το ίχνος και όλα τα υπόλοιπα συν τις αλλαγές στην θέση οδήγησης, είναι εξαιρετικά πολύπλοκο έργο και οι ψυχιατρικές κλινικές είναι γεμάτους από μηχανολόγους που προσπάθησαν να πετύχουν το τέλειο αποτέλεσμα…


Το να ακουμπάς το γόνατο στην άσφαλτο, δεν σημαίνει πάντα ότι στρίβεις γρηγορότερα μια στροφή σε σύγκριση με όταν δεν ακουμπάει η ξύστρα κάτω. Ένα σύστημα αναβάτη/μοτοσυκλέτας με υψηλότερο κέντρο βάρους, με τα ίδια ελαστικά και γωνίες κλίσεις, μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ταχύτητα μέσα στην στροφή. Μεταφέροντας πιο ψηλά το συνολικό κέντρο βάρους, η μοτοσυκλέτα μπορεί να πλαγιάσει λιγότερο, έχοντας την ίδια ταχύτητα κατά την διάρκεια μιας στροφής. Στην ουσία, αν παρατηρήσετε ένα scooter σε στροφή (που συνήθως έχουν χαμηλότερο κέντρο βάρους), θα διαπιστώσετε ότι αν και πλαγιάζουν πολύ, η ταχύτητά τους είναι σχετικά μικρή. Χωρίς να θεωρούμε πανάκεια ότι ένα υψηλότερο κέντρο βάρους προσφέρει πάντα οφέλη στην δυναμική συμπεριφορά μιας μοτοσυκλέτας, είναι καλό να τονίζουμε την σπουδαιότητά του σε ό,τι αφορά την ευελιξία και την ταχύτητα στις αντιδράσεις. Αυτή η πολύ γενική εξήγηση μπορεί να φανεί χρήσιμη στους "μηχανολόγους του πληκτρολογίου", όλους αυτούς δηλαδή που γράφουν και ποστάρουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στα forum, υποστηρίζοντας ως ευαγγέλιο ότι όσο πιο χαμηλά βρίσκεται το κέντρο βάρους, τόσο πιο ευκίνητη θα είναι η μοτοσυκλέτα. Ισχύει το ακριβώς αντίθετο! Όπως αντιλαμβάνεστε λοιπόν κι από τα παραπάνω σχετικά με το Κ.Β., η σημασία της κατανομής των μαζών είναι θεμελιώδης. Συγκεντρώνοντας τις μάζες κοντά στο Κ.Β., έχουμε σαν αποτέλεσμα μια πιο ευέλικτη μοτοσυκλέτα, σε σχέση με μια μοτοσυκλέτα που θα έχει το Κ.Β στο ίδιο σημείο, αλλά τις μάζες "διασκορπισμένες" εδώ κι εκεί.


Όπως αναφέρει ο Sabatini, η σχεδίαση του Nembo 32 έγινε έχοντας συγκεκριμένους στόχους στο μυαλό του: Ήθελε να δημιουργήσει έναν μικρό σε διαστάσεις κινητήρα (ίσως τον μικρότερο με χωρητικότητα δύο λίτρων), να συγκεντρώσει τις μάζες όσο το δυνατόν περισσότερο με την βοήθεια της ιδιαίτερης διάταξης του κινητήρα και να εκμεταλλευθεί το υψηλότερο και ρυθμιζόμενο κατά βούληση κέντρο βάρους, αλλάζοντας απλά την θέση των σημείων στήριξης στα κάρτερ. Ήθελε επίσης να εκμεταλλευτεί την δυνατότητα τοποθέτησης μακρύτερου ψαλιδιού (680-700mm φτιαγμένο από ανθρακόνημα), με αποτέλεσμα μια ελαφριά και μικρή σε διαστάσεις δίλιτρη μοτοσυκλέτα με αντίστοιχα μεγέθη ενός χιλιαριού (160Kg στεγνή και 1.450mm μεταξόνιο).
Ένας ακόμη στόχος ήταν η εκμετάλλευση της μεγάλου κυβισμού για την παραγωγή ροπής από χαμηλά, ούτως ώστε να απολαμβάνει ο αναβάτης μια εξιταριστική επιτάχυνση στο παραμικρό άνοιγμα του γκαζιού, χωρίς την χρήση υπερσυμπιεστή ή τούρμπο, ενώ παράλληλα η συγκεκριμένη σχεδίαση κρατά μακριά από τα πόδια του αναβάτη τα πιο ζεστά μέρη του κινητήρα. Ταυτόχρονα, έχοντας μια τέτοια διάταξη βοηθά την εισαγωγή πιο πυκνού αέρα στις εισαγωγές, την ώρα που οι εξαγωγές διατηρούν υψηλή θερμοκρασία συμβάλλοντας στην ταχεία απομάκρυνση των καυσαερίων.


Όλες αυτές, λοιπόν, οι επιδιώξεις και οι στόχοι, μπόρεσαν να επιτευχθούν με τον ανεστραμμένο κινητήρα. Στην πράξη, όπως λέει ο ίδιος ο Sabatini μετά την δοκιμή της μοτοσυκλέτας του από τους Ιταλούς συναδέλφους, ήταν εξαιρετικά θετικό το γεγονός πως γινόντουσαν άμεσα αντιληπτές οι αλλαγές στην συμπεριφορά, από τις αντίστοιχες αλλαγές στα σημεία έδρασης του κινητήρα και στις ρυθμίσεις των αναρτήσεων. Το αντίθετο, για να λέμε την αλήθεια, το να γίνονται ένα σωρό αλλαγές και διαφορετικοί συνδυασμοί χωρίς καμία διαφορά στο αποτέλεσμα, δεν είναι και ό,τι καλύτερο για την αποτελεσματικότητα της σχεδίασης μιας μοτοσυκλέτας.


Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, στην λίστα των πλεονεκτημάτων του Nembo 32, ο Sabatini αφήνει την ελευθερία που του προσφέρει ο κινητήρας να τον χρησιμοποιήσει ως "πλατφόρμα" για να βιδώσει και να στηρίξει στα κάρτερ οποιοδήποτε μηχανολογικό ή περιφερειακό εξάρτημα θελήσει, θεωρώντας ουσιαστικά την μοτοσυκλέτα ως μια λευκή κόλλα χαρτί που πάνω της έχουν γραφτεί πολύ λίγα πράγματα, ενώ στο μυαλό του σχεδιαστή της υπάρχουν ήδη όλα τα υπόλοιπα που θα την γεμίσουν…
Στο βίντεο που ακολουθεί μπορείτε να δείτε συμπυκνωμένη την πορεία της κατασκευής της και πλάνα από τις δοκιμές της σε πίστα:

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες