Yamaha R1 RACE και R1 GYTR 2025 - Αναβάθμιση με μισή καρδιά... [VIDEO]
Φρένα, αναρτήσεις και αεροδυναμικά βοηθήματα, αλλά με καθυστέρηση απέναντι στον ανταγωνισμό
Από τον
Κώστα Γκαζή
19/9/2024
Για το 2025 η Yamaha αναβαθμίζει συντηρητικά τις δυο εκδόσεις R1 της, με το βασικό μοντέλο να μετονομάζεται σε R1 RACE (και αυτό αποκλειστικά για χρήση πίστας πλέον στην Ευρώπη, καθώς δεν θα πληροί τις Euro 5+ προδιαγραφές) και να δέχεται νέες αναρτήσεις, Brembo φρένα και αεροδυναμικά φτεράκια. Αντίστοιχα κι η κορυφαία έκδοση RY GYTR που φέρει κορυφαία εξαρτήματα της Yamaha για αγωνιστική χρήση λαμβάνει τις βελτιώσεις της R1 RACE, στην οποία βασίζεται. Σημειώστε πως στις Η.Π.Α. για το 2025 τα R1 & R1M θα κυκλοφορήσουν κανονικά με δυνατότητα έκδοσης αριθμού κυκλοφορίας, ελλείψει προδιαγραφών ρύπων και θορύβου που κάνουν δυνατή ακόμα και την κυκλοφορία μοτοσυκλετών του παρελθόντος με καρμπιρατέρ κ.α.
Το γεγονός πως η Yamaha στο δελτίο τύπου της ξεκινά με τα αεροδυναμικά βοηθήματα, μπορεί να υποδηλώνει και την αγωνία της να δείξει πως πήρε το μάθημά της μαζί με τη Honda από το MotoGP, εκεί που αμφότερα τα ιαπωνικά εργοστάσια παλεύουν να φτάσουν ξανά το επίπεδο των Ευρωπαίων που έχουν ξεφύγει, και είναι πρωτοπώροι σε “φτερά”, “φτυάρια”, και λοιπούς νεωτερισμούς στην αεροδυναμική.
Εμείς όμως θα ξεκινήσουμε από τα φρένα, τον τομέα που το R1 έπασχε περισσότερο σε σχέση με τον ανταγωνισμό, όπου τα παράπονα είχαν να κάνουν τόσο με τη δύναμή τους όσο κυρίως με το fade σε σκληρή χρήση.
Το ολοκαίνουργιο πακέτο φρένων του R1 RACEείναι της ιταλικής Brembo (αντί Ιάπωνα προμηθευτή) και αποτελείται από ακτινική τρόμπα και Stylemamonobloc δαγκάνες. Εξαιρετική επιλογή αν και θα μπορούσαμε να πούμε πως στην επιλογή αυτή της Yamahaταιριάζει γάντι η φράση “toolittle, toolate”, καθώς οι Stylemaείναι μεν εξαιρετικές δαγκάνες, έκαναν όμως το ντεμπούτο τους το μακρινό… 2017 (στο DucatiPanigaleV4), ενώ φέτος η Bremboέχει παρουσιάσει τον αντικαταστάτη τους, τις Hypure, τις οποίες φέρει -φυσικά- το νέο Panigale!
Περνάμε στο πλήρως ρυθμιζόμενο ανεστραμμένο πιρούνι νέας γενιάς 43 mmτης KYB, το οποίο έχει ανασχεδιαστεί και φέρει ανεξάρτητους ρυθμιστές για συμπίεση επαναφοράς και συμπίεσης σε αριστερό και δεξί καλάμι, με ρύθμιση για διαφορετική συμπεριφορά σε χαμηλές και ψηλές ταχύτητες. Κάθε καλάμι πλέον διαθέτει μια βαλβίδα στη βάση του, σχεδιασμένη να βελτιστοποιεί την πίεση στον κύλινδρο, μειώνοντας ή αποτρέποντας εντελώς τη ροή του λαδιού στο κάτω μέρος του πιρουνιού. Η Yamaha αναφέρει πως με το νέο πιρούνι, η απόσβεση γίνεται καλύτερη, ο τροχός κρατά καλύτερα την επαφή του με την άσφαλτο, και έχουμε βελτίωση και γενικότερα στη σταθερότητα. Νέα τέλη είναι η επίστρωση Kashima που δίνει ένα σκούρο χρυσό χρώμα στο πάνω μέρος του πιρουνιού.
Περιέργως, η Yamaha δεν αλλάζει και το πίσω αμορτισέρ, κάτι που τονίζει λίγο ακόμα τον συντηρητικό χαρακτήρα της αναβάθμισης του 2025.
Φτάνουμε στα carbonαεροδυναμικά φτεράκια, τα οποία διαθέτει το R1 RACE στο πάνω μέρος του φαίρινγκ μπροστά, με τα συγκεκριμένα βοηθήματα να βελτιώνουν την αποτροπή της σούζας στα πολλά, και την αίσθηση στο μπροστινό σε φρένα και στροφές. Αν τώρα άλλοι κατασκευαστές γράφουν αναλυτικά για τα οφέλη των συγκεκριμένων βοηθημάτων, με στοιχεία όπως τον αριθμό των κιλών που προσθέτουν με το downforce σε συγκεκριμένο αριθμό χιλιομέτρων, η Yamaha δυστυχώς δεν κάνει τέτοια παράθεση στοιχείων, αφαιρώντας λίγο από το κύρος που προσθέτουν τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία υπάρχουν για να αποδεικνύουν τη λειτουργικότητα των βοηθημάτων, πέρα από την “MotoGP” εμφάνισή τους. Να σημειώσουμε τέλος, πως πρώτο Superbike παραγωγής με "φτεράκια" ήταν το Aprilia RSV4 RF LE του 2018, με το Ducati Panigale V4 να εξοπλίζεται με αυτά από το 2019...
Αναβαθμισμένη είναι η σέλα του R1 RACE, με νέο υλικό για καλύτερη πρόσφυση, ώστε να παραμένει στη θέση του ο αναβάτης και να μη γλιστρά πάνω της σε αλλαγές κατεύθυνσης.
Κάπου εδώ φτάνουμε στο τέλος των αναβαθμίσεων, που δυστυχώς δεν άγγιξαν βαθιά το R1, μην έχοντας τη δύναμη να το φέρουν κοντά στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό που έχει ξεφύγει τόσο στους αγώνες (MotoGP & WorldSBK) όσο και στα SBK μοντέλα παραγωγής.
Αλλαγές δεν έχουμε στο αλουμινένιο πλαίσιο dealtabox, ούτε και στο ψαλίδι, ούτε όμως και στον τετρακύλινδρο κινητήρα CP4, με επίσημη απόδοση μόλις 197,26 hp, όταν το ApriliaRSV4 Factory 1100 αποδίδει 217 hp, το BMWM 1000 RR 209 hp, το DucatiPanigaleV4 του 25 216 hpκαι το HondaCBR1000RRR214,5 hp.
Ίδια έμεινε και η σουίτα ηλεκτρονικών βοηθημάτων, με IMU 6 αξόνων και συστήματα TractionControl, SlideControl, BrakeControl, LiftControl, LaunchControl, και EngineBrakeControl. Η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να διαθέτει quickshifter και φυσικά RidingModes που η Yamaha ονομάζει Powerselectionmodes.
Αλλαγή δεν είχαμε ούτε στα όργανα, με την TFT οθόνη να παραμένει ιδιαίτερα μικρή και δυσδιάκριτη, στις 4,2 ίντσες.
Όσον αφορά στην έκδοση R1 GYTR, αυτή διαθέτει όλες τις αναβαθμίσεις του R1 RACE -πλην των φρένων-, ενώ παράλληλα φέρει και μια σειρά κορυφαίων εξαρτημάτων GYTR με στόχο την αγωνιστική χρήση, τις βελτιωμένες επιδόσεις και το μικρότερο βάρος.
Στα επιπλέον εξαρτήματα GYTR που φέρει η κορυφαία έκδοση R1 περιλαμβάνονται μαύρο φαίρινγκ από fiberglass(θα έπρεπε να ήταν carbon), ρυθμιζόμενα μαρσπιέ, κλιπ-ον, RacingECU (SSTSpec), αγωνιστική καλωδίωση, Akrapovic τελικό εξάτμισης (και όχι ολόσωμη εξάτμιση), μπουζί, αλυσίδα, ABSemulator, σωληνάκια φρένων, τάπα ρεζερβουάρ μισής στροφής, μανέτες, καλύμματα κινητήρα, ζελατίνα, τακάκια BremboZ04, αγωνιστικό σταντ, κ.α.
Τα νέα R1 αναμένεται να γίνουν διαθέσιμα από τον Νοέμβριο του 2024, το μεν R1 RACE από το δίκτυο dealerτης Yamahaκαι το δε R1 GYTRαπό τα GYTRPROSHOPS.
Αν θέλουμε να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα από την παραπάνω αναβάθμιση, είναι πως η Yamahaδεν έχει ακόμα εμπεδώσει τα μαθήματα από τα Πρωταθλήματα MotoGP & WorldSBK, και συνεχίζει και στα μοντέλα παραγωγής μια αργή εξέλιξη που συνεχίζει να τη φέρνει σε δυσμενή θέση απέναντι στον ανταγωνισμό.
Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
Από τον
Παύλο Καρατζά
29/5/2026
Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.
Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.
Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.
Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.
Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.
Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.
Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:
Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)
Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.
Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.
Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)
Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.
Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.
Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.
Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.
Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)
Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.
Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)
Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.
Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.
XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)
Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.
Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.
Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)
Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.
Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.
Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.
Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.
Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)
Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.
Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.
Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.
Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)
Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.
Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.
Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.
Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.
Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.
Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.
Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)
Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.
Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.
Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.
Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.