Οδηγούμε τα Yamaha Tracer 900/GT [video]

Αποστολή στην Γρανάδα
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

17/4/2018

Η δημιουργία της νέας γενιάς των Tracer 900 έγινε μέσα στο… βιολογικό εργαστήριο της Yamaha στο Iwata, εκεί όπου οι αναλύσεις είχαν τον πρώτο λόγο. Και για να μην παρεξηγηθούμε, όταν κάνουμε λόγο για αναλύσεις δεν εννοούμε μόνο στο "DNA" της μοτοσυκλέτας, αλλά και σ' αυτά που είπαν οι κάτοχοι ή όσοι έχουν οδηγήσει το Tracer 900 της εταιρείας. Αυτό είναι μια σημαντική διαδικασία και ίσως ο πιο ουσιαστικός τρόπος για να βρεις τι είναι αυτό που χρειάζεται για να γίνει το καλό καλύτερο.

Το Tracer 900 είναι ένα από τα best seller της Yamaha, μια μοτοσυκλέτα που την έβαλε δυναμικά στον χάρτη των sport touring σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα γονίδια της οικογένειας των ΜΤ είναι πραγματικά μια φλέβα χρυσού για την Yamaha και η περίπτωση των Tracer (όχι μόνο των 900 αλλά και των 700) το αποδεικνύει περίτρανα. Το εργοστάσιο, λοιπόν, δεν στηρίχτηκε μόνο στην φαντασία και στις εκτιμήσεις των ανθρώπων του τμήματος marketing, αλλά άκουσε πολύ προσεκτικά όλα αυτά που ζητούσαν, που άρεσαν, που δυσαρέστησαν, που εξιτάρησαν, που έλειψαν και που γοήτευσαν όσους βρέθηκαν πάνω στη σέλα των Tracer. Πάνω σε αυτούς τους άξονες στηρίχθηκε η δημιουργία της νέας γενιάς, η οποία μάλιστα δεν διαθέτει μόνο έναν, αλλά δύο εκπροσώπους, καθώς προστέθηκε και το Tracer 900GT, το οποίο σύμφωνα με την Yamaha δεν αποτελεί μια εναλλακτική έκδοση, αλλά μια εντελώς διαφορετική μοτοσυκλέτα.


Το… "φύλλο πορείας" αυτή τη φορά έγραφε πάνω Γρανάδα, τα ορεινά τοπία της Sierra Nevada όπου επέλεξε η Yamaha να οδηγήσουμε για πρώτη φορά τα νέα Tracer 900 και Tracer 900GT. Η εμπειρία είναι λίγο περίεργη, καθώς η Ανδαλουσία είναι συνήθως συνυφασμένη με παραθαλάσσια θέρετρα και αμμουδερές παραλίες κι όχι με χιονισμένες βουνοκορφές, δάση και πράσινα λιβαδάκια ελβετικών προδιαγραφών. Κι όμως, αυτή η εσχατιά της Ιβηρικής χερσονήσου, διαθέτει ίσως τον καλύτερο συνδυασμό διαδρομών που ταιριάζουν ταμάμ με την προσωπικότητα των Tracer. Από κλειστούς επαρχιακούς δρόμους που ανεβοκατεβαίνουν τους λόφους και περικυκλώνουν τις λίμνες, μέχρι πιο ανοιχτά κομμάτια με εξαιρετική άσφαλτο, στροφές των 150+km/h και ευθείες που η δεύτερη εκατοντάδα των χιλιομέτρων μένει για αρκετή ώρα κολλημένη στο κοντέρ. Σημαντική παράμετρος, μιας κι ένα από τα βασικότερα ζητήματα στην προηγούμενη γενιά των Tracer ήταν η ασάφειες και τα κουνήματα του μπροστινού σε ταχύτητες άνω των 140km/h, ένα θέμα μάλιστα που πρώτοι εμείς αναδείξαμε στο ΜΟΤΟ, πριν καν πάρει διαστάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο.


Γι' αυτό και στην παρουσίαση που προηγήθηκε της βόλτας των 225 χιλιομέτρων στην ανδαλουσιανή γη, η πρώτη αλλαγή για την οποία έκαναν λόγο οι άνθρωποι της Yamaha ήταν αυτή που αφορούσε τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά και πιο συγκεκριμένα το επανασχεδιασμένο και μακρύτερο ψαλίδι κατά 60mm (από 532 σε 592mm) που μεγαλώνει αντίστοιχα το μεταξόνιο (από 1440 σε 1500mm) φορτίζοντας με περισσότερο βάρος τον μπροστινό τροχό. Ήταν η λογική και αναμενόμενη κίνηση από τη Yamaha προκειμένου να λύσει το συγκεκριμένο ζήτημα. Ανάλογα, έγιναν αλλαγές και στο σετάρισμα του αμορτισέρ ώστε να ταιριάξει με τις αλλαγές στα γεωμετρικά χαρακτηριστικά, με revalving χωρίς να αλλάξει όμως η έδρασή του. Διαφορετικό είναι πλέον και το ύψος σέλας που έχει αυξηθεί κατά 5mm, κάτι όμως που οφείλεται εν μέρει και στο νέο υλικό του αφρώδους που έχει χρησιμοποιηθεί.


Οι αλλαγές που αφορούν το πλαίσιο συμπεριλαμβάνουν και τον επανασχεδιασμό του μακρύτερου υποπλαισίου, έτσι ώστε να διαθέτει έτοιμες και ενσωματωμένες τις βάσεις για τις εργοστασιακές βαλίτσες οι οποίες ανήκουν και στον στάνταρ εξοπλισμό του GT. Νέα είναι και η ζελατίνα που έχει αλλάξει τόσο σε σχήμα έτσι ώστε να προστατεύει καλύτερα από τον αέρα αλλά και από τη βροχή. Η ρύθμισή της γίνεται πολύ εύκολα με το ένα χέρι μηχανικά και κυμαίνεται σε ένα εύρος 50mm.
Σε ό,τι αφορά τη θέση οδήγησης και την εργονομία, το τιμόνι είναι πιο στενό κατά 16,5mm, ενώ το συνολικό πλάτος έχει μικρύνει ακόμη περισσότερο (κατά 100mm) λόγω των επανασχεδιασμένων προστατευτικών (χούφτες) που είναι σαφώς μικρότερες από τις αντίστοιχες της πρώτης γενιάς. Αντίστοιχα μίκρυναν κατά 30mm και τα στελέχη από τους καθρέφτες, δίνοντας έτσι μια πιο μαζεμένη όψη στο Tracer.

Παρά το γεγονός ότι το λεγόμενο "τρίγωνο εργονομίας" παρέμεινε όπως ήταν στο προηγούμενο Tracer, η Yamaha προχώρησε σε αναβάθμιση της άνεσης με νέο υλικό στο αφρώδες της σέλας αλλά και διαφορετική σχεδίαση που δίνει έμφαση στα σημεία πίεσης από τον αναβάτη αυξάνοντας ελάχιστα την απόσταση από το έδαφος μόλις κατά 5mm, ενώ μπορεί να ρυθμιστεί σε δύο διαφορετικά ύψη (850-865mm). Η σημαντικότερη όμως αλλαγή που αφορά την άνεση έχει να κάνει με την τοποθέτηση των μαρσπιέ του συνεπιβάτη, ένα σημείο που το είχαμε θίξει ιδιαίτερα στην προηγούμενη γενιά τόσο των Tracer όσο και των ΜΤ-09. Πλέον οι βάσεις τους έχουν μεγαλύτερη απόσταση από τη σέλα (κατά 33mm), ενώ βγαίνουν και περισσότερο προς τα έξω, δημιουργώντας πιο φυσιολογικές γωνίες για τα πόδια, ενώ και οι χειρολαβές είναι πιο εργονομικά σχεδιασμένες για να προσφέρουν πιο αποτελεσματική στήριξη στον συνεπιβάτη.
Φυσικά από το κύμα της αναβάθμισης δεν θα μπορούσε να λείπει η σχεδίαση των πλαστικών, με ταυτόχρονη αναβάθμιση και της ποιότητας κατασκευής, με πιο αιχμηρές γωνίες και πιο επιθετικό σχήμα στο ρεζερβουάρ, το οποίο όμως έχει διατηρήσει την χωρητικότητα των 18 λίτρων. Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε κι εσείς στο βίντεο που ακολουθεί από την παρουσίαση στην Γρανάδα:


Σε ό,τι αφορά το GT, το οποίο όπως είπαμε η Yamaha το θεωρεί μια ξεχωριστή μοτοσυκλέτα κι όχι απλώς μια εναλλακτική έκδοση, είναι εμφανής η προσπάθεια να αποκτήσει έναν πιο premium χαρακτήρα πέρα από τον απαραίτητο τουριστικό εξοπλισμό. Γι' αυτό το λόγο, πέρα από τις αλλαγές της στάνταρ έκδοσης, διαθέτει μια TFT οθόνη που αλλάζει φωτισμό αυτόματα από ημέρα σε νύχτα, cruise control, θερμαινόμενα γκριπ, quick shifter, πλαϊνές βαλίτσες στο χρώμα της μοτοσυκλέτας και πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις εμπρός και πίσω, ενώ το πιρούνι είναι ανοδιωμένο χρυσό για να ξεχωρίζει από τη βασική έκδοση.
Ο κινητήρας και το πλαίσιο έμειναν απαράλλαχτα, και δικαίως θα προσθέσουμε εμείς μιας και ήταν από τα στοιχεία των Tracer που ανταποκρίνονταν άριστα στο ρόλο τους, με τον τρικύλινδρο "CP3" όπως τον ονομάζει η Yamaha να αποτελεί την ιδανική επιλογή ανάμεσα στις επιδόσεις, την γραμμικότητα και το ευρύ φάσμα ωφέλιμης περιοχής της δύναμης.

 


Στο ΜΟΤΟ που θα κυκλοφορήσει στις 30 Απριλίου, θα μπορείτε να διαβάσετε την αναλυτική παρουσίαση των νέων Tracer 900 και Tracer 900 GT, με τις πρώτες εντυπώσεις και τις απαντήσεις για το πώς μεταφράζονται όλες αυτές οι αλλαγές στην πράξη, ενώ στο gallery μπορείτε να δείτε ΟΛΕΣ τις φωτογραφίες από τα νέα Tracer.
 

Ετικέτες

NorthForge Dispatch: Ηλεκτρική μοτοσυκλέτα για τον στρατό του Καναδά - Βρίσκεται ήδη σε φάση δοκιμών

Αθόρυβη – Με αυτονομία 200 χιλιομέτρων – Μεταφέρει έως 200kg
NorthForge Dispatch
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

1/7/2026

Η καναδική NorthForge παρουσίασε επίσημα τη Dispatch, μια αμιγώς ηλεκτρική στρατιωτική μοτοσυκλέτα που ολοκλήρωσε τη φάση εξέλιξης και είναι πλέον έτοιμη για δοκιμές πεδίου, με στόχο την αξιολόγησή της από τις Καναδικές Ένοπλες Δυνάμεις και άλλους στρατιωτικούς οργανισμούς.

Η NorthForge, μια νέα καναδική εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα της “αμυντικής” κινητικότητας, ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της ανάπτυξης της Dispatch, μιας ηλεκτρικής μοτοσυκλέτας που σχεδιάστηκε εξαρχής για στρατιωτικές αποστολές πληροφόρησης, αναγνώρισης και επιτήρησης (ISR) και ελαφρών τακτικών επιχειρήσεων. Το πρωτότυπο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην έκθεση CANSEC που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο στην Ottawa, ενώ σύμφωνα με την εταιρεία η εξέλιξή του διήρκεσε σχεδόν τέσσερα χρόνια και πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με στελέχη των Καναδικών Ενόπλων Δυνάμεων και άλλους στρατιωτικούς συμβούλους.

Σε αντίθεση με άλλες στρατιωτικές λύσεις που βασίζονται σε μετατροπές πολιτικών μοτοσυκλετών, η Dispatch εξελίχθηκε αποκλειστικά για στρατιωτική χρήση. Η NorthForge αναφέρει ότι ο σχεδιασμός της δίνει προτεραιότητα στην αξιοπιστία, την ευκολία επισκευής στο πεδίο και τα χαμηλά επίπεδα θορύβου, στοιχεία που θεωρούνται κρίσιμα στις σύγχρονες επιχειρήσεις.

NorthForge Dispatch

Η ηλεκτρική μοτοσυκλέτα αποδίδει τελική ταχύτητα έως 110 χιλιόμετρα ανά ώρα και αυτονομία που μπορεί να φτάσει τα 200 χιλιόμετρα, ενώ το επίπεδο θορύβου παραμένει κάτω από τα 50 dB, περιορίζοντας σημαντικά την πιθανότητα ακουστικού εντοπισμού. Παράλληλα, έχει σχεδιαστεί και εξελιχθεί ώστε να λειτουργεί σε ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες, με εύρος θερμοκρασιών λειτουργίας από -45°C έως +45°C, με το θερμικό του αποτύπωμα να είναι επίσης μικρό, μόλις 5º C πάνω από την θερμοκρασία περιβάλλοντος, κάνοντας δύσκολα ανιχνεύσιμη την παρουσία του και από θερμικές κάμερες.

Η κατασκευή βασίζεται σε μονοκόκ πλαίσιο αλουμινίου αεροπορικών προδιαγραφών, επιλογή που, σύμφωνα με την εταιρεία, συνδυάζει υψηλή ακαμψία με χαμηλό βάρος. Η πλήρης μοτοσυκλέτα, μαζί με τις τρεις μπαταρίες, ζυγίζει 140 κιλά, ενώ χωρίς αυτές περιορίζεται στα 92 κιλά, βάρος αντίστοιχο με εκείνο ενός αγωνιστικού μοντέλου 300 κυβικών εκατοστών. Το ύψος της σέλας είναι μόλις 780 χιλιοστά, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από αναβάτες διαφορετικού αναστήματος.

Ο πτυσσόμενος σχεδιασμός αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της Dispatch. Η μοτοσυκλέτα μπορεί να αποσυναρμολογηθεί χρησιμοποιώντας μόλις τρία εργαλεία, ενώ η αντικατάσταση της μονάδας κίνησης γίνεται αφαιρώντας έναν μόνο άξονα. Σύμφωνα με τη NorthForge, ολόκληρο το όχημα μπορεί να μεταφερθεί σε κιβώτιο διαστάσεων 5 x 3 x 2 ποδιών (αντιστοιχούν σε περίπου 1.52 × 0.91 × 0.61 μέτρα) και να συναρμολογηθεί μέσα σε λίγα λεπτά, διευκολύνοντας τη μεταφορά και την υποστήριξή του σε επιχειρησιακό περιβάλλον.

NorthForge Dispatch

Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί και στο σύστημα τροφοδοσίας. Η Dispatch χρησιμοποιεί εξαρτήματα που κατασκευάζονται στον Καναδά, με στόχο την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από ηλεκτρονικά προερχόμενα από την Ασία. Μεταξύ αυτών των εξαρτημάτων είναι και οι τρεις αποσπώμενες μπαταρίες από τη SysNergie και έχουν σχεδιαστεί ειδικά για στρατιωτικές εφαρμογές, αντί να προέρχονται από εμπορικά ηλεκτρικά οχήματα. Οι μπαταρίες είναι άμεσα ανταλλάξιμες, με χρόνο αλλαγής γύρω στο ένα λεπτό από έναν εξοικειωμένο χρήστη, Το σύστημα διαθέτει και δικλείδες ασφαλείας, επιτρέποντας στη μοτοσυκλέτα να συνεχίσει να κινείται ακόμη και αν δύο από τις τρεις μπαταρίες παρουσιάσουν βλάβη, ενώ κάθε μονάδα μπορεί να φορτιστεί από οποιαδήποτε διαθέσιμη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας.

NorthForge Dispatch

Η δυνατότητα μεταφοράς εξοπλισμού αποτελεί επίσης βασικό στοιχείο του σχεδίου. Η Dispatch διαθέτει πέντε σημεία στερέωσης στον σκελετό και δύο επιπλέον στηρίγματα στο εμπρός μέρος, επιτρέποντας τη μεταφορά φορτίου έως 200 κιλών. Το εμπρός σύστημα ανάρτησης χρησιμοποιεί διάταξη τύπου girder με κατεργασμένους σε CNC βραχίονες, η οποία, σύμφωνα με τη NorthForge, μπορεί να αντέξει έως και τριπλάσιες καταπονήσεις σε σχέση με ένα συμβατικό τηλεσκοπικό πιρούνι.

Η εταιρεία υποστηρίζει ακόμη ότι περισσότερο από το 80% της μοτοσυκλέτας κατασκευάζεται στον Καναδά, ενώ η αλυσίδα παραγωγής δεν χρησιμοποιεί μπαταρίες, ηλεκτροκινητήρες ή λογισμικό προερχόμενα από την Άπω Ανατολή, ακολουθώντας τη νέα στρατηγική της χώρας για ενίσχυση της εγχώριας “αμυντικής” βιομηχανίας.

NorthForge Dispatch

Σύμφωνα με τη NorthForge, η Dispatch σχεδιάστηκε ώστε να λειτουργεί όχι μόνο ως μέσο μεταφοράς προσωπικού και εξοπλισμού, αλλά και ως κινητή πηγή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας για συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, αισθητήρες και μη επανδρωμένα συστήματα, ανταποκρινόμενη στις ανάγκες των πολεμικών μηχανών, όπου η αθόρυβη μετακίνηση, η ευκολία συντήρησης και η αξιοπιστία έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα.