Αποκλειστικό: Οδηγάμε την ηλεκτρική Streetfighter της Harley Davidson στις ΗΠΑ

Μια νέα “εξωσωματική” εμπειρία οδήγησης
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

17/7/2019

Είμαι μαζί σας! Γουστάρω τον ήχο του κινητήρα εσωτερικής καύσης. Είτε πρόκειται για μια εξωτική V4 superbike που θυμίζει MotoGP, είτε είναι ένα “ταπεινό” μονοκύλινδρο με μόλις 125 κυβικά, ο κινητήρας κάθε μοτοσυκλέτας είναι η ψυχή της. Επίσης ξέρω πως τα ηλεκτρικά οχήματα δεν μειώνουν την ρύπανση του περιβάλλοντος, αλλά απλώς τη μεταφέρουν από το σημείο χρήσης του οχήματος στο ορυχείο που σκάβουν για να βρουν τις σπάνιες γαίες για τις μπαταρίες και τους ηλεκτροκινητήρες και στα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Το γεγονός πως δεν βγάζουν καπνό εμπρός στα μάτια σου, δεν σημαίνει πως στα εργοστάσια που κατασκευάζονται και παράγεται η ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνουν και μαζί της ντουμάνια ολόκληρα από CO2. Κι αν όλοι αγοράσουμε ηλεκτρικά οχήματα, τότε τα πυρηνικά εργοστάσια θα φυτρώνουν σαν μανιτάρια για να καλύψουν τις ανάγκες μας σε ηλεκτρική ενέργεια.

Αφού λοιπόν συμφωνούμε πως μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα δεν έχει την “ψυχή’ μιας με κινητήρα εσωτερικής καύσης και στην πραγματικότητα δεν μειώνει τη ρύπανση του περιβάλλοντος, τότε γιατί η Livewire της Harley Davidson με άφησε με ανοιχτό το στόμα; Τί ξεχωριστό έχει πάνω της που να σε εθίζει τόσο πολύ η οδήγησή της;  Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κάποιο μυστήριο. Οι ηλεκτροκινητήρες έχουν μέγιστη ροπή από μηδέν στροφές και αυτό τους επιτρέπει να έχουν μόνο μία ταχύτητα, δηλαδή να έχουν μόνιμα την 6η σχέση. Δεν χρειάζονται καν τη βοήθεια ενός συμπλέκτη για να ξεκινήσουν από στάση με αυτή τη μακριά 6η σχέση!

Ακόμα και οι εξακύλινδρες Honda Goldwing 1800 και BMW K 1600 GT/GTL θα σου σβήσουν αν αφήσεις απότομα τον συμπλέκτη με τον κινητήρα να δουλεύει στο ρελαντί. Φανταστείτε λοιπόν πόση ροπή έχει άμεσα από το μηδέν ο ηλεκτροκινητήρας της Lifewire, που χρειάζεται ειδικό λογισμικό για την παροχή της ροπής, ώστε να μην ξεκινάς με burnout από τα φανάρια! Ο ρυθμός της επιτάχυνσης ρυθμίζεται μέσω τεσσάρων προκαθορισμένων προγραμμάτων (Road,Sport,Rain,ECO) και τριών custom, που σου επιτρέπουν να ρυθμίσεις εσύ πόσο γρήγορα θέλεις να επιταχύνει ο ηλεκτροκινητήρας, πόσο πολύ θέλεις να φρενάρει (και να επαναφορτίζει τις μπαταρίες) και πόσο παρεμβατικό θέλεις να είναι το traction control, το οποίο φυσικά δεν επεμβαίνει όπως τα συστήματα που έχουν οι συμβατικοί κινητήρες εσωτερικής καύσης, αλλά είναι απόλυτα γραμμικό. Μέσω λογισμικού ρυθμίζεται και ο “μονόδρομος συμπλέκτης”… Μα αφού δεν έχει συμπλέκτη ρε φίλε! Όχι, δεν έχει συμβατικό συμπλέκτη, όμως όταν κλείνεις το γκάζι, ο ηλεκτροκινητήρας φρενάρει τον πίσω τροχό (πολύ δυνατά αν έχεις ρυθμίσει τέρμα την επαναφόρτιση των μπαταριών) και υπάρχει πιθανότητα να μπλοκάρει ο πίσω τροχός. Για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, η Livewire παίρνει δεδομένα από τους αισθητήρες περιστροφής των τροχών και τους αισθητήρες της IMU και “απελευθερώνει” άμεσα τον πίσω τροχό ώστε να συνεχίζει την περιστροφή του και να μην μπλοκάρει. Οι δυνατότητες ρύθμισης είναι πραγματικά ανεξάντλητες και αλλάζουν δραματικά την συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τα ηλεκτρονικά που έχουν οι μοτοσυκλέτες με συμβατικούς κινητήρες εσωτερικής καύσης. Οι επιδόσεις της Livewire είναι αντίστοιχες και άμεσα συγκρίσιμες με σπορ μοτοσυκλέτες 100-120 ίππων, όμως ο τρόπος που επιταχύνει εν κινήσει συγκρίνεται περισσότερο με τα γυμνά streetfighter των 1000 κυβικών.

Η απουσία μηχανικών θορύβων και η απουσία αλλαγής ταχυτήτων κατά την επιτάχυνση και κυρίως κατά την επιβράδυνση, σε κάνουν να χάνεις την αίσθηση της ταχύτητας. Ειδικά οι μοτοσυκλέτες που οδηγήσαμε εμείς με το ψηφιακό ταχύμετρο να έχει ενδείξεις σε μίλια, ήταν πραγματικά πολύ δύσκολο να υπολογίσεις με πόσα χιλιόμετρα πλησιάζεις την είσοδο της στροφής. Οπότε δεν είναι τυχαίο που για πρώτη φορά σε Harley Davidson έχεις ακτινικές δαγκάνες της Brembo και ρυθμιζόμενες αναρτήσεις της Showa, όπως στα GSX-R 1000 και CBR 1000 RR. Επίσης για πρώτη φορά σε Harley Davidson έχεις αλουμινένιο πλαίσιο πολλαπλών δοκών με το αλουμινένιο εξωτερικό κάλυμμα των μπαταριών να έχει ενεργό ρόλο στην ακαμψία του. Τα κομμάτια του πλαισίου ξεβιδόνονται και αποσυναρμολογούνται για να μπορείς να αλλάζεις τις μπαταρίες όταν φτάσουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους. Η Harley δίνει πέντε χρόνια εγγύηση για την λειτουργία και την απόδοσή τους. Ο ακριβής αριθμός των επαναφορτίσεών τους δεν ανακοινώθηκε, αλλά όπως μας είπαν δεν θα έχεις πρόβλημα για τουλάχιστον επτά χρόνια μέχρι να πέσει αισθητά η απόδοσή τους και να χρειαστούν αντικατάσταση. Ούτε το κόστος τους έχει καθοριστεί με ακρίβεια ακόμα, καθώς πιστεύουν πως μέχρι να έρθει η στιγμή να αντικατασταθούν, η τιμή τους θα έχει πέσει λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου και του ανταγωνισμού. Σε κάθε περίπτωση, η Livewire δεν θα έρθει στην Ελλάδα πριν το τέλος 2020, οπότε για εμάς το θέμα έχει καθαρά φιλοσοφικό χαρακτήρα προς το παρόν. Δυστυχώς! Διότι η Livewire μπορεί άμεσα να χρησιμοποιηθεί από κάποιον που ζει και μετακινείται σε αστικό περιβάλλον, όπως της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας κ.τ.λ.

Κάναμε άνετα 90 μίλια τέρμα γκάζι, χωρίς καμία προσπάθεια οικονομίας στην κατανάλωση ρεύματος, με την επιτάχυνση ρυθμισμένη στο 100% Full Power και παρ’ όλα αυτά γυρίσαμε στο ξενοδοχείο έχοντας ακόμα 25% περίσσευμα στην μπαταρία. Αυτό μεταφράζεται σε 144 χιλιόμετρα αληθινής αυτονομίας, η οποία μπορεί εύκολα να ξεπεράσει τα 180 χιλιόμετρα αν οδηγάς μέσα στην κίνηση της πόλης, όπου αρκετή ώρα μέσα στην κίνηση και τα φανάρια, η Livewire δεν καταναλώνει καθόλου ηλεκτρική ενέργεια. Αυτή η αληθινή αυτονομία είναι υπεραρκετή για τις καθημερινές ανάγκες μετακίνησης των περισσότερων από εμάς και επαρκεί για να κάνεις το Σαββατοκύριακο μια βόλτα με τους φίλους σου εντός νομού, χωρίς κανένα άγχος μην ξεμείνεις από μπαταρία κάπου στο πουθενά. Το βράδυ την βάζεις στην πρίζα των 220V και έως το πρωί έχει επαναφορτιστεί 100%. Με ταχυφορτιστή  χρειάζεται μόλις 40 λεπτά για το 80% και 60 λεπτά για το 100%, οπότε όταν τα βενζινάδικα στις εθνικές αποκτήσουν ταχυφορτιστές, μπορείς άνετα να πας από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη με τρεις στάσεις των 40 λεπτών για καφέ. Τόσες κάνουν μέχρι τη Θεσσαλονίκη ακόμα και όσοι έχουν μεγάλες on-off. Τουλάχιστον στην θεωρία, έτσι είναι, αν πατήσουμε πάνω στην έμπρακτη πρώτη αυτή δοκιμή.

Σε κάθε περίπτωση, τα ηλεκτρικά οχήματα θα έχουν τις υποδομές που απατούνται για να μπορείς να τα χρησιμοποιείς (σχεδόν…) όπως τα συμβατικά οχήματα, αφού οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. έχουν ήδη δεσμεύσει τεράστια χρηματικά ποσά για τις επιδοτήσεις των έργων τους, οπότε μην παραξενευτείτε αν ο περιπτεράς της γειτονιάς σας γίνει αντιπρόσωπος ταχυφορτιστών για να τσεπώσει κι αυτός κάτι από τις επιδοτήσεις.

Όμως όλη αυτή η πολιτική πρεμούρα και η οικολογική υστερία γύρω από τα ηλεκτροκίνητα οχήματα αδικούν την Livewire γιατί πετάνε την μπάλα έξω από το γήπεδο. Η εμπειρία οδήγησης αυτής της μοτοσυκλέτας είναι μοναδική και ξεχωριστή. Πρόκειται για μία από τις καλύτερες σπορ γυμνές μοτοσυκλέτες που έχουμε οδηγήσει τα τελευταία χρόνια. Σε εθίζει με τον τρόπο που επιταχύνει, σε εντυπωσιάζει με την τεχνολογία της και εν τέλει σε γοητεύει. Κάνει δηλαδή όλα όσα οφείλει να κάνει μια καλή σπορ γυμνή μοτοσυκλέτα. Απλώς το κάνει αθόρυβα!   

Από εκεί και πέρα υπάρχει η τάση του ανθρώπου να πιστεύει πως πάντα ένας κούκος φέρνει την Άνοιξη και αντίστοιχα την καταστροφή. Η Livewire είναι η πρώτη του είδους της και έρχεται από την Harley και όχι από κάποιον άλλον κατασκευαστή που περιμένεις πως θα έκανε πρώτος το βήμα, μιας και απευθύνεται λόγο ευρύτητας της γκάμας σε πιο μεγάλο κοινό. Όχι. Η πρώτη ηλεκτρική ευρείας παραγωγής, είναι εξαιρετικά σπορ, εξαιρετικά ευέλικτη και έρχεται από την Harley. Δεν υπόσχεται πως είναι εδώ για να μας σκοτώσει τους βενζινοκινητήρες. Δεν υπόσχεται πως ο στόχος είναι να αλλάξει τα πάντα απλά με την εμφάνισή της. Αυτή την στιγμή είναι ένα νέο μοντέλο. Κι ως τέτοιο το κρίνουμε. Ως τέτοιο μας εντυπωσίασε, παρόλο που έλειπε ο ήχος…  Η πλήρης ανάλυση και όλα όσα έχουμε να πούμε, αρνητικά και καλά, στο επόμενο τεύχος του MOTO!

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες