BMW CE 04: Νέο ηλεκτρικό σκούτερ με 42hp και αυτονομία 130km

Έχει μετάδοση με σχέσεις αλλά και έκδοση Α1
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

7/7/2021

Με μέγιστη τελική ταχύτητα τα 120km/h σε οποιαδήποτε από τις εκδόσεις, τόσο της μειωμένης ιπποδύναμης Α1, όσο και εκείνης με τους 42 ίππους, το νέο BMW CE 04 με την αυτονομία των 130Km/h είναι η πρόταση της BMW για μετακινήσεις εντός πόλης. Εκεί που δεν θα χρειαστείς και παραπάνω από 120Km/h όπως λένε οι ίδιοι και με αυτονομία που καλύπτει τις ανάγκες των περισσότερων. Βέβαια η αυτονομία που ανακοινώνει η BMW είναι η μέγιστη δυνατή, αντίστοιχη με την ελάχιστη κατανάλωση όταν μιλάμε για κινητήρες εσωτερικής καύσης, όχι την μέση ή την μέγιστη κατανάλωση.

Σε κάθε περίπτωση τα 130km αυτονομίας υπερκαλύπτουν ένα μεγάλο μέρος των καθημερινών αναγκών για τους περισσότερους ενώ η έκδοση μειωμένης ιπποδύναμης για οδήγηση με δίπλωμα Α1 έρχεται και με χαμηλότερη αυτονομία στα 100km. Επιπρόσθετα η Α1 έκδοση μπορεί να ανέβει έως τους 31hp στις 4.000 στροφές έναντι των 42hp στις 4.900 στροφές της Α2 έκδοσης με την ροπή να είναι ίδια και στις δύο εκδόσεις, 6,32kg.m στις -μόλις- 1.500 στροφές.

Ο υδρόψυκτος κινητήρας μόνιμου μαγνήτη, σύγχρονου ρότορα / στάτορα έχει μέγιστο ρυθμό περιστροφής τις 12.300 στροφές και είναι η τελευταία λέξη της τεχνολογία που βρίσκεται αυτή την στιγμή στην παραγωγή αντίστοιχος με αυτό που μπορεί κανείς να βρει στην BMW i3, τις ακριβές ηλεκτροκίνητες Jaquar κτλ. Αυτό από μόνο του καθιστά το CE 04 ξεχωριστό ανάμεσα στην πλειοψηφία των ηλεκτρικών σκούτερ που υπάρχουν αυτή την στιγμή με επαγωγικούς κινητήρες, hub motor κτλ.

Στην πράξη η BMW θέλει το CE 04 να είναι εφάμιλλο σε λειτουργία και τρόπο χρήσης με τα σκούτερ που έχει ήδη στην γκάμα της, αν και τα 231 κιλά που ζυγίζει είναι νούμερο που όσο καλά κι αν κρύβεται εξαιτίας της κατανομής και του χαμηλού κέντρου βάρους, δεν μπορούν ολότελα να παραβλεφθούν. Για παράδειγμα το R1250GS ζυγίζει 250 κιλά, ενώ στα ίδια κιλά με το CE 04 είναι η Africa Twin και μάλιστα η έκδοση DCT αλλά και το V-Strom 1050XT. Αντίστοιχα καταναλώνει 7,7 kWh με βάση το στάνταρ σύστημα κύκλων οδήγησης για την μέτρηση της κατανάλωσης για κάθε 100 χιλιόμετρα ενώ τα 0-100 έρχονται σε 9,1 για την έκδοση των 42hp και σε 9,9 για την έκδοση Α1.

Η τελική μετάδοση γίνεται με ιμάντα που παίρνει κίνηση από ένα κιβώτιο μίας σχέσης και την συνολική αναλογία να ανέρχεται τελικής μετάδοσης να ανέρχεται σε 10.5 ενώ ο κινητήρας μόνιμου μαγνήτη, EMP 156 είναι τοποθετημένος στο πλαίσιο ανάμεσα στην μπαταρία και στον πίσω τροχό σε νοοτροπία που ακολουθεί την διάταξη των αυτοκινήτων όπως το 225xe Active Tourer. Ο ηλεκτροκινητήρας τροφοδοτείται από τάση μεταξύ 100 και 150V αντλώντας δύναμη από μία συστοιχία ιόντων λιθίου χωρητικότητας 8.9kWh που κατασκευάζονται με πράσινη ενέργεια στα πρότυπα των BMW iX και BMW i4. Ο τομέας του αυτοκινήτου έχει μεταλαμπαδεύσει εδώ όλες τις γνώσεις για την διαχείριση της μπαταρίας και του ηλεκτροκινητήρα, μέχρι και το σημείο του σχεδιασμού του πλαισίου. Σε μία, εικάζουμε, εκτεταμένη συνεργασία της BMW Motorrad με τον κλάδο αυτοκίνησης της BMW που σε αντίστοιχο βαθμό έχει να υπάρξει από την εποχή που σχεδίαζαν τον στρόφαλο του εξακύλινδρου K1600 αλλά και την οθόνη στο αντίστοιχο μοντέλο.

Τώρα το νέο σκούτερ δεν θα μπορούσε να μην ακολουθήσει τα αυτοκίνητα και σε αυτό τον τομέα με μία έγχρωμη TFT 10.25 ιντσών που χρησιμοποιεί το μέγεθός της για να προσφέρει πλήρεις δυνατότητες πλοήγησης την ίδια στιγμή που συνεχίζει να δείχνει την ταχύτητα κίνησης και όλες τις υπόλοιπες πληροφορίες. Αντίστοιχα δηλαδή με αυτό που κάνει πλέον η Multistrada V4 και που θα έχουν και τα νέα BMW R, ενώ το πιθανότερο -λέμε εμείς- είναι η οθόνη αυτή να κατασκευάζεται από την Bosch και θα την δούμε σύντομα και σε άλλα μοντέλα. Το φρενάρισμα αναλαμβάνουν δύο δίσκοι εμπρός 265mm με τετραπίστονες δαγκάνες και ένας δίσκος πίσω με αντίστοιχη διάμετρο και πλευστή δαγκάνα με σωληνάκια υψηλής πίεσης και την χρήση της μονάδας ABS 9.3 της Bosch. Αυτό σημαίνει πως παρόλο που είναι μία γενιά πίσω, η μονάδα αυτή παραμένει μία από τις πιο σύγχρονες ενώ παράλληλα υπάρχει και η δυνατότητα στον πρόσθετο εξοπλισμό να λαμβάνει πληροφορίες κλίσης του σκούτερ και να ρυθμίζει το φρενάρισμα με βάση το πόσο δυνατά πιέζει την μανέτα ο αναβάτης, αλλά σε συνάρτηση με την κλίση.

Ταυτόχρονα βέβαια το CE 04 χρησιμοποιεί και φρένο κινητήρα το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση μεταφράζεται σε ανάκτηση ενέργειας. Αυτό μάλιστα είναι δυναμικά ρυθμιζόμενο και τελείως διαφορετικό ανάλογα με την λειτουργία που έχει επιλέξει ο αναβάτης. Οι λειτουργίες είναι “ECO”, “Rain”, “Road” και “Dynamic” με την “Road” να είναι η βασική επιλεγμένη. Η ύπαρξη ανάκτησης ενέργειας εκτός από το προφανές, να ανακτά ενέργεια κατά το φρενάρισμα, είναι κι άλλο ένα στοιχείο που φέρνει το CE 04 λίγο πιο κοντά στα υπόλοιπα σκούτερ της BMW με κινητήρα εσωτερικής καύσης καθώς κλείνοντας το γκάζι δεν «μπαίνει νεκρά» αλλά υπάρχει πιο έντονη επιβράδυνση. Η μέγιστη ανάκτηση κι άρα το μέγιστο φρένο κινητήρα υπάρχει στην κατάσταση Dynamic που σε παραδοσιακό BMW στιλ πρέπει να το πληρώσεις έξτρα και το αμέσως επόμενο είναι στο “ECO”.

Υπάρχει και traction control ενώ με 26,5 γωνία κάστερ, 120mm ίχνος και μεταξόνιο 1.675mm η γεωμετρία του προσομοιάζει cruiser μοτοσυκλέτα, πράγμα που σε συνδυασμό με το βάρος μας φέρνει άλλο ένα βήμα πιο κοντά στο γεγονός πως θέλουμε να το οδηγήσουμε πριν αναφέρουμε τα θετικά για την ευελιξία για την οποία διατείνεται η ίδια η BMW και αναμεταδίδεται κάπως εύκολα από τους υπόλοιπους. Οι τροχοί είναι 15 ιντσών με 3,5 ζάντα εμπρός και 4,5 πίσω και ελαστικά 120/70 και 160/60 που ταιριάζουν στα χαρακτηριστικά της γεωμετρίας αλλά και το συνολικό βάρος. Μπροστά το πιρούνι έχει διαδρομή 110mm και πίσω το αμορτισέρ που εδράζεται απευθείας πάνω από τον άξονα έχει 92mm και περιμένουμε από την BMW να είναι πιστή στα δικά της στάνταρ και να σβήνουν οι αναρτήσεις κάθε ανωμαλία, ακόμη και των ελληνικών δρόμων.

Προφανώς και ένα τέτοιο σκούτερ, με μία τέτοια απόδοση, δεν έχει αφαιρούμενες μπαταρίες. Όχι μόνο αυτό αλλά η υποδοχή φόρτισης είναι αντίστοιχη των αυτοκινήτων και -φυσικά πληρώνοντας έξτρα- μπορεί να δεχτεί ταχυφορτιστή. Σε αυτή την περίπτωση η φόρτιση που διαρκεί 4 ώρες και 20 λεπτά πέφτει στα 1:40 με ταχυφορτιστή 6,9kW. Βέβαια η BMW δεν συνιστά να εξαντλείται η μπαταρία του σκούτερ και θεωρεί μία πιο σωστή μέτρηση από το 20% της μπαταρίας στο 80% που με ταχυφορτιστή θα γίνει σε 45 λεπτά. Στην ελληνική πραγματικότητα, που ακόμη δεν έχει καθοριστεί το νομικό πλαίσιο για να αρχίσουν οι δήμοι τις εγκαταστάσεις και που κάθε ένας ταχυφορτιστής αυτή την στιγμή είναι τοποθετημένος με ξεχωριστές διατάξεις, θα αργήσουμε να δούμε πληθώρα σημείων φόρτισης σε κάθε γειτονιά. Ακόμη και οι οικιακοί ταχυφορτιστές τοποθετούνται αυτή την στιγμή χωρίς ελέγχους προδιαγραφών ως προς την ασφάλισή τους όπως πρόσφατα μας αποκάλυψε Δήμος που έχει πρωτοστατήσει στις εγκαταστάσεις κι έτσι εκ των πραγμάτων το CE 04 δεν απευθύνεται σε πολλούς - Πριν ακόμη δηλαδή μάθουμε την τιμή του στην Ελλάδα. Σημειώστε πως για αποθηκευτικό χώρο υπάρχει η δυνατότητα να ασφαλιστεί ένα κράνος ενώ για επέκτασή του η λύση που προτείνει η BMW είναι μία μαλακιά εξωτερική βαλίτσα, φυσικά -για να μην ξεχνιόμαστε- στον πρόσθετο εξοπλισμό.

Σε κάθε περίπτωση η μοντέρνα εμφάνισή του, ο πλούσιος εξοπλισμός του και οι -απευθείας από το αυτοκίνητο- τεχνολογικές λύσεις που προσφέρει, με την αυτοκίνηση να είναι πολύ πιο μπροστά από την μοτοσυκλέτα, καθιστούν το CE 04 ξεχωριστό και την BMW πρωτοπόρα στον τομέα.

 

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες