DNA DCR-018: Αποκάλυψη τώρα! EICMA 2018

Το κεντρί της σφίγγας
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

2/11/2018

Η ελληνική εταιρεία φίλτρων υψηλών επιδόσεων, DNA, και το φοβερό δίδυμο πατέρα και υιού, Ντίνου και Μάριου Νικολαΐδη, “κεντρίζουν” ξανά το διεθνές ενδιαφέρον. Στην κυριολεξία “κεντρίζουν” το ενδιαφέρον, καθώς η δεύτερη custom μοτοσυκλέτα που παρουσίασαν πριν λίγα λεπτά στην έκθεση της EICMA 2018 στο Μιλάνο έχει την ονομασία “The Billet Sting” και σύμβολό της είναι μια σφίγγα που επιτίθεται με το "Αλουμινένιο Κεντρί" της.

Έχοντας ήδη αποδείξει από πέρσι με την DCR-017 τις ικανότητές τους στον σχεδιασμό και στη μηχανουργική κατεργασία μεγάλου μεγέθους monoblock αλουμινένιων εξαρτημάτων, κάνουν τώρα το επόμενο βήμα κατασκευάζοντας εξολοκλήρου το δικό τους πλαίσιο!

Κι αν πέρσι τέτοια εποχή για κάποιους ήταν δύσκολο να αποκαλέσουν την DCR-017 ως 100% ελληνική μοτοσυκλέτα, τώρα με την DCR-018 είναι δύσκολο να μην πεις πως πρόκειται για μια made in Greece μοτοσυκλέτα, αφού μόνο ο κινητήρας είναι της BMW κι αυτός έχει δεχτεί πάρα πολλές αλλαγές από ελληνικά χέρια, όπως τα ηλεκτρονικά και η τροφοδοσία του.

Όχι απλά ένα πλαίσιο που θα δείχνει ωραίο, αλλά ένα πλαίσιο που θα μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός αγώνα! Αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά του Ντίνου και του Μάριου Νικολαΐδη από τους υπόλοιπους custom builders και βάζει την DNA μέσα σε ένα πολύ μικρό club κατασκευαστών custom μοτοσυκλετών, όπως η Magni και η Paton.

Και πράγματι, η DCR-018 έχει την τεχνολογία και την τεχνογνωσία που απαιτείται, η οποία σου επιβάλει πλέον να αποκαλείς την DNA ως κατασκευαστή μοτοσυκλετών.

 
Πρώτα το διαλύουμε!

Βάση για αυτή την μοτοσυκλέτα ήταν ένα ολοκαίνουριο BMW R9T Racer, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχει καμία σημασία, καθώς το μόνο που κράτησαν ήταν ο κινητήρας του κι αυτός όχι ολόκληρος! Θα μπορούσαν δηλαδή να ξεκινήσουν με οποιοδήποτε μοντέλο της σειράς R9T ή ακόμα και με κάποιο μεταχειρισμένο αεροελαιόψυκτο R1200GS.

Ακόμα και το ενιαίο σύστημα άξονα-μονόμπρατσου ψαλιδιού είναι σχεδιασμένο και κατασκευασμένο από την DNA!

Με έναν σκέτο boxer κινητήρα να κάθεται πλέον σε μια βάση, έπρεπε να σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν όλα τα υπόλοιπα. Αυτό δίνει μεν περισσότερη ελευθερία στο σχεδιασμό, όμως ταυτόχρονα βάζει και περισσότερους πονοκεφάλους στο κατασκευαστικό κομμάτι και κυρίως στο λειτουργικό. Η DCR-018 δεν είναι μια trailer queen, αλλά μια πραγματική σπορ μοτοσυκλέτα για οδήγηση στην πίστα και αυτό με την σειρά του ανεβάζει κατακόρυφα τον πήχη των απαιτήσεων στον τομέα της απόδοσης.

Η επιλογή της κατασκευής ενός αλουμινένιου monocoque δεν είναι φυσικά τυχαία. Η πρώτη μοτοσυκλέτα που έφτιαξε ο Ντίνος Νικολαΐδης την δεκαετία του’ 80, ήταν μια αγωνιστική δίχρονη 80cc με τέτοιου είδους πλαίσιο, η οποία μάλιστα είχε μεγάλη επιτυχία στους αγώνες τερματίζοντας πάντα στο βάθρο επί τρία συνεχόμενα χρόνια. Η διαφορά αυτή τη φορά είναι ότι το πλαίσιο της DCR-018 έχει επιπλέον την τεχνογνωσία 40 ετών του Ντίνου, τις τεχνολογικές δυνατότητες της DNA και φυσικά το πάθος και τον νεοτερισμό που φέρνει μαζί του ο Μάριος.

Αποτελείται από δέκα τμήματα, όλα τους σκαλισμένα σε εργαλειομηχανή CNC, τα οποία ξεκίνησαν ως ένα μασίφ κομμάτι αλουμινίου T6082-T651 και συγκολλήθηκαν μεταξύ τους. Για την προστασία του αλουμινίου από την διάβρωση, ολόκληρο το πλαίσιο έχει υποστεί ανοδίωση.

Στο μεγαλύτερο μέρος της εξωτερικής επιφάνειας των κυρίως δοκών και του ενιαίου υποπλαισίου είναι τρισδιάστατα σκαλισμένο το μοτίβο που έχουν οι κυψέλες κερήθρας, που ως γνωστόν είναι ένα από τα ανθεκτικότερα γεωμετρικά σχήματα της φύσης.

Αυτό το μοτίβο κυριαρχεί αισθητικά στην DCR-018 και το συναντάμε έως και στα δύο τελικά της εξάτμισης τιτανίου, η οποία είναι φυσικά ειδικά κατασκευασμένη από την Akrapovic. Το τέλειο φινίρισμα και η συναρμογή των κομματιών αλουμινίου δεν σε αφήνουν να καταλάβεις πως στην ουρά υπάρχει ένα καπάκι που ανοίγει και εκεί μέσα βρίσκεται ο κεντρικός διακόπτης σχήματος D που είναι πλέον το σήμα κατατεθέν των DCR, καθώς και οι βάσεις για τα τελικά των εξατμίσεων.

Μέσα στο κυρίως πλαίσιο είναι η μπαταρία ιόντων λιθίου, με βάρος μόλις 850gr και το ρεζερβουάρ καυσίμου, τοποθετημένο κοντά στο σώμα του αναβάτη. Στόχος ήταν η επίτευξη την ιδανικής κατανομής βάρους 50/50 εμπρός, κάτι όχι τόσο εύκολο όσο ακούγεται, καθώς η μοτοσυκλέτα είναι πλέον πολύ ελαφρύτερη από την R9T Racer και με εντελώς διαφορετικό σχεδιασμό πλαισίου.

 

Ιδανική γεωμετρία

Όλα τα BMW R9T έχουν μια ακραία αργή γεωμετρία, με γωνία κάστερ που φτάνει τις 27 μοίρες και πολύ μακριά μεταξόνια. Η DCR-018 δεν θα μπορούσε να έχει τέτοια γεωμετρικά χαρακτηριστικά αν ήθελε να έχει την απαραίτητη ευελιξία που απαιτείται μέσα σε μια πίστα. Το νέο πλαίσιο της DCR-018 έχει την ιδανική γωνία κάστερ των 24 μοιρών και μεταξόνιο κοντά τα 1.400mm, που είναι πλέον τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά μιας σύγχρονής superbike. Αυτό επιτεύχθηκε, τόσο χάρη στη γεωμετρία του λαιμού του monocoque πλαισίου, όσο και στις ειδικά σχεδιασμένες πλάκες του πιρουνιού.

Το πιρούνι παραμένει συμβατικό ως προς τον σχεδιασμό του, όμως κάθε άλλο παρά συμβατικά είναι τα τεχνικά χαρακτηριστικά του. Με διάμετρο 43mm για τα καλάμια που έχουν αντιτριβηκή επίστρωση DLC, προοδευτικά ελατήρια και φυσίγγια της Hyperpro, με δυνατότητα ρύθμισης αποσβέσεων αργού/γρήγορου για την συμπίεση και την επαναφορά, καταφέρνει να διατηρήσει την neoretro αισθητική, προσφέροντας ταυτόχρονα την τελευταία λέξη της τεχνολογίας σε συμπεριφορά.

Πάνω του δένουν οι ακτινικές δαγκάνες ISR με τρόμπα της ISR, με τους μαύρους δίσκους των 320mm τεχνολογίας Direct Link της Brake Tech και ένα ρυθμιζόμενο, προοδευτικής λειτουργίας σταμπιλιζατέρ της Hyperpro, ολοκληρώνοντας την καθαρόαιμη αγωνιστική εικόνα του εμπρός συστήματος. Από την ίδια εταιρεία είναι και το πίσω αμορτισέρ, με αντίστοιχες δυνατότητες ρυθμίσεων, μόνο που σε αυτή την περίπτωση η ιστορία πάει πολύ πιο μακριά, καθώς ο Ντίνος με τον Μάριο αποφάσισαν να κάνουν κάτι που όλοι οι άλλοι αποφεύγουν ακόμα και να σκεφτούν. Ολόκληρο το μονόμπρατσο ψαλίδι, που φιλοξενεί φυσικά τον μηχανισμό του άξονα μετάδοσης, σχεδιάστηκε από την αρχή και κατασκευάστηκε μέσα στο εργοστάσιο της DNA. Ο βασικός στόχος δεν ήταν μόνο μια εντυπωσιακή εμφάνιση που θα ταιριάζει με την αισθητική της υπόλοιπης μοτοσυκλέτας, αλλά και η λειτουργικότητα.

Το σχήμα “Ζ” του ψαλιδιού που αφήνει εκτεθειμένο στα βλέμματα την κίνηση περιστροφής του άξονα μετάδοσης, είναι σίγουρα άλλη μια μοναδικότητα στο σχεδιασμό της DCR-018

Πέρα από την ανάγκη να βρεθεί χώρος για το φαρδύτερο πίσω slick ελαστικό της Michelin των 200mm, η DNA ήθελε να αλλάξει την γεωμετρία της πίσω ανάρτησης, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι 2/1 μεταξύ διαδρομής τροχού (120mm) και διαδρομής πίσω αμορτισέρ (60mm).

Μαζί με το προοδευτικής σκληρότητας ελατήριο του αμορτισέρ της Hyperpro, η κίνηση της πίσω ανάρτησης είναι απόλυτα γραμμική, ενώ σε σχέση με το ψαλίδι/άξονα της μοτοσυκλέτας παραγωγής, της DCR-018 είναι πολύ πιο ανθεκτικό, χάρη δύο τεράστια 40mm βελονοειδή ρουλεμάν που το συνδέουν με το κυρίως πλαίσιο.   

Μέρος της ενίσχυσης της ακαμψίας του πλαισίου αποτελούν ακόμα και οι αεραγωγοί  εξαγωνικής διατομής που βρίσκονται κάτω από την μπλε lexan ζελατίνα. Πίσω της κρύβονται δύο full LED προβολείς και τα μίνιμαλ ρεζερβουάρ υγρών της τρόμπας του εμπρός φρένου και του υδραυλικού συμπλέκτη. Τα όργανα φωλιάζουν πάνω στο εμπρός τμήμα του “ρεζερβουάρ” και πρόκειται για μία LCD οθόνη 5” με ενσωματωμένο rev-limiter. Κατασκευάστηκε από την ελληνική εταιρεία αγωνιστικής τηλεμετρίας Plex-Tuning, ειδικά για την DCR-018. Η οθόνη είναι υψηλής ευκρίνειας (800 CD) και η γωνία θέασης από όλες τις κατευθύνσεις είναι στις 80 μοίρες.

Η DNA δεν ξεχνά ποτέ ότι είναι μια εταιρεία που εξειδικεύεται στην αύξηση της απόδοσης των κινητήρων και όπως ήταν φυσικό, ο boxer κινητήρας του R9T δέχτηκε τις απαραίτητες περιποιήσεις. Στόχος του Ντίνου και του Μάριου ήταν μια υγιής αύξηση 10-15 ίππων. Ένα ζευγάρι φιλτροχοάνες 66mm από την βραβευμένη με Reddot σειρά Leather Top φίλτρων της DNA, βρίσκονται στις άκρες δύο σωλήνων από τιτάνιο διαμέτρου 60mm, έχοντας ταυτόχρονα τον ρόλο του Ram Air.

Για αισθητικούς λόγους, το ψυγείο λαδιού ενσωματώθηκε στο εμπρός τμήμα του κινητήρα. Ο επαναπρογραμματισμός της ECU ήταν απαραίτητος για να ταιριάξουν τα φίλτρα υψηλής απόδοσης της DNA με την ολόκληρη εξάτμιση τιτανίου της Akrapovic.

Οι αγωνιστικοί διακόπτες της Purposebuiltmoto στο τιμόνι και οι βίδες τιτανίου σε κάθε σημείο της DCR-018 είναι η τελευταία πινελιά της DNA σε αυτή την ανατρεπτική boxer… ή μήπως είναι η συρματασφάλιση που έκανε ο Μάριος δουλεύοντας μετά τα μεσάνυχτα…; Δύσκολο να πεις για αυτή την μοτοσυκλέτα που σε κάθε της σημείο ανακαλύπτεις και μια λεπτομέρεια που την συνοδεύει μια δική της ξεχωριστή ιστορία.  

 

 

Μοτοσυκλέτα:                  BOXER RACER combining the past with the future!

Πλαίσιο:                           Monocoque Aluminum CNC Machined

Αναρτήσεις:                     Hyperpro Race Specification

Engine:                             BMW R9T air/oil cooled radial 4 valve 1.200cc 1.170 cc boxer

ECU:                                 Programable Race Spec

Electronics:                      Can Bus επαναπρογραμματιζόμενη τηλεμετρία

Τροχοί:                            Spoked Race Spec

Φρένα:                            Full Floating Race Spec rotors & Race Spec fully adjustable master cylinders

Εισαγωγής/Φίλτρο:        Forced Air intake with DNA Filters

Εξάτμιση:                       Akrapovic Titanium Custom Design

 

DCR-018 “The Billet Sting” Specifications

ENGINE: BMW R NINE T 2018

CAPACITY: 1170cc

ENGINE TYPE: Air/Oil cooled Boxer

BORE/STROKE: 101 mm / 73mm

COMPRESION RATIO: 12.1 : 1

VALVE TRAIN: 4 Radial valve heads

FUEL DELIVERY: Electronically controlled fuel injection ROAD & RACE mode

POWER: 122 whp @7.900 rpm

TORQUE: 12.3 KGM @6.200 rpm

POWER to WEIGHT RATIO: 0.66 whp / kg

TRANSMISSION: 6 speed

CLUTCH: Single dry plate clutch

CLUTCH MASTER CYLINDER: Race adjustable 16-18 ESR CNC machined

FINAL DRIVE: Cardan shaft

TOP SPEED: 280+ km/h

FRAME TYPE: Monocoque aluminum CNC machined

SUB-FRAME: Monocoque aluminum CNC machined

FRAME ADJ GEOMETRY: Caster 24.50 – 25.50 , rear height ± 12mm

WHEELBASE: 1490 mm

FUEL TANK: Aluminum

FUEL CAPACITY: 10.5 liters

SEAT: Monocoque aluminum CNC machined one piece with the subframe

BIKE WEIGHT: 183 kg (without fuel / road ready)

AIR FILTER: 2x DNA High Performance Filters Leather Top custom made for the DC-018

EXHAUST: Akrapovic full titanium custom made for the DCR-018

STEERING DAMPER: Hyperpro CSC custom made for the DCR-018

FRONT SUSPENSION: Hyperpro 43mm conventional DLC coated race spec custom made for the DCR-018

REAR SUSPENSION: Hyperpro 3D Shock race spec custom made for the DCR-018

FRONT MASTER CYLINDER: Race adjustable ratio 18-20 ISR CNC machined

REAR MASTER CYLINDER: Retro Race ISR CNC machined billet

FRONT BRAKES: 2 x 320 mm Braketech Direct Link cast iron, 2 x 4 piston ISR Radial billet calipers

REAR BRAKE: 4 Piston ISR CNC machined billet caliper

OIL COOLING: Custom design CNC machined from billet by DNA High Performance Filters

FRONT TYRE: 120 / 70 x 17 Michelin Power Slick EVO

REAR TYRE: 200 / 55 x 17 Michelin Power Slick EVO

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες