Σύγκριση Mega Scooter (Yamaha Tmax DX/SX, BMW C 650 Sport/GT, Suzuki Burgman 650)

Τέρμα γκάζι στα στροφιλίκια της Πορτογαλίας
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

26/4/2018

Πριν μια εβδομάδα βρεθήκαμε στη Λισαβόνα για την παρουσίαση των νέων σπορ ελαστικών SC2 και SC2 Rain της Bridgestone, που φέρνουν την τεχνολογία των trackday ελαστικών S21 στην κατηγορία των mega scooter. Αναλυτική παρουσίασή τους θα έχουμε φυσικά σε επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ, όμως ταυτόχρονα είχαμε την ευκαιρία να οδηγήσουμε στους ίδιους δρόμους, με τα ίδια ελαστικά το νέο Tmax DX και SX Sport Edition της Yamaha, το C650 Sport και το C650 GT της BMW και το Burgman 650 της Suzuki. Μιλάμε λοιπόν για τα Mega Scooter που είχαν διαθέσιμα οι άνθρωποι της Bridgestone, την στιγμή που εμείς ήδη - πρώτοι στον κόσμο- έχουμε δοκιμάσει τα ελαστικά στην Ελλάδα, με Kymco AK550: Μία δοκιμή που έρχεται σε λίγο με περισσότερες λεπτομέρειες, φωτογραφίες και video. Ωστόσο στην Λισαβόνα είχαμε μία ευκαιρία παράλληλης σύγκρισης... 

Σαφώς τα scooter ο κόσμος τα αγοράζει για την πρακτικότητά τους και εμείς δεν είχαμε την δυνατότητα να δούμε αυτή την πλευρά τους, όμως κάναμε πολλά χιλιόμετρα μέσα στο κέντρο της πόλης με πυκνή κίνηση και κυρίως ξύσαμε τις ποδιές και τα σταντ τους στα ορεινά στροφιλίκια λίγο έξω από την πρωτεύουσα της Πορτογαλίας. Οπότε είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να πούμε δύο-τρία πράγματα για την συμπεριφορά τους στις στροφές, για όσους από εσάς τους ενδιαφέρει αυτή η πλευρά του χαρακτήρα τους.

Το Tmax είναι γνωστό και δεν χρειάζεται συστάσεις φυσικά. Η έκδοση DX με την ηλεκτρική ζελατίνα, την θερμαινόμενη σέλα, το cruise control και το ρυθμιζόμενο πίσω αμορτισέρ (προφόρτιση ελατηρίου και απόσβεση επαναφοράς) είναι σαφώς το πιο άνετο και ταυτόχρονα το πιο ικανό στις στροφές μέσα στην γκάμα. Η καινούρια έκδοση SX Sport Edition που προστέθηκε μόλις πριν ένα μήνα έχει επιπλέον της βασικής SX, χαμηλή φιμέ ζελατίνα και τελικό εξάτμισης της Akrapovic. Δυστυχώς όμως δεν έχει κάποια άλλη διαφορά στο πλαίσιο ή τις αναρτήσεις, με αποτέλεσμα να είναι απλώς μια αισθητική αναβάθμιση του SX και όχι ουσιαστική. Ακόμα και ο ήχος της εξάτμισης δεν διαφέρει πολύ σε ένταση και χροιά από την νορμάλ. Μας απογοήτευσε η Yamaha με αυτή την ειδική έκδοση, που την περιμέναμε πιο hard core επί της ουσίας και όχι μόνο σε εμφάνιση. Έτσι αν θέλεις να στρίβεις γρήγορα με ένα Tmax, η έκδοση DX εξακολουθεί να είναι η καλύτερη επιλογή μέσα στη γκάμα.

ΕΔΩ ΣΥΓΚΡΙΝΟΥΜΕ ΜΟΝΟ ΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΗ ΓΡΗΓΟΡΗ ΟΔΗΓΗΣΗ ΣΕ ΣΤΡΟΦΕΣ, ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΑΥΤΟ ΓΙΑ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ MEGA SCOOTER ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ - Για κάτι τέτοιο σε επόμενο MOTO...

Το Tmax είναι από τα mega scooter που σου δίνουν αμέσως εμπιστοσύνη να τα οδηγήσεις γρήγορα στις στροφές. Όπλο του είναι φυσικά η hi-end αυτόματη μετάδοση, το καλοζυγισμένο πλαίσιο και ο εύστροφος δικύλινδρος κινητήρας του. Η απόκριση στο γκάζι είναι άριστη, όπως άριστη είναι και η συμπεριφορά της μετάδοσης όταν κλείνεις το γκάζι, όπου έχει απόλυτα γραμμική συμπεριφορά. Ποτέ δεν θα φρενάρει υπερβολικά τον πίσω τροχό και ποτέ δεν θα αμολήσει ξαφνικά τη σύμπλεξη μαζί του.

Στα μειονεκτήματά του βάζουμε τη συμπεριφορά του ABS που είναι μια δεκαετία πίσω σε σύγκριση με τα καινούρια συστήματα.  Μπαίνει πολύ πρόωρα και ο τρόπος επέμβασής του δεν ταιριάζει με την σπορ προσωπικότητα του πλαισίου και του κινητήρα του. Μεγάλη ευθύνη φέρει η ρύθμιση του ABS στο πίσω φρένο και αν δεν το χρησιμοποιείς, φρενάροντας μόνο με το εμπρός, πετυχαίνεις μικρότερες αποστάσεις πέδησης.

Το δεύτερο μειονέκτημα του Tmax δεν έχει σχέση με την σπορ οδήγηση, αλλά με την οδήγηση μέσα στην πόλη. Η δυσκολία να πατήσεις με τα δύο πόδια κάτω αν είσαι κάτω από 1,80μ είναι αδικαιολόγητη, καθώς το ύψος της σέλας δεν είναι υπερβολικό. Η αιτία βρίσκεται στο πλάτος που έχει το εμπρός τμήμα της, που σου ανοίγει πάρα πολύ τα πόδια.

Το BMW C 650 Sport έχει το ίδιο ύψος σέλας και προσφέρει αντίστοιχη άνεση, όμως χάρη στο σχήμα της, μπορεί ο καθένας να πατήσει γερά στο έδαφος με τα δύο πόδια, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει και περισσότερο χώρο για του ψηλούς αναβάτες. Το C 650 Sport ήταν σαφώς τα πιο σωστά σχεδιασμένο mega scooter που οδηγήσαμε εκείνη την ημέρα. Αντιθέτως η έκδοση GT εξακολουθεί να έχει ένα απαράδεκτο εξόγκωμα στην αριστερή πλευρά της ποδιάς, που σε αναγκάζει να οδηγάς με την μισή φτέρνα του ποδιού σου έξω από αυτή! Το C 650 Sport είχε σαφώς την καλύτερη συμπεριφορά στη γρήγορη οδήγηση απ’ όλα. Σωστή θέση οδήγησης, πολύ καλό ABS, σφιχτές αναρτήσεις και γεροδεμένο πλαίσιο. Το Tmax (DX) είναι πιο μαλακό από το BMW (Sport) και δείχνει λιγότερο άμεσο στις αλλαγές κατεύθυνσης ακόμα και από το βαρύ και ογκώδες C 650 GT. Σίγουρα χρειάζεται ένα πιο σφιχτό setting αναρτήσεων για να εκμεταλλευτείς πλήρως τις δυνατότητες του αλουμινένιου πλαισίου και του εύστροφου κινητήρα του στις στροφές.

Επίσης χρειάζεται και μεγαλύτερα περιθώρια κλίσης δεξιά αριστερά, όταν βρεθεί σε δρόμους με υψηλή πρόσφυση και πολλές στροφές. Το C 650 Sport δεν έχει τόσο μεγάλο πρόβλημα και ο κινητήρας του έχει περισσότερη ροπή και δύναμη λόγω παραπάνω κυβικών, όμως η αυτόματη μετάδοση είναι αναχρονιστική σε σύγκριση με του Tmax.

Οι κραδασμοί όταν ανοίγεις το γκάζι είναι παρόν και η σύμπλεξη/αποσύμπλεξη του φυγοκεντρικού δεν έχει καμία σχέση με την προοδευτικότητα του Tmax.

Τα φρένα είχαν εφάμιλλη δύναμη με του Tmax και το ABS είχε σαφώς πιο σπορ και ισορροπημένη συμπεριφορά. Όμως εδώ θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι το C 650 Sport που είχαμε κάνει τεστ στην Ελλάδα πέρσι, είχε θέμα με την δύναμη των εμπρός φρένων. Ίσως ήταν πρόβλημα του συγκεκριμένου scooter, ίσως όμως και να άλλαξαν τύπο στα τακάκια οι Γερμανοί. Πάντως τόσο το C650 GT που είχαμε κάνει τεστ ένα μήνα μετά, όσο και τα C650 Sport που είχαμε στη διάθεσή μας σε αυτή την παρουσίαση, όλα τους είχαν δυνατά και με καλή αίσθηση εμπρός φρένα.  

Α! ξεχάσαμε το Suzuki Burgman 650 ρε παιδιά. Η πικρή αλήθεια είναι ότι όλοι όσοι το οδήγησαν στις ορεινές στροφές ήθελαν να το ξεχάσουν… Το Burgman 650 είναι ξεκάθαρα το Goldwing των mega scooter και η γρήγορη οδήγηση στις στροφές του προκαλεί εμετό.  

Μετά απ’ όλα αυτά, πρέπει να καταλήξουμε κάπου. Ποιο είναι το καλύτερο mega scooter στις στροφές; Θα μπορούσε να ήταν το Tmax Sport Edition αν η Yamaha έδινε βάρος στην αναβάθμιση των αναρτήσεων και του ABS, όμως έχασε αυτή την ευκαιρία. Το BMW C 650 Sport ήταν η επιλογή όλων των δημοσιογράφων εκείνη την ημέρα στους ορεινούς δρόμους της Λισαβόνας, όμως η BMW θα πρέπει να κάνει κάτι με την ποιότητα λειτουργίας της αυτόματης μετάδοσης, που απέχει πάρα πολύ από την κορυφαία του Tmax.

To mega scooter της Yamaha έχει την πιο premium αίσθηση και ειδικά στην έκδοση DX, δεν έχει αντίπαλο σε ότι αφορά θέματα ποιότητας λειτουργίας, υλικών, φινιρίσματος και εξοπλισμού άνεσης.  Όμως για να κρατήσει μαζί και τον τίτλο του πιο sport από τα mega scooter, η Yamaha θα πρέπει να προσπαθήσει λίγο παραπάνω απ’ ότι έκανε με την έκδοση Sport Edition.

 

NorthForge Dispatch: Ηλεκτρική μοτοσυκλέτα για τον στρατό του Καναδά - Βρίσκεται ήδη σε φάση δοκιμών

Αθόρυβη – Με αυτονομία 200 χιλιομέτρων – Μεταφέρει έως 200kg
NorthForge Dispatch
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

1/7/2026

Η καναδική NorthForge παρουσίασε επίσημα τη Dispatch, μια αμιγώς ηλεκτρική στρατιωτική μοτοσυκλέτα που ολοκλήρωσε τη φάση εξέλιξης και είναι πλέον έτοιμη για δοκιμές πεδίου, με στόχο την αξιολόγησή της από τις Καναδικές Ένοπλες Δυνάμεις και άλλους στρατιωτικούς οργανισμούς.

Η NorthForge, μια νέα καναδική εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα της “αμυντικής” κινητικότητας, ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της ανάπτυξης της Dispatch, μιας ηλεκτρικής μοτοσυκλέτας που σχεδιάστηκε εξαρχής για στρατιωτικές αποστολές πληροφόρησης, αναγνώρισης και επιτήρησης (ISR) και ελαφρών τακτικών επιχειρήσεων. Το πρωτότυπο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην έκθεση CANSEC που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο στην Ottawa, ενώ σύμφωνα με την εταιρεία η εξέλιξή του διήρκεσε σχεδόν τέσσερα χρόνια και πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με στελέχη των Καναδικών Ενόπλων Δυνάμεων και άλλους στρατιωτικούς συμβούλους.

Σε αντίθεση με άλλες στρατιωτικές λύσεις που βασίζονται σε μετατροπές πολιτικών μοτοσυκλετών, η Dispatch εξελίχθηκε αποκλειστικά για στρατιωτική χρήση. Η NorthForge αναφέρει ότι ο σχεδιασμός της δίνει προτεραιότητα στην αξιοπιστία, την ευκολία επισκευής στο πεδίο και τα χαμηλά επίπεδα θορύβου, στοιχεία που θεωρούνται κρίσιμα στις σύγχρονες επιχειρήσεις.

NorthForge Dispatch

Η ηλεκτρική μοτοσυκλέτα αποδίδει τελική ταχύτητα έως 110 χιλιόμετρα ανά ώρα και αυτονομία που μπορεί να φτάσει τα 200 χιλιόμετρα, ενώ το επίπεδο θορύβου παραμένει κάτω από τα 50 dB, περιορίζοντας σημαντικά την πιθανότητα ακουστικού εντοπισμού. Παράλληλα, έχει σχεδιαστεί και εξελιχθεί ώστε να λειτουργεί σε ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες, με εύρος θερμοκρασιών λειτουργίας από -45°C έως +45°C, με το θερμικό του αποτύπωμα να είναι επίσης μικρό, μόλις 5º C πάνω από την θερμοκρασία περιβάλλοντος, κάνοντας δύσκολα ανιχνεύσιμη την παρουσία του και από θερμικές κάμερες.

Η κατασκευή βασίζεται σε μονοκόκ πλαίσιο αλουμινίου αεροπορικών προδιαγραφών, επιλογή που, σύμφωνα με την εταιρεία, συνδυάζει υψηλή ακαμψία με χαμηλό βάρος. Η πλήρης μοτοσυκλέτα, μαζί με τις τρεις μπαταρίες, ζυγίζει 140 κιλά, ενώ χωρίς αυτές περιορίζεται στα 92 κιλά, βάρος αντίστοιχο με εκείνο ενός αγωνιστικού μοντέλου 300 κυβικών εκατοστών. Το ύψος της σέλας είναι μόλις 780 χιλιοστά, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από αναβάτες διαφορετικού αναστήματος.

Ο πτυσσόμενος σχεδιασμός αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της Dispatch. Η μοτοσυκλέτα μπορεί να αποσυναρμολογηθεί χρησιμοποιώντας μόλις τρία εργαλεία, ενώ η αντικατάσταση της μονάδας κίνησης γίνεται αφαιρώντας έναν μόνο άξονα. Σύμφωνα με τη NorthForge, ολόκληρο το όχημα μπορεί να μεταφερθεί σε κιβώτιο διαστάσεων 5 x 3 x 2 ποδιών (αντιστοιχούν σε περίπου 1.52 × 0.91 × 0.61 μέτρα) και να συναρμολογηθεί μέσα σε λίγα λεπτά, διευκολύνοντας τη μεταφορά και την υποστήριξή του σε επιχειρησιακό περιβάλλον.

NorthForge Dispatch

Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί και στο σύστημα τροφοδοσίας. Η Dispatch χρησιμοποιεί εξαρτήματα που κατασκευάζονται στον Καναδά, με στόχο την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από ηλεκτρονικά προερχόμενα από την Ασία. Μεταξύ αυτών των εξαρτημάτων είναι και οι τρεις αποσπώμενες μπαταρίες από τη SysNergie και έχουν σχεδιαστεί ειδικά για στρατιωτικές εφαρμογές, αντί να προέρχονται από εμπορικά ηλεκτρικά οχήματα. Οι μπαταρίες είναι άμεσα ανταλλάξιμες, με χρόνο αλλαγής γύρω στο ένα λεπτό από έναν εξοικειωμένο χρήστη, Το σύστημα διαθέτει και δικλείδες ασφαλείας, επιτρέποντας στη μοτοσυκλέτα να συνεχίσει να κινείται ακόμη και αν δύο από τις τρεις μπαταρίες παρουσιάσουν βλάβη, ενώ κάθε μονάδα μπορεί να φορτιστεί από οποιαδήποτε διαθέσιμη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας.

NorthForge Dispatch

Η δυνατότητα μεταφοράς εξοπλισμού αποτελεί επίσης βασικό στοιχείο του σχεδίου. Η Dispatch διαθέτει πέντε σημεία στερέωσης στον σκελετό και δύο επιπλέον στηρίγματα στο εμπρός μέρος, επιτρέποντας τη μεταφορά φορτίου έως 200 κιλών. Το εμπρός σύστημα ανάρτησης χρησιμοποιεί διάταξη τύπου girder με κατεργασμένους σε CNC βραχίονες, η οποία, σύμφωνα με τη NorthForge, μπορεί να αντέξει έως και τριπλάσιες καταπονήσεις σε σχέση με ένα συμβατικό τηλεσκοπικό πιρούνι.

Η εταιρεία υποστηρίζει ακόμη ότι περισσότερο από το 80% της μοτοσυκλέτας κατασκευάζεται στον Καναδά, ενώ η αλυσίδα παραγωγής δεν χρησιμοποιεί μπαταρίες, ηλεκτροκινητήρες ή λογισμικό προερχόμενα από την Άπω Ανατολή, ακολουθώντας τη νέα στρατηγική της χώρας για ενίσχυση της εγχώριας “αμυντικής” βιομηχανίας.

NorthForge Dispatch

Σύμφωνα με τη NorthForge, η Dispatch σχεδιάστηκε ώστε να λειτουργεί όχι μόνο ως μέσο μεταφοράς προσωπικού και εξοπλισμού, αλλά και ως κινητή πηγή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας για συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, αισθητήρες και μη επανδρωμένα συστήματα, ανταποκρινόμενη στις ανάγκες των πολεμικών μηχανών, όπου η αθόρυβη μετακίνηση, η ευκολία συντήρησης και η αξιοπιστία έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα.