Triumph TE-1 - Ολοκλήρωση των δοκιμών, αποκάλυψη επίσημων στοιχείων

Στοχεύοντας να ανταγωνιστεί απευθείας τα αντίστοιχα βενζινοκίνητα μοντέλα
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

12/7/2022
H Triumph ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της εξέλιξης της ηλεκτρικής Streeftighter μοτοσυκλέτας TE-1, δίνοντας στη δημοσιότητα φωτογραφίες και βίντεο μαζί με τα άκρως εντυπωσιακά τεχνικά χαρακτηριστικά του μοντέλου.
 
Όπως σας έχουμε γράψει και στο παρελθόν, η TE-1 είναι καρπός συνεργασίας της Triumph Motorcycles με κορυφαίες εταιρείες στον τομέα της ηλεκτροκίνησης, και συγκεκριμένα τις Williams Advanced Engineering, Integral Powertrain Ltd, και του τμήματος WMG του Πανεπιστημίου του Warwick, ενώ έχει χρηματοδοτηθεί από τη βρετανική κρατική υπηρεσία για τα οχήματα μηδενικών ρύπων, μέσω του προγράμματος Innovate UK. 
 
Για την ολοκλήρωση του σταδίου δοκιμών της ΤΕ-1, η Triumph διενήργησε εξαντλητικές δοκιμές σε δρόμο, πίστα και δυναμόμετρο, με τα τελικά χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας να δημιουργούν νέα δεδομένα στον χώρο.
 
Παρόλο τώρα που μιλάμε για “ολοκλήρωση της εξέλιξης”, σημειώστε πως σε αυτό το στάδιο η ΤΕ-1 που παρουσιάστηκε ΔΕΝ είναι η τελική έκδοση παραγωγής της μοτοσυκλέτας, με την Triumph να μην κάνει για την ώρα δηλώσεις ούτε για το πότε θα τη δούμε στην τελική της μορφή, ούτε σε τι τιμές να την περιμένουμε.
 
Εν τάχει, στο στάδιο που βρίσκεται σήμερα η ΤΕ-1, μιλάμε για μια μοτοσυκλέτα 175 ίππων και 220 κιλών, με επίσημη αυτονομία 161 χιλιομέτρων και δυνατότητα φόρτισης 0-80% σε μόλις 20 λεπτά με τη βοήθεια ταχυφορτιστή!
 
Ας εξετάσουμε τώρα τη μοτοσυκλέτα πιο λεπτομερώς.
 
Αυτονομία 161 χλμ., μεγαλύτερη από κάποια βενζινοκίνητα μοντέλα
Η Triumph αναφέρει πως η αυτονομία της ΤΕ-1 ξεπερνά την αυτονομία αρκετών βενζινοκίνητων Streetfighter μοντέλων, με τους Βρετανούς να κάνουν λόγο για 161 χιλιόμετρα, αν και το δεύτερο μέρος της φράσης “based on official testing and projections”, σύμφωνα δηλαδή με τις δοκιμές αλλά ”και τις προβλέψεις”, αφήνει περιθώριο για μικρότερα νούμερα κατανάλωσης σε πραγματικές συνθήκες. Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι νέο στα ηλεκτρικά δίκυκλα, όπου πάντα τα νούμερα της αυτονομίας αφορούν σε ιδανικές συνθήκες, με συγκεκριμένες ταχύτητες, δίχως τον αναβάτη να ψάχνει τα όρια της μοτοσυκλέτας. 
 
Η TE-1 διαθέτει και σύστημα ανάκτησης ενέργειας όταν ο αναβάτης κλείνει το γκάζι, με την Triumph να αναφέρει πως στον συγκεκριμένο τομέα υπάρχει χώρος για βελτίωση μελλοντικά, μαζί με τη συνεχή βελτίωση των ηλεκτροκινητήρων και της μετάδοσης, κάτι που θα βελτιώσει (πάντα μελλοντικά) ακόμα περισσότερο την αυτονομία των ηλεκτρικών μοτοσυκλετών της εταιρείας.
 
Επιδόσεις παρόμοιες με της Speed Triple 1200, με ακόμα ταχύτερη επιτάχυνση
Το επίπεδο των επιδόσεων της TE-1 μας λένε οι Βρετανοί, είναι παρόμοιο με της βενζινοκίνητης Speed Triple 1200, με 175 hp και 11,1 κιλά ροπής, με άμεση απόκριση και ομαλή απόδοση σε όλη την κλίμακα στροφών.
 
Την ίδια στιγμή, η TE-1 πετυχαίνει χρόνους 3,6 δευτερολέπτων στην επιτάχυνση 0-100 χλμ/ώρα και 6,2 δευτερολέπτων στα 0-160 χλμ/ώρα.
 
Όσον αφορά στα ηλεκτρονικά βοηθήματα, η TE-1 διαθέτει Traction Control και Wheelie Control, με τον αναβάτη να μπορεί να τα ρυθμίσει και να τα απενεργοποιήσει αν θέλει.
 
Στο τελικό στάδιο δοκιμών της μοτοσυκλέτας βοήθησε και ο νικητής της Daytona 200, αγωνιζόμενος Brandon Paasch, που μεταξύ άλλων δήλωσε τα εξής: “Η απόκριση του γκαζιού της TE-1 είναι απίστευτη, είναι πολύ ροπάτη και μόλις γυρίσεις το γκριπ έχεις άμεση παροχή δύναμης, κάτι το οποίο λατρεύω ως αγωνιζόμενος –η μοτοσυκλέτα να είναι σούπερ-ροπάτη και να ‘ακούει’ στο γκάζι αμέσως, οπότε η εξέλιξη της ΤΕ-1 ήταν μια σπουδαία εμπειρία για μένα. Ανοίγοντας το γκάζι τέρμα, η μοτοσυκλέτα είναι απίστευτα γρήγορη, με τρελό ‘τράβηγμα’.”
 
Φόρτιση 20 λεπτών που αλλάζει τα δεδομένα
Οι εξελίξεις στις τεχνολογίες μπαταριών και φόρτισης ήταν αναπόσπαστο μέρος του Triumph TE-1 Project, όπου σε συνεργασία με την Williams Advanced Engineering (WAE), φέρνουν χρόνο φόρτισης 20 λεπτών μόλις για το 0-80%!
Βάρος 220kg 
 
Με βάρος 220 κιλών, η TE-1 είναι εξαιρετικά ελαφριά, με την Triumph να υποστηρίζει πως είναι ελαφρύτερη από τις ανταγωνιστικές ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες έως και 25%, χαρίζοντας ιδανικό λόγο κιλών ανά ίππο (1,257 παρακαλώ).
 
Ας δούμε πώς συγκρίνεται με τον ανταγωνισμό η ΤΕ-1:
 
Μοντέλο Ιπποδύναμη Βάρος Αυτονομία
Energica EsseEsse9 107,3 hp  260 kg  200 χλμ. (η βασική έκδοση)
Livewire One 100 hp 255 kg  153 χλμ.
Zero SR/F 110 hp 226,8 kg  190-206 χλμ. (η βασική έκδοση)
Triumph TE-1 175 hp 220 kg 160 χλμ.
 
Το μέγεθος της ΤΕ-1 είναι παρόμοιο με εκείνο της Street Triple, όμως η εργονομία, η γεωμετρία και η κατανομή μαζών συγκρίνεται με της Speed Triple, με την ηλεκτρική μοτοσυκλέτα της Triumph να είναι παράλληλα πολύ δυνατή, ευέλικτη και μαζεμένη σε διαστάσεις.
“Εύχομαι να την είχα στη Daytona, αυτή η επιτάχυνση, το πλαίσιο και οι αναρτήσεις, το πώς στρίβει, wow! Πιστεύω πως αυτή θα είναι μια πραγματικά ωραία μοτοσυκλέτα για οδήγηση στον δρόμο, είναι πολύ ευέλικτη, και την αισθάνεσαι πολύ ελαφριά, ” αναφέρει ο Paasch.
 
Η Triumph υποστηρίζει πως ακόμα κι ο ήχος της ΤΕ-1 είναι πιο συναρπαστικός από των ανταγωνιστών, χάρη στη μοναδική πρωτεύουσα μετάδοση με ελικοειδή ζεύγη γραναζιών.
 
Με χαρακτηριστικό design της Triumph
Παρά τον ηλεκτροκινητήρα, η ΤΕ-1 είναι άμεσα αναγνωρίσιμη σχεδιαστικά και κατασκευαστικά ως μοτοσυκλέτα της Triumph (κοστούμι, προβολείς, κ.α.), ενώ την ίδια στιγμή κάνει το επόμενο βήμα στο design, όπως αρμόζει σε ένα μοντέλο νέας γενιάς. Το κοστούμι της μοτοσυκλέτας μας λέει η Triumph είναι πλέον το τελικό της, όπως είναι και ο χρωματισμός της.
Στα όργανα βρίσκουμε μια TFT έγχρωμη οθόνη, ενώ για την ώρα η Triumph δεν μας δίνει αναλυτικές πληροφορίες για αναρτήσεις (της Ohlins όπως βλέπουμε, τουλάχιστον πίσω), φρένα (της Brembo), ηλεκτρονικό οπλοστάσιο, και λοιπές τεχνικές πληροφορίες.
 
Μεταξύ άλλων ο Steve Sargent, Chief Product Officer της Triumph Motorcycles δήλωσε τα εξής: “Οι αντιδράσεις στην ΤΕ-1 είναι ιδιαίτερα θετικές σε παγκόσμια κλίμακα, με πολλούς φίλους της εταιρείας να δηλώνουν πως για πρώτη φορά βλέπουν μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα ως ποθητή και ως ένα δίκυκλο που πραγματικά θα ήθελαν να αγοράσουν. Αυτό είναι το πρώτο βήμα για τη μελλοντική ηλεκτρική μας γκάμα, και θα αποτελέσει οδηγό στις επόμενες εξελίξεις μας. Η τελική μοτοσυκλέτα παραγωγής δεν θα είναι ακριβώς η μοτοσυκλέτα που βλέπετε σήμερα, όμως τα μοντέλα που θα εξελίξουμε θα εμπεριέχουν όλα όσα μάθαμε από την εξέλιξη της ΤΕ-1.”

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες