Yamaha R1/ R1M 2020 (Euro5): Τεχνική παρουσίαση [video]

Οι αλλαγές, οι βελτιώσεις και σύγκριση με τον ανταγωνισμό
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

16/9/2019

Η Yamaha επέλεξε να παρουσιάσει την ανανεωμένη R1 και R1M του 2020 αρκετά πριν ξεκινήσουν οι διεθνείς εκθέσεις. Η τακτική αυτή ξεκίνησε από την BMW και πλέον όλο και περισσότεροι κατασκευαστές την ακολουθούν, καθώς θέλουν να αποφύγουν τον “συνωστισμό” παρουσιάσεων νέων μοντέλων μέσα σε μία μέρα. Σε αντίθεση με ό,τι έγινε όταν εφαρμόστηκαν οι προδιαγραφές Euro4, όπου η οικονομική κρίση οδήγησε τα εργοστάσια στην απόσυρση ορισμένων μοντέλων από την ευρωπαϊκή αγορά (βλ. Hayabusa, CBR 600 RR κ.τ.λ.), τώρα με τις προδιαγραφές Euro5, έχουμε μια έκρηξη ανανεώσεων παλαιών και παρουσίασης εντελώς νέων μοντέλων, κάτι που θα συνεχιστεί στον ίδιο ρυθμό και του χρόνου.

Αυτή είναι η δεύτερη κατά σειρά ανανέωση της R1 μετά το 2015 που παρουσιάστηκε, καθώς είχε προηγηθεί μια αναβάθμιση των ηλεκτρονικών το 2017 και η προσθήκη του quick shifter up/down. Στην πρώτη γενιά των R1/R1Μ είχαν βάλει ένα συμβατικό quick shifter (μόνο για τα ανεβάσματα) που απλώς έκοβε το ρεύμα και δεν εκμεταλλευόταν την τεχνολογία ride by wire της τροφοδοσίας και τις δυνατότητες της IMU. Όταν ρωτήσαμε γιατί το έκαναν αυτό και έμειναν πίσω από τον ανταγωνισμό, η δικαιολογία του project leader τότε, ήταν πως τα quick shifter up/down “δεν ανταποκρίνονται στα επίπεδα αξιοπιστίας που έχει θέσει η Yamaha για τα προϊόντα της”. Φυσικά δύο χρόνια μετά το έβαλαν, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως δεν ξέρουν να λένε ψέματα. Όπως για παράδειγμα με την τεχνολογία του cornering ABS, που δήλωναν πως είναι αποκλειστικά δικά τους, αλλά στην πέμπτη κατά σειρά (επίμονη…) ερώτηση, μας αποκάλυψαν πως o κατανεμητής πίεσης είναι της Bosch. Τα παλιά χρόνια που στις δημοσιογραφικές παρουσιάσεις μιλούσαν μόνο οι Γιαπωνέζοι, η απάντηση σε κάθε ερώτηση ήταν “because is better…”. Τώρα που τις παρουσιάσεις τις κάνουν στελέχη των ευρωπαϊκών θυγατρικών, ακολουθούν διαφορετική προσέγγιση η οποία μπορεί να σε οδηγήσει σε λανθασμένες εντυπώσεις. Στην πραγματικότητα λοιπόν, η Yamaha δεν είχε προλάβει να φτιάξει λογισμικό για να έχει quick shifter με λειτουργία up/down η πρώτη γενιά της R1/M και το έβαλε δύο χρόνια μετά (για να έχετε μια εικόνα σχετικά με την πολυπλοκότητα των ρυθμίσεων, εμείς γνωρίζουμε αποκλειστικά μέσα από την ΚΤΜ ότι δούλευαν έξι μήνες πάνω στον κώδικα του cruise control προκειμένου να λειτουργεί έτσι όπως ήθελαν). Διότι τα λογισμικά αυτά δεν είναι ένας απλώς κώδικας, που γράψει ένας κομπιουτεράς στο γραφείο. Απαιτούν αρκετές ώρες δοκιμών σε πραγματικές συνθήκες και ως γνωστόν ο χρόνος ταυτίζεται απόλυτα με το κόστος στις βιομηχανίες.

Ακόμα κι έτσι όμως, οι R1/M ήταν η πιο τεχνολογικά εξελιγμένη ιαπωνική superbike και η μόνη που μπορούσε να συγκριθεί με τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό των Ducati Panigale 1299, BMW S1000RR και φυσικά της πρωτοπόρου στα ηλεκτρονικά Aprilia RSV4RF.  Το ίδιο ισχύει και για το 2020, καθώς αυτή τη φορά έχουμε ουσιώδεις αλλαγές και στην κατασκευή ορισμένων εξαρτημάτων. Με άλλα λόγια, η Yamaha δεν αρκέστηκε μόνο στην δημιουργία ενός update στο λογισμικό των ηλεκτρονικών, αλλά βελτίωσε σημαντικά εξαρτήματα που επηρεάζουν την ποιότητα λειτουργίας τους. Θα ξεκινήσουμε με τον νέο μηχανισμό της ride by wire γκαζιέρας, διότι ο έλεγχος του γκαζιού ήταν μέχρι τώρα ο αδύναμος κρίκος στις μοτοσυκλέτες της Yamaha με ride by wire ψεκασμό. Τόσο η οικογένεια των MT-09, όσο και τα R1/M και MT-10, παρουσίαζαν μια αναντιστοιχία ανάμεσα στο πόσο άνοιγες το γκάζι και στο πώς αντιδρούσε ο κινητήρας, κυρίως στα μικρά ανοίγματα του γκαζιού. Η Yamaha προσπάθησε να βελτιώσει αυτή τη συμπεριφορά με δύο αναβαθμίσεις του λογισμικού. Όμως στις νέες R1/ R1M δεν αρκέστηκαν σε αυτό και άλλαξαν ολόκληρη τη γκαζιέρα, με νέο ελατήριο επιστροφής, νέας τεχνολογίας αισθητήρα θέσης, η οποία είναι και ελαφρύτερη. Νέο είναι και το launch control, το οποίο έχει ένα πολύ έξυπνο και απλό τρόπο ενεργοποίησης. Απλώς ανεβάζεις τις στροφές του κινητήρα πάνω από τις 9.000, κρατώντας τη γκαζιέρα ανοιχτή στις 41⁰ και το σύστημα ενεργοποιείται αυτόματα. Αφήνεις τον συμπλέκτη και ο ψεκασμός ride by wire φροντίζει για την τέλεια εκκίνηση ανοιγοκλείνοντας τις πεταλούδες, ενώ εσύ απλώς κρατάς τέρμα ανοιχτό το γκάζι.

Μαζί με το ρυθμιζόμενης ευαισθησίας engine brake (3 θέσεις) και το ρυθμιζόμενο cornering ABS (2 θέσεις) η R1/M έχει πλέον ένα ολοκληρωμένο σύστημα ηλεκτρονικών βοηθημάτων, που σε ποσότητα και τεχνολογία είναι πιο κοντά στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό σε σχέση με το παρελθόν.

Στην περίπτωση της έκδοσης M, η οποία θα συνεχίσει να πωλείται με την μέθοδο των διαδικτυακών προπαραγγελιών, έχουμε αλλαγές και στις ημί-ενεργητικές αναρτήσεις της Öhlins. Στην ενδιάμεση ανανέωση του 2017, η Öhlins είχε κάνει update το λογισμικό (το update το είχαμε δοκιμάσει στην Ν. Αφρική κατά την παρουσίαση του ολοκαίνουριου τότε MT-10 SP). Τώρα όμως έχουμε αλλαγές στα δομικά στοιχεία του πιρουνιού και του πίσω αμορτισέρ (τεχνολογίας NPX) που διαθέτουν εσωτερικά ένα ειδικά σχεδιασμένο ρεζερβουάρ αερίου. Στόχος είναι ο έλεγχος της εσωτερικής πίεσης μέσα στο σώμα της ανάρτησης και η ομαλοποίηση της απόσβεσης επαναφοράς.   

Για τον cross-plane τετρακύλινδρο εν σειρά κινητήρα, δεν αναφέρονται κάποιες συγκεκριμένες δομικές αλλαγές, όμως έχει προσαρμοστεί στις προδιαγραφές Euro5 (ανασχεδιασμός κεφαλής/αυλοί εισαγωγής/νέα μπεκ ψεκασμού), διατηρώντας τη μέγιστη (ονομαστική) ιπποδύναμη των 200 ίππων στις 13.500 στροφές. Εδώ θα πρέπει να πούμε, πως οι προδιαγραφές Euro5 δεν φαίνεται πως θα επηρεάσουν τόσο πολύ την απόδοση των κινητήρων, καθώς επικεντρώνονται περισσότερο στη διαχείριση των αναθυμιάσεων και στον διαφορετικό τρόπο μέτρησης του θορύβου.

Παρά το γεγονός πως οι 200 ίπποι και οι 13.500 στροφές είναι άκρως εντυπωσιακοί αριθμοί , εν τούτοις στα χαρτιά, ο ευρωπαϊκός ανταγωνισμός έχει σπάσει αυτό το φράγμα, με την BMW S1000RR να είναι στους 207 ίππου στις ίδιες στροφές και τα υπερκυβισμένα Aprilia RSV4 1100 και Ducati Panigale V4/S (1100cc κι αυτά) στους 217 και 214 ίππους αντίστοιχα. Η Yamaha δεν έχει ακόμα μπει στο παιχνίδι των μεταβλητού χρονισμού εκκεντροφόρων. Αυτή η τεχνολογία βοηθά στη μείωση των εκπομπών ρύπων στις χαμηλές στροφές και ταυτόχρονα επιτρέπει “άγριο” χρονισμό στις υψηλές στροφές. Πιθανόν η Yamaha να περιμένει να δει πού θα πάει τον πήχη των ιαπωνικών superbike η Honda με το καινούριο Fireblade φέτος για να απαντήσει. Ο χρόνος θα δείξει…

Αλλαγές ουσίας υπάρχουν και στο πάνω μέρος του φαίρινγκ και την ουρά (full-carbon στην περίπτωση της Μ). Η Yamaha ισχυρίζεται πως βελτίωσε την συνολική αεροδυναμική απόδοση κατά 5% σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο και στην μονόσελη Μ, έχουμε ακόμα καλύτερη συγκέντρωση των μαζών στο κέντρο βάρους της μοτοσυκλέτας.

Με τη χρήση μαγνησίου για τις ζάντες και το υποπλαίσιο, το συνολικό βάρος (γεμάτο ρεζερβουάρ και υγρά στον κινητήρα) είναι μόλις 202 κιλά για την R1Μ. Παρ’ όλα αυτά, για την βασική έκδοση η Yamaha λέει πως ζυγίζει 201 κιλά, δηλαδή είναι ελαφρύτερη κατά ένα κιλό από την M που έχει full-carbon φαίρινγκ και μικρή μπαταρία ιόντων λιθίου. Πιθανόν οι διαφορά να βρίσκεται στις βαρύτερες ημί-ενεργητικές αναρτήσεις ή να πρόκειται για τυπογραφικό λάθος… Μια άλλη διαφορά ανάμεσα στις δύο εκδόσεις βρίσκεται στα ελαστικά τους. Η έκδοση M δεν έχει πια τα ελαφριά Pirelli Supercorsa, αλλά τα Bridgestone RS 11 σε πίσω διάσταση 200/55-17. Ακριβώς τον ίδιο τύπο ελαστικών έχει η βασική έκδοση, μόνο που εδώ έχουμε 190/55-17 πίσω, με αποτέλεσμα το ύψος σέλας να είναι 860mm για την M, με το υψηλού προφίλ πίσω ελαστικό και 855mm για την βασική έκδοση με το μικρότερου ύψους προφίλ πίσω ελαστικό.

            

Η νέα R1 παρουσιάστηκε σε εκπροσώπους μέσων, κυρίως «γιουτιούμπερ» πριν από λίγες ημέρες, οι δημοσιογράφοι που θα έλεγαν και τα στραβά μαζί με τα καλά, δεν ήταν στις επιλογές της εταιρίας και το λέμε αυτό μιας και είναι λίγοι πλέον όσοι έχουμε μείνει που γράφουμε και δείχνουμε πράγματα. Για παράδειγμα στην αποστολή του Tenere υπήρχαν θέματα που τέθηκαν μονάχα από το ΜΟΤΟ, να μην τα είδαν οι υπόλοιποι; Μακάρι να είναι αυτό και όχι να τα είδαν και να μην τα είπαν. Αυτό βέβαια μας «κατεβάζει» στην λίστα προτίμησης μερικές φορές, όχι πάντα, γιατί δεν είμαστε στην δεκαετία του ‘90 και του ’00, να πιστεύουν οι πωλητές πως πρέπει να έχουν την καλύτερη μοτοσυκλέτα για να πουλήσουν. Στις μέρες πηγαίνουν με το περιοδικό στα μαγαζιά, τους δείχνουν σημειωμένες παραγράφους και επιτέλους ακούνε «έτσι είναι» πριν ακούσουν και το «αλλά»… Από την άλλη πάλι, είναι και μερικές φορές που ακριβώς αυτή η τακτική, του να λες πράγματα, αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Θα περιμένουμε την νέα R1 όμως, να την οδηγήσουμε στις Σέρρες, πριν αποφανθούμε για τα υπόλοιπα…

EICMA 2024: Ducati Panigale V2 και Streetfighter V2 - Με τον νέο V2 [VIDEO]

Κοινή βάση, με διαφορές στα σημεία - Και εκδόσεις V2S με ψηλότερο επίπεδο εξοπλισμού
Ducati Panigale V2 και Streetfighter V2
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

5/11/2024

Η Ducati εγκαινιάζει μια νέα εποχή για τις δικύλινδρες μοτοσυκλέτες της, παρουσιάζοντας τις νέες Panigale και Streetfighter V2, τις πρώτες μοτοσυκλέτες της γκάμας που φέρουν τον νέο V2 κινητήρα του Borgo Panigale, και μοιράζονται την ίδια βάση, διαφέροντας στα σημεία. Και για όσους θέλουν το κάτι παραπάνω, η Ducati παρέχει και V2S εκδόσεις, με αναρτήσεις Ohlins, μπαταρία λιθίου, κ.α. 

Όπως αναφέρει η ιταλική εταιρεία, η νέα Panigale V2 και η νέα Streetfighter V2 είναι οι ελαφρύτερες εκδόσεις στην ιστορία των δυο μοντέλων. Δύο μοτοσυκλέτες υψηλών επιδόσεων σε μια εντελώς νέα σχεδιαστική προσέγγιση που περιστρέφεται γύρω από τον νέο V2 κινητήρα που έχει αποτινάξει από πάνω του τον… ζυγό του Desmo, έχει μεταβλητό χρονισμό βαλβίδων και μεγάλα διαστήματα service.

Panigale V2

Η Panigale V2 ξανασχεδιάζεται ξεκινώντας όπως υποστηρίζει η Ducati από λευκό χαρτί και όχι υιοθετώντας απλώς τον νέο κινητήρα με τον μικρότερο κυβισμό από πριν -890 αντί 937 κ.εκ.

Η νέα δικύλινδρη Panigale είναι μια πλήρως ανασχεδιασμένη μοτοσυκλέτα, η οποία επίσης χάρη στον νέο κινητήρα Ducati 90° V2 και το monocoque πλαίσιο (που ζυγίζει μόλις 4 κιλά), γίνεται η ελαφρύτερη Panigale όλων των εποχών: στην πραγματικότητα, είναι 15 κιλά λιγότερα από το προηγούμενο μοντέλο στην έκδοση V2 S!

Με έμπνευση από το Panigale V4

Panigale V2

Ο σχεδιασμός της Panigale V2 είναι εμπνευσμένος από αυτόν της Panigale V4, δημιουργώντας μια σπορ μοτοσυκλέτα που όμως διαθέτει παράλληλα και ελαφρώς πιο κομψό χαρακτήρα. Στο εσωτερικό του πλαϊνού μέρους του φαίρινγκ, ένα παθητικό σύστημα εξαερισμού διοχετεύει φρέσκο αέρα προς τον αναβάτη και απομακρύνει τον ζεστό αέρα από το ψυγείο, εξασφαλίζοντας έτσι μεγαλύτερη θερμική άνεση στον δρόμο.

Το μπροστινό μέρος χαρακτηρίζεται από μια σαφή αναφορά στην Panigale V4. Διαθέτει τον προβολέα Full-LED με διπλό DRL που του προσδίδει το ίδιο “βλέμμα”. Ο σχεδιασμός του ρεζερβουάρ, θυμίζει επίσης αυτόν της Panigale V4, προσαρμοσμένος στη νέα μηχανική βάση και το διαφορετικό εργονομικό τρίγωνο. Το τελευταίο έχει καθοριστεί με στόχο τη μείωση της επιβάρυνσης των καρπών, διατηρώντας παράλληλα σπορ αίσθηση.

Η ουρά έχει επίσης στιλ Panigale V4, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα εμπνευσμένο και από την 916. Το πίσω LED φωτιστικό σώμα χωρίζεται σε δύο μέρη, σύμφωνα με την παράδοση των σπορ μοτοσυκλετών Ducati. Η εξάτμιση, η οποία καταλήγει σε δύο τελικά τοποθετημένα κάτω από τη σέλα, παραπέμπει στην αγωνιστική παράδοση της Panigale.

Ο σχεδιασμός των νέων τροχών αποτελεί μια σύγχρονη ερμηνεία της εμβληματικής εμφάνισης των τριών μπράτσων της Marchesini. Το μαύρο χρώμα δημιουργεί αντίθεση με το κόκκινο χρώμα της υπόλοιπης μοτοσυκλέτας

Επιδόσεις και ανέσεις

Panigale V2

Η Ducati αναφέρει πως κατά τη διάρκεια των δοκιμών εξέλιξης στην πίστα, η νέα Panigale V2 παρείχε επίπεδα επιδόσεων ανάλογα με αυτά του προηγούμενου μοντέλου. Όλα αυτά χάρη στη μείωση του βάρους κατά 15 κιλά, το ελαφρύ και σύγχρονο πλαίσιο, τη νέα εργονομία, και  τον κινητήρα που διαθέτει άφθονη ροπή. Οι Ιταλοί τονίζουν πως στη νέα Panigale V2 ο αναβάτης αισθάνεται άνετα από την πρώτη κιόλας στροφή και, χάρη στη μειωμένη σωματική προσπάθεια που απαιτείται κατά την οδήγηση, μπορεί να φτάσει πιο εύκολα στο όριο και να το διατηρήσει καθ' όλη τη διάρκεια της οδήγησης.

Στον δρόμο, ωστόσο, η νέα Panigale V2 αποδεικνύεται εύκολη και άνετη χάρη στην πιο όρθια θέση οδήγησης που επιβαρύνει λιγότερο τον αναβάτη, και στη βελτιωμένη απαγωγή της θερμότητας του κινητήρα.

Streetfighter V2

Streetfighter V2

Η Ducati εφάρμοσε αυτό που αποκαλεί “Fight Formula” -δηλαδή μια μαχητική συνταγή-, στην ελαφρύτερη Panigale όλων των εποχών, για να δημιουργήσει το ελαφρύτερο Streetfighter όλων των εποχών: μια απολαυστική γυμνή μοτοσυκλέτα για δρόμο και πίστα. Η παραπάνω συνταγή είναι απλή: κινητήρας 890 cc, πλαίσιο Panigale V2, βάρος 175 kg, φαρδύ και ψηλό τιμόνι και απουσία φαίρινγκ.

Το νέο V2 είναι το ελαφρύτερο Streetfighter που δημιούργησε ποτέ η Ducati (-18 κιλά σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο) χάρη σε ένα πλαίσιο που βασίζεται στο πολύ ελαφρύ monocoque πλαίσιο και στον νέο κινητήρα V2 90°.  Πιο διαισθητική στην οδήγηση, και συναρπαστική χάρη στο μικρό βάρος και τη ροπή του V2.

Το ρεζερβουάρ καυσίμου, η μονάδα σέλας/ουράς και οι ζάντες ελαφρού κράματος είναι ίδια με της Panigale V2. Μια λύση που ενισχύει το σπορ πνεύμα του Streetfighter V2, διατηρώντας τις αναφορές στην αγωνιστική παράδοση της Ducati.

Νέος κινητήρας V2, ίδιος για τα δυο μοντέλα

v2

Η Panigale V2 και η Streetfighter V2 φέρουν το νέο κινητήρα V2 90° με μεταβλητό χρονισμό για τις βαλβίδες εισαγωγής, που πληροί τις Euro5+, 890 cc και 120 ίππων. Το βάρος του, μόλις 54,5 kg (-9,4 kg σε σχέση με τον Superquadro που αντικαθιστά), τον καθιστά τον ελαφρύτερο δικύλινδρο που έχει κατασκευάσει ποτέ η Ducati, ενώ η καμπύλη ροπής του, με το 70% της μέγιστης τιμής να είναι ήδη διαθέσιμο στις 3.000 σ.α.λ. Κατά τη χρήση των νέων V2 στην πίστα, θα είναι δυνατή η τοποθέτηση αγωνιστικής εξάτμισης, η οποία αυξάνει τη μέγιστη ισχύ στους 126 ίππους, με μείωση του βάρους κατά 4,5 κιλά.

Όλα αυτά καθιστούν τόσο την Panigale όσο και την Streetfighter V2 απολαυστικές και διασκεδαστικές μοτοσυκλέτες για σπορ οδήγηση, ειδικά χάρη στο βάρος των μόλις 176 και 175 kg αντίστοιχα (σε κατάσταση λειτουργίας, χωρίς καύσιμα). Τιμές που σε συνδυασμό με την ισχύ των 120 ίππων καθορίζουν και για τις δύο μια αναλογία ισχύος/βάρους 0,69 ίππους/kg. Για την Panigale και την Streetfighter V2 υπάρχουν διαθέσιμα 3 Power Modes: High, Medium και Low, με 95 ίππους. Επιπλέον, και οι δύο μοτοσυκλέτες είναι διαθέσιμες σε έκδοση 35 kW.

Πλαίσιο

Ψαλίδι

Το πλαίσιο του νέου V2 είναι ένα ελαφρύ και αποδοτικό monocoque, το οποίο χρησιμοποιεί τον κινητήρα ως φέρον τμήμα. Το διπλής όψης ψαλίδι είναι σχεδιαστικά εμπνευσμένο από το κούφιο συμμετρικό ψαλίδι της Panigale V4 και προσφέρει τα ίδια πλεονεκτήματα όσον αφορά τη σταθερότητα κατά την έξοδο από τις στροφές και την αίσθηση κατά την οδήγηση στην πίστα, όπου επιτρέπει στον αναβάτη να αξιοποιήσει στο έπακρο τα σύγχρονα slick ελαστικά.

Οι αναρτήσεις είναι πλήρως ρυθμιζόμενες, για να επιτρέπουν στον αναβάτη να εξατομικεύσει το set-up της νέας sport μοτοσυκλέτας Ducati. Οι Panigale V2 και Streetfighter V2 είναι εξοπλισμένες με πιρούνι Marzocchi και αμορτισέρ Kayaba, ενώ οι εκδόσεις V2 S προσφέρουν στον αναβάτη τους πιρούνι και αμορτισέρ Öhlins, καθώς και μπαταρία ιόντων λιθίου που μειώνει το βάρος.

Η Streetfighter V2 διαθέτει διαφορετικό ψαλίδι που είναι κατά 30 mm μακρύτερο από της Panigale V2 και ένα αμορτισέρ τιμονιού της Sachs στο βασικό εξοπλισμό.

Οι νέοι χυτοί τροχοί είναι εφοδιασμένοι με ελαστικά Pirelli Diablo Rosso IV σε διαστάσεις 120/70 και 190/55, τα οποία συνδυάζουν την οδική συμπεριφορά και την επιφάνεια επαφής, ενισχύοντας τις σπορ ιδιότητες των δύο μοντέλων. Το μπροστινό σύστημα πέδησης της Brembo αποτελείται από δύο δίσκους 320 mm και monobloc δαγκάνες M50, προσφέροντας ισχύ για χρήση στην πίστα και διαμόρφωση για χρήση στο δρόμο.

Ηλεκτρονικά βοηθήματα

Panigale V2

Η Panigale V2 και η Streetfighter V2 είναι εξοπλισμένες με μια αδρανειακή πλατφόρμα IMU έξι αξόνων, υποστηρίζοντας έτσι ένα πλήρες και αποτελεσματικό πακέτο ηλεκτρονικών, για την αύξηση της ασφάλειας στην οδική χρήση και των επιδόσεων στην πίστα. Το πακέτο ηλεκτρονικών περιλαμβάνει σπορ ABS Cornering με λειτουργία slide-by-brake, Ducati Traction Control, Ducati Wheelie Control, Engine Brake Control και το νέο Ducati Quick Shift 2.0, το ίδιο σύστημα που χρησιμοποιείται στην Panigale V4, στάνταρ και στις δύο εκδόσεις. Οι εκδόσεις S είναι επίσης εξοπλισμένες στάνταρ με Ducati Power Launch και Pit Limiter.

Ο αναβάτης μπορεί να αλλάξει άμεσα τη συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας επιλέγοντας μεταξύ τεσσάρων Riding Modes (Race, Sport, Road, Wet) που προσφέρουν προκαθορισμένα επίπεδα παρέμβασης, τα οποία μπορεί να τροποποιήσει ο χρήστης.

Νέα είναι η έγχρωμη TFT οθόνη οργάνων 5 ιντσών με διάταξη ενδείξεων που προέρχεται από τα όργανα της νέας Panigale V4. Οι τρεις απεικονίσεις ενδείξεων είναι οι Road, Road Pro και Track

Αξεσουάρ

Η Ducati διαθέτει εκτεταμένη σειρά αξεσουάρ για τα δυο νέα V2 μοντέλα της, που περιλαμβάνουν αγωνιστική εξάτμιση, σταμπιλιζατέρ Ohlins, ρυθμιζόμενα μαρσπιέ, σύστημα τηλεμετρίας, Cruise Control, πλοήγηση, θύρα USB, TPMS, κ.α.

Διαθεσιμότητα και χρώματα

Η νέα Panigale θα φτάσει στις αντιπροσωπείες στις εκδόσεις V2 και V2 S στα τέλη Ιανουαρίου 2025, μόνο σε κόκκινο χρώμα Ducati Red, ενώ η νέα Streetfighter V2 θα είναι διαθέσιμη από τα τέλη Μαρτίου 2025. Οι Panigale και Streetfighter V2 θα προσφέρονται σε διθέσια διαμόρφωση, ενώ οι εκδόσεις V2 S θα διατίθενται σε μονοθέσια διαμόρφωση με ένα κιτ συνοδηγού που προσφέρεται ως αξεσουάρ. Όλες μπορούν επίσης να αγοραστούν σε έκδοση 35 kW για αναβάτες με άδεια οδήγησης A2.

Ετικέτες