Όλα τα τεχνικά χαρακτηριστικά και ο εξοπλισμός του
Από τον
Κώστα Γκαζή
21/6/2022
Η νέα Zontes GK 350 ήρθε στην Ελλάδα, και η αντιπροσωπεία μας δίνει αναλυτικές πληροφορίες για τη νέα γυμνή της μοτοσυκλέτα, που περιλαμβάνουν τιμή, πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά και εξοπλισμό.
Ακολουθεί το επίσημο δελτίο τύπου:
"Ο κινητήρας και ο σχεδιασμός της νέας Zontes GK 350 αποτελούν μια «γραμμή παραγωγής» συναισθημάτων για τον αναβάτη της. Δυναμική εμφάνιση, επιδόσεις και μία συναρπαστική προσωπικότητα, σε κάνουν να νιώθεις ξεχωριστός, από την πρώτη στιγμή που θα βρεθείς στη σέλα της.
Αυτό άλλωστε οφείλει να προσφέρει κάθε γνήσιο roadster που σέβεται τον εαυτό του και η νέα GK 350 δεν αποτελεί εξαίρεση. Σχεδιάστηκε με τις πλέον σύγχρονες μεθόδους σχεδιασμού και κατασκευάστηκε χρησιμοποιώντας την αιχμή της τεχνολογίας από το εργοστάσιο, σε ό,τι αφορά την κατεργασία των μετάλλων, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και ένα παράδειγμα μαεστρικής τεχνοτροπίας, εμπεριέχοντας και τα αυθεντικά παραδοσιακά στοιχεία σχεδιασμού μοτοσυκλετών.
Από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι και το ρεζερβουάρ των 17 λίτρων με την ρετρό αισθητική, το οποίο είναι γαλβανισμένο και διαθέτει αντιοξειδωτική βαφή στο εσωτερικό του, αποτρέποντας τη διάβρωση και κατ’ επέκταση την πιθανότητα εισχώρησης σωματιδίων στο φίλτρο βενζίνης. Οι καθρέφτες στα αντίβαρα του τιμονιού και οι προστατευτικές μπάρες των ρυθμιζόμενων μανετών είναι άλλη μία απόδειξη της προσοχής που έχει δοθεί στη λεπτομέρεια του σχεδιασμού της GK 350.
Η Zontes GK 350 όμως διαθέτει και ένα υψηλό επίπεδο εξοπλισμού, διατηρώντας τη φιλοσοφία του εργοστασίου στο να προσφέρει περισσότερα στον ιδιοκτήτη της, ξεπερνώντας κάθε προσδοκία.
Σύστημα Keyless Gen 2.5
Η νέα γενιά του ασύρματου keyless συστήματος GEN 2.5, προσφέρει υψηλότερο επίπεδο αντικλεπτικής ασφάλειας, χάρη στην εξελιγμένη κρυπτογράφησή του. Η ενσωματωμένη κεραία HF λειτουργεί ενισχυτικά στο σήμα του πομπού, το οποίο αναγνωρίζεται από τη μοτοσυκλέτα όταν βρεθεί σε απόσταση 1,5 μέτρου από αυτήν. Παράλληλα, το σύστημα διαθέτει τη διεθνή πιστοποίηση IP67 για την αδιαβροχοποίησή του, διασφαλίζοντας την απρόσκοπτη λειτουργία του κάτω από όλες τις συνθήκες, ενώ ο ενσωματωμένος αισθητήρας επιτρέπει τη λειτουργία και την αναγνώρισή του, ακόμη και όταν η στάθμη της μπαταρίας είναι χαμηλή.
Δύο power modes
Η κεντρική μονάδα διαχείρισης του κινητήρα (ECU) προσφέρει δύο ξεχωριστές χαρτογραφήσεις για την απόδοση (ECO και SPORT), δίνοντας στον αναβάτη να επιλέξει ανάλογα με το στιλ και τον ρυθμό οδήγησης που επιθυμεί. Το ECO Power Mode έχει πιο ήπια απόκριση και μειώνει την κατανάλωση καυσίμου, ενώ το SPORT Power Mode με την πιο άμεση απόκριση και την εκρηκτικότητα ταιριάζει σε πιο σπορ ρυθμούς οδήγησης ανταποκρινόμενο πλήρως στο όνομά του. Μία σημαντική ρύθμιση του συστήματος είναι πως όταν έχει γίνει η επιλογή του ECO mode, η ECU παρεμβαίνει και μεταβάλλει προσωρινά την χαρτογράφηση σε SPORT, όταν οι στροφές ξεπεράσουν τις 7.000, προσφέροντας έτσι τη δυνατότητα στον αναβάτη να έχει στη διάθεσή του τον πιο ζωηρό χαρακτήρα του κινητήρα, όταν για παράδειγμα θέλει να κάνει μια προσπέραση, ή σε κάποια έκτακτη συνθήκη που μπορεί να προκύψει.
Έγχρωμη TFT οθόνη
Η έγχρωμη οθόνη υψηλής ανάλυσης και φωτεινότητας (HD – HB), είναι κατασκευασμένη με τεχνολογία που επιτρέπει (όπως οι οθόνες της πλειοψηφίας των κινητών τηλεφώνων) μεγαλύτερη γωνία θέασης και διαθέτει αυτόματη ρύθμιση επιπέδου φωτεινότητας, ανάλογα με τις συνθήκες φωτισμού στο περιβάλλον. Επιπρόσθετα, διαθέτει τέσσερα διαφορετικά interfaces για να επιλέξει ο αναβάτης αυτό που προτιμά, με ξεχωριστή θεματική προσέγγιση το καθένα. Πέρα από τις στάνταρ πληροφορίες που διαθέτει, συμπεριλαμβάνονται επίσης η ένδειξη θερμοκρασίας και πίεσης των ελαστικών, χάρη στους αισθητήρες του TPMS, καθώς και ένας πληρέστατος υπολογιστής ταξιδιού και κατάστασης της μοτοσυκλέτας.
Τεχνολογία LED
Όλα τα φωτιστικά σώματα της GK 350 είναι τεχνολογίας LED, συνδυάζοντας το ρετρό σχεδιασμό με τις σύγχρονες τεχνολογικές τάσεις. Ο στρογγυλός προβολέας διαθέτει περιμετρικά φώτα ημέρας (DRL), με το αλουμινένιο διακοσμητικό μπαράκι που φέρει το λογότυπο της εταιρείας να ξεχωρίζει. Τα μικρά και κομψά φλας με το προστατευτικό πλέγμα, προσθέτουν πόντους στον επιθετικό χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας, ενώ την αντίστοιχη μινιμαλιστική φιλοσοφία ακολουθεί και η λεπτή ουρά με μια πραγματική σχεδιαστική άσκηση όπου το πίσω LED φως ακολουθεί οπτικά τις κρυφές λαβές για τη στήριξη του συνεπιβάτη.
Φωτιζόμενοι διακόπτες
Όπως και σε όλα τα μοντέλα στη γκάμα του εργοστασίου, έτσι και η GK 350 διαθέτει τους ποιοτικούς διακόπτες με τον οπίσθιο φωτισμό, που ελέγχουν ηλεκτρικά το κάλυμμα της τάπας βενζίνης, το κλείδωμα / ξεκλείδωμα του τιμονιού, και το άνοιγμα της σέλας, ενώ διαθέτουν και αυτοί την πιστοποίηση IP67 για το επίπεδο της αδιαβροχοποίησης τους. Στον στάνταρ εξοπλισμό συμπεριλαμβάνεται επίσης και διπλή θύρα USB QC3.0 για ταχεία φόρτιση δύο συσκευών ταυτόχρονα, με την κάθε θύρα να έχει δυνατότητα φόρτισης ισχύος 18W.
Ποιοτικός περιφερειακός εξοπλισμός
Η GK 350 είναι εξοπλισμένη με περιφερειακά εξαρτήματα υψηλού επιπέδου, όπως το ανεστραμμένο πιρούνι με διάμετρο 43mm και διαδρομή στα 134mm, ενώ πίσω διαθέτει ένα αμορτισέρ αζώτου-λαδιού με διάμετρο στα 52mm, το οποίο δίνει διαδρομή τροχού 56mm. Το πακέτο των αναρτήσεων διαθέτει τις ιδανικές ρυθμίσεις για τις αποσβέσεις της συμπίεσης και της επαναφοράς, ισορροπώντας ιδανικά ανάμεσα στην άνεση και τη σπορ συμπεριφορά, ακόμη και όταν υπάρχει φορτίο στην μοτοσυκλέτα.
Το χυτό αλουμινένιο ψαλίδι έχει κατασκευαστεί με στόχο την προμελετημένη αναλογία ακαμψίας και ελαστικότητας σε συγκεκριμένα σημεία, προκειμένου να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα στη δυναμική συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας και να διατηρηθεί ταυτόχρονα το βάρος όσο το δυνατόν πιο χαμηλά.
Εντυπωσιακοί είναι και οι ακτινωτοί τροχοί για tubeless ελαστικά, κάτι καθόλου συνηθισμένο στην κατηγορία, με διαστάσεις 120/70-17 μπροστά και 160/60-17 πίσω, όπως και τα ρυθμιζόμενα πεντάλ του φρένου και λεβιέ ταχυτήτων σε τρεις θέσεις, έτσι ώστε να ταιριάζει απόλυτα εργονομικά η θέση οδήγησης στις προτιμήσεις του αναβάτη.
Σε ό,τι αφορά στη θέση οδήγησης, σημαντικό ρόλο παίζει και η ενιαία σέλα δύο επιπέδων που διαθέτει μία ρετρό αύρα, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί ένα αφρώδες υλικό κατασκευασμένο με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, το οποίο διατηρεί την άνεση σε πολύ υψηλά επίπεδα χωρίς να παραμορφώνεται.
Από τα σημεία που μαγνητίζουν το βλέμμα πάνω στη νέα GK 350 είναι και το τελικό της εξάτμισης με τις δύο κοντές και φαλτσοκομμένες απολήξεις, όπου πέρα από το εντυπωσιακό οπτικά αποτέλεσμα, η κατασκευή από ανοξείδωτο ατσάλι επιτρέπει τη διατήρηση της θερμοκρασίας χαμηλά, συμβάλλοντας στη μεγάλη διάρκεια ζωής της εξάτμισης.
Σε ό,τι αφορά στα φρένα, αυτά αποτελούνται μπροστά από μία ακτινική δαγκάνα της ισπανικής J.Juan, που ανήκει πλέον στην Brembo μετά την εξαγορά της, με τέσσερα έμβολα που συνεργάζονται με ένα δίσκο 320mm (ο οποίος διαθέτει και ένα εντυπωσιακό κάλυμμα), και πίσω από μία δαγκάνα και έναν ακόμη δίσκο 265mm. Το πακέτο των φρένων συμπληρώνεται από το δικάναλο ABS της Bosch, ανεβάζοντας ακόμη υψηλότερα τα επίπεδα ασφάλειας που προσφέρει.
Πλαίσιο
Ένα από τα βασικά δομικά στοιχεία της GK 350 είναι το ατσάλινο κλειστό πλαίσιο, που διαθέτει ενισχύσεις στην περιοχή του λαιμού μπροστά με στόχο τη σταθερότητα και ειδικές ελαστικές βάσεις για μείωση των κραδασμών από τον κινητήρα. Η τοποθέτηση του κινητήρα μέσα σε αυτό, έγινε με γνώμονα την κατανομή 50:50 του βάρους, ούτως ώστε να επιτευχθεί μια απόλυτα ουδέτερη και προβλέψιμη συμπεριφορά.
Κινητήρας
Η “καρδιά” της GK 350 είναι ο εντελώς νέος σχεδιαστικά μονοκύλινδρος, τετραβάβιδος, με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους, υγρόψυκτος κινητήρας της Zontes, ο οποίος αποδίδει 39,5 ίππους στις 9.500 στροφές και μέγιστη ροπή 32,8Nm στις 7.500 στροφές αντίστοιχα, χάρη και στην υψηλή σχέση συμπίεσης με λόγο 12,3:1. Πρόκειται για έναν κινητήρα σχεδιασμένο από λευκό χαρτί, με υπερτετράγωνες διαστάσεις 84,5mm x 62mm και σύστημα λίπανσης υγρού κάρτερ. Ο ψεκασμός προέρχεται από την τελευταία γενιά ψεκασμών της Bosch, διασφαλίζοντας τη σωστή διαχείριση καυσίμου, με οφέλη τόσο στην κατανάλωση όσο και στις επιδόσεις, καθώς παρά το συνδυασμό των υπερτετράγωνων διαστάσεων και της υψηλής συμπίεσης που είναι προσανατολισμένος στις επιδόσεις, η μέση κατανάλωση καταγράφει το εντυπωσιακό νούμερο των 3,67lt/100km (WMTC3). Το κιβώτιο είναι έξι σχέσεων, ενώ ο συμπλέκτης είναι μονόδρομος συμβάλλοντας στην προβλέψιμη σπορ συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας στα κατεβάσματα των σχέσεων.
Η Zontes GK 350 πωλείται στην εξαιρετικά ανταγωνιστική τιμή – βάσει του επιπέδου εξοπλισμού και των δυνατοτήτων της για την κατηγορία – των €4.785 και διατίθεται μέσα από το δίκτυο συνεργατών EVOMOTO της ΓΚΟΡΓΚΟΛΗΣ Α.Ε.
Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε το επίσημο site της μοτοσυκλέτας ΕΔΩ."
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τετράχρονος, Υγρόψυκτος
ΚΥΛΙΝΔΡΟΙ/ΒΑΛΒΙΔΕΣ
1 – DOHC / 4
ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ x ΔΙΑΔΡΟΜΗ
84.5 x 62
ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑ
EFI (BOSCH)
ΣΥΣΤΗΜΑ ΛΙΠΑΝΣΗΣ
Υγρό Κάρτερ
ΚΙΒΩΤΙΟ
6 Ταχύτητες
ΙΣΧΥΣ
39,5ps / 9500rpm (Sport)
ΡΟΠΗ
32,8Nm /7.500rpm
ΣΧΕΣΗ ΤΕΛΙΚΗΣ ΜΕΤΑΔΟΣΗΣ
3.071
ΕΚΚΙΝΗΣΗ
Μίζα
ΡΕΖΕΡΒΟΥΑΡ
17 L
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
3,67 L/ 100km (WMTC3)
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ (ΜxΠxΥ)
2070 x 845 x 1120
ΜΕΤΑΞΟΝΙΟ
1400mm
ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΕΔΑΦΟΣ
151mm
ΥΨΟΣ ΣΕΛΑΣ
816mm
ΒΑΡΟΣ (ΠΛΗΡΕΣ ΥΓΡΩΝ)
188 kg
KATANOMH
50% – 50%
ΓΩΝΙΑ ΚΑΣΤΕΡ
25°
ΦΡΕΝΑ ΕΜΠΡΟΣ
ΔΙΣΚΟΣ 320mm ΜΕ ΤΕΤΡΑΠΙΣΤΟΝΗ ΑΚΤΙΝΙΚΗ ΠΛΕΥΣΤΗ ΔΑΓΚΑΝΑ
Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
Από τον
Παύλο Καρατζά
29/5/2026
Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.
Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.
Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.
Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.
Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.
Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.
Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:
Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)
Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.
Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.
Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)
Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.
Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.
Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.
Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.
Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)
Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.
Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)
Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.
Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.
XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)
Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.
Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.
Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)
Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.
Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.
Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.
Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.
Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)
Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.
Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.
Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.
Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)
Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.
Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.
Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.
Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.
Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.
Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.
Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)
Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.
Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.
Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.
Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.