Πως πρέπει να οδηγάς μια MotoGP

Η δυσκολία να ξεχάσεις αυτά που ξέρεις
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

22/11/2019

Οι αγωνιστικές μοτοσυκλέτες των MotoGP είναι αρκετά απλές ως κατασκευές και έχουν σχεδόν όλες τους την ίδια αρχιτεκτονική με τις supersport και superbike που οδηγούμε κι εμείς στο δρόμο. Ένας κινητήρας, ένα πλαίσιο, ένα τηλεσκοπικό πιρούνι εμπρός και ένα διπλό ψαλίδι με ανάρτηση μονού αμορτισέρ με μοχλικό. Μπορεί τα ελαστικά και η ποιότητα των εξαρτημάτων τους να είναι διαστημικά ανώτερη από τις μοτοσυκλέτες παραγωγής, αλλά αυτό δεν δικαιολογεί τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι αναβάτες που μεταπηδούν από την Moto2 στα MotoGP. Η συνέντευξη του Brad Binder αμέσως μετά την πρώτη ημέρα δοκιμών με μια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα των MotoGP ήταν άκρως κατατοπιστική και έχει μεγάλο ενδιαφέρον για να κατανοήσουμε πως ακόμα και οι πιο έμπειροι και ταλαντούχοι αναβάτες του κόσμου έχουν τα ίδια προβλήματα με εμάς, όταν καβαλάνε μοτοσυκλέτες με διαφορετικά χαρακτηριστικά και δυνατότητες. Υπάρχουν πολλές σχολές για να σου μάθουν να οδηγάς σωστά και γρήγορα μια μοτοσυκλέτα στο δρόμο ή την πίστα, όμως ελάχιστες φορές μπαίνουν σε λεπτομέρειες που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να οδηγάς μοτοσυκλέτες με διαφορετικά χαρακτηριστικά απόδοσης.

Όταν ο Dovizioso λέει πως έκατσε πίσω από τον Marquez για να δει τί γραμμή παίρνει στο sector 2 της πίστας της Αυστρίας και όταν ο Marquez λέει πως έκατσε πίσω από τον Dovisiozo για να δει τί γραμμές παίρνει στο Mugello, καταλαβαίνουμε πως ακόμα και οι καλύτεροι αναβάτες του κόσμου “ψάχνονται” συνεχώς για να βρουν τον ιδανικό τρόπο οδήγησης, ο οποίος μάλιστα μπορεί να αλλάξει εντελώς την επόμενη χρονιά, αν βελτιωθεί η πρόσφυση των ελαστικών ή χαλάσει η πίστα σε κάποιο σημείο της κ.τ.λ. Κι ενώ αυτοί οι κορυφαίοι αναβάτες του κόσμου γνωρίζουν τη θεωρία οδήγησης μιας MotoGP καλύτερα από τον καθένα μας, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες όταν έρθει η ώρα να την κάνουν πράξη. Αυτό ακριβώς ομολογεί και ο Brad Binder μετά την πρώτη εμπειρία που είχε με την εργοστασιακή KTM RC16: “Όταν εξοικειώθηκα με την μοτοσυκλέτα πήγαινα όλο και πιο γρήγορα, όμως τότε άρχισα να την οδηγάω σαν να είναι Moto2 και αυτό με δυσκόλεψε να βελτιωθώ.”  Γιατί λέει πως αν οδηγήσεις μια MotoGP όπως θα οδηγούσες μια Moto2 δεν μπορείς να καταβάσεις χρόνο; Την απάντηση την έδωσε ο ίδιος στον εαυτό του όταν ζήτησε από τον Dani Pedrosa να μπουν μαζί στην πίστα και να ακολουθήσει από πίσω των έμπειρο ισπανό. “Έκανα τον ταχύτερο χρόνο μου πίσω από τον Dani. Όλη η διαφορά είναι στις γραμμές και στο πόσο γρήγορα σηκώνεις όρθια τη μοτοσυκλέτα στις εξόδους. Αν δεις τα στοιχεία της τηλεμετρίας του Pol Espargaro θα τρελαθείς. Νομίζεις πως με τα Moto2 έχεις περισσότερη ώρα τέρμα ανοιχτό το γκάζι, όμως στην πραγματικότητα είναι ακριβώς το αντίθετο! Στα MotoGP χρησιμοποιείς πολύ περισσότερο το γκάζι. Γι΄αυτό ήταν πολύ δύσκολο να το δουλέψω μέσα στο μυαλό μου και να το εφαρμόσω στην πράξη. Έτσι έφτανα σε ένα σημείο που έπιανα ταβάνι και δεν μπορούσα να βελτιώσω τους χρόνους μου διότι αυθόρμητα οδηγούσα την μοτοσυκλέτα σαν Moto2, έχοντας την περισσότερη ώρα πλαγιασμένη, κάνοντας περισσότερα μέτρα μέσα στην πίστα και μειώνοντας τον χρόνο που είχα τέρμα ανοιχτό το γκάζι.”

Βλέπουμε δηλαδή πως προσαρμογή στις διαφορετικές απαιτήσεις κάθε μοτοσυκλέτας δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, ούτε για αναβάτες του παγκοσμίου πρωταθλήματος των GP. Όπως συμπέρανε ο Brad Binder κλείνοντας τη συνέντευξή του: Ο τρόπος που ο Pol Espargaro ανοίγει το γκάζι και ο τρόπος του κρατάει το γκάζι πλαγιασμένος είναι εξωπραγματικός. Έχω πολλά να μάθω. Ακόμα και το γεγονός πως σε κάθε γύρο είσαι δύο δευτερόλεπτα πιο γρήγορος απ’ ότι έχει συνηθίσει το σώμα σου στη Moto2, σημαίνει πως πρέπει να δουλέψω ακόμα περισσότερο στη φυσική κατάσταση, παρ’ ότι σήμερα δεν είχα τόσο πρόβλημα όσο περίμενα… βέβαια ίσως αυτό έχει να κάνει με το γεγονός πως οδηγούσα αργά.”

MotoGP, Enea Bastianini: Αδιέξοδο σε θέματα ασφάλειας, χρειαζόμαστε εκπρόσωπο αναβατών

“Ακόμη κι αν φτάσεις στα όρια της τραγωδίας αρκετές φορές, τίποτα δεν αλλάζει.”
bastianini
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

15/5/2026

Ο Ιταλός αναβάτης της ΚΤΜ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, διαβλέποντας κενά στην ασφάλεια των αναβατών που ουδείς ασχολείται να καλύψει και εντοπίζει το πρόβλημα στην εκπροσώπηση των αναβατών.

Δύο τέτοια ζητήματα αφορούν στις πίστες Le Mans στη Γαλλία και Balaton Park στην Ουγγαρία, με την πρώτη να έχει φιλοξενήσει αγώνα μόλις το περασμένο σαββατοκύριακο (8-10/5) και τον αγώνα στη δεύτερη να έρχεται στις αρχές Ιουνίου (5-7/6).

Στο Le Mans το πρώτο σικέιν είναι ένα σημείο αιχμής, καθώς εκεί υπάρχει κίνδυνος αναβάτης που πέφτει στην είσοδό του να καταλήξει εντός πίστας, με κίνδυνο να παρασυρθεί από επερχόμενους αναβάτες. Κάτι τέτοιο συνέβη και φέτος με τις πτώσεις των Fermin Aldeguer και Fabio Di Giannantonio, ευτυχώς χωρίς δυσάρεστες συνέπειες.

Όσο για την ουγγρική πίστα, έχει ένα ανάλογο σημείο στο οποίο έπεσε πέρυσι ο Bastianini κατά τον αγώνα και γλίτωσε από θαύμα (κεντρική εικόνα), καθώς πέρασαν δίπλα του αρκετοί αναβάτες την ώρα που αυτός σερνόταν μέσα στην πίστα.

“Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω πάει στην Επιτροπή Ασφάλειας (Safety Commission) αρκετό καιρό τώρα, γιατί κάποια στιγμή έμοιαζε πως είχαμε φτάσει σε αδιέξοδο,” εξήγησε ο αναβάτης της ΚΤΜ.

Οι αναβάτες έχουν εντοπίσει αρκετά επίμαχα σημεία που κατά τη γνώμη τους απαιτούν αλλαγές για λόγους ασφάλειας και τις έχουν ζητήσει.

“Περίμενα μια διαφορετική πίστα στη Balaton Park φέτος, αλλά απεναντίας όλα θα είναι ίδια με πέρυσι. Αυτό που μου συνέβη εκεί πέρυσι ήταν πολύ επικίνδυνο, δεν είναι ένα σικέιν επιπέδου MotoGP. Θα έπρεπε να μιλάμε γι’ αυτό, είναι θέμα των αναβατών να γίνει κάτι. Είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να αλλάξουμε κάτι αυτή τη στιγμή. Ξέρω πως αυτό που κάνω δεν είναι σωστό [το να μην πηγαίνει στην Επιτροπή Ασφάλειας], αλλά υπάρχει ένας εκνευρισμός γιατί ζητήσαμε αλλαγές και αυτές δεν έγιναν.

“Μερικές αλλαγές έρχονται με κόστος, η τροποποίηση ενός σικέιν κοστίζει. Έπειτα υπάρχουν ιστορικές πίστες, όπως το Le Mans. Αλλάζεις μια στροφή της; Στην Αυστρία έγινε, αλλά μερικά πράγματα δεν γίνονται αν πρώτα δεν συμβεί κάτι. Ακόμη κι αν φτάσεις στα όρια της τραγωδίας αρκετές φορές, τίποτα δεν αλλάζει.

Το πρόβλημα κατά τον Bastianini είναι πως οι αναβάτες δεν έχουν έναν εκπρόσωπο στις συζητήσεις. Πριν καιρό φαινόταν πως θα επερχόταν μια σχετική συμφωνία και θα εξέλεγαν έναν εκπρόσωπό τους, αλλά αυτό δεν έχει συμβεί ως τώρα και οι φωνές τους συχνά δεν φτάνουν στα σωστά αυτιά, ή δεν εισακούγονται.

“Αυτή η σκέψη πρέπει να επανέλθει γιατί χρειαζόμαστε κάποιον να μας προστατεύει και να μιλά εκ μέρους μας. Έχουμε χιλιάδες άλλες υποχρεώσεις ως αναβάτες. Δεν θα έπρεπε να είναι εν ενεργεία αγωνιζόμενος, γιατί είναι μια απαιτητική δουλειά και δεν πρέπει να υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Θα πρέπει να είναι ένα άτομο εκτός του ρόστερ του πρωταθλήματος και, κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν άφθονοι ικανοί άνθρωποι για να το κάνουν.”

Η φωνή του Bastianini πρέπει να εισακουστεί, ειδικά αυτόν τον καιρό που κυριαρχεί η διαπραγμάτευση για την περίφημη Concorde Agreement μεταξύ διοργανωτών, κατασκευαστών και ομάδων. Σ' αυτήν την ιστορία το μεγάλο αγκάθι είναι το οικονομικό, αλλά για τους αναβάτες υπάρχουν άλλα ζητήματα που θα έπρεπε να έχουν απόλυτη προτεραιότητα, κάτι που απλά δεν συμβαίνει.

Οι αθλητές ωστόσο είναι ο ζωντανός οργανισμός του αθλήματος, το οξυγόνο και το αίμα του, η φωνή τους οφείλει να ακούγεται, πόσο μάλλον όταν το ζητούμενο δεν είναι η αμοιβή ή τα διαδικαστικά, αλλά η ίδια η σωματική ακεραιότητά τους.

Ετικέτες