Τουρκία – Γεωργία – Αρμενία (Μέρος Α')

Στη ζώνη του αναπάντεχου
19/8/2017

Έχοντας εξαντλήσει όλες τις γειτονικές χώρες με κατ' επανάληψη ταξίδια σ' αυτές και με ένα προϋπολογισμό που ακολουθούσε την οικονομική πορεία της χώρας μας, αποφασίσαμε να ταξιδέψουμε -αν και με λάθος είδος μοτοσυκλέτας- στην Γεωργία και την Αρμενία, εκεί που το αναπάντεχο γίνεται ρουτίνα…

Ίσως ήταν το καλύτερο κομμάτι της διαδρομής μου στην ύπαιθρο της Αρμενίας, που όμως δεν υπερέβαινε τα 500 μέτρα και που η άσφαλτος ήταν άψογη. Φαινόταν ότι ήταν πολύ καινούργιο, αφού τα έργα δεν είχαν ολοκληρωθεί και υπήρχαν σήματα για όριο ταχύτητας 50 χιλιομέτρων. Έτσι, άνοιξα το γκάζι όχι σε καμία τρελή ταχύτητα, απλώς άγγιξα τα 90. Το περιπολικό από απέναντι μου αναβόσβησε τα φώτα, ενώ έβαζε και την σειρήνα και κάνοντας αναστροφή σταμάτησε πίσω μου. Την κάτσαμε την βάρκα, σκέφθηκα, έχοντας διαβάσει άπειρες ιστορίες διεφθαρμένων αστυνομικών. Το όργανο της τάξης με πλησίασε, με χαιρέτισε με αμερικάνικη νέγρικη χειραψία χτυπώντας την παλάμη μου γελώντας σαρδόνια. Δεν μου ζητάει ούτε άδεια, ούτε διαβατήριο και με οδηγεί στο περιπολικό, όπου συνεχίζοντας να γελάει μου δείχνει την οθόνη του ραντάρ που όντως είχε καταγραφεί η ταχύτητά μου: 91km/h. Τότε ο συνοδηγός του εμφανίζει ένα χαρτί με την λίστα των προστίμων ανάλογα με τα χιλιόμετρα. Πάνω από 5.000 ευρώ! Τρελάθηκα και άρχισα να ξεκαρδίζομαι στα γέλια εξηγώντας τους ότι λεφτά-ΔΕΝ-υπάρχουν, αφού τα σύνορα με την Γεωργία απείχαν λίγα χιλιόμετρα και δεν κρατούσα επάνω μου παρά ελάχιστα χρήματα και αυτά για βενζίνη. Τότε μου χτυπάει συγκαταβατικά την πλάτη και σε ένα χαρτί γράφει 500 ευρώ. Σηκώνω τα χέρια ψηλά και μπλοφάροντας του λέω να με ψάξει και όσα βρει δικά του. Η γυναίκα μου που παρακολουθούσε από μακριά, όταν με είδε να σηκώνω τα χέρια τα χρειάστηκε γιατί νόμιζε ότι θα με πυροβολούσαν. Ξαναπαίρνει το χαρτί και γράφει 100 ευρώ. Ούτε για αστείο του απαντώ. "Πόσα έχεις;", με ρωτάει. "5.000 dram" του λέω, δηλαδή 10€ (oύτε εγώ δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου για το θράσος μου) και του τα δείχνω. Τι έκανε; Πήρε τα 2.000 dram που αντιστοιχούσαν σε 4€ -καλά διαβάσατε- και μου άφησε τα υπόλοιπα για να βάλω βενζίνη. Κουφό, έ; Ξεφτίλισε τη χώρα του την αστυνομία της και την υπόληψη του για 4 ευρώ…

Το γεγονός συνέβη λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη Γκιούμρι της Αρμενίας και 30 χιλιόμετρα πριν από τα σύνορα της Γεωργίας και είναι απλώς ενδεικτικό του τι πρόκειται να διαβάσετε στη συνέχεια.

Αυτό το ταξιδιωτικό γράφτηκε στην κυριολεξία στο κρεβάτι του πόνου και δεν είναι σχήμα λόγου. Και βεβαίως το φταίξιμο ήταν δικό μου, διότι κύριε όταν τόσο ο Μητσάκης όσο και ο Βροχίδης σου λένε ότι για Γεωργία και Αρμενία χρειάζεσαι εντούρο, οπότε καλό θα είναι να μην πας με την μηχανή σου, αλλά εσύ κάνεις του κεφαλιού σου, τότε καλά να πάθεις. Και όχι τρεις μήνες που έκατσες σχεδόν ακίνητος καλοκαιριάτικα καταφέρνοντας να διαλύσεις την μέση σου, αλλά άλλο τόσο έπρεπε να κάτσεις για να βάλεις μυαλό. Βλέπετε, δεν μου αρκούσε το κεντρικό οδικό δίκτυο που δεν ήταν και ό,τι καλύτερο, αλλά έπρεπε να δω και το τελευταίο αξιοθέατο στους απόλυτα εξαθλιωμένους και απερίγραπτους δευτερεύοντες δρόμους. Σε δρόμους με εφτά μπαλώματα το ένα πάνω στο άλλο ή με τεράστιους κρατήρες που φλερτάρανε με τις ζάντες της street μηχανής μου. Και η καημένη η γυναίκα μου τι μου έφταιγε;

 

Η παγίδα του GPS

Φύγαμε όπως συνηθίζουμε μέσα Μαΐου. Πρώτη διανυκτέρευση στην Αλεξανδρούπολη. Την επόμενη μπήκαμε Τουρκία όπου επισκεφθήκαμε έναν πολύ καλό μας φίλο, που πάντα γίνεται θυσία όταν μας συναντά, στην κωμόπολη Bigadic κοντά στο Balikesir και κατά προτροπή του ξεκινήσαμε την επόμενη για μια κοσμική λουτρόπολη στην Μαύρη θάλασσα, την Akcacoca. Ομολογώ ότι ταλαιπωρήθηκα υπερβολικά για να φθάσω εκεί, αφού σαν πρωτάρης αντί να κοιτάξω το χάρτη που είχα ακριβώς μπροστά μου βλακωδώς ακολούθησα το GPS που με πήγε από ερήμους, εγκαταλειμμένους, κακοτράχαλους δρόμους, ενώ παραδίπλα υπήρχε υπερσύγχρονος αυτοκινητόδρομος. Όντως η πόλη ήταν μοντέρνα, όμορφη και καθαρή, με θαυμάσια παραλία γεμάτη παρτέρια με λουλούδια, καφετερίες και ταβέρνες που όμως δεν σερβίριζαν αλκοόλ και όπως και να το κάνουμε μαριδάκι και μπακαλιαράκι χωρίς μια παγωμένη μπύρα δεν τρώγονται. Πάντως εμένα η πόλη δεν με εντυπωσίασε. Ίσως γιατί ήταν υπερβολικά τουριστικοποιημένη για τα δικά μου γούστα. Μπορεί αν ήμουν νεότερος να ήταν ένας πολύ καλός προορισμός. Επειδή την συγκεκριμένη πόλη δεν την είχα υπόψη μου, ρώτησα τον ξενοδόχο αν ήμουν ο πρώτος Έλληνας που κατέλυε στο ξενοδοχείο του. Έτσι νόμιζα. Με κοίταξε κατάπληκτος ενημερώνοντας με ότι η πόλη κατακλύζεται από Έλληνες την υψηλή τουριστική περίοδο. Τι να πω...;

Την άλλη μέρα ταξιδεύαμε μέσα από εκπληκτικούς δρόμους με τρεις λωρίδες ανά κατεύθυνση -που εμείς θα δούμε τα επόμενα πενήντα χρόνια και ίσως ποτέ- για την Amasya, μια από τις ωραιότερες πόλης της Τουρκίας. Από τα εδάφη της πέρασαν πολλοί λαοί, από τους Χετταίους μέχρι τους Οθωμανούς. Στην αρχαιότητα η Αμάσεια διατέλεσε πρώτη πρωτεύουσα του ελληνιστικού βασιλείου του Πόντου μέχρι το 183 π.Χ. που η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στη Σινώπη. Στα ασβεστολιθικά βράχια πάνω από το ποτάμι και δίπλα στην παλιά πόλη βρίσκονται σκαμμένοι οι επιβλητικοί τάφοι των βασιλέων του Πόντου. Ψηλά στην κορυφή του λόφου δεσπόζει ένα επιβλητικό φρούριο απ' όπου έχεις μια εκπληκτική θέα όλης της περιοχής. Αυτό όμως που πραγματικά μας εντυπωσίασε ήταν ο απίστευτος τρόπος που φωτίζονταν τα παραποτάμια αρχοντικά, αλλά και οι τάφοι και το φρούριο με εναλλαγές από λευκό, κόκκινο και μπλε φως και μάλιστα όχι από προβολείς αλλά από led! Θεωρώ ότι ήταν εξαιρετικός προορισμός -χωρίς ευρωπαίους τουρίστες- με αρκετά αξιοθέατα και αν μου δινόταν η ευκαιρία θα ξαναπήγαινα ευχαρίστως.

Μετά από δύο διανυκτερεύσεις εδώ με ενοχλητική ζέστη στους 33 βαθμούς, αν και μέσα Μαΐου, ξεκινήσαμε για την Τραπεζούντα με τελικό πάντοτε προορισμό την Γεωργία και την Αρμενία. Η αλήθεια είναι ότι η μούρλα μου με οδηγεί στο να προσπαθώ να βρω κατά κανόνα τον πιο περίεργο δρόμο που να συνδέει δύο πόλεις. Στα μισά του δρόμου Amasya - Erzincan έκανα αριστερά για βγω στη Μαύρη Θάλασσα. Το επαρχιακό οδικό δίκτυο δεν ήταν και από τα καλύτερα αφού είχε κομμάτια καλά αλλά και μέτρια, αλλά από εδώ θα έλεγα ότι ξεκίνησαν και οι ατυχίες που με συνόδευσαν σε ολόκληρο το ταξίδι. Στην πόλη Mesudiye διαπίστωσα ότι έφυγαν οι βίδες της ζελατίνας. Εντάξει, είπα, και έπιασα τη ζελατίνα με straps. Στην επόμενη πόλη, το Golkoy, σταμάτησα στην κεντρική πλατεία να ρωτήσω πώς βγαίνουμε από την πόλη. Πάω να βάλω μπροστά και το μόνο που άκουσα ήταν το κρώξιμο από το γρανάζι της μίζας. Μπαταρία γιοκ (yok τουρκική λέξη με αρνητική σημασία, όπως λέμε δεν υπάρχει δεν βρέθηκε κλπ.). Ευτυχώς είχα μαζί μου καλώδια και κάτι νεαροί με ATV που κάνανε μαγκιές στην πλατεία μου δώσανε ρεύμα και ξεκίνησα. Καθ' οδόν, σε μια πολύ μεγάλη ανηφόρα, ένα βαθύ νεροφάγωμα με υποχρέωσε να κόψω υπερβολικά με αποτέλεσμα να μου σβήσει η μηχανή. Και πάλι μπαταρία καπούτ (αυτό στα γερμανικά). Αδύνατον να γυρίσω την μηχανή στην κατηφόρα καθώς η κλίση του δρόμου ήταν υπερβολική και θα έπρεπε πρώτα να την ξεφορτώσουμε. Αφού κατέβασα όλα τα γνωστά μπινελίκια, αλλά και μερικά που δημιούργησα εκείνη τη στιγμή, και επειδή και ο άγιος φοβέρα θέλει, σκάει μύτη μια ντόπια Ural με ένα νεαρό και δυο κοπελιές. Όλοι μαζί με βοηθήσαν να γυρίσω την μηχανή στην κατηφόρα οπότε με λίγο σπρώξιμο πήρε μπρος -εδώ διαφέρουν οι Τούρκοι από άλλους Ευρωπαϊκούς λαούς, αν και έχουν αλλάξει αρκετά μετά την απίστευτη άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου, γι' αυτό θα μιλήσουμε όμως παρακάτω. Απ' ότι κατάλαβα το ηλεκτρικό σύστημα δεν άντεχε τα προβολάκια που είχα μόνος μου βάλει και δεν φόρτωνε επαρκώς την μπαταρία.

Ευτυχώς η διαδρομή πάνω στα χιονισμένα βουνά ήταν θαυμάσια κι εμείς την απολαμβάναμε, μέχρι που ένιωσα το κόμπιασμα αυτό που προειδοποιεί ότι μένουμε από βενζίνη. Ακαριαία το γυρίζω στη ρεζέρβα, ανήσυχος όμως αφού μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχα συναντήσει βενζινάδικο. Συνεχίζω με τα χιλιόμετρα αυξάνονται, αλλά βενζινάδικο νιέντε (αυτό ιταλικό). Έχω κάνει περί τα 70 χιλιόμετρα και σε καμιά τριανταριά θα έμενα πάνω στα άγρια βουνά, όπου συναντούσες ένα αυτοκίνητο κάθε μία ώρα και βάλε. Στο τέλος έμεινα και αυτοκίνητο δεν συνάντησα... Πανικοβλήθηκα γιατί δεν ήθελα να αφήσω την γυναίκα μου μόνη της να φυλάει τη μηχανή (το τι έχει τραβήξει και αυτή δεν περιγράφεται!!!). Ευτυχώς ήταν κατήφορος και ρολάροντας έφθασα στο πρώτο χωριό. Τι χωριό δηλαδή, οικισμός τσοπαναραίων ήταν! Ρωτάω το πρώτο περαστικό πού είναι το κοντινότερο βενζινάδικο. Σε 60 χιλιόμετρα, μου απαντάει. Πάγωσα. Και τώρα; Ο άνθρωπος διάβασε την απελπισία στα μάτια μου και μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω. Πράγματι, με οδηγεί σε ένα αγροτόσπιτο, φωνάζει κάποιον και του εξηγεί ότι ο Έλληνας έμεινε από καύσιμα. Εντάξει, μου λέει αυτός, μπορώ να σου δώσω 5 λίτρα αλλά ακριβότερα από το βενζινάδικο. Ωχ, σκέφτηκα. Έχει σκοπό να βγάλει μηνιάτικο από μένα, αλλά και τι να έκανα; Θα έδινα όσα και να μου ζήταγε. Τελικά πόση ήταν η διαφορά; Αν είχε ας πούμε 1,50 ευρώ το λίτρο μου την χρέωσε 1,60! Ακόμη κι έτσι όμως, κάπου με ενόχλησε αφού σε άλλες εποχές δεν θα καταδεχόντουσαν καν να πάρουν χρήματα, ειδικά από Έλληνες. Τελικά λίγα χιλιόμετρα πριν βγω στην Εθνική της Μαύρης θάλασσας βρήκα βενζινάδικο και ηρέμισα.

Μετά από λίγα χιλιόμετρα και με ψιλόβροχο έφθασα απόγευμα στην Τραπεζούντα. Ξενοδοχείο στα 40 ευρώ -το φθηνότερο που βρήκα- ντουζάκι και βόλτα στην πόλη. Η Τουρκία έχει αλλάξει. Και όταν λέω αλλάξει, εννοώ συθέμελα. Τουλάχιστον μια δεκαετία μπροστά από 'μας και μάλιστα από τις δικές μας καλές εποχές. Πριν από το 2010! Απίστευτες οικοδομές, τέλειο οδικό δίκτυο, πλατείες και πεζοδρόμοι με πλούσια καταστήματα γεμάτα πελάτες που ψώνιζαν, με έκαναν να προβληματιστώ έντονα.

Η χώρα του χάους

Σύνορα Γεωργίας την άλλη μέρα πρωί-πρωί. Η ουρά των αυτοκινήτων τεράστια κι εγώ να παρακαλώ την Αστυνομικίνα να μου επιτρέψει την διέλευση. Θα είχα δημιουργήσει διπλωματικό επεισόδιο, αν δεν επενέβαινε η γυναίκα μου για να με ηρεμήσει. Κι αυτό διότι ο άσχετος και ανίκανος συμπατριώτης μου δημόσιος υπάλληλος, έγραψε στην άδεια της μηχανής 0930 και στην πινακίδα 930. Κι αυτοί γνήσιοι απόγονοι του προηγουμένου καθεστώτος, γραφειοκράτες ανεγκέφαλοι, με περισσή απάθεια μου λένε: "Κυριέ μου, δεν εισέρχεστε, γυρίστε πίσω." Πού να γυρίσω ρε παιδιά τους λέω, έχω κάνει 2.500 χιλιόμετρα για να φθάσω μέχρι εδώ. Αυτοί ανένδοτοι. Η ουρά πίσω μου ξεπερνούσε τα 300 αυτοκίνητα, με τους οδηγούς να κορνάρουν και να διαμαρτύρονται. Κομφούζιο. Μέχρι και ο διοικητής ήρθε. Τελικά, με τα παρακάλια της γυναίκας μου μας άφησαν να περάσουμε. Έχεις τον τρόπο της... Πάω να βάλω εμπρός, μπαταρία νεκρή. Τα αυτοκίνητα να κορνάρουν πλέον μανιωδώς. Σπρώχνουμε την μηχανή, αλλά άντε να την ανεβάσεις φορτωμένη από τα μεταλλικά υπερυψωμένα σαμαράκια των συνόρων. Εννοείται ότι ουδείς φιλοτιμήθηκε να βοηθήσει. Τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα να αποσυνδέσω τα φωτά, αφού ανάβουν βλακωδώς μόλις ανοίξεις τον διακόπτη. Και ως εκ θαύματος πήρε εμπρός κι εγώ γλύτωσα το εγκεφαλικό.

Η πόλη του Batumi απείχε ελάχιστα από τα σύνορα. Σαν πόλη δεν έλεγε τίποτα, εκτός της παραλιακής ζώνης που ήταν εντυπωσιακή συνδυάζοντας πάρκο, πεζόδρομους και παραλία για τουλάχιστον πέντε χιλιόμετρα, την οποία στόλιζαν και μερικά υπερ-μοντέρνα αλλά ιδιαιτέρως κακόγουστα κτίρια και πολλά από αυτά εγκαταλειμμένα. Οι πολυκατοικίες έτοιμες να καταρρεύσουν, τα αυτοκίνητα τζιπ και Mercedes με μαύρα τζάμια ή ετοιμόρροπα χρέπια, Lada τα περισσότερα. Όχι, δεν θα ξαναπήγαινα, αλλά για να μην είμαι και πολύ αυστηρός οφείλω να σας πω ότι στα όρια της πόλης υπήρχε ένας εξαιρετικός τεράστιος και περιποιημένος βοτανικός κήπος, με κάθε είδος δέντρου και πλημμυρισμένος από ολάνθιστα λουλούδια.

Η γυναίκα μου γράφει στο ημερολόγιο της: "Ούτε η χώρα μου αρέσει, ούτε οι άνθρωποι της. Αφήστε που τα μισά αυτοκίνητα είναι δεξιοτίμονα γιατί λένε ότι στοιχίζουν λιγότερο, οπότε όταν προσπερνάνε αντιλαμβάνεστε ότι δεν έχουν την παραμικρή ορατότητα, ειδικά όταν δεν υπάρχει συνεπιβάτης κι έτσι όποιον πάρει ο χάρος. Αν κάνεις το λάθος να βγεις ανάμεσα από τα αυτοκίνητα μπροστά τους στο φανάρι, θα κάνουν φιλότιμες προσπάθειες να σε κλείσουν και να σε πετάξουν έξω από το δρόμο. Δυστυχώς η φήμη την Γεωργιανών δεν είναι τυχαία."

Την επομένη φτάνουμε στο Kutaisi. Με 16 ευρώ μένουμε στην πολύ καλή πανσιόν Diplomat, την οποία αναφέρω γιατί το δωμάτιο πρέπει να ήταν ακριβές αντίγραφο της κρεβατοκάμαρας της Μαρίας Αντουανέτας στις Βερσαλίες! Η αποθέωση του κιτς. Στην πόλη υπήρχε ο ενδιαφέρον καθεδρικός ναός Bagrati, ο οποίος ανήκει στους πολιτιστικούς θησαυρούς της ανθρωπότητας σύμφωνα με την Ουνέσκο και στα έξι χιλιόμετρα ήταν το μοναστηριακό συγκρότημα Gelati με ωραίες αγιογραφίες. Σε δυο χιλιόμετρα από αυτό, υπήρχε και το μοναστήρι της Motsameta με εκπληκτική θέα στο διπλανό φαράγγι και στην γύρω περιοχή. Σ' αυτά πήγαμε με marshrutkas, τα ιδιωτικά, αφάνταστα κλειστοφοβικά, βανάκια που εκτελούσαν το συγκεκριμένο δρομολόγιο και αν ήξερα πως οδηγούσαν -παρ' όλο που μετέφεραν ανθρώπους- ούτε γράμμα δεν θα έστελνα. Αχαρακτήριστη οδήγηση.

Θέλω να σας ενημερώσω ότι τα περισσότερα αξιοθέατα, τόσο στην Γεωργία όσο και στην Αρμενία, είναι μοναστήρια και εκκλησίες. Παρά το ότι αδιαφορώ πλήρως, για να μην πω ότι διάκειμαι και εχθρικά προς όλα τα δόγματα, οφείλω να ομολογήσω ότι κάποια από τα εκκλησιαστικά συγκροτήματα παρουσίαζαν μεγάλο αρχιτεκτονικό και αισθητικό ενδιαφέρον. Στην περιοχή υπήρχαν και δυο σπήλαια, ένα μικρό και ένα τεράστιο. Τα επισκεφθήκαμε και τα δύο. Στο μικρό, το ενδιαφέρον στοιχείο ήταν τα ίχνη των δεινοσαύρων επάνω στο βράχο, ενώ το μεγάλο και επονομαζόμενο σπηλαίο του Προμηθέα ήταν εξόχως εντυπωσιακό με εξαιρετικό φωτισμό και η έκπληξη ήταν ότι αν ήθελες έβγαινες με βάρκα μέσα από υπόγειο ποταμό, όπως και κάναμε.

Ταξιδεύοντας για την πρωτεύουσα Tbilisi, ή Τιφλίδα για τους Έλληνες, κάναμε μια στάση στο Gori για να θαυμάσουμε το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους εγκληματίες, υπεύθυνος όπως λέγεται για τον άμεσο ή έμμεσο θάνατο 60.000.000 ανθρώπων. Πρόκειται για τον Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν, ο οποίος πέθανε πριν από 62 χρόνια στη Μόσχα και ήταν ένας μικρόσωμος άνθρωπος που δεν ξεπερνούσε το 1,62 μέτρα. Ο κακοποιημένος γιος ενός φτωχού, αλκοολικού γεωργιανού τσαγκάρη, ο Josef Vissarionovich Djughashvili -μελλοντικός Στάλιν- είχε αναπηρία στο αριστερό του χέρι, δυσμορφία στο πόδι και πρόσωπο σημαδεμένο από την ευλογιά. Κατάφερε ωστόσο να γίνει ένας από τους πιο διάσημους και αμφιλεγόμενους ηγέτες στην Ιστορία. Πάντως βγάλαμε φωτογραφίες κάτω από το άγαλμά του, ίσως το μοναδικό εναπομείναν αφού παγκοσμίως όπου αλλού υπήρχαν, ο κόσμος τα κατάστρεψε μετά μεγάλης μανίας.

Στην Τιφλίδα, στο ξενοδοχείο που είχα κλείσει μέσω internet, ο ρεσεψιονίστ και ιδιοκτήτης του με απόλυτο θράσος με ενημερώνει πως δεν υπάρχει δωμάτιο γιατί θέλει λέει να του κάνει ανακαίνιση! Καθ' ότι απωθητική αγριόφατσα δεν με έπαιρνε να κάνω φασαρία, οπότε αποχώρισα εξοργισμένος. Εν τω μεταξύ είχε νυχτώσει και μέσα στο κυκλοφοριακό χάος η φορτωμένη η μηχανή μέχρι τα μπούνια, σε μια ιδιαίτερα ανηφορική στροφή μου σβήνει, ενώ ανάβει και το κόκκινο φωτάκι της θερμοκρασίας. Όλοι να κορνάρουνε σαν παλαβοί "ευγενέστατα" (α ρε Γαλλία και Γερμανία με τον πολιτισμό σας), η μηχανή να μην παίρνει μπροστά με τίποτα, η γυναίκα μου να παιδεύεται να κρατήσει κόντρα να μην με πάρει προς στα πίσω στην προσπάθεια μου να την γυρίσω και ούτε ένα γαϊδούρι να προσφερθεί να βοηθήσει. Την ίδια μέρα γραφεί στο ημερολόγιο της: "Μανιακοί, τελείως τρελοί και αγενείς". Κατά καλή μας τύχη, αφού είχα απογοητευθεί μην βρίσκοντας ξενοδοχείο, βλέπω δυο νεαρούς πάνω σ' ένα RR. Tους σταματάω και τους ρωτώ αν έχει πάρει το μάτι τους κανένα μοτέλ στην περιοχή. Ο κατά τα άλλα ευγενικός μηχανόβιος, του οποίου η εμφάνισή παρέπεμπε σε αρχηγό συμμορίας, προθυμοποιήθηκε όντως να με οδηγήσει σε κάποιο που ήξερε. Και το λέω αυτό γιατί όλο το σώμα του ήταν καλυμμένο με τατουάζ όπλων! Πιστόλια, καλάζνικοφ, ούζι, μαχαίρια και ό,τι άλλο βάλει ο νους σας, κατελάμβαναν το σώμα του. Πολύ επιφυλακτικός τον ακολουθώ και όντως με οδηγεί σε κάποιο που ήταν gay friendly, αφού όλο το άρρεν προσωπικό γουργούριζε σαν γατούλες του σεξ. Να πω και την αμαρτία μου, όταν παίρναμε ταξί δεν έδινα στον ταξιτζή το όνομα του ξενοδοχείου αλλά του δρόμου... Όσο για το δωμάτιο, ήταν το ποιο παράξενο ή πρωτότυπο που έχω συναντήσει όλα τα χρόνια που ταξιδεύω. Εκτός του ότι ήταν τεράστιο, ίσως και 80 τετραγωνικά, στο κέντρο είχε και ένα επίσης τεράστιο μπιλιάρδο με όλο τον εξοπλισμό. Οποίος ενδιαφέρεται πάντως, μπορώ να του δώσω το όνομα του ξενοδοχείου γιατί μπορεί να του αρέσει το μπιλιάρδο…

Παρά το γεγονός ότι ολόκληρη η Γεωργία σαν χώρα βρίσκεται σε απόλυτη παρακμή και εγκατάλειψη, όπως εξ άλλου και η όμορη Αρμενία, την πρωτεύουσα Τιφλίδα με τους 1.7000.000 κατοίκους θα την χαρακτήριζα ενδιαφέρουσα με κάποια όμορφα σημεία. Βεβαίως υπήρχαν οι φρικτές, άθλιες και τρομακτικές στην όψη δεκαπενταόροφες πολυκατοικίες, στις οποίες αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να ζουν άνθρωποι και πιθανώς κάποιοι από σας να έχουν δει αντίστοιχες στην γειτονική Βουλγαρία. Όμως, η κεντρική λεωφόρος της πόλης, η Roustaveli -κάτι σαν την δική μας Πανεπιστημίου- που κατέληγε στην παλιά πόλη, ήταν αντικειμενικά όμορφη με μεγαλειώδη καλοδιατηρημένα κτίρια, όπως η Όπερα και το Κοινοβούλιο. Η παλιά πόλη ήταν φορτωμένη με όμορφα κτίρια ωραίας αρχιτεκτονικής από τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου, αλλά τα περισσότερα από αυτά βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση. Υπάρχουν πάντως χαριτωμένα ταβερνάκια και καφετερίες, δυσανάλογα ακριβά, απευθυνόμενα μάλλον σε μεγαλοστελέχη και τουρίστες. Από την παλιά πόλη διασχίσαμε το ποτάμι μέσω μιας υπερ-μοντέρνας γυάλινης γέφυρας που με τίποτα δεν κόλλαγε στο περιβάλλον.

Με ταξί επισκεφθήκαμε την μεγαλύτερη εκκλησία της πόλης, αλλά και των γύρω χωρών, τον καθεδρικό της Αγίας Τριάδας την Tsminda Sameba, μέσα στην οποία περιφέρονταν τετράπαχοι ιερωμένοι. Είναι τουλάχιστον λυπηρό και απογοητευτικό για το ανθρώπινο είδος να σπαταλώνται κολοσσιαία ποσά για την δημιουργία μη χρηστικών κτιρίων (χρηστικό κτίριο θα χαρακτήριζα π.χ. ένα νοσοκομείο, ένα ορφανοτροφείο ή ένα γηροκομείο) την στιγμή που ολόκληρη η πόλη ήταν πηγμένη στις εκκλησίες και ο λαός εκτός της πρωτεύουσας δυστυχούσε φανερά, αναγκαζόμενος να ξενιτεύεται. Πολύ κοντά ήταν και το προεδρικό μέγαρο, που μπροστά του ο Λευκός Οίκος των ΗΠΑ φάνταζε μονόκλινο μπροστά σε σουίτα. Ειδικά με αυτό το κτίριο κατάλαβα που πηγαίνανε τα λεφτά της χώρας, αντί να φτιάχνονται δρόμοι για παράδειγμα, με αποτέλεσμα το οδικό δίκτυο να παραπέμπει στον μεσαίωνα. Στην πόλη ακόμη υπήρχαν δυο εντυπωσιακά τελεφερίκ, το ένα με κρεμαστές καμπίνες που ανέβαινε στο φρούριο Narikala, περνώντας πάνω από το ποτάμι που διέσχιζε την πόλη προσφέροντας εκπληκτική θέα, και το άλλο με ράγες ανέβαινε σχεδόν κάθετα ένα ψηλό λόφο στην κορφή του οποίου υπήρχε λούνα-παρκ με χαρακτηριστικό την πελώρια ρόδα, η οποία μαζί με την τεράστια κεραία της τηλεόρασης το βράδυ φωτίζονταν καταπληκτικά.

 

Τουριστικές παγίδες

Απέχοντας 20 χιλ από την Τιφλίδα, επισκεφθήκαμε την παλιά πρωτεύουσα της Γεωργίας, την Mtskheta, πάλι με marshrutkas τα ιδιωτικά λεωφορειάκια και πάλι κοψοχολιαστήκαμε με τον τρόπο οδήγησής τους. Στο κέντρο της ιστορικής πόλης, που πρώτη παγκοσμίως υιοθέτησε τον Χριστιανισμό το 334 μ.Χ., υπήρχε εντός των τειχών ένας ιδιαίτερα εντυπωσιακός ναός, αυτός της Ζωοδόχου Πηγής ή Svetitskhoveli που αποτελεί έναν από τους ιεροτέρους χώρους της Γεωργίας, περιέχοντας τάφους αρχαίων γεωργιανών βασιλέων και βρίσκεται στην λίστα της Ουνέσκο. Επιστρέφοντας πήραμε το μετρό για να γυρίσουμε στο κέντρο. Αυτή κι αν ήταν εμπειρία. Το τρενάκι του τρόμου. Το τρένο πήγαινε με χίλια νομίζοντας ότι θα εκτροχιαστεί ανά πάσα στιγμή μέσα στα βάθη της γης, οι επιβάτες να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, αλλά παρ' όλα αυτά φαινόντουσαν ψύχραιμοι, μάλλον συνηθισμένοι, πράγμα που μας βοήθησε να αντέξουμε.

Οι τρεις ημέρες που μείναμε στην πρωτεύουσα ήταν υπέρ αρκετές κι έτσι βάλαμε πλώρη για το Telavi, την πρωτεύουσα της ανατολικής επαρχίας του Kakheti, με πολλά παγκοσμίου φήμης οινοποιεία. Παρά ταύτα, το κρασί στην Γεωργία ήταν ακριβό με αποτέλεσμα να πίνουμε μέτριας ποιότητας μπύρες.

Η οδός Cholokashvili ήταν ένας από τους ωραιότερους δρόμους της πόλης και φαινόταν πως είχε ανακαινιστεί πρόσφατα. Τα σπίτια σε αυτή την περιοχή ήταν στολισμένα με πολύχρωμες πύλες και περίτεχνα σκαλισμένα μπαλκόνια. Όταν όμως έριξα κρυφά μια ματιά πίσω από τις πορτάρες, αντίκρισα την κακομοιριά και την δυστυχία σε όλο της το μεγαλείο. Όλο το σκηνικό ήταν μια φάρσα για τους χαζοτουρίστες. Σε μια καφετερία που καθίσαμε μας έπιασε κουβέντα η συμπαθέστατη γκαρσόνα, απόφοιτη κάποιας ανώτατης σχολής, που είχε αναγκαστικά επιστρέψει στην πόλη της και την ρώτησα για τον μισθό της. Μου είπε ότι δούλευε από το πρωί μέχρι την ώρα που κλείνανε το βράδυ, εφτά ημέρες την εβδομάδα και έπαιρνε 60 ευρώ. "Την εβδομάδα;" την ρωτάω. Όχι. Τον μήνα, μου απαντάει...

Στη πόλη υπήρχε και ένας πλάτανος 900 ετών, όπως λέγανε, που αν έκανες το γύρο του τεραστίου κορμού του τρεις φορές πραγματοποιούνταν οι επιθυμίες σου. Τον κάναμε και γι' αυτό μας έτυχαν όλα τα κακά της μοίρας μας. Αλλά γι' αυτά παρακάτω...

Εδώ συναντήσαμε και τον μοναδικό φιλικό Γεωργιανό. Ήταν ο ιδιοκτήτης του μικρού ξενοδοχείου που διανυκτερεύσαμε και ο οποίος με πολύ μεγάλη υπερηφάνεια μου έδειξε τα βαρέλια του με κρασί και τσίπουρο. Ειδικά όταν διαπίστωσε ότι έχω γνώσεις οινοποιίας, αφού βάζω σχεδόν κάθε χρόνο ένα 200άρι βαρελάκι, ενθουσιάστηκε και μου χάρισε ένα μπουκάλι τσίπουρο και ένα μεγάλο μπουκάλι κρασί. Μάλιστα, όταν το βράδυ ετοιμαζόμαστε να βγούμε για φαγητό, μας χτυπάει την πόρτα κρατώντας ένα δίσκο με 6-7 πιάτα γεμάτα καταπληκτικούς μεζέδες και ένα μπουκάλι κρασί. Όπως είμαστε κουρασμένοι τα καταβροχθίσαμε και πέσαμε για ύπνο. Όνομα ξενοδοχείου Κavkasioni 33. Προτιμήστε το.

Την άλλη μέρα, με την θερμοκρασία πάνω από 30 βαθμούς, κάναμε μια στάση μετά από 18 χιλιόμετρα στο μοναστήρι Alaverdi. Πράγματι άξιζε και με το παραπάνω. Πανέμορφο, περιποιημένο, στο κέντρο ενός ψηλού οχυρωμένου τείχους με θέα τον χιονισμένο Καύκασο, ήταν η χαρά του φωτογράφου. Ο από τον 11ο αιώνα καθεδρικός του μοναστηριού ήταν από τους ψηλότερους της χώρας. Ο καλόγερος που με ξενάγησε σε άπταιστα αγγλικά, έμοιαζε με φυσιολογικό άτομο θυμίζοντας στέλεχος πολυεθνικής! Παρά το γεγονός ότι ήταν εξυπηρετικός, φωτογραφίες δεν με άφησε να βγάλω παρά τα παρακάλια μου. Βγαίνοντας από την πύλη με πλησίασε ένας κύριος και σε άπταιστα ελληνικά, αφού είχε δει τις πινακίδες της μηχανής και είχε εργαστεί στη χώρα μας -όπως εξ άλλου και ο μισός πληθυσμός της Γεωργίας- μας συστήθηκε και μας είπε λίγα πράγματα για την μονή. Μεταξύ άλλων μας είπε το πόσο πλούσιο είναι το μοναστήρι, από το πανάκριβο κρασί γκουρμέ που εξάγει στην Αμερική και ότι οι καλόγεροι του δεν είναι ιερωμένοι (αυτό το είπε ειρωνικά) αλλά πλούσιοι businessman.

Το άθλιο οδικό δίκτυο με τις άπειρες παγίδες ταλαιπώρησε τόσο την μηχανή, αφού η τσιμούχα του ενός καλαμιού παρέδωσε το πνεύμα δικαίως, όσο και την μέση μου, αυτή όχι εμφανώς αλλά ύπουλα αφού όταν οδηγούσα δεν πόναγα. Πονούσα όμως όταν περπάταγα λίγο παραπάνω από το κανονικό. Ίσως να φταίει και η ηλικία...

 

Θρησκείας overdose

Το βράδυ θα διανυκτερεύαμε στο Signaghi, μια πόλη που θεωρείται η Αράχωβα ή το Μέτσοβο της Γεωργίας. Πηγαίνοντας προς τα εκεί βλέπω μια καφέ ταμπέλα που οδηγούσε σε μικρή απόσταση, υπέθεσα σε κάτι ενδιαφέρον, που τελικά ήταν άλλο ένα μοναστήρι. Δεν βαριέσαι, σκέφτηκα, ας το δούμε κι αυτό αφού το είχα πάρει απόφαση ότι μετά από αυτό το ταξίδι είχα εξασφαλισμένη Α' θέση στον παράδεισο. Τώρα αν ήθελα να πάω, αυτό είναι άλλο θέμα. Διότι ο μεγάλος Αμερικάνος συγγραφείς Mark twain είχε πει: "Να πας στον παράδεισο για το κλίμα και στην κόλαση για την παρέα". Όντως, βλέπω μια κλειστή περιοχή που την φιλούσαν ένστολοι. Μέσα υπήρχε κόσμος που φαινόταν κάτι να περιμένει. Τους παρακάλεσα να βάλω μέσα την μηχανή, πράγμα που μου απαγόρευσαν γελώντας ειρωνικά και σπάζοντας πλάκα. Γενικά όλος ο λαός ήταν ασυμπάθηστος. Ρωτώ πού βρίσκεται το μοναστήρι και μου δείχνουν έναν ανηφορικό δρόμο χωρίς άλλη πληροφορία. Εδώ κοντά σκέφτηκα θα είναι και ξεκίνησα μόνος. Ο ανήφορος πήρε κλίση 40 μοιρών (ναι, μην γελάτε) και μετά από 50 μέτρα σκέφτηκα να επιστρέψω, αφού μου είχε βγει η γλώσσα. Ρωτώ και μια παρέα που κατέβαινε τον κατήφορο πόσο απέχω. Ξέχνα το, μου λένε, γύρνα και περίμενε το λεωφορείο. Σιγά μην μου λέγανε ότι υπήρχε κάτι τέτοιο. Αυτό και κάναμε. Εμφανίστηκε ένα αρχαίο χρέπι Mercedes που μαζί με μας πήρε και μια παρέα ανδρών.

"Να πας στον παράδεισο για το κλίμα και στην κόλαση για την παρέα"

Το ερείπιο περιέργως άρχισε να ανεβαίνει την απίστευτη κλίση σαν άρμα μάχης. Είπα να αρχίσω να πιστεύω! Μέχρι εκεί έφθασα από την τρομάρα μου. Τελικά φθάσαμε μέσα σ ένα σύννεφο μαύρου καπνού, η ανδροπαρέα είδε τα κτίρια μέσα σε 5 λεπτά και επέστρεψε στο σούργελο, του οποίου ο οδηγός άρχισε να μου κορνάρει αγενέστατα να φύγουμε. Φυσικά δεν προλάβαμε να δούμε τίποτα από την μονή Nekresi. Μετά λίγα χιλιόμετρα συναντήσαμε την διασταύρωση για το φημισμένο χωριό. Τα εννέα χιλιόμετρα από τη μονή μέχρι το χωριό ήταν τα καλύτερα που συναντήσαμε σε όλη τη χώρα. Όσο για το χωριό θα έπρεπε να κάνει χαρακίρι αν συναντούσε ένα από τα ελληνικά χωριά που προανέφερα. Απλά συμπαθητικό. Σε μια απ' τις πλατείες του χωριού νοικιάζανε γουρούνες και γινότανε το έλα να δεις από τις μαγκιές, αλλά και την φοβερή ηχορύπανση. Το σίγουρο ήταν ότι κάποιος θα χτύπαγε. Αναρωτήθηκα γιατί δεν επεμβαίνει η Αστυνομία. Και όντως επενέβει. Ο μπάτσος, γιατί θα ήταν ντροπή να τον πω αστυνομικό, εμφανίστηκε με ένα άλλο ATV για να κάνει κόντρες με τους κάγκουρες! Ημερολόγιο Νανάς: "Φτύνουν στο δρόμο, μας κοροϊδεύουν γιατί δεν καταλαβαίνουμε την γλώσσα... Βρε παιδιά έπρεπε να βλέπατε το γκαρσόνι που μας εξυπηρέτησε στο ρεστοράν. Για πολλές κλοτσιές! Μας εξυπηρέτησε πάντως ένας ευγενέστατος γέρος ταξιτζής."

Πολλοί ταξιδευτές βγάζουν λάθος συμπεράσματα για τους ανθρώπους των χωρών που επισκέπτονται, επειδή ζητάνε πληροφορίες από άλλους μηχανόβιους ή λέσχες μοτοσυκλέτας. Η αλήθεια είναι ότι με τον τρόπο αυτό πετυχαίνεις σχεδόν πάντοτε καλά αποτελέσματα κατά το "είδε ο γύφτος την γενιά του και αγαλλίασε η καρδιά του". Έτσι μπερδεύουν την συναδερφική αλληλεγγύη με την ευγένεια και την φιλοξενία. Δυστυχώς όμως η πραγματικότητα συνήθως είναι τελείως διαφορετική. Εμείς σε καμία πρώην Σοσιαλιστική Δημοκρατία πλην της Ρουμανίας και της Αλβανίας, δεν συναντήσαμε ιδιαίτερα ευγενικούς ανθρώπους εκτός εξαιρέσεων.

Των Μιχάλη & Αθηνάς Παπαδάκου  φωτό: των ιδίων

Διαβάστε το 'Β Μέρος

Ετικέτες

#MENOUMESPITIMEMOTO - Ναυαγός στον Ορυζώνα - Αρχείο Περιοδικού ΜΟΤΟ

Ιστορίες του Στούκερμαν...
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

17/3/2020

Ναυαγός στον Ορυζώνα

Πυρίπους Στούκερμαν ατραπόν ζητήσει εφ’ ής χοροίσιν φάος γεγηρακός,

Έτεκεν δε Δείκτην Ευμέγεθόν τε και Δεινόν θιγγάνη αελίου κύκλος,

Ως τέλους σκιώδη καθεδείται γέρων-Κογιότ...

 

Μένουμε σπίτι και το ΜΟΤΟ βάζει ένα λιθαράκι για να γίνει ακόμη πιο ευχάριστη αυτή διαμονή! Μια ελάχιστη προσφορά στους αναγνώστες μας με παλαιότερα άρθρα του περιοδικού που αποτελούν σημείο αναφοράς, τα οποία θα σας ταξιδέψουν, θα σας γεμίσουν με αδρεναλίνη, θα σας κάνουν να γελάσετε, θα σας κάνουν να προβληματιστείτε και -το κυριότερο- θα σας κρατήσουν συντροφιά αυτές τις δύσκολες ώρες που περνάμε όλοι. Μια πρώτης τάξεως αφορμή για να μείνουμε σπίτι, με ή χωρίς καραντίνα...!

Το άρθρο προέρχεται από το αρχείο του περιοδικού ΜΟΤΟ και αναδημοσιεύεται από την αρχική του μορφή δίχως αλλαγές. Αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού, μαζί με τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αντιγραφή, οικειοποίηση μέρους ή του συνόλου του κειμένου και των φωτογραφιών, παραλλαγή ή χρήση πέραν της ανάγνωσης.

 

... από μια πόλη-ξέφτι του πολιτισμού ξεκίνα να τη λιώσεις μια βδομάδα τέρμα γκάζι σε κάποιον ημίρευστο ασφάλτινο διαπολιτειακό που κάποτε έρχεται να σβήσει οριστικά μεσ’ την παχειά καυτή άμμο.

 

Μεσοκαλόκαιρο στην έρημο της Αριζόνας και οι αντικατοπτρισμοί, λίμνες με κρύα νερά σαν ξαπλωμένες Σειρήνες που σε καλούν λικνιζόμενες στο φως απέραντων οριζόντων κόκκινης άμμου, ροζ μεγαλιθικά δάχτυλα που υψώνονται δείχνοντας επίμονα κάτι φανταστικό στον άδειο ουρανό, και κάκτοι της Άγριας Δύσης που σκύβουν και υποκλίνονται καθώς προσπερνάς να σου βγάλουν το καπέλο, είναι σχήματα που δεν μπορείς να πεις αν πράγματι υπάρχουν ή αν υπήρξαν ποτέ. Ντάλα μεσημέρι με σταθερή πορεία στους 49 βαθμούς Κελσίου ακόμα και τα άλλοτε σίγουρα σημεία αναφοράς, τα όργανα της μοτοσυκλέτας, φαντάζουν σαν χυμένα ρολόγια του Νταλί που μετρούν υγρά χιλιόμετρα και ιδρωμένες στροφές.

Στις γκαλερί τέχνης το μάθημα ελευθερίας του σουρεαλισμού ποτέ δεν το αισθάνεσαι στο πετσί σου. Αφηρημένες καταπιεστικές έννοιες όπως “υπερδύναμη”, “πόλεμος”, “υπερκαταναλωτισμός”, “ρουτίνα”, “αφεντικό”, “μελαχροινή από του Ζωγράφου”, δεν αντιπαλεύονται με άλλες αφηρημένες έννοιες. Εκεί είναι που γιατρεύει η έρημος. Αλλά πώς φτάνει κανείς εκεί;

Οι ρέιντζερς τον σταμάτησαν στα σύνορα με αμφιβολίες για την αυτονομία της μηχανής και την ανυπαρξία σημειωμένων στο χάρτη βενζινάδικων...

 

Αν κάνεις κάτι, καν’ το με στυλ. Πάρε μιαν εντούρο του λίτρου, γλυπτό σε γυμνό μέταλλο μασίφ να θυμίζει δεκαθλητή που έχει καταπιεί δυό κουβάδες αναβολικά, φόρτωσέ τη μισό βαρέλι βενζίνη και εφόδια εκστρατείας, κι από μια πόλη-ξέφτι του πολιτισμού ξεκίνα να τη λιώσεις μια βδομάδα τέρμα γκάζι σε κάποιον ημίρευστο ασφάλτινο διαπολιτειακό που κάποτε έρχεται να σβήσει οριστικά μεσ’ την παχειά καυτή άμμο. Πάρε κι έναν τύπο σαν τον Στούκερμαν, που ψοφάει να ντύνεται σα ναυαγός, και δώστου μιαν αγκαλιά στρατιωτικούς χάρτες κι έναν ψίθυρο στ’ αυτί κάτι να ψάξει. Αν είσαι στον Πειραιά, χρειάζεσαι γιατρό. Αν βρίσκεσαι στην μεσοδυτική Αμερική, you have a story.

Όποιος αγοράζει τέτοια μοτοσυκλέτα πρέπει απαραίτητα να διαθέτει και μια κοσμοθεωρία. Να πιστεύει σε κάτι. Ένας πιστεύει στο Θεό, άλλος πιστεύει ότι πρέπει να παραγγείλει άλλη μια μπύρα. Αν είσαι ο Στούκερμαν, έχεις πιστέψει τον Κεφαλονίτη αρχαιολάτρη ζητιάνο που χρόνια τώρα κάνει πιάτσα στο πεζοδρόμιο ανάμεσα στις παρκαρισμένες μοτοσυκλέτες του ΜΟΤΟ, και ο οποίος σου έχει σφυρίξει την ιδέα ότι οι ινδιάνοι Νavajos είναι λέει ψυχή μου με το συμπάθειο απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι πολύ πριν εκείνες τις αγριοαδερφάρες τους Βίκινγκς και τη μισοριξιά τον Κολόμβο, διέσχισαν τον Ατλαντικό πρώτοι και ναυάγησαν στις ακτές της Αμερικής.

Ναυαγός. Δηλαδή Navajos.

Θεωρία απλή, του δρόμου, όπως όλες οι μοιραίες θεωρίες αυτού του κόσμου, μόνο που ο ορίτζιναλ ζητιάνος μπορεί να έχει χάσει πραγματικά το φως του και κάποιος πρέπει να κάνει κάτι γι’ αυτό.

Ο Νορβηγός Θωρ Χέιερνταλ που το 1947 είχε διαπλεύσει με σχεδία τον Ειρηνικό για ν’ αποδείξει τη δυνατότητα εποικισμού της προϊστορικής Πολυνησίας από την ανατολική Νότιο Αμερική, είχε καθελκύσει το καλαμένιο του Kon Tiki. Ο Δαρβίνος το 1853 είχε μπαρκάρει στο Beagle. Ήταν Ιούνιος όταν ο Στούκερμαν είχε απλώς σηκώσει το τηλέφωνο, και αλλάζοντας τη φωνή είχε ζητήσει από τον πιό όμορφο διευθυντή της ΒΜW μια ολοκαίνουργια R1150GS Αdventure.

Ο Καραχάλιωβ το έμαθε και είπε: “Ωραία! Επιτέλους θα τον ξεφορτωθούμε. Να πάρει όποιο μηχανάκι ζητήσει, αρκεί να έχει μεγάλο ρεζερβουαρ για να πάει να χαθεί όσο πιό μακρυά γίνεται.”

Ο Ζαμπέτογλου είπε: “Καρντάσι, έχω μια κουβέρτα του στρατού να σε δώκω.”

Ο Θεοδωράκης είπε: “Πάρε κι ένα πολύ φαρδύ κατσαβίδι μαζί. Θα σου χρειαστεί.”

Η στυφοκυδώνα η γραμματέφς του γενικού έφορου αρχαιοτήτων Ακροπόλεως είπε: “Τελικά ο κύριος γενικός συμφώνησε να σας δεχθεί, αλλά όχι πριν τον χειμώνα του δύο χιλιάδες εκατόν σαράντα έξι.”

Ο Χατζάρας, που καταλαβαίνει από τέχνη και κβαντομηχανική, ανέβασε τα πόδια στο γραφείο, φύσηξε αργά δεκατρία παχειά δαχτυλίδια καπνού από την πουράκλα του, και κοιτάζοντας στο κενό έξω από το παράθυρο είπε: “Γουστάρω! Και μη δω κανέναν να γελάσει.. Χε, χε! Όλες οι μεγάλες ανακαλύψεις έτσι ξεκίνησαν. Σύμφωνα με την Αρχή της Απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ, σε συνάρτηση με το Διττεντροπικό Αξίωμα 441 του Πουανκαρέ περί μαθηματικώς ενδείξιμων παράλληλων συμπάντων, ο Στούκερμαν έχει ακριβώς τόσες πιθανότητες να βγάλει τη θεωρία σωστή όσες έχει κι ο οποιοσδήποτε αμφισβητίας αυτής της θεωρίας, εάν η θέση παρατήρησης του αμφισβητία τώρα ως παρατηρούμενης οντότητας στη διαλεκτική σχέση αμφισβήτησης παραμένει - και είναι σαφές ότι παραμένει! - τεχνικώς απροσδιοριστέα σε σχέση με την κατάσταση επακριβούς καθορισμού της θέσης που κάνει πιάτσα ο ζητιάνος.”

Ο Μαυράκης τότε βάρεσε την παλάμη στο μέτωπο και είπε: “Αααμμμμάάάάάννν!! Μέσα είσαι δικέ μου!!! Να ’ρθω και ’γω ρε;”

Την πρώτη φορά που το έχασε πήγαινε με καμμιά ογδονταριά σταθερά και βαριεστημένα, με τη ματιά για ώρες χαμένη γύρω στον ορίζοντα να ψάχνει τα σημάδια του Ινδιάνου.

Όπου το Φοβερό Μακρύ Δάχτυλο Αγγίζει τον Δίσκο του Ήλιου

Ήταν κοντά τρεις μήνες τώρα που ο δικός μας είχε αφήσει πίσω του και την τελευταία σιγουριά του highway, ακολουθώντας μια σειρά μονολιθικά δάκτυλα με γενική πορεία δυτικά-νοτιοδυτικά του Σάντα Φε. Σ’ εκείνο το σημείο οι τουριστικοί χάρτες έδειχναν μια περιχαρακωμένη περιοχή 16 εκατομμυρίων εκταρίων που χωράει πέντε Ελλάδες, αλλά άδεια από δρόμους, χωριά και άλλα σημεία αναφοράς, με την επισήμανση “Περιοχή Έθνους Νάβαχο”. Οι ρέιντζερς που τον σταμάτησαν στα σύνορα με αμφιβολίες για την αυτονομία της μηχανής και την ανυπαρξία σημειωμένων στο χάρτη βενζινάδικων, τον είχαν ειδοποιήσει ότι εισέρχεται με δική του ευθύνη σε περιοχή ημιαυτόνομη από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, ένα έθνος προστατευμένο με δικό του σύνταγμα, νόμους και αστυνομία. Αλλά ο Στούκερμαν άνοιξε τις αλουμινένιες βαλίτσες στο πίσω μέρος της μοτοσυκλέτας κι έδειξε τα τέσσερα μπετόνια βενζίνης που ανέβαζαν την αυτονομία στα 900+ χιλιόμετρα. Κι όταν του είπαν ότι η έρημος της Αριζόνας είναι “πιό έρημος από τις άλλες ερήμους” γιατί οι Νάβαχος είναι οι μοναδικοί Ινδιάνοι που έχουν την κουφή συνήθεια αντί για μπάφαλος να εκτρέφουν αιγοπρόβατα, χαμογέλασε με νόημα και τους άφησε στη σκόνη του. 

Στο πρώτο πουέμπλο που μπήκε μετά από τέσσερις μέρες στρωτό χωματόδρομο όπου ο αριστερός κύλινδρος άρχισε να του σιγοψήνει το πόδι, ένας νεαρός Ινδιάνος καθόταν έξω από το σαλούν κι έπινε μόνος παραμιλώντας. σε μιαν άγνωστη γλώσσα. Στο τραπέζι του δυό ντουζίνες άδεια μπουκάλια Μεξικάνικης μπύρας, κι ανάμεσά τους μια λαδόκολλα με καλοψημένα παϊδάκια. Ο Στούκερμαν πήγε και κάθισε στο διπλανό τραπέζι και παράγγειλε χόρτα και τηγανητές πατάτες. Μετά άνοιξε ένα σάκκο κι έβγαλε ένα συντακτικό αρχαιοελληνικών, μια σιντιέρα με μικρά ηχεία, και μια νταμουτζάνα ρετσίνα να κεράσει. Με το που ήρθαν τα ραδίκια, έβαλε το “Ρίξε στο Γυαλί Φαρμάκι” του Αγγελόπουλου και τσούγκρισαν τα ποτήρια. Στο “Εγώ Δεν Έχω Βγάλει το Σκολείο” του Ζαμπέτα ο Ινδιάνος παράγγειλε κι άλλα παϊδάκια. Κι όταν στο απέναντι φαράγγι αντήχησε το “Νύχτωσε Χωρίς Φεγγάρι”, ο Ινδιάνος, κομπλέ με κορακί μακρύ μαλλί, γυμνό στήθος και μοκασίνια, σηκώθηκε και χόρεψε μια ζεϊμπεκιά που θα τη χειροκρόταγε και η Μπέλλου.

Τα μεγαλιθικά τραπέζια του Monumental Valley είχαν βαφτεί χρυσοκόκκινα όταν ο Στούκερμαν χάθηκε σφαίρα πίσω τους, στ’ αυτιά του ανάμεσα στο βαρύ γουργουρητό του μπόξερ ν’ αντηχούν τα παράξενα λόγια του Ινδιάνου:
“Αϊ οο, άι οοοοο...,
Πυρίπους ατραπόν ζητήσει εφ’ ής χοροίσιν φάος γεγηρακός,
Έτεκεν δε Δείκτην Ευμέγεθόν τε και Δεινόν θιγγάνη αελίου κύκλος,
Ως τέλους σκιώδη καθεδείται γέρων-Κογιότ.
Γέρων-Κογιότ αυδεί οίσθ’ πέραν πολιού πόντου χειμερίω νότω γένους ναυαγών.
Αϊ οο, άι, άι οοοοο....
Παναπεί:
“Αϊ οο, άι οοοοο... [αμετάφραστο],
Το Ψημένο Πόδι θα κυνηγήσει το μονοπάτι που χορεύει το γερασμένο φως..
Κι όταν το Φοβερό Μακρύ Δάχτυλο αγγίξει τον δίσκο του ήλιου,
Στην άκρη της σκιάς του θα κάθεται το γέρο-Κογιότ.
Το γερο-Κογιότ θα μιλήσει τη γλώσσα της παλιάς αλήθειας,
Για το αρχαίο ταξίδι της φυλής των Ναυαγών.
Αϊ οο, άι, άι οοοοο....”
... ο δικός μας βάδισε τέσσερα μερόνυχτα στο βαθύ ίχνος των τεράστιων τακουνιών του Continental Twinduro 150/70, ώσπου συνάντησε δύο νεαρούς Navajo πάνω σε άλογα

 

Φοβερό Μακρύ Δάχτυλο ή όχι, ο πρώτος φόβος του Στούκερμαν ήταν μη τυχόν και του πέσει το μηχανάκι. Στο Μεγκατέστ του καλοκαιριού τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα είχανε γράψει ότι άμα σου πέσει η - ξεφόρτωτη εκεί - Μπέμπα στις δροσερές φλαταδούρες μεταξύ Μετσόβου-Γρεβενών, είσαι κάτω του 1.80 και δεν έχεις τρία άτομα παρέα να σου τη σηκώσουν, την έχεις βάψει.. Κουβέντα οι μάγκες για το τι γίνεται άμα τελειώνεις στο 1.74, και το συνολάκι μηχανής-βενζίνης-φορτίου-αναβάτη φλερτάρει τον μισό τόνο πλέοντας μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, σε μια θάλασσα αφράτης άμμου και σε θερμοκρασίες που ξεχειλώνουν τα πλαστικά. Λέξη για την περίπτωση όπου πέρα από τους σκορπιούς, τους κροταλίες, τα κογιότ κι εκείνους τους παλιοχαραχτήρες τους γύπες που εμφανίζονται από το πουθενά άμα δουν να κάνεις στραβοτιμονιά και κλείσεις το γκάζι, έχεις παρέα μόνο τα ξασπρισμένα από τον ήλιο κρανία άλλων άτυχων ζώων που βρέθηκαν εκεί μόνα.

 

Όμως ως γνωστόν, πεπρωμένον ου φυγήν έχει. Την πρώτη φορά που το έχασε πήγαινε με καμμιά ογδονταριά σταθερά και βαριεστημένα, με τη ματιά για ώρες χαμένη γύρω στον ορίζοντα να ψάχνει τα σημάδια του Ινδιάνου. Όταν ξέθαψε τη μύτη του από την άμμο, ανακάλυψε ότι το τράβηγμα από το τιμόνι να τη σηκώσει ήταν σα να προσπαθείς να ξεριζώσεις τσιμεντοκολώνα με τα χέρια.

Αλλά αφού δάκρυσε από τα νεύρα του τραβώντας μάταια, κι ύστερα του στέρεψε το σάλιο στα παρακάλια “σήκω καλή μου να φύγουμε και νυχτώνει”, κατασκήνωσε και πέρασε τη βραδυά δίπλα στην ξαπλωμένη μηχανή. Και στο τουρτούρισμα του ξημερώματος κατέβασε ιδέα. Eίναι απλό: Βγάζεις το γείσο του κράνους και το φαρδύ κατσαβίδι του Θεοδωράκη και σκάβεις κάτω από την πεσμένη μηχανή, έτσι ώστε να γλυστρήσει και να πέσει όρθια μέσα στην τρύπα. Μπορεί βέβαια μετά να έχεις δημιουργήσει άλλο πρόβλημα (πώς θα τη βγάλεις από την τρύπα), αλλά έχεις όλο τον χρόνο να σκεφτείς τι σε περιμένει αν δεν τη βγάλεις, και τελικά το δεύτερο πρόβλημα αποδεικνύεται μικρότερο από το πρώτο.

... δυό βδομάδες μέσα στη γη των Ναυαγών δεν ήξερε πλέον πού βρισκόταν

 

Ο δεύτερος φόβος ήρθε στην κατανόηση ότι ο τουριστικός χάρτης ήταν πλέον άχρηστος. Αυτό το εμπέδωσε εντελώς όταν έμεινε από βενζίνη έχοντας προσπεράσει χωριά που το φως τους τη νύχτα φαινόταν από πολύ μακρυά, προσπαθώντας με την πυξίδα να μείνει στην πορεία του “μονοπατιού που χορεύει το γερασμένο φως”. Για “μονοπάτι” βέβαια ούτε λόγος. Η άγια γη των Ναυαγών είναι άδεια από τα συνήθη σημεία αναφοράς, μια αφαιρετική ποίηση από πολύχρωμα φαράγγια και μεγαλιθικά τραπέζια, ώρες και συχνά μέρες απόσταση το ένα από το άλλο. Απλώς έτρεχε γενικώς δυτικά, αφού μάλλον αυτό εννούσε ο Ινδιάνος με το “γερασμένο φως”. Κι ήταν δύσκολο να το δεχθεί, αλλά δυό βδομάδες μέσα στη γη των Ναυαγών δεν ήξερε πλέον πού βρισκόταν. Η τελευταία πινακίδα που συνάντησε έδειχνε βενζινάδικο στα 300 μίλια βόρεια, που σήμαινε ότι μόνο με τη μισή του αυτονομία και πάνω μπορούσε να βγει από την πορεία του και να πάει να βάλει βενζίνη, απ’ όπου όμως βέβαια θα ξαναγυρνούσε εκεί που ξεκίνησε όχι με περισσότερη από με τη μισή του αυτονομία. Δηλαδή δώρον άδωρον. Έτσι αποφάσισε να συνεχίζει δυτικά κι ο Θεός βοηθός. Όμως αν και είναι πολύ σέξυ να τρέχεις στην έρημο με προορισμό γενικώς γενικό, διανύοντας κατά μέσον όρο 300 χιλιόμετρα την ημέρα τα 30+24 λίτρα βενζίνης στραγγίζουν σε περίπου τρεις με τέσσερις μέρες πορεία. Μετά μένεις στη σιωπή της ερήμου ν’ ακούς τα τικ-τικ της μηχανής που κρυώνει και να βλέπεις τους γύπες από ψηλά να φωνάζουν και τους φίλους τους.

 

Έτσι αφού έθαψε τη μηχανή στην άμμο για να την κρύψει (στην έρημο μπορείς να κρύψεις κάτι μόνο κάτω από την έρημο), ο δικός μας βάδισε τέσσερα μερόνυχτα στο βαθύ ίχνος των τεράστιων τακουνιών του Continental Twinduro 150/70, ώσπου συνάντησε δύο νεαρούς Navajo πάνω σε άλογα. Αφού τους μέτρησε τις μύτες με βερνιέρο για σύγκριση αργότερα με την ανθρωπομετρία του Κανόνα του Φειδία, αυτοί έσκασαν στα γέλια γιατί δεν είχαν ιδέα ούτε τι είναι η Ελλάδα. Είχαν όμως και του πούλησαν τη ρομαντική λύση ενός ασέλωτου αλόγου, και του είπαν για έναν παλιό σταθμό ανεφοδιασμού του αμερικάνικου ιππικού τρεις μέρες ανατολικά, που μπορεί να είχε και βενζίνη. Όποιος βρήκε τη σέλα της μπέμπας “σχετικά σκληρή” (ΜΟΤΟ, τεύχος 308, σ. 58), απλώς δεν έχει συναντήσει ακόμα δύο ινδιάνους Navajo να του πουλήσουν την ρομαντική λύση ενός ασέλωτου αλόγου και να του πουν για έναν παλιό σταθμό ανεφοδιασμού του ιππικού τρεις μέρες ανατολικά που μπορεί να έχει και βενζίνη..

Στο σταθμό έφτασε μετά από μια βδομάδα. Αγόρασε κάνιστρα βενζίνη, ένα μικρό αναδιπλούμενο φτυάρι και ένα owner’s manual για το πώς αμπραγιάρει, πώς ξεκινάει, πώς στρίβει, πώς φρενάρει και πώς σταματάει να κλάνει ένα ρομαντικό άλογο, και κάλπασε τώρα πίσω ακολουθώντας το τρακτερωτό ίχνος του Twinduro να ξεθάψει τη μηχανή και να επιστρέψει για περισσότερα εφόδια.

Οι ινδιάνοι του πούλησαν τη ρομαντική λύση ενός ασέλωτου άλογου, και του είπαν για έναν παλιό σταθμό εφοδιασμού του αμερικάνικου ιππικού τρεις μέρες ανατολικά, που μπορεί να είχε και βενζίνη

 

Πέρασαν δυό βδομάδες πριν ο Στούκερμαν σταθεί και πάλι στην πόρτα του σταθμού, αυτή τη φορά αναμαλλιασμένος, αδυνατισμένος, ηλιοκαμμένος και με τα ρούχα του, σα Γερμανός αρχαιοκάπηλος, σκονισμένα πέραν αναγνωρίσεως. Σύρθηκε μέσα και με χαμηλή φωνή ζήτησε “αν υπάρχει κανένας καλός φορητός ανιχνευτής μετάλλων, κι ένα μεγάλο φτυάρι”. Ο σταθμάρχης, ένας ψηλός γέρο-μονοπόδαρος τρισέγγονας του Στρατηγού Κάρσον μ’ ένα τεράστιο μαύρο καπέλο, πλησίασε στον πάγκο κοπανώντας το μακρύ του τακούνι, έφτυσε το ταμπάκο του στο ξύλινο πάτωμα και τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω σα να έβλεπε φρέσκα σκατά. “Ο κύριος με την ξένη προφορά και το Γερμανικό όνομα που, αν θυμάμαι καλά, πριν δυό βδομάδες αγόρασε και ένα μικρό φτυάρι, θα πρέπει να γνωρίζει ότι οι αρχαιολογικές ανασκαφές από ιδιώτες στην Αριζόνα συνιστούν ομοσπονδιακό έγκλημα”, είπε. “Και τί τον ήθελε ο κύριος τον ανιχνευτή μετάλλων;” “Α μπα, τίποτα”, απάντησε αδιάφορα το Ψημένο Πόδι. “Κάπου έθαψα μια ξένη μοτοσυκλέτα δεκαέξι χιλιάδων δολαρίων, πέρασαν μέρες, ο αέρας έσβυσε τα ίχνη και... Να.. Είπα να περάσω να πώ μια καλημέρα...”

 

Όποιος βρήκε τη σέλα της μπέμπας ‘σχετικά σκληρή’ (ΜΟΤΟ, τεύχος 308, σ. 58), απλώς δεν έχει συναντήσει ακόμα δύο Ινδιάνους Navajo να του πουλήσουν την ρομαντική λύση ενός ασέλωτου άλογου ...

 

Πέρασαν άλλες δυό βδομάδες πριν ο δικός μας σταθεί για τρίτη φορά στην πόρτα του μονοπόδαρου, με τη φάτσα τώρα ακόμα πιό αγνώριστη, αλλά αυτή τη φορά με διακριτό πίσω από τη σκόνη ένα τεράστιο καφεκόκκινο χαμόγελο. Κι αν δεν ήταν ο αέρας που είχε εντωμεταξύ ξεθάψει τον αριστερό καθρέφτη της Μπέμπας, κι ο ήλιος που του έστειλε από τον καθρέφτη μια φλασιά μίλια μακρυά από κει που έσκαβε, ακόμα θα άνοιγε τρύπες στην έρημο μουρμουρίζοντας όρκους “να μη σώσει να ξαναθάψει μοτοσυκλέτα”.

 

Η άγια γη των Ναυαγών είναι άδεια από τα συνήθη σημεία αναφοράς, μια αφαιρετική ποίηση από φαράγγια και μεγαλιθικά τραπέζια, ώρες και συχνά μέρες απόσταση το ένα από το άλλο.

 

Ο σταθμάρχης του αντάλλαξε το άλογο και τα εργαλεία για μισό βαρέλι μπαγιάτικη βενζίνη με την οποία γέμισε και άπειρα μπουκαλάκια που έχωσε σ' όλες τις τσέπες, κι ακόμα θολό ποταμίσιο νερό, καφέ, γαλέτα, κονσέρβες φασόλια, κι αποξηραμένο λαρδί. Συν μιαν αγκαλιά χάρτες και βιβλία για όλες τις φυλές της περιοχής: Απάτσε, Σαϊέν, Αραπάχο και Μεσκαλέρο. Σ’ ένα προσκωλυόμενο παράπηγμα από σανίδες με την ταμπέλα “Dineh Restaurant” έφαγε το πιό καυτό τσίλι, κι έμαθε ότι οι Νavajos αποκαλούν τους εαυτούς τους και “Dineh”. Την τελευταία βδομάδα του Ιουλίου ο Στούκερμαν αφέθηκε στα βελούδινα χέρια μιας Τεξανής γελαδάρησας σε κάτι διπλανά ράντσα, όπου αναζωογόνησε και το απόθεμα μετρητών, βγάζοντας καλά λεφτά στο σαλάγημα βοοειδών. Για κάποιον άγνωστο λόγο τα κοπάδια των θηλυκών μουσκαριών έπεφταν σε κεραυνοβόλο έρωτα με τη Μπέμπα, και την ακολουθούσαν αγεληδόν τρέχοντας από ράντσο σε ράντσο όπως βόλευε τους φαρμαδόρους. Λυσσαλέα αντίρρηση έδειξαν να έχουν οι ταύροι, αλλά αυτούς τους είχαν αλυσσοδεμένους.

Ύστερα τα χαμηλά μαύρα βουνά άρχισαν ν’ αλλάζουν χρώμα προς το κόκκινο, να υψώνονται και να κλείνουν, μπαίνοντας το ένα μέσα στο άλλο σα δάχτυλα και δημιουργώντας αλλεπάλληλα φαράγγια τα περισσότερα από τα οποία δεν φαινόταν να έχουν διέξοδο

 

Αρχές Αυγούστου, κι αφού είχε στραγγίξει πιά όλος ο κάου μπόυ από μέσα του, βγήκε πάλι στην έρημο, στη ρουτίνα για την διατήρηση των αποθεμάτων βενζίνης και νερού, και της έρευνας για το “Φοβερό Μακρύ Δάχτυλο”. Για το οποίο, όπως είν’ εύκολο ν’ αντιληφθεί κανείς, δεν μπορούσε να ρωτήσει παρά μόνο να ψάξει. Οι μέρες περνούσαν καβάλα στη Μπέμπα, οι νύχτες κάτω από μια σκηνούλα που στηνόταν τεντώνοντας ένα πράσινο καραβόπανο ανάμεσα στη μηχανή και το έδαφος, με μια μικρή λάμπα θυέλλης, τα βιβλία και τους χάρτες απλωμένα στο πιό μεγάλο γραφείο του κόσμου, τη ζεστή άμμο της ερήμου.

... Κι αν δεν ήταν ο αέρας που είχε εντωμεταξύ ξεθάψει τον αριστερό καθρέφτη της Μπέμπας, κι ο ήλιος που του έστειλε από τον καθρέφτη μια φλασιά μίλια μακρυά από κει που έσκαβε, ακόμα θα άνοιγε τρύπες στην έρημο μουρμουρίζοντας όρκους “να μη σώσει να ξαναθάψει μοτοσυκλέτα

 

Η μελέτη έφερε νέες ελπίδες. Πρώτα απ' όλα, το όνομα "Dineh" στο εστιατόριο, δεν μπορούσε να συνιστά άλλο από χρονική παραφθορά του ονόματος των Ομηρικών Δαναών, και συγκεκριμένα του πληρώματος εκείνου του ενός πλοίου που έλλειπε στην τελική καταμέτρηση των καραβιών του Οδυσσέα. Έπειτα ήταν οι θεοί τους. Όπως και των αρχαίων Ελλήνων, η κοσμογονία των Navajos ξεκινούσε από το Χάος με μια μητέρα Γη κι έναν πατέρα Ουρανό, και είχε θεούς πολλούς και δημοκρατικούς. Ο πιό αγαπητός τους θεός, το Κοκοπέλλι, ήταν φτυστός ο Διόνυσος. Άσε που σαν όνομα μύριζε καταγωγή από Κρήτη ή Μυτηλήνη. Δουλειά του ο χορός, το ξελόγιασμα των κοριτσιών, να παίζει τη φλογέρα για να φέρνει βροχή και να βλασταίνει η έρημος. Ένα από τα βιβλία είχε περιγραφές της χαμένης, αρχαίας αγγειοπλαστικής τους τέχνης, η οποία θύμιζε έντονα αυτή των Ελλήνων της Μέσης Γεωμετρικής Περιόδου, δηλαδή του Ομηρικού όγδοου αιώνα. Αλλά τα πιό ακλόνητα στοιχεία αφορούσαν την αρχαία τοπική προέλευση των Navajos. Χαρακτηριστικότατα ελληνική, αν και δύσκολο να πεις ακριβώς από ποιά περιοχή της Ελλάδας είχαν έρθει. Πρώτα απ’ όλα, η μυθολογία τους έλεγε ότι είχαν έρθει “από τους 12 κόσμους” (Δωδεκάνησα!) Τα βιβλία έγραφαν ότι ήταν πολυγαμικοί, και ότι δημιουργούν συνεχώς συμμαχίες και μετά τις σπάνε και πολεμούν παλιούς φίλους, (αρετές διαχρονικώς πανελλήνιες). Γνωστό ακόμα ότι, συγκριτικά με οποιονδήποτε άλλον Ινδιάνο, ο Ναυαγός υπερτερούσε σε ευφυία (κάργα Πειραιωτάκι). Άμα μια οικογένεια είχε βλάψει μιαν άλλη, το κακό έπρεπε να ανταποδοθεί εκατέρωθεν και στο διηνεκές (Μανιάτες;) Επίσης ήταν άσσοι στην τέχνη της ζωοκλοπής (Κρήτη). Μετά γούσταραν να φυτεύουν πεπόνια (Αργίτες;) Τέλος, μερικοί συνήθιζαν να έχουν σκλάβους για υπηρέτες (Φιλοθέη!) Κι όσο γι’ αυτήν ακόμα την εξήγηση της ονομασίας ολόκληρης της πολιτείας της Αριζόνας, εκεί ήταν όλα τα λεφτά: Όταν ναυάγησαν εδώ οι Δαναοί, η περιοχή δεν μπορεί παρά να ήταν ένας αχανής ορυζώνας. Arizona. Δηλαδή ορυζώνας..

Την τελευταία βδομάδα του Ιουλίου αφέθηκε στα βελούδινα χέρια μιας Τεξανής γελαδάρησας σε κάτι διπλανά ράντσα..

 

 

Όπου η Τύχη του Χαμογελά Δείχνοντας το Σάπιο της Δόντι

Το Φοβερό Μακρύ Δάχτυλο εμφανίστηκε μπροστά του ξαφνικά, σ’ ένα από ’κείνα τα βουβά απομεσήμερα στα μέσα του Ιούλη που η μηχανή φαινόταν να πηγαίνει από μόνη της στο πουθενά, ακούοντας το σιωπηλό κάλεσμα ενός ακόμα μακρυνού φαραγγιού. Λουσμένο στον ιδρώτα, το Ψημένο Πόδι είτε κοιμόταν όρθιο και πήγαινε πάλι γυρεύοντας για τούμπα, είτε είχε παραισθήσεις: Πότε κολυμπούσε σε κάποιο κρυστάλλινο λιμανάκι της Σίφνου ανάμεσα σε άπειρα μπουκάλια μπύρας, και πότε φορούσε μαύρη λιβρέα κι ανέβαινε με όλες τις επισημότητες στο βάθρο της Ακαδημίας Αθηνών να βραβευτεί για την σημαντικότερη αρχαιολογική ανακάλυψη όλων των εποχών.

Το φως είχε γλυκάνει, τόσο που όταν η μηχανή πλησίασε κι άρχισε να τρέχει παράλληλα στο φαράγγι, ο δίσκος του ήλιου φάνηκε ν’ αγγίζει την κορυφή ενός λεπτού μονόλιθου που ξεχώρισε να υψώνεται καμμιά τριανταριά ορόφους δίπλα στον εξωτερικό τοίχο του φαραγγιού. Όταν φρενάρισε στη ρίζα του Φοβερού Μακρυού Δάχτυλου, είδε την άκρη της σκιάς του να πέφτει μισό χιλιόμετρο μακρυά στο εσωτερικό του φαραγγιού. Εκεί ήταν στημένη μια λευκή ινδιάνικη σκηνή με κόκκινα σχέδια, κι από την κορυφή της έβγαινε πυκνός λευκός καπνός.

Μέσα, το γερο-Κογιότ φορούσε την πολεμική στολή της φυλής με τα φτερά λευκού αετού, το πέτρινο πρόσωπό του σκαμμένο από τους αιώνες στον άνεμο και την άμμο της ερήμου. Καθισμένος ανακούρκουδα κάπνιζε με κλειστά μάτια την πίπα με το χλωρό πεγιότ, μουρμουρίζοντας το μονότονο τραγούδι των Νavajos: “Χέιιιγια, έιιγια, χει, ει-έιιααα...”

Ο σταθμάρχης του αντάλλαξε το άλογο και τα εργαλεία για μισό βαρέλι μπαγιάτικη βενζίνη με την οποία γέμισε και άπειρα μπουκαλάκια που έχωσε σ' όλες τις τσέπες, κι ακόμα θολό ποταμίσιο νερό, καφέ, γαλέτα, κονσέρβες φασόλια, κι αποξηραμένο λαρδί

 

Ο Στούκερμαν μπήκε και κάθισε στο χώμα απέναντί του.

Χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια ο Ινδιάνος τότε είπε: 

          - Γενιές πολλές φυλή του γέρο-Κογιότ περίμενε Ψημένο Πόδι..
          - Σόρυ, έμεινα από βενζίνα.
          - Γίνονται φέτος Ολυμπιακοί αγώνες;
          - Γίνονται, και μάλιστα στην παλιά γη των Ναυαγών.
          - Γιατί, πού αλλού θα μπορούσαν να γίνουν;
          - Άσε καλύτερα.. 
          - Τι κάνει ο μάγκας ο Πεισίστρατος;
          - Πάει καλλιά του. Το τελευταίο του εγγόνι το έφαγε η μαρμάγκα στη Μάχη του
            Μαραθώνα.
          - Τι έγινε στη Μάχη του Μαραθώνα;
          - Τι να σου πω.. Σκληρό πορνό. Τους πήραμε και τα σώβρακα.
          - Ωραία! Χαίρομαι που προοδεύει η πατρίδα. Και τώρα γερο-Κογιότ μιλήσει
            γλώσσα της παλιάς αλήθειας.
          - Για πες, για πες..
          - Όσον αφορά την καταγωγή μας, το κρατούσαμε μυστικό.
          - Πώς έτσι;
          - Περιμέναμε ν’ αρχίσουνε να βγαίνουνε πρόεδροι και οι Θάμνοι.
          - Και τώρα που άρχισαν να βγαίνουν;
          - Με Θάμνο πρόεδρο, ό,τι θέμε λέμε.
          - Σωστός. Αλλά πώς θα με πιστέψουν; Χρειάζομαι στοιχεία.
          -Το γέρο-Κογιότ σηκώθηκε τότε και του έγνεψε να τον ακολουθήσει...

 

Ο Ινδιάνος μπροστά, το Ψημένο Πόδι πίσω, σκαρφάλωσαν από ένα στενό μονοπάτι ώσπου έφτασαν ψηλά σ’ ένα πλινθόκτιστο χάλασμα γαντζωμένο στον εξωτερικό τοίχο του φαραγγιού. Το γέρο-Κογιότ στάθηκε απ’ έξω και του έγνεψε να προχωρήσει. Ο δικός μας έσκυψε και μπήκε μέσα. Στο πάτωμα σκόρπια κτερίσματα κεραμικής τέχνης που έδειχναν το Κοκοπέλλι, τον Διόνυσο των Ναυαγών, και κομμάτια μιας πήλινης λήκυθου με σχέδια της Μέσης Γεωμετρικής Περιόδου. Η ματιά του πάγωσε όταν ανάμεσα στα θραύσματα ξεχώρισε ένα που έφερε καθαρά χαραγμένο στην Ιωνική διάλεκτο το αινιγματικό επίγραμμα: “ΠΟΥΠΑΣΡΕΚΑΡΑΜΗΤΡΟ”. Με χέρι που έτρεμε τα μάζεψε βιαστικά και βγήκε.

Η γιαγιά Navajo, αφού επιβεβαίωσε με γέλια την παρόμοια κοσμολογία της φυλής της μ’ αυτήν του Ησίοδου, τον προειδοποίησε...

 

          - Λοιπόν; Αυτό είν’ όλο;
          - Αυτό ήταν προκεχωρημένο φυλάκιο των αρχαίων Ναυαγών. Τώρα Ψημένο Πόδι πρέπει βρει ακρόπολη με τη χαμένη πολιτεία.
          - Ολόκληρη ακρόπολη;!! Πού;
          - Γράφε..
          - Μάλιστα.
          - Ψημένο Πόδι πρέπει να βρει ποιό από τα Τρία Δάχτυλα είναι το μακρύτερο. Αν είναι το μεσαίο, κακό σημάδι. Αν είναι το ακρηανό, ακολούθησέ το ως την Μεγάλη Κοιλάδα του Σάπιου Αλατιού. Χλωμά πρόσωπα ποτέ δεν μπαίνουν Μεγάλη Κοιλάδα του Σάπιου Αλατιού. Άμα Ψημένο Πόδι φτάσει στην άλλη άκρη της Μεγάλης Κοιλάδας του Σάπιου Αλατιού, θα μπει στο Βαθύ Φαράγγι που Όλα Μιλάν, Ζώα Μιλάν, Δέντρα Μιλάν, Πέτρες Μιλάν. Ψημένο Πόδι θα φτάσει βράδυ και θα κοιμηθεί στην αγκαλιά του Πολύ Μυτερού Κάκτου. Αν ξυπνήσει, στο φως της αυγής θα δει μπροστά του τη αρχαία πολιτεία με τα φυλαγμένα σημάδια του μεγάλου ταξιδιού των Ναυαγών. Αυτά είπε το γερο-Κογιότ, και δίχως άλλη κουβέντα πήγε και κάθισε στην άκρη του φαραγγιού κοιτώντας κάτω το φεγγάρι που ανέτειλλε πάνω στο απέραντο καφέ της ερήμου.
Ο Καραχάλιωβ το έμαθε και είπε: “Ωραία! Επιτέλους θα τον ξεφορτωθούμε. Να πάρει όποιο μηχανάκι ζητήσει, αρκεί να έχει μεγάλο ρεζερβουαρ για να πάει να χαθεί όσο πιό μακρυά γίνεται.
 

Ο Στούκερμαν επέστρεψε στη μηχανή σκεφτικός. Είχε τώρα τρία προβλήματα να λύσει: Πρώτον, πώς να μην ξαναμείνει από βενζίνη. Δεύτερον, πώς να βρει έναν χάρτη που να δείχνει τα βενζινάδικα και το ανάγλυφο της ερήμου. Και τρίτον, πώς να ψάξει να βρει μόνος του, δίχως χάρτη και χωρίς να χρειαστεί να κάνει σε κανένα την άγαρμπη ερώτηση, αν “από τα Τρία Δάχτυλα το Μεσαίο είναι το Μακρύτερο”. Το πρώτο πρόβλημα λυνόταν μόνο αν λυνόταν το δεύτερο. Το δεύτερο λυνόταν μόνο αν λυνόταν το τρίτο. Το τρίτο λυνόταν μόνο αν λυνόταν το πρώτο. Μύλος. Έπρεπε να είχε πάρει μαζί τον Μαυράκη..

 

Αλλά στο επόμενο πουέμπλο που μπήκε μετά από δυό μέρες γι’ ανεφοδιασμό, μέσα σε μια τουαλέτα η θεά Τύχη του χαμογέλασε διάπλατα δείχνοντας το σάπιο της δόντι. Εκεί που είχε ξεχαστεί διαβάζοντας “Τ’ Απομνημονεύματα Μιάς Μοναχής”, άνοιξε η πόρτα και μπήκε κάποιος για μπίζινες στο διπλανό χώρισμα. Ο Στούκερμαν κοίταξε από κάτω και είδε ένα ζευγάρι καλογυαλισμένες στρατιωτικές μπότες. Ο τύπος, που σιγοσφύριζε αμέριμνα νομίζοντας ότι ήτανε μόνος, έβγαλε και κρέμασε στο μεσοχώρισμα ένα χακί πουκάμισο, μια στρατιωτική ζώνη κι έναν μισοδιπλωμένο χάρτη. Ο δικός μας στραβοκοίταξε και είδε ότι ο χάρτης ήταν στρατιωτικός. Και τα μάτια του γούρλωσαν όταν πρόσεξε ότι όχι μόνο είχε το ανάγλυφο του εδάφους της περιοχής, αλλά σημαδεμένα και τα βενζινάδικα. Αμέσως σήκωσε τα παντελόνια, κι ύστερα έριξε κάτω απ’ το χώρισμα ένα δολάριο. Μόλις το Αμερικανάκι έσκυψε από κάτω να το μαζέψει, ο Πειραιάς τσίμπησε από πάνω τον χάρτη και την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια.

Αρχές Αυγούστου βγήκε πάλι στην έρημο, στη ρουτίνα της αγωνίας για την διατήρηση των αποθεμάτων βενζίνης και νερού, και της έρευνας για το ‘Φοβερό Μακρύ Δάχτυλο

 

Με τον στρατιωτικό χάρτη, προσεκτικό σχεδιασμό και το νου στα βενζινάδικα, του πήρε μόνο μια βδομάδα να τσεκάρει από μονόλιθο σε μονόλιθο και τελικά να βρει εκείνον με τα τρία δάχτυλα. Και οι οιωνοί ήταν καλοί, γιατί το μεσαίο δάχτυλο ήταν το κοντύτερο και μακρύτερο το αριστερό, οπότε για την Κοιλάδα του Σάπιου Αλατιού έπρεπε να τραβήξει τώρα καρφί νότια προς τα σύνορα με το Μεξικό.

Οι τελευταίες ψυχές που συνάντησε πριν χωθεί στην Κοιλάδα του Σάπιου Αλατιού, ήταν δυο Ινδιάνες τσελιγκοπούλες που έβοσκαν τα προβατάκια τους στις όχθες ενός ξεροπόταμου

 

Όταν έχεις τέτοια μηχανούκλα, χάρτη να βγάλεις ρότα μια βδομάδα μπροστά και τ’ αμπάρια τίγκα βενζίνη, νερό και κονσέρβα, τα μονολιθικά τραπέζια γίνονται νησιά και η έρημος θάλασσα. Με θερμοκρασίες κοντά στους 50 βαθμούς στα μέσα Αυγούστου, η έρημος ερχόταν τώρα με ρυθμό, βουβά πελαγίσια κύματα ξανθοκόκκινης άμμου μ’ αφρισμένες πράσινες κορφές από κοντούς θάμνους. Άν ψιλοκαθόσουν πίσω με λυγισμένα γόνατα, κρατούσες πορεία κοιτάζοντας μακρυά, δεν έκλεινες το γκάζι και δεν την έγερνες πάνω από δέκα μοίρες με τόση βενζίνη αποθηκευμένη ψηλά, η Μπέμπα δεν κουνούσε πολύ στο πέσιμο από κύμα σε κύμα, αλλά κρατούσε την τετάρτη γεμάτη με μισό γκάζι, γουργουρίζοντας σταθερά σα τορπιλλάκατος σε καλοκαιρινή περιπολία. Και μη ρωτήσει κανείς αν το σύστημα είναι τέλεια στημένο για τέτοιες διαδρομές. Τέτοιο μηχανάκι το παίρνεις όπως είναι. Το γράφει και στην ούγια: Adventure. Πως λέμε Περιπέτεια.

Με το που μπήκε στην Κοιλάδα του Σάπιου Αλατιού, τα κύματα ξανθοκόκκινης άμμου διαδέχτηκε ένας άδειος, επίπεδος ορίζοντας από μια επιφανειακή ασπροκίτρινη γλίτσα που έζεχνε μια απίστευτη, εμετική βρώμα σαν σίδερο σαπισμένο στο θειάφι...

 

Όπου, Ού Γαρ του Λεκέ, Στρατιωτικός Χάρτης Γουν Έστιν Ακριβής

Οι τελευταίες ψυχές που συνάντησε πριν χωθεί στην Κοιλάδα του Σάπιου Αλατιού, ήταν δυό Ινδιάνες τσελιγκοπούλες που έβοσκαν τα προβατάκια τους στις όχθες ενός ξεροπόταμου. Αυτές γαργαλήθηκαν με την ιδέα και το είδαν πολύ μπλαζέ. Θα το προτιμούσαν είπαν εντελώς - “μα τι λέμε τώρα, από πάντα το ήξεραν” - ότι κατάγονται από την Ελλάδα αντί για τη Μογγολία όπως οι υπόλοιποι, ποβρ Ινδιάνοι. Κι ύστερα του πρόσφεραν φραγκόσυκα και φρέσκο καλαμπόκι, και τον οδήγησαν στη σκηνή της γιαγιάς τους στον καταυλισμό. Η γιαγιά Navajo, που - στο τιμόνι που κρατάω - την έλεγαν και “Ατένα”, αφού επιβεβαίωσε με γέλια την παρόμοια κοσμολογία της φυλής της μ’ αυτήν του Ησίοδου, τον προειδοποίησε. “Αχ παιδάκι μου, το γέρο-Κογιότ ξεκούτιανε πιά. Χρόνια τώρα ζει μονάχος του στην από δω άκρη της ερήμου που οι φεντεράλες έχουν κάνει πυρηνικές δοκιμές, και δεν είναι να δίνεις βάση τι λέει.” Αλλά τα λόγια της γιαγιάς Navajo μέσα στη σκηνή δεν μπορούσαν να έχουν καμμία ισχύ μπροστά σ’ αυτό που περίμενε τον Στούκερμαν απ’ έξω: μια νεαρή Μπέμπα ξέχειλη στη βενζίνη.

...Οι νύχτες κάτω από μια σκηνούλα που στηνόταν τεντώνοντας ένα πράσινο καραβόπανο...

 

Ούτε και η προειδοποίηση αμέσως μετά, στο πέρασμα από τον Ξεροπόταμο του Γουρουνιού, της πινακίδας που έγραφε “DO NOT ENTER VALLEY - RIO PUERCO  RADIOACTIVE AREA” είχε καμμιά αποτρεπτική ισχύ. Αυτήν απλώς δεν την είδε. Αλλά με το που μπήκε στην περιοχή των πυρηνικών δοκιμών, μέσα σε δυό μέρες πορεία η έρημος άλλαξε εντελώς πρόσωπο. Τα κύματα ξανθοκόκκινης άμμου με τους διάσπαρτους χαμηλούς θάμνους και το γήινο άρωμα της καυτής άμμου διαδέχτηκε ένας άδειος, επίπεδος ορίζοντας από μια επιφανειακή ασπροκίτρινη γλίτσα που έζεχνε μια απίστευτη, εμετική βρώμα σαν σίδερο σαπισμένο στο θειάφι, και στην οποία η γερμανική τορπιλλάκατος βυθίστηκε αύτανδρη πάλι και πάλι, ώσπου ο δικός μας σιχάθηκε να σκάβει για να την ξανασηκώνει. Τελικά, μετά από αλλεπάλληλες τούμπες συμμορφώθηκε με την ιδέα να σέρνεται με πρώτη, 5-10 χ.α.ω. και τα πόδια κάτω για γλύστρες. Το μαρτύριο κράτησε πέντε μέρες, όπου διάνυσε λιγότερα από 200 χιλιόμετρα με το θερμοκρασιόμετρο της Μπέμπας συνεχώς στο κόκκινο. Μετά η γλύτσα ξεράθηκε, και τη διαδέχτηκαν τελικιάσματα a la πάρτα-μωρή-άρρωστη πάνω σ’ έναν ατέλειωτο καθρέφτη από τραγανό κρυσταλλικό αλάτι, το οποίο σε συνδυασμό με τις θερμοκρασίες της ημέρας ξύριζε ό,τι είχε απομείνει από τα ήδη φθαρμένα τακούνια των ελαστικών.

Το φεγγάρι κρεμόταν από το στερέωμα σιωπηλό όταν στο κρύο του φως ο Στούκερμαν έφερε την ευτραφή φροϋλάιν ως τη ρίζα του μυτερού κάκτου...

 

Μελανιασμένος από το τουμπίδι, το λαιμό και τα μάτια να καίνε από το αλάτι και τα χείλη σκασμένα από τον ήλιο, για να κάνει οικονομία σε δυνάμεις, λάστιχα και νερό άρχισε να κοιμάται τη μέρα και να συνεχίζει στις δροσιές της νύχτας. Όλη μέρα λαγοκοιμόταν, διάβαζε Novalis και άλλους Γερμανούς ρομαντικούς, κι έστιβε το μυαλό του να λύσει το ύστατο αρχαιολογικό αίνιγμα του 21ου αιώνα: Πώς γινόταν οι Navajos, ενώ ήσαν απόγονοι των ναυτών του χαμένου πλοίου του Οδυσσέα, δηλαδή Δαναών της Ύστερης Μυκηναϊκής Περιόδου στο τέλος της Εποχής του Χαλκού, να χρησιμοποιούσαν γραφή στην Ιωνική διάλεκτο αντί της Γραμμικής Β. Επίσης, πώς γίνεται, δεδομένης της προ-Ομηρικής τους καταγωγής, η κεραμική τους να ήταν της Μέσης Γεωμετρικής Εποχής, δηλαδή του όγδοου αιώνα. Και πώς γινόταν να γνώριζαν ήδη τον Διόνυσο, ο οποίος ως γνωστόν αναφέρεται για πρώτη φορά ως νεόφερτος Φρύγης θεός στις Βάκχες του Ευρυπίδη τον πέμπτο αιώνα..

... Οι οιωνοί ήταν καλοί, γιατί το μεσαίο δάχτυλο ήταν το κοντύτερο και το μακρύτερο το αριστερό, οπότε για την Κοιλάδα του Σάπιου Αλατιού έπρεπε να τραβήξει τώρα καρφί νότια προς τα σύνορα με το Μεξικό

 

Εντωμεταξύ τα μεταλλαγμένα σερσέμια είχαν βρει πελάτη. Τελικά δεν υπάρχει χειρότερο εντομοαπωθητικό από το να έχεις βδομάδες να κάνεις μπάνιο. Ο ύπνος του ρηχός, βουτηγμένος στον ιδρώτα και τις παραισθήσεις. Στην πικρή ακινησία της Κοιλάδας του Αλατιού που η σιωπή κούφαινε, σκληρές μελωδίες από σαξόφωνα έφταναν από κάπου στον ορίζοντα. Μεγάλα στρατιωτικά αεροπλάνα περνούσαν από ψηλά αφήνοντας πίσω τους στον ουρανό λεπτές άσπρες γραμμές, σα γρατζουνιές από μαύρες θυμωμένες γάτες. Κι όταν ο δίσκος του ήλιου κρεμόταν στην αιωνιότητα του μεσημεριού και η ύπαρξη σχοινοβατούσε στη διαφορά λίγων βαθμών Κελσίου, έκλεινε τα μάτια κι έβλεπε τον εαυτό του πάλι τρίχρονο πιτσιρικά να τοποθετεί τραπουλόχαρτα στις ρόδες και να χαράζει τακούνια στα λάστιχα του πρώτου του ποδήλατου. Πόσο απέραντη κι ανεξερεύνητη του είχε φανεί τότε η πίσω αυλή..      

... Μελανιασμένος από το τουμπίδι, το λαιμό και τα μάτια να καίνε από το αλάτι και τα χείλη σκασμένα από τον ήλιο, για να κάνει οικονομία σε δυνάμεις, λάστιχα και νερό άρχισε να κοιμάται τη μέρα και να συνεχίζει στις δροσιές της νύχτας

 

Μέσα σ’ ένα μαύρο ανοιχτό Mustang Mach III του 1972 είδε πάλι τη μελαχροινή να κατεβαίνει από του Ζωγράφου προς το μυστικό τους ραντεβού στην Πανεπιστημίου. Στο έρεβος των ματιών της δυό κάρβουνα πυρακτωμένα, τα μακρυά σγουρά της μαλλιά ν’ ανεμίζουν σαν αγριεμένα φίδια φαρμακερά.. Κάθιδρος κάτω από το μικρό του πράσινο καραβόπανο είδε τους αιώνες της ανθρωπότητας να προσπερνούν από μακρυά, αστράφτοντας και μπουμπουνίζοντας σαν φοβερές καταιγίδες. Οι χαμένοι αργοναύτες του Οδυσσέα έβγαιναν από την ξεκοιλιασμένη τους τριήρη και τσαλαβουτούσαν σα μεθυσμένοι αλαλλάζοντας από χαρά στον αρχαίο ορυζώνα. Με το που έπεφτε ο ήλιος και η έρημος άρχιζε να κρυώνει, άνοιγε μια κονσέρβα, έφτιαχνε καφέ για το δρόμο, φόρτωνε και συνέχιζε αλαφιασμένος στο απόκοσμο τοπίο. Γύρω στα μεσάνυχτα που το φεγγάρι ανέβαινε ψηλά, οι κρύσταλλοι του αλατιού λαμπύριζαν στη δυνατή δέσμη του διπλού προβολέα, έτσι που η μηχανή φαινόταν να τρέχει στο διάστημα πάνω σ’ ένα σύννεφο από φως με μόνο οδηγό την πυξίδα.

Ύστερα τα χαμηλά μαύρα βουνά άρχισαν ν’ αλλάζουν χρώμα προς το κόκκινο, να υψώνονται και να κλείνουν, μπαίνοντας το ένα μέσα στο άλλο σα δάχτυλα και δημιουργώντας αλλεπάλληλα φαράγγια τα περισσότερα από τα οποία δεν φαινόταν να έχουν διέξοδο

 

Με απραξία όλη τη μέρα και τα μεσημέρια ν’ αρχίζουν στις δέκα το πρωί και να τελειώνουν στις οκτώ το βράδυ, ο χρόνος φαινόταν να λαστιχάρει. Ήταν άραγε ακόμα Αύγουστος; Και πόσο νότια είχε κατέβει; Πουθενά μια ψυχή να ρωτήσει. Κι εκείνος ο λεκές στον χάρτη που τον υπολόγιζε για χωριό ανεφοδιασμού, εντέλει είχε κάνει μεγάλη ζημιά. Του πήρε μισή βδομάδα πορεία πριν καταλάβει το λάθος. Δεν ήθελε δα και GPS. Παντού άδεια έρημος εκεί που έπρεπε να βρίσκεται καταυλισμός, ούτ’ ένας χωματόδρομος να οδηγεί κάπου, κι ύστερα, “αμάν!”,  ένα απλό ξύσιμο του λεκέ με το νύχι..

Η ματιά του πάγωσε όταν ανάμεσα στα θραύσματα ξεχώρισε ένα που έφερε καθαρά χαραγμένο στην Ιωνική διάλεκτο το αινιγματικό επίγραμμα: ‘ΠΟΥΠΑΣΡΕΚΑΡΑΜΗΤΡΟ’…


Με βενζίνη πλέον μόνο από τα μπετόνια και τα παντού χωμένα μπουκαλάκια, πήγαινε με τη ροπή στις χαμηλές στροφές συνεχίζοντας νότια με την ψυχή στο στόμα, ώσπου οι κόκκοι της άμμου άρχισαν να γίνονται περισσότεροι από αυτούς του αλατιού και το τοπίο άρχισε πάλι ν’ αλλάζει. Για καμμιά-δυό μέρες το έδαφος έγινε πετρώδες, με τη μηχανή να τρέχει πάνω σε πλάκες γεμάτες απολιθωμένα ίχνη από πατήματα δεινόσαυρων. Ύστερα τα χαμηλά μαύρα βουνά που όριζαν από δύση και ανατολή την Κοιλάδα του Σάπιου Αλατιού άρχισαν ν’ αλλάζουν χρώμα προς το κόκκινο, να υψώνονται και να κλείνουν, μπαίνοντας το ένα μέσα στο άλλο σα δάχτυλα και δημιουργώντας αλλεπάλληλα φαράγγια τα περισσότερα από τα οποία δεν φαινόταν να έχουν διέξοδο. Ποιό απ’ αυτά ήταν άραγε το Βαθύ Φαράγγι Όπου Όλα Μιλάν;

Μπροστά ο ορίζοντας γέμισε χαμηλούς θαμνόσπαρτους αμμόλοφους που ανεβοκατέβαιναν χωρίς τελειωμό. Παντού άρχισαν να φυτρώνουν ψηλοί ξεμαλλιασμένοι κάκτοι με μακρυά μυτερά αγκάθια. Εξόν του λεκέ, ο στρατιωτικός χάρτης ήταν βέβαια ακριβής, αλλά δεν βοηθούσε αν δεν είχες πιά ιδέα πού βρίσκεσαι μέσα σ’ αυτόν, ή ακόμα χειρότερα, αν νόμιζες ότι είχες ιδέα και βέβαια έκανες λάθος. Και τώρα κάκτοι στην Αριζόνα; Τέτοιοι κάκτοι ήξερε ότι υπήρχαν μόνο στην έρημο Σονόρα. Μήπως είχε περάσει στο Μεξικό; 

Όσο υπήρχε ακόμα βενζίνη στα μπετόνια, τις πίσω πλευρές των λόφων τις κουτρουβαλούσε σβυστός. Πέρασαν έτσι λίγες ακόμα μέρες μοτοσυκλετιστικής πανδαισίας. Με το που έφτασε να ψάχνει για τα μπουκαλάκια, κατέβαινε κι έσπρωχνε όπου εύρισκε επίπεδο έδαφος. Κι όταν είδε να τελειώνει και η εμφιαλωμένη χωρίς να φαίνεται χωριό ή δρόμος πουθενά, άρχισε να σπρώχνει και στις ανηφόρες.

Τώρα μπορεί ν’ ακούγεται παράξενο, αλλά αν δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι, αν δεν έχεις ιδέα πού πας, και παρεμπιπτόντως σπρώχνεις για μέρες και μια φορτωμένη GS1150R στην ανηφόρα από αφράτη άμμο στους 50 βαθμούς Κελσίου, δεν έχει πιά και τόση σημασία το προς τα πού τη σπρώχνεις. Περισσότερη σημασία έχει το τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι σου.

Νύχτωνε πάλι κι ένα τεράστιο φεγγάρι, γκρι σα γαλάζιο και διάφανο σα νεκροκεφαλή ανέβαινε το στερέωμα, όταν στα μισά ενός ακόμα λόφου που ανηφόριζε μπροστά στο στόμα ενός βαθιού φαραγγιού, ο Στούκερμαν λύγισε και γονάτισε δίπλα στη μηχανή με κομμένη την ανάσα. Εκεί που στράγγιζε τον ιδρώτα ακούστηκε από πίσω του η στριγγή, αντιπαθητική φωνή του κάκτου.

Και τώρα κάκτοι στην Αριζόνα; Μήπως είχε περάσει στο Μεξικό;

 

          - “Ε, ψιτ, μίστερ.. Σιγά να μην είναι τώρα και οι Navajos αρχαίοι Έλληνες...”
          - “Σιγά να μη μιλάνε τώρα και οι κάκτοι”, απάντησε ο δικός μας δίχως να γυρίσει.
          - “Χαρ, χαρ, χαρ”, χασκογέλασε τότε από πάνω με μια απόκοσμη φωνή το Φεγγάρι. “Κανείς δεν είπε στο Ψημένο Πόδι ότι ο μεσιέ Πουανκαρέ χτύπησε κάρτα πριν προλάβει να διατυπώσει το Αξίωμα Tέσσερασαρανταένα;”
          - “Ρε σεις, πάτε στοίχημα ότι ο ζητιάνος ήτανε καλαμπουρτζής από το Ληξούρι;”, ψιθύρησε συνωμοτικά πίσω από έναν θάμνο και το ξασπρισμένο κρανίο του μπάφαλο.
          - “Κι αν ο Ινδιάνος με τη ζεϊμπεκιά είχε πιεί μιά παραπάνω;”, ακούστηκε τότε να φωνάζει από μακρυά και το βουνό, σηκώνοντας τους ώμους.
          Το Ψημένο Πόδι κατέβασε τότε το σταντ και κάθισε με την πλάτη στη μηχανή σφουγγίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπο με το μανίκι. “Ωλ ράιτ μάγκες”, είπε. “Κόψτε τις μαλακίες. Εδώ μιλάμε... Εδώ... Εδώ υπάρχουν στοιχεία!”
          Πέρασε έτσι ώρα χωρίς να μιλήσει κανείς. Το σκοτάδι έπεφτε γρήγορα. Ο Στούκερμαν άρχισε να μαζεύει κλαδάκια και γονάτισε να ψήσει καφέ.
          Χίλιες μικρές φωνούλες βγήκαν τότε από το έδαφος, και η άμμος της ερήμου ψέλλισε διστακτικά με μια φωνή ίδια του Μαυράκη: “Μήπως ο κύλιος Στούκελμαν πλόσεξε ότι το πεδιότ που κάπνιζε το γελο-Κοδιότ ήταν υπέλ το δέον χλωλό;”
          - “Μπορεί”, απάντησε ο δικός μας, ανάβοντας σπίρτο. “Αλλά την επιγραφή στην Ιωνική διάλεκτο στο αγγείο των Navajo πού τη βάζεις; Τ’ όνομά τους; Τη μυθολογία τους που είναι αντιγραφή του Ησιόδου; Να συνεχίσω;”
          - “Ρε κατεστραμμένο, πας καλά;;; Κατάλαβες τι έλεγε η επιγραφή;”, πετάχτηκε τότε πάλι με κακία ο κάκτος.
          - “Όχι. Γιατί εσύ κατάλαβες;”
          - “Κατάλαβα. Έλεγε ότι είσαι και γαμώ τα ούφο..”
          - “Μπορεί. Μένει τώρα να μας εξηγήσεις πώς βρέθηκε επιγραφή στην Ιωνική διάλεκτο στην Αριζόνα..”
          Όλοι τότε κοιτάχτηκαν ξύνοντας το κεφάλι και βυθίστηκαν στη σιωπή. Για μιά στιγμή που κράτησε ώρες ακουγόταν μόνο το τρίκιλισμα από τα καιόμενα κλαράκια. Στα μαύρα γυάλινα μάτια του Στούκερμαν οι φλόγες της φωτιάς χόρεψαν το μυστικό τους χορό.
          - “Να πω κι εγκώ η κακομοίγα που ποτέ ντεν μιλάω, μια μικγή αλήτεια;”, πετάχτηκε κάποτε και η Μπέμπα με τη βαριά μυώδη, βαυαρική της προφορά, ίδιος ο Σβαρτσενέγκερ, ανάβοντας τη μεγάλη σκάλα του προβολέα. Όλοι τότε γύρισαν κι έστησαν αφτί ν’ ακούσουν.
          - “Άμα το σκεφτούμε, ντεν έκει και τόση σημασία αν τελικά βγεις αυτό που ψάκνεις, φτάνει να βγκεις στον ντγόμο έκοντας κάτι να ψάξεις. Τώγα τα μου πείτε, είσαι πγοκατελλημένη, γκιατί είσαι φτιαγκμένη με τέτοιες ιντέες του ντγόμου. Το τέμα είναι πού πηγκαίνεις όταν ντεν ξέγεις πιά πού πηγκαίνεις. Αλλά είναι απλό. Το λέει και ο ΝτεΝίγο σε μια ταινία, όταν μετά από μια ληστεία ο συνεγκός του μπαίνει στο αυτοκίνητο και τον γωτάει, ‘Πού στο ντιάολο πάμε τώγα’.”
          - “Και τι του απαντάει ο ΝτεΝίρο;”
          - “‘Βι βιλ φάιντ άουτ βεν βι γκετ δέαγ’.”

Τάδε έφη η Μπέμπα, κι ύστερα έσβυσε τα φώτα και όλοι πήγαν για ύπνο. Το φεγγάρι κρεμόταν από το στερέωμα σκεφτικό, όταν στο κρύο του φως ο Στούκερμαν κύλησε τη φροϋλάιν ως τη ρίζα του μυτερού κάκτου, τέντωσε το καραβόπανο, έβγαλε τις παγκοσμίου φήμης μπότες του κι έστρωσε στην άμμο την κουβέρτα να κοιμηθεί. Η έρημος κρύωνε γρήγορα τώρα κι ένα ελαφρό αεράκι έφερνε τα ξηρά της αρώματα από παντού. Τη νύχτα η έρημος γίνεται διαστημόπλοιο. Μιά νύχτα στην έρημο, και ποτέ πιά δεν θα βρεθείς τόσο κοντά στ’ άστρα. Μιά νύχτα στη ρίζα του κάκτου, και ποτέ πριν δεν στάθηκες πιό κοντά στην πόρτα της αρχαίας πολιτείας των Ναυαγών. Έτσι ο δικός μας θα συνέχιζε ώσπου να στερέψει και η τελευταία σταγόνα βενζίνης σ’ εκείνο το τελευταίο μπουκαλάκι κολώνιας. Έτσι, φτάνει η Μηχανή να κυλάει, ακόμα και με μιζιές. Έτσι μέχρι να παγώσει η κόλαση. Κι είχε βάλει ένα ψόφο πάλι απόψε..