Συνέντευξη Βασίλης Παντελεάκης: Στόχοι χωρίς περιορισμούς!

Το "ξεδίπλωμα" ενός ταλέντου
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

30/7/2020

Όταν δίνεις ραντεβού με ένα 13χρονο πιτσιρικά, το πιο πιθανό είναι να πρόκειται για ένα… διαδικτυακό ραντεβού, σε μια πλατφόρμα on line παιχνιδιών για εικονικές μάχες. Το τελευταίο που περιμένεις είναι να δεις ένα νεαρό παιδί να είναι κολλημένο στη σέλα της αγωνιστικής του μοτοσυκλέτας, ακόμη κι όταν είναι παρκαρισμένη πάνω στο σταντ και τα μάτια του να λάμπουν από ενέργεια. Είναι σίγουρα σπάνιες τέτοιες περιπτώσεις, αλλά και ο Βασίλης Παντελεάκης δεν είναι αυτό που θα λέγαμε ένα συνηθισμένο παιδί της προ-εφηβικής ηλικίας, ευτυχώς…

Ο Βασίλης είναι ένα… μήλο που έπεσε κάτω από τη μηλιά, καθώς είναι γιος του Χρήστου Παντελεάκη που οι παλιότεροι θα θυμούνται από την αγωνιστική καριέρα στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας. Γεννημένος πριν από 12 χρόνια και οκτώ μήνες (για την ακρίβεια), ο Βασίλης δεν άργησε να μπει στο χώρο των αγωνιστικών μοτοσυκλετών. Σε ηλικία μόλις 3 ετών πήρε ως δώρο από τον πατέρα του ένα Yamaha PW, πάνω στο οποίο άρχισε να μαθαίνει τις βασικές αρχές της οδήγησης μοτοσυκλέτας. Στην ηλικία δηλαδή που άλλα παιδάκια δεν έχουν καν βγάλει τις βοηθητικές ρόδες από τα ποδήλατά τους, ο Βασίλης Παντελεάκης, υπό την καθοδήγηση του πατέρα του, έχτιζε στο μυαλό του τα δεδομένα για το γκάζι, τις ταχύτητες και τις στροφές. "Ο μοναδικός δάσκαλος-προπονητής που είχα και εξακολουθώ να έχω είναι ο πατέρας μου", μας λέει ο Βασίλης ξεκινώντας την κουβέντα μας. "Ποτέ δεν είχα άλλον να με προπονεί και είμαι πολύ χαρούμενος γι' αυτό."

Λίγο αργότερα έρχεται η πρώτη του αγωνιστική εμπειρία, με εντυπωσιακά αποτελέσματα μάλιστα! "Αγωνίστηκα για πρώτη φορά στην MiniGP το 2015 και στον πρώτο αγώνα μου πήρα την καρό σημαία, ενώ έκανα και τον ταχύτερο γύρο." Ήταν σαφές από την πρώτη στιγμή ότι είχε αρχίσει να ανθίζει ένα ταλέντο, του οποίου η προοπτική δεν θα μπορούσε να περιοριστεί από τα στενά όρια μιας χώρας σαν την Ελλάδα, η οποία δεν φημίζεται για την αγωνιστική της κουλτούρα στην μοτοσυκλέτα. Ήταν η στιγμή που η πίστη του πατέρα του για το ακατέργαστο υλικό που διέθετε ο Βασίλης τον οδήγησε στο Ιταλία, σε ένα από τα πιο ανταγωνιστικά περιβάλλοντα για τους αγωνιζόμενους αναβάτες. "Ξεκίνησα στην κατηγορία Junior A που ήταν για ηλικίες 8-10 ετών", μας λέει ο Βασίλης στην αναδρομή για τα πρώτα του βήματα στο εξωτερικό. "Εκεί το περιβάλλον δεν έχει καμία σχέση με τα ελληνικά δεδομένα, καθώς τα πάντα είναι τόσο καλά οργανωμένα που μοιάζουν με μια μικρογραφία των GP.

Το κύριο χαρακτηριστικό από τις πίστες καρτ που τρέχαμε ήταν το πόσο απαιτητικές και τεχνικές ήταν, ενώ ένα ακόμη εντυπωσιακό στοιχείο είναι ο τεράστιος αριθμός συμμετοχών." Σε πίστες που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του και απέναντι σε 38 αντιπάλους, ο Βασίλης τερμάτισε την πρώτη χρονιά στην 17η θέση της βαθμολογίας, ενώ την δεύτερη στην πέμπτη θέση του βαθμολογικού πίνακα. "Το επίπεδο του ανταγωνισμού είναι εξωφρενικό", μας είπε. "Η πλειοψηφία των παιδιών έκαναν σχεδόν καθημερινή προπόνηση στις πίστες που τρέχαμε και ήταν απόλυτα αφοσιωμένοι στον στόχο τους." Με αυτό το δεδομένο, η εξαιρετική πορεία του Βασίλη στις δύο πρώτες χρονιές στον θεσμό, αποκτά ιδιαίτερο βάρος για ένα παιδί που έπρεπε να κάνει ολόκληρα ταξίδια για να συμμετέχει στους αγώνες, αλλά και να προπονείται με εντελώς διαφορετικούς ρυθμούς και σε διαφορετικές συνθήκες από τους αντιπάλους του.

Μετά από δύο χρόνια, ήταν η ώρα για το επόμενο βήμα και την κατηγορία MiniGP στην Ιταλία, όπου συμμετείχε με μοτοσυκλέτες 50cc που απέδιδαν 20 άλογα (!) και έφταναν σε τελική τα 160km/h. Η πορεία του εκεί ήταν… καρμπόν με την πορεία του στην Junior Α, τερματίζοντας την δεύτερη χρονιά εντός της δεκάδας, στην έβδομη θέση του πρωταθλήματος. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που την δεύτερη χρονιά τον ζήτησε η κορυφαία ομάδα του θεσμού, η AC, διακρίνοντας το αστείρευτο ταλέντο του νεαρού Έλληνα αναβάτη. Όπως μας λέει ο πατέρας του, "οι άνθρωποι της ομάδας επέμεναν και ήθελαν τον Βασίλη στην ομάδα και μάλιστα τον προτίμησαν απέναντι σε Ιταλούς αναβάτες που πλήρωναν περισσότερα χρήματα για την συμμετοχή τους."

Κρατώντας πάντα χαμηλούς τόνους και με την σεμνότητα που διακρίνει ολόκληρη την οικογένεια Παντελεάκη, ο Βασίλης προχώρησε στο επόμενο επίπεδο και το πλέον ανταγωνιστικό της μέχρι σήμερα καριέρας του. Από φέτος ο Βασίλης αγωνίζεται στην κατηγορία Pre Moto3 του CIV –του ιταλικού πρωταθλήματος ταχύτητας- με μοτοσυκλέτα που διαθέτει πλαίσιο από Moto3 και κινητήρα από Yamaha ΥΖ250. Πρόκειται ουσιαστικά για την κατηγορία που αποτελεί φυτώριο για το Red Bull Rookies Cup, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις το εισιτήριο απευθείας για το παγκόσμιο πρωτάθλημα. "Εκεί ο ανταγωνισμός είναι ακόμη πιο έντονος και το επίπεδο είναι ουσιαστικά επαγγελματικό. Η συγκεκριμένη κατηγορία είναι η πιο ανταγωνιστική μαζί με το European Talent Cup", μας λέει ο Βασίλης. Μάλιστα, οι πρόσφατες επιδόσεις του εκεί ήταν τουλάχιστον εντυπωσιακές, μιας και στον πρόσφατο διπλό αγώνα στο Misano, ο Βασίλης τερμάτισε τρίτος στον πρώτο αγώνα, ενώ στον δεύτερο είχε μια πτώση την ώρα που πάλευε για μια ακόμη θέση στο βάθρο και ίσως για τη νίκη! Αυτό ήταν που έκανε τους Ιταλούς συναδέλφους να μιλούν με διθυραμβικά σχόλια για τον "piccolo Greco", ενώ γράφτηκαν άρθρα που έκαναν λόγο για το "ιστορικό γεγονός" του να κυματίζει η ελληνική σημαία σε έναν αγώνα του CIV. "Ήμουν πολύ ενθουσιασμένος και σίγουρος για τον εαυτό μου και τον ρυθμό μου, αλλά το λάθος που έκανα στον δεύτερο αγώνα ήταν εξαιτίας αυτού του υπερβολικού ενθουσιασμού και της απειρίας μου", λέει με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια και ωριμότητα ο Βασίλης. "Έπρεπε να περιμένω την κατάλληλη στιγμή και να μην βιαστώ. Όλα καλά όμως και πλέον απέκτησα μια πολύτιμη γνώση".

Όλα αυτά μας τα λέει ο νεαρός Έλληνας αναβάτης καθισμένος πάνω στη σέλα της μοτοσυκλέτας που έχει ήδη αγοράσει με τον πατέρα του για την συμμετοχή του στο Red Bull Rookies Cup. "Ο επόμενος στόχος μου είναι αυτός: το Red Bull Rookies Cup και από εκεί και πέρα, αν όλα πάνε καλά, το παγκόσμιο πρωτάθλημα", μας  εξομολογείται ο Βασίλης, συνδυάζοντας στο βλέμμα του την έξαψη της παιδικότητας και την ωριμότητα ενός αγωνιζομένου. Η μοτοσυκλέτα για το Red Bull Rookies Cup είναι ήδη αγορασμένη και περιμένει –μαζί με τον Βασίλη- το πλήρωμα του χρόνου για να αγωνιστεί.

Και μπορεί ο Βασίλης να έχει ήδη βάλει τις βάσεις για διεθνή καριέρα, αλλά εδώ στην Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει την ελληνική… αρτηριοσκλήρωση και νοοτροπία. Όπως συγκεκριμένα μας είπε ο πατέρας του "μαζί με τον Φουρθιώτη ζητήσαμε επίσημα από την ΑΜΟΤΟΕ να συμμετέχουν τα παιδιά σε μια οποιαδήποτε κατηγορία του Πανελληνίου Πρωταθλήματος Ταχύτητας, προκειμένου να έχουν μεγαλύτερη τριβή με τις μοτοσυκλέτες τους και να προπονούνται ουσιαστικά σε συνθήκες αγώνα έστω κι αν συμμετείχε εκτός βαθμολογίας, αλλά η επίσημη απάντηση που λάβαμε ήταν αρνητική, γιατί δεν είχαν κλείσει τα 13 τους χρόνια (η περίπτωση του Γιάννη Περιστερά είναι διαφορετική γιατί είναι μεγαλύτερος), ενώ ουδέποτε είχαμε κάποια ουσιαστική βοήθεια από κάποιον επίσημο φορέα.

Από εκεί και πέρα, ο Βασίλης κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί με τα μέσα και τις δυνατότητες που διαθέτει και μάλιστα το κάνει με απόλυτη πειθαρχία και προσήλωση. "Προπονούμαι εδώ στην Ελλάδα κυρίως στην πίστα καρτ της Σπάρτης με μοτοσυκλέτα supermoto και όποτε υπάρχει δυνατότητα στην πίστα των Σερρών με την μοτοσυκλέτα που έχουμε για το Red Bull Rookies Cup. Καθημερινά τηρώ το πρόγραμμα που έχουμε βγάλει με τον πατέρα μου, το οποίο περιλαμβάνει τρέξιμο με έμφαση στην φυσική κατάσταση, πολύ stretching και μπόλικο ποδήλατο." Αυτό το τελευταίο μάλιστα είναι και το αγαπημένο χόμπι του Βασίλη, μιας και ο πατέρας του, ο Χρήστος, είναι ιδιοκτήτης ενός μεγάλου και εξειδικευμένου καταστήματος για ποδήλατα. Όταν ο Βασίλης δεν βρίσκεται στη σέλα της μοτοσυκλέτας του, είναι πάνω στο ποδήλατό του και παρέα με τους φίλους του συνδυάζει το τερπνό (γυμναστική) μετά του ωφελίμου (διασκέδαση και βόλτες).

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς λοιπόν, κατά πόσο ένα τέτοιο πρόγραμμα, τόσο απαιτητικό και πειθαρχημένο, μπορεί να συμβαδίσει με την ζωντάνια και την ενεργητικότητα ενός δεκατριάχρονου παιδιού. Την αποστομωτική απάντηση μας την δίνει ο ίδιος ο Βασίλης Παντελεάκης: "Είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσα να κάνω. Συνδυάζει όλα αυτά που θέλω και αγαπάω. Την οδήγηση της μοτοσυκλέτας, την γυμναστική και το ποδήλατο με τους φίλους. Είναι απείρως καλύτερο από το να ήμουν κολλημένος σε μια οθόνη…" Ακόμη και στην κοινωνικοποίηση του νεαρού αναβάτη, κόντρα ίσως σε ό,τι θα περίμενε κανείς, οι αγώνες μοτοσυκλέτας έχουν επιδράσει ευεργετικά. "Οι συναθλητές μου στο εξωτερικό είναι όπως ακριβώς οι φίλοι μου εδώ στην Ελλάδα. Έχουμε τον ίδιο κώδικα επικοινωνίας και κάνουμε πολύ παρέα εντός και εκτός πίστας." Ο Βασίλης μιλάει πολύ καλά αγγλικά, ενώ μαθαίνει τα τελευταία τέσσερα χρόνια ιταλικά κι έτσι δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα επικοινωνίας. "Υπάρχει πολύ μεγάλος σεβασμός τόσο μέσα στην πίστα όσο και έξω από αυτή από τα άλλα παιδιά, ενώ είναι τρομερή και η αντιμετώπιση από όλο τον κόσμο των αγώνων." Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μας περιέγραψε ο πατέρας του Βασίλη, είναι όταν σε έναν αγώνα του καταλογίστηκε άδικα ποινή για άκυρη εκκίνηση. Πολλοί από τους γονείς που ήταν απ' έξω τους τροφοδότησαν με δικά τους βίντεο που αποδείκνυαν ότι ο Βασίλης είχε εκκινήσει σωστά, με αποτέλεσμα να αρθεί η ποινή εις βάρος των δικών τους παιδιών που συμμετείχαν στον αγώνα!

Δεν είναι μόνο όμως οι ξένες γλώσσες που αποτελούν την σχολική εκπαίδευση του Βασίλη. "Στο σχολείο προσπαθώ να χάνω ελάχιστες μέρες όταν έχω αγώνες", μας λέει. "Οι καθηγητές μου έχουν κατανόηση και αντιλαμβάνονται την προσπάθεια που κάνω, ενώ ακόμη και τα πολύ λίγα μαθήματα που χάνω τα αναπληρώνω με βοήθεια από μία δασκάλα".

Όταν υπάρχει μια τέτοια ισορροπημένη προσέγγιση από ένα παιδί που ουσιαστικά δεν έχει μπει καν καλά-καλά στην εφηβεία, τότε μόνο τα καλύτερα είναι αυτά που έπονται. Φέτος, με την υποστήριξη των χορηγών του (Yamaha, Rodamoto, Alivizatos Cars, Vinyl Art Clothing, Ber Racing Europe, Alpinestars, Vircos, DXL Graphics, Superbmotos, Lekare Designs, Anastasiadis Moto, Καλαμπόγιας tools & colors, Planetbikes, MotoGP World) και φυσικά της οικογένειάς του (καθώς εκτός από τον πατέρα και η μητέρα του Βασίλη ακολουθεί παντού και πάντα τις προσπάθειες του γιου της) ο Βασίλης Παντελεάκης θα προσπαθήσει να κάνει ένα ακόμη βήμα πιο κοντά στο όνειρο, βάζοντας την χώρα μας στο στερέωμα του παγκόσμιου επιπέδου των αγώνων. Του ευχόμαστε από καρδιάς καλή επιτυχία!

 

Πέθανε ο Genesio Bevilacqua, ιδιοκτήτης της Althea Racing

Με την ομάδα του είχε κερδίσει τον τίτλο στο WorldSBK 20211 ο Carlos Checa
Genesio Bevilacqua
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

14/1/2026

Πέθανε ξαφνικά ο Genesio Bevilacqua, ο Ιταλός ιδιοκτήτης της Althea Racing και παθιασμένος μοτοσυκλετιστής, με την ομάδα του οποίου ο Carlos Checa είχε στεφθεί Πρωταθλητής WorldSBK το 2011, o πρώτος Ισπανός που κέρδισε τον τίτλο της διοργάνωσης -με ιταλική μοτοσυκλέτα και ιταλική ομάδα.

Ο Bevilacqua είχε μεγάλο πάθος με τη μοτοσυκλέτα, δημιουργώντας μάλιστα και το μουσείο αγωνιστικών μοτοσυκλετών Moto Dei Miti (οι μοτοσυκλέτες των θρύλων) στην πόλη Civita Castellana, 65 χιλιόμετρα βόρεια της Ρώμης. Εκεί ο Ιταλός επιχειρηματίας, που εκτός μοτοσυκλέτας ήταν γνωστός ως ιδιοκτήτς της Ceramica Althea, μιας εταιρείας κεραμικών και ειδών υγιεινής μπάνιου, ενασχόληση που του επέτρεπε να επενδύει στους αγώνες μοτοσυκλέτας, και στο μουσείο του.

Η Althea Racing που έφερε δόξα στην Ιταλία και στη Civita Castellana αγωνίστηκε στο παρελθόν στη μεγάλη κατηγορία WorldSBK, στην κατηγορία Superstock αλλά και στο WorldSSP στο οποίο αγωνίζεται μέχρι και σήμερα. Μάλιστα στις 22 Δεκεμβρίου του 2025 είχε παρουσιαστεί στο Moto Dei Miti η ομάδα του 2026 για το WSS, με τους Leonardo Taccini και Alessandro Zacone που θα αγωνιστούν στη νέα σεζόν με Ducati Panigale V2. 

Genesio Bevilacqua

Στο εξαιρετικά καλαίσθητο μουσείο του ο Genesio στέγασε την εκτενέστατη συλλογή αγωνιστικών και μη μοτοσυκλετών του, την οποία μπορεί να δουν πλέον όλοι οι φαν της μοτοσυκλέτας, στην επίσκεψή τους στην Civita Castellana.

Ο Δήμαρχος της πόλης, Luca Giampieri, δήλωσε για τον θάνατο του Genesio Bevilacqua: "Με βαθιά θλίψη και συγκίνηση, εκφράζω, εκ μέρους μου, της δημοτικής αρχής και όλων των πολιτών της Civita Castellana, τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια για τον θάνατο του Genesio Bevilacqua, μιας προσωπικότητας εξαιρετικής αξίας στον κόσμο των επιχειρήσεων, του αθλητισμού και της κουλτούρας της μοτοσυκλέτας. Ένας διορατικός επιχειρηματίας στον κλάδο της κεραμικής, ο Bevilacqua συνδύαζε την επαγγελματική του αφοσίωση με ένα μεγάλο πάθος για τις μοτοσυκλέτες. Η αφοσίωση και η διαίσθησή του έφεραν αμέτρητες επιτυχίες στην ομάδα του, την Althea Racing, με αποκορύφωμα την ιστορική νίκη στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike του 2011 με τον Carlos Checa να οδηγεί μια Ducati. Αυτό το επίτευγμα άφησε ένα ανεξίτηλο σημάδι στον κόσμο της μοτοσυκλέτας, στην Ιταλία αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα, και έκανε παντού γνωστή την Civita Castellana.
Αλλά ο Genesio Bevilacqua δεν ήταν μόνο ένας σπουδαίος διευθυντής και επικεφαλής ομάδας: η δημιουργικότητα και το πάθος του τον οδήγησαν στη δημιουργία του μουσείου Moto dei Miti, ενός θησαυρού ιστορικής μνήμης που έχει προωθήσει την κουλτούρα των αγώνων μοτοσυκλέτας τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Η συλλογή του, καρπός ετών αφοσίωσης, αγάπης για τις μοτοσυκλέτες και σεβασμού για την αθλητική ιστορία, έχει γίνει σημείο συνάντησης και πηγή έμπνευσης για ενθουσιώδεις φαν από όλο τον κόσμο. 'Να μεταδώσω στις νέες γενιές την εμπειρία που απέκτησα σε μια ολόκληρη ζωή, για να ανακαλύψουν την αξία ενός μοναδικού πάθους', έγραψε για τον εαυτό του σε σχέση με το Moto dei Miti, 'μέσα από την αφήγηση ανεκδότων, τεχνικών εξελίξεων ή, πιο απλά, για να μεταδώσω το συναίσθημα της μυρωδιάς του καμένου λαδιού από τους κινητήρες στο γκαράζ και στην πίστα'.