Γιατί οι μοτοσυκλέτες των MotoGP χρησιμοποιούν slick ελαστικά
Λεία ελαστικά χωρίς αυλακώσεις για μέγιστη πρόσφυση στο στεγνό - Ειδικές γόμες με αυλακώσεις για την βροχή
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
9/9/2026
Η απουσία χάραξης αυξάνει την επιφάνεια επαφής με την άσφαλτο και αποτελεί βασικό στοιχείο των επιδόσεων στα MotoGP.
Οι μοτοσυκλέτες στα MotoGP χρησιμοποιούν slick ελαστικά στις στεγνές συνθήκες, δηλαδή ελαστικά με εντελώς λεία επιφάνεια και χωρίς αυλακώσεις. Αυτό μπορεί να φαίνεται παράδοξο σε σχέση με μια μοτοσυκλέτα δρόμου, όπου ένα αντίστοιχο ελαστικό θα θεωρούνταν φθαρμένο, όμως στην πίστα η απουσία πέλματος έχει συγκεκριμένο πλεονέκτημα: αυξάνει την επιφάνεια του ελαστικού που βρίσκεται σε επαφή με την άσφαλτο.
Οι αυλακώσεις ενός ελαστικού υπάρχουν κυρίως για την απομάκρυνση του νερού. Σε στεγνή επιφάνεια όμως μειώνουν την επιφάνεια επαφής και, κατά συνέπεια, την πρόσφυση. Ένα slick τοποθετεί τη μέγιστη δυνατή ποσότητα καουτσούκ πάνω στην άσφαλτο, προσφέροντας καλύτερη πρόσφυση στην επιτάχυνση, το φρενάρισμα και την είσοδο και έξοδο από τις στροφές.
Η ιστορία: Πώς τα slick ελαστικά κυριάρχησαν στους αγώνες
Μέχρι τη δεκαετία του 1970, στους αγώνες μοτοσυκλέτας χρησιμοποιούνταν ελαστικά με αυλακώσεις, αντίστοιχα με εκείνα που συναντάμε στις μοτοσυκλέτες δρόμου.
Ωστόσο, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η συνεχής αύξηση της ισχύος των μοτοσυκλετών άρχισε να φέρνει τα ελαστικά με πέλμα στα όριά τους και οι ομάδες ξεκίνησαν να πειραματίζονται με την αφαίρεση των αυλακώσεων, ώστε να αυξήσουν την επιφάνεια επαφής με την άσφαλτο.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, τα slick ελαστικά είχαν αρχίσει να γίνονται η καθιερωμένη επιλογή στους αγώνες. Το 1975, ο Giacomo Agostini κατέκτησε τον τελευταίο του παγκόσμιο τίτλο στα 500cc χρησιμοποιώντας ένα λείο πίσω ελαστικό, διατηρώντας όμως ένα ελαστικό με αυλακώσεις στον εμπρός τροχό. Ένας συνδυασμός που αντικατόπτριζε τη μεταβατική περίοδο και την προσαρμογή του αθλήματος στη νέα τεχνολογία.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, τα slick είχαν πλέον καθιερωθεί σε όλο το κορυφαίο επίπεδο των αγώνων μοτοσυκλέτας και παραμένουν εκεί μέχρι σήμερα. Η εξέλιξή τους, φυσικά, δεν σταμάτησε ποτέ. Τα σύγχρονα slick των MotoGP έχουν ελάχιστα κοινά με εκείνα των πρωτοπόρων της δεκαετίας του 1970, πέρα από τη βασική ιδέα της λείας επιφάνειας. Οι γόμες, η κατασκευή και η ακρίβεια της παραγωγής τους βρίσκονται πλέον σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο.
Η σημασία του μεγάλου εμβαδού επαφής του ελαστικού γίνεται ακόμη μεγαλύτερη στις ακραίες κλίσεις των MotoGP, που μπορούν να φτάσουν έως και τις 64 μοίρες. Παράλληλα, η γόμα των αγωνιστικών ελαστικών είναι σημαντικά πιο μαλακή από εκείνη ενός ελαστικού δρόμου και έχει σχεδιαστεί να λειτουργεί σε θερμοκρασίες περίπου 80°C έως 120°C.
Άλλες επιλογές – Βροχή και σκληρότητα
Όταν όμως η πίστα βραχεί, τα slick γίνονται ακατάλληλα. Χωρίς αυλακώσεις δεν μπορούν να απομακρύνουν το νερό από την επιφάνεια επαφής, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο υδρολίσθησης. Σε αυτές τις συνθήκες οι ομάδες χρησιμοποιούν τα ειδικά βρόχινα ελαστικά, με βαθιές αυλακώσεις για την απομάκρυνση του νερού.
Τα slick διατίθενται σε διαφορετικές γόμες, μαλακή, μεσαία και σκληρή. Η μαλακή προσφέρει υψηλότερη πρόσφυση και θερμαίνεται γρηγορότερα, αλλά φθείρεται πιο εύκολα. Η σκληρή έχει μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, ενώ η μεσαία αποτελεί τη συμβιβαστική επιλογή μεταξύ πρόσφυσης και αντοχής.
Νέα εποχή προ των πυλών
Η Michelin παραμένει ο αποκλειστικός προμηθευτής ελαστικών της κορυφαίας κατηγορίας των MotoGP έως το τέλος του 2026. Από το 2027, η Pirelli θα αναλάβει τον ρόλο του μοναδικού προμηθευτή και στις τρεις κατηγορίες των Grand Prix, MotoGP, Moto2 και Moto3.
Η λεία επιφάνεια των slick, λοιπόν, δεν είναι μια απλή αγωνιστική επιλογή. Είναι βασικό στοιχείο της πρόσφυσης που επιτρέπει στις μοτοσυκλέτες των MotoGP να επιταχύνουν, να φρενάρουν και να στρίβουν στους καταιγιστικούς ρυθμούς που τους παρακολουθούμε.
MotoGP, Jerez Test 2024 – Ο Di Giannantonio ταχύτερος όλων, με τον Vinales να σπάει το σερί των Ducati
Οι αλλαγές που τελικά έφερε η Yamaha στα δοκιμαστικά της Jerez δεν φάνηκε να αποδίδουν τα επιθυμητά αποτελέσματα
Από τον
Αλέξανδρο Λαμπράκη
30/4/2024
Τα πρώτα δοκιμαστικά της χρονιάς, ολοκληρώθηκαν την Δευτέρα 29/4, ακριβώς μετά τον ισπανικό γύρο στην πίστα της Jerez, με τον Di Giannantonio να δείχνει ότι έχει την ταχύτητα, ενώ η πολυαναμενόμενη νέα M1 δεν φάνηκε να αλλάζει πολύ τη κατάσταση για την Yamaha, η οποία μαζί με την Honda έμειναν για ακόμη μία φορά στις τελευταίες θέσεις.
Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ο καιρός έδειχνε 20 βαθμούς Κελσίου, θερμοκρασία περιβάλλοντος. Στις δέκα το πρωί τοπική ώρα, το σκηνικό είχε στηθεί, με τις συνθήκες να ευνοούν στην απρόσκοπτη δουλειά των αναβατών. Συνολικά, 13 αναβάτες κατάφεραν να σπάσουν το φράγμα του 1:37, μέχρι και το τέλος της ημέρας.
Αρχικά, ο Marquez με την GP23 της Gresini Racing ήταν αυτός που βρέθηκε μπροστά, κάνοντας τον ταχύτερο γύρο, με τον Di Giannantonio να δείχνει με το καλημέρα ότι έχει τον ρυθμό. Με την ολοκλήρωση των δύο πρώτων ωρών, ο Bagnaia να παίρνει την θέση του Marquez στην κορυφή. Μία ώρα αργότερα και με ορισμένους αναβάτες να έχουν ξεπεράσει τους 30 γύρους, ο Di Giannantonio μπήκε στην πρώτη θέση, μένοντας εκεί μέχρι και το τέλος της ημέρας, γράφοντας 1:36.405. Πίσω του βρέθηκε ο Vinales, ο μόνος που κατάφερε να μπει εμβόλιμος, χαλώντας το σερί της Ducati στις πρώτες πέντε θέσεις. Στην τρίτη θέση, πλασαρίστηκε ο Franco Morbidelli, με τους Bagnaia και Marquez να κλείνουν την πεντάδα.
Για ακόμα μία φορά στα πρώτα δοκιμαστικά στην Jerez, η Ducati έδειξε ότι έχει βρει την συνταγή, με τους αναβάτες του Borgo Panigale, τόσο εργοστασιακούς όσο και δορυφορικούς να μην δοκιμάζουν πολλά νέα εξαρτήματα. Όσον αφορά την εργοστασιακή ομάδα Ducati Lenovo, ο Pecco Bagnaia δοκίμασε μόνο κάποιες αλλαγές στην γεωμετρία της GP24, σημειώνοντας μάλιστα τους λιγότερους γύρους, περνώντας την γραμμή εκκίνησης τερματισμού μόλις 43 φορές. Λιγοστά είναι τα νέα και από τον ομόσταυλό του, Enea Bastianini, ο οποίος συμπλήρωσε 65 γύρους, χωρίς όμως να δούμε κάτι διαφορετικό στην μοτοσυκλέτα του.
Η ατυχία της Κυριακής, συνεχίστηκε και την Δευτέρα για τον Jorge Martin, ο οποίος αντιμετώπισε πρόβλημα με την μοτοσυκλέτα του, ενώ προς το τέλος της ημέρας σημείωσε και μία πτώση στην Στροφή 9, χωρίς ευτυχώς να τραυματιστεί. Με 71 γύρους κάτω από τις ρόδες του, ο Ισπανός τερμάτισε στην 10η θέση. Ο ομόσταυλός του, Franco Morbidelli, δούλεψε κυρίως πάνω στην εργονομία της μοτοσυκλέτας του, επιλέγοντας διαφορετική θέση για το σημείο που τα πόδια του ακουμπούν στο ρεζερβουάρ. Έχοντας συμπληρώσει 82 γύρους, ο “Franky” πλασαρίστηκε στην τρίτη θέση, με 0.122 δέκατα διαφορά από τον πρώτο, Diggia.
Χωρίς πολλά-πολλά κύλησε η μέρα και για την Pertamina Enduro VR46, με τους χρόνους του Di Giannantonio πάνω στην GP23 να δείχνουν ενθαρρυντικοί. Στην 13η θέση βρέθηκε ο Bezzecchi. Τα δύο αδέρφια – ομόσταυλοι στην Gresini Racing, Alex και Marc Marquez επικεντρώθηκαν περισσότερο στο να συγκεντρώσουν δεδομένα. Έχοντας ολοκληρώσει 73 γύρους, ο Alex τερμάτισε στην 8η θέση. Όσο για τον αδερφό του, Marc, είχε την ευκαιρία να μαζέψει επιπλέον εμπειρία με την νέα του μοτοσυκλέτα, συμπληρώνοντας 71 ακόμα γύρους με την Ducati του.
Για την Aprilia, ο Lorenzo Salvadori συμπλήρωσε τους λιγότερους γύρους για το εργοστάσιο του Noale, αφήνοντας στον Aleix Espargaro να δοκιμάσει την νέα συσκευή ύψους. Μετά από 66 γύρους, ο Aleix πλασαρίστηκε στην 7η θέση. Από την άλλη πλευρά του box, o Vinales ασχολήθηκε περισσότερο με το αεροδυναμικό πακέτο, το οποίο δοκίμασε και ο Espargaro. Η Aprilia έφερε στο τεστ της Jerez μία νέα ουρά, συνδυάζοντας στοιχεία από αυτή του 23 και αυτή του 24. Μετρώντας συνολικά 80 γύρους, ο “Batmav” κατάφερε στο τέλος της ημέρας να γράψει τον δεύτερο ταχύτερο χρόνο, με το 1:36.492 να τον τοποθετεί ανάμεσα σε δύο Ducati. Μαζί με τους εργοστασιακούς αναβάτες, την νέα ουρά δοκίμασε και ο Miguel Oliveira της Trackhouse Racing. Ο Raul Fernandez είχε την ευκαιρία να πάρει μία γεύση από την RS-GP του 2024.
Οι αναβάτες του Pierer Group ασχολήθηκαν κυρίως με μερικές αναβαθμίσεις στα αεροδυναμικά των πλαϊνών φαίρινγκ. Ο Binder ήταν ο ταχύτερος αναβάτης για την KTM, στην 6η θέση, μόλις 0.234 δέκατα πίσω από τον πρωτοπόρο. Αμέσως επόμενος, στην 11η θέση βρέθηκε ο Acosta της GASGAS, ο οποίος είχε ταυτόχρονα και την ευκαιρία να μάθει περισσότερο την νέα του μοτοσυκλέτα και να συνηθίσει τους ρυθμούς της μεγάλης κατηγορίας. Το περισσότερο διάστημα των δοκιμών, ο Acosta είχε επίσης διαφορετική εισαγωγή αέρα, όμοια με αυτή που είδαμε να χρησιμοποιεί ο Dani Pedrosa στην διάρκεια του ισπανικού γύρου.
Ο ομόσταυλος του Binder, Jack Miller, μετά από 73 γύρους συνέχισε να παραπονιέται για αστάθεια στην μοτοσυκλέτα του, καθώς το τεστ της Jerez δεν έκρυβε τελικά την λύση, τερματίζοντας στην 17η θέση. Για τους πορτοκαλί, το παρόν έδωσε και ο Pol Espargaro, ως αναβάτης εξέλιξης, συμπληρώνοντας 68 γύρους και προετοιμάζοντας σώμα και μυαλό για την wildcard συμμετοχή του στον ιταλικό γύρο. Ο Augusto Fernandez της GASGAS, επικεντρώθηκε περισσότερο στην δοκιμή νέων εξαρτημάτων, με το νέο μπροστινό φτερό της KTM να είναι ένα από αυτά.
Περνάμε τώρα στην Yamaha, που όπως σας είχαμε πει θα έφερνε μία ολοκαίνουργια M1. Τελικά, το εργοστάσιο της Iwata αποφάσισε να ασχοληθεί περισσότερο με τα αεροδυναμικά βοηθήματα, αλλά και το πλαίσιο, αφήνοντας προς το παρόν έξω τον κινητήρα. Όπως είδαμε στις φωτογραφίες, το νέο φαίρινγκ – μεγάλο μέρος του οποίου οφείλεται πιθανότατα στον Marco Nicotra, πρώην επικεφαλής αεροδυναμιστή της Ducati – χρησιμοποιεί τρία και μεγαλύτερα σε πλάτος φτερά μπροστά και νέα σχεδίαση στο πλάι. Ένα ακόμα στοιχείο ήταν το ανανεωμένο πλαίσιο, το οποίο όπως μπορούμε να δούμε έχει διαφορετική έδραση στην κεφαλή.
Οι αλλαγές αυτές, όμως, δεν φάνηκε να επηρεάζουν την ταχύτητα των δύο εργοστασιακών αναβατών της Yamaha, με τους χρόνους τους να είναι αρκετά πίσω, σε σύγκριση με το γκρουπ των πρώτων. Από την πλευρά του ο Quartararo συμπλήρωσε 84 γύρους, τερματίζοντας στην 18η θέση. Δήλωσε ότι το νέο αεροδυναμικό πακέτο ήταν ουδέτερο σε αίσθηση, που στην ουσία σημαίνει ότι δεν είδε ούτε θετική αλλά ούτε και αρνητική εξέλιξη, θέλει όμως να το δει και σε άλλες πίστες. Διαφορετικές ήταν οι θέσεις για το πλαίσιο, με τον Γάλλο να έχει θετικά σχόλια. Από την άλλη, ο Alex Rins, ο οποίος συμπλήρωσε 73 γύρους, τερματίζοντας στην 14η θέση, παραδέχτηκε ότι δεν ένιωσε την ίδια εμπιστοσύνη μέσα στην στροφή με το νέο πλαίσιο, αν και τον βοήθησε στην είσοδο της στροφής.
Σε κάθε περίπτωση, το εργοστάσιο της Iwata θα δοκιμάσει ξανά όλα τα εξαρτήματα, μαζί με μερικές ηλεκτρονικές αναβαθμίσεις, που δεν πρόλαβε να φέρει στην Jerez, σε ένα προγραμματισμένο ιδιωτικό τεστ, στο Mugello μετά τον γύρο στο Le Mans. Αν τα αποτελέσματα είναι ικανοποιητικά, τότε η Yamaha σχεδιάζει να φέρει μία ανανεωμένη έκδοση της M1 στον γύρο της Βαρκελώνης ή αυτόν του Mugello. Στην Jerez πάντως, αν υπήρξαν αλλαγές, σίγουρα δεν έκαναν την εμφάνισή τους στα χρονόμετρα.
Αντίστοιχα απογοητευτικά είναι τα πράγματα και για την Honda, με καλύτερα τοποθετημένο αναβάτη της τον Takaki Nakagami στην 16η θέση, σχεδόν 1 δευτερόλεπτο πίσω από τον πρώτο. Μετά το τέλος των δοκιμαστικών, ο Ιάπωνας παραδέχτηκε ότι η μοτοσυκλέτα που δοκίμασε δεν είχε μεγάλες αλλαγές από την τωρινή. Ο έτερος δορυφορικός αναβάτης της LCR Honda, Johann Zarco, έκανε τους περισσότερους γύρους από όλους - 88 – τερματίζοντας στην 20η θέση.
Από την μεριά του, ο Luca Marini ασχολήθηκε περισσότερο με το νέο πλαίσιο που είχε ο Stefan Bradl κατά την διάρκεια του αγωνιστικού τριημέρου. Όσον αφορά, όμως το αεροδυναμικό πακέτο, ο Ιταλός χρησιμοποίησε αυτό που ήδη έχει, αντί για το νέο που ήρθε μαζί με το πλαίσιο. Όπως βλέπουμε, ο Marini άλλαξε επίσης και την ουρά της μοτοσυκλέτας του, με χαμηλότερου προφίλ αεροδυναμικά που είχαν χρησιμοποιήσει στα δοκιμαστικά πριν την έναρξη της σεζόν. Παρά τις αλλαγές, ωστόσο δεν κατάφερε κάτι καλύτερο από την 23η θέση. Λίγο πιο ψηλά, στην 21η βρέθηκε ο δεύτερος εργοστασιακός αναβάτης του HRC, Joan Mir. Στο δικό του στρατόπεδο, δοκίμασαν μία διαφορετικά στημένη μοτοσυκλέτα, χωρίς να διευκρινίζονται ακριβώς οι αλλαγές. Οι χρόνοι του Ισπανού πάντως, δεν έδειξαν κάποια ουσιαστική βελτίωση.
Μετά από 8 ώρες στην πίστα, αναβάτες, μηχανικοί και ομάδες μάζεψαν τα πράγματά τους, παίρνοντας στις βαλίτσες τους τα δεδομένα που συνέλεξαν από τις τηλεμετρίες. Για ορισμένους, όπως ο Marc Marquez και ο Pedro Acosta αποτέλεσε μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα με τις νέες τους μοτοσυκλέτες. Δυστυχώς, τα δύο ιαπωνικά εργοστάσια δεν έφεραν κάποια αλλαγή που να τους βάλει ξανά στο παιχνίδι, ακόμα και στους ενδεικτικούς χρόνους των δοκιμαστικών. Ετοιμαζόμαστε τώρα, για τον επόμενο γύρο στην θρυλική πίστα του Le Mans, στις 10-12 Μαΐου.