Παρουσίαση Honda CB1000GT 2026: Το άντι-Tracer που περίμενε ο κόσμος!

Το οδηγούμε στην Ισπανία
Παρουσίαση Honda CB1000GT 2026: Το άντι-Tracer που περίμενε ο κόσμος!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

23/12/2025

Η Honda έχει περάσει σε μία νέα εποχή τα χρονικά όρια της οποίας εντοπίζονται στην τιμολογιακή πολιτική της. Μπορεί στην Ελλάδα η πρόσθετη φορολογία να μην αφήνει να φανεί ο πραγματικός αντίκτυπος, μία φορολογία με την ευκαιρία για την οποία η Πολιτεία πληρώνει πρόστιμο στην ΕΕ, όμως η πραγματικότητα είναι ξεκάθαρη. Όπως ξεκάθαρες είναι και οι επιλογές της για την κατηγορία, αφότου ήρθε ξανά στην ζωή μας το Hornet και πέρασε σε δεύτερη μοίρα το νεορετρό που αρχικά προσπάθησε να είναι η μόνη επιλογή της στις γυμνές μοτοσυκλέτες επιδόσεων. Σε αυτή την ευθεία καλύτερων από πριν επιλογών έρχεται και το CB1000GT για να καλύψει ένα κενό στην γκάμα που το NT είχε αφήσει ακάλυπτο, από την στιγμή που ο ανταγωνισμός στόχευε στην σπορ συμπεριφορά και όχι μόνο στην ταξιδιωτική άνεση που το NT καταφέρνει εκπληκτικά. Το πρόβλημα τώρα του CB1000 είναι πως έχει λάθος όνομα, καθώς με τα αρχικά GT είναι σαν να προσπαθεί να κονταροχτυπηθεί με την ταξιδιάρα δικύλινδρη που είναι ουσιαστικά μία Africa Twin με πιο ασφάλτινο προσανατολισμό. Όποιος μείνει στο όνομα θα θεωρήσει πως υπάρχει αλληλοκάλυψη στην γκάμα της Honda, όταν στην πράξη συμπληρώνει το ένα το άλλο. Μυαλό GT λοιπόν, όμως καρδιά ST!

Από την άλλη η Honda είχε ανέκαθεν την μεγαλύτερη γκάμα μοντέλων φροντίζοντας μάλιστα να υπάρχει πάντοτε και αλληλοκάλυψη, που σημαίνει πως είχες τουλάχιστον δύο επιλογές σε κάθε κατηγορία, όπου κάθε μία προσέφερε και κάτι διαφορετικό, ώστε να πιάσει το σύνολο σχεδόν, κάθε δυνητικού πελάτη. Είναι όμως μία από τις σπάνιες φορές που η Suzuki πρόλαβε να τοποθετηθεί πρώτη, όπως επίσης είναι η πρώτη φορά που σπάει το δίπολο Honda-Yamaha. Όπως έχουμε αναλύσει παλαιότερα και θα το προσπεράσουμε τώρα για να πάμε κατευθείαν στο GT, οι Ιάπωνες κινούνται σε δύο άξονες, τον πιο μακρύ των Honda και Yamaha και τον κοντύτερο αλλά πολύ με πολύ ισχυρότερους δεσμούς, των Kawasaki και Suzuki.

Η κατηγορία των Sport Touring που τα μερίδιά της καταποντίστηκαν από την επέλαση των μεγάλων Adventure, τα οποία για πρώτη φορά στην ιστορία τους στρίβουν τόσο καλά και έχουν και τόσα πολλά άλογα, βρήκε πλέον ξέφωτο να αναπτυχθεί. Μαζί της φουντώνει το ενδιαφέρον και σε μία υποκατηγορία με street που έχουν όρθια θέση οδήγησης και μπόλικο εξοπλισμό για ταξίδια και για πολλούς θα είναι το καλύτερο βήμα για επιστροφή στις Sport Touring από τις Adventure. Πρόκειται για εκείνους που είτε δεν θέλουν, είτε δεν μπορούν πλέον να σκύψουν οπότε η όρθια θέση οδήγησης αλλάζει τις διαθέσιμες επιλογές, ιδιαίτερα όταν την υιοθετούν μοτοσυκλέτες που είναι πιο κοντά στην καθημερινή χρήση, όπως η νέα CB1000GT. Η Honda είχε και θα συνεχίσει να έχει, το NT11000 για χρήση GT, να καβαλάς δηλαδή και να καταπίνεις τα χιλιόμετρα του αυτοκινητόδρομου αμάσητα. Ένα ασφάλτινο Africa Twin που αναδείκνυε τις ήδη αυξημένες ταξιδιωτικές ικανότητες στο μέγιστο βαθμό που θα μπορούσε να προσφέρει το συγκεκριμένο εκείνο σύνολο. Έλειπε το γκάζι και το κυνήγι των υπολοίπων στις στροφές για αυτό και έφεραν το CB1000GT, διαφορετικά μία χαρά ρυθμό μπορούσε κανείς να κρατήσει με το καλοζυγισμένο NT1000, το ζήτημα βρισκόταν στην κάλυψη όλων εκείνων που ήθελαν το παραπάνω και πλέον μπορούσαν να το βρουν στην Suzuki. Όσο την κατηγορία αυτή των όρθιων street με ταξιδιωτικές δυνατότητες και 150 άλογα την τρυγούσαν η BMW και η Ducati δεν υπήρχε κανένα ζήτημα καθώς συνέχιζαν να ανεβάζουν την μπάρα εξιδανικεύοντας ολοένα και περισσότερο τα XR και RS, που θεωρητικά είναι στην ίδια κατηγορία αλλά πρακτικά απευθύνονται σε διαφορετικό τελείως κοινό, αφήνοντας έτσι ακόμη μεγαλύτερο το κενό.

Παρουσίαση Honda CB1000GT 2026: Το άντι-Tracer που περίμενε ο κόσμος!
Απόλυτα σταθερό στην ευθεία και όσο πρέπει ευέλικτο για καθημερινή μοτοσυκλέτα

Η Honda βέβαια στοχεύει το μερίδιο του Tracer9 και όχι το κοινό που θα ήθελε XR αλλά δεν αδυνατεί ή δεν συμφωνεί με το υψηλό αντίτιμο το οποίο βέβαια συνοδεύει πλέον μία πολύ πιο δυνατή μοτοσυκλέτα. Η Yamaha το αντιλαμβάνεται αυτό, όπως αναγνωρίζει φυσικά πως θα έχει μεγαλύτερο ανταγωνισμό από όσο έζησε με το GSX-S1000GX. Βασική αιτία που θα συμβεί αυτό, είναι η ευελιξία του GT και ο μικρότερος όγκος που αισθάνεσαι όταν βρίσκεσαι στην σέλα του, μία διαφορά που δεν διαφαίνεται από τα λίγα χιλιοστά που απέχει με το Suzuki. Η αίσθηση στην σέλα είναι πολύ διαφορετική, ενώ αντίστοιχα απέχει και από το Hornet. Δεν είναι μόνο η γεωμετρία θέσης οδήγησης που το διαφοροποιεί από το Hornet, υπάρχουν δύο λεπτομέρειες αλλά μόνο μία θα την δείτε αλλού γραμμένη, είμαι βέβαιος για αυτό. Το υποπλαίσιο λοιπόν είναι διαφορετικό, πράγμα φυσιολογικό καθώς πρέπει να φιλοξενηθεί συνεπιβάτης για μεγαλύτερες αποστάσεις ή τέλος πάντων να είναι πιο δελεαστικός ο χώρος για όλους τους συνεπιβάτες, ώστε να απευθύνω με την διατύπωση αυτή έναν χαιρετισμό στις γενναίες, κυρίως αυτές, που αλωνίζουν την Ευρώπη στις πίσω σέλες γυμνών μοτοσυκλετών υπομένοντας τα χιλιόμετρα. Για όλους τους υπόλοιπους λοιπόν, θα έπρεπε το GT να προσφέρει περισσότερο χώρο και ταυτόχρονα η ενίσχυση θα προσέφερε την αντοχή στο φόρτωμα αλλά και την απαραίτητη ακαμψία για να μπορεί αυτή η μοτοσυκλέτα να δεχθεί τις βαλίτσες που ανήκουν στον βασικό εξοπλισμό και έχουν 37 λίτρα η αριστερή και 28 λίτρα η δεξιά. Οι βαλίτσες είναι μέσα από το άνοιγμα του τιμονιού με διαφορά μάλιστα μερικών χιλιοστών, οπότε τα 930mm πλάτους δεν αλλάζουν με αυτές φορεμένες. Βγάζοντάς τες δεν μένεις με αποκρουστικές βάσεις και η ασφάλισή τους με το ασύρματο κλειδί είναι πανεύκολη, ενώ έχουν και εσωτερικό σάκο, όχι τόσο για την αδιαβροχοποίηση αλλά για την ευκολία στο ταξίδι. Η Honda θέλει να ταξιδεύεις καλύπτοντας αποστάσεις και κάθε βράδυ να κοιμάσαι σε άλλο μέρος, τέτοιες λύσεις γλιτώνουν σημαντικό χρόνο όταν το δεις συνολικά, ενώ μένουν και οι μεγάλες χειρολαβές συνεπιβάτη που επίσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αποσκευές.

Η Honda βέβαια στοχεύει το μερίδιο του Tracer9 και όχι το κοινό που θα ήθελε XR αλλά δεν αδυνατεί ή δεν συμφωνεί με το υψηλό αντίτιμο το οποίο βέβαια συνοδεύει πλέον μία πολύ πιο δυνατή μοτοσυκλέτα. Η Yamaha το αντιλαμβάνεται αυτό, όπως αναγνωρίζει φυσικά πως θα έχει μεγαλύτερο ανταγωνισμό από όσο έζησε με το GSX-S1000GX. Βασική αιτία που θα συμβεί αυτό, είναι η ευελιξία του GT και ο μικρότερος όγκος που αισθάνεσαι όταν βρίσκεσαι στην σέλα του, μία διαφορά που δεν διαφαίνεται από τα λίγα χιλιοστά που απέχει με το Suzuki. Η αίσθηση στην σέλα είναι πολύ διαφορετική, ενώ αντίστοιχα απέχει και από το Hornet. Δεν είναι μόνο η γεωμετρία θέσης οδήγησης που το διαφοροποιεί από το Hornet, υπάρχουν δύο λεπτομέρειες αλλά μόνο μία θα την δείτε αλλού γραμμένη, είμαι βέβαιος για αυτό. Το υποπλαίσιο λοιπόν είναι διαφορετικό, πράγμα φυσιολογικό καθώς πρέπει να φιλοξενηθεί συνεπιβάτης για μεγαλύτερες αποστάσεις ή τέλος πάντων να είναι πιο δελεαστικός ο χώρος για όλους τους συνεπιβάτες, ώστε να απευθύνω με την διατύπωση αυτή έναν χαιρετισμό στις γενναίες, κυρίως αυτές, που αλωνίζουν την Ευρώπη στις πίσω σέλες γυμνών μοτοσυκλετών υπομένοντας τα χιλιόμετρα. Για όλους τους υπόλοιπους λοιπόν, θα έπρεπε το GT να προσφέρει περισσότερο χώρο και ταυτόχρονα η ενίσχυση θα προσέφερε την αντοχή στο φόρτωμα αλλά και την απαραίτητη ακαμψία για να μπορεί αυτή η μοτοσυκλέτα να δεχθεί τις βαλίτσες που ανήκουν στον βασικό εξοπλισμό και έχουν 37 λίτρα η αριστερή και 28 λίτρα η δεξιά. Οι βαλίτσες είναι μέσα από το άνοιγμα του τιμονιού με διαφορά μάλιστα μερικών χιλιοστών, οπότε τα 930mm πλάτους δεν αλλάζουν με αυτές φορεμένες. Βγάζοντάς τες δεν μένεις με αποκρουστικές βάσεις και η ασφάλισή τους με το ασύρματο κλειδί είναι πανεύκολη, ενώ έχουν και εσωτερικό σάκο, όχι τόσο για την αδιαβροχοποίηση αλλά για την ευκολία στο ταξίδι. Η Honda θέλει να ταξιδεύεις καλύπτοντας αποστάσεις και κάθε βράδυ να κοιμάσαι σε άλλο μέρος, τέτοιες λύσεις γλιτώνουν σημαντικό χρόνο όταν το δεις συνολικά, ενώ μένουν και οι μεγάλες χειρολαβές συνεπιβάτη που επίσης μπορούν να
Εδώ έχουμε ορισμένες παραχωρήσεις

Αν είναι αρκετά μινιόν ο συνεπιβάτης, θα υπάρχει χώρος στη σέλα και για ένα σάκο να δεθεί πίσω ενώ δύο του ίδιου ύψους θα βολευτούν με άνεση στον συνολικό χώρο που υπάρχει χωρίς το κεφάλι του πίσω να εξέχει πολύ ψηλά και με άνετες για τα sport δεδομένα της μοτοσυκλέτας, γωνίες για τα μαρπιέ συνεπιβάτη. Το σημαντικό θεωρώ, είναι πως η σέλα δεν ξεφεύγει από τον πίσω άξονα ενώ και το γεωμετρικό κέντρο των βαλιτσών θα δείτε πως βρίσκεται πάνω ακριβώς από τον άξονα του πίσω τροχού. Αυτό σημαίνει πως με μικρή αύξηση της προφόρτισης απολαμβάνεις την ίδια sport συμπεριφορά είτε έχεις τις βαλίτσες είτε όχι. Ο ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να περάσει από δεύτερο έλεγχο με μπόλικο φόρτωμα όταν την πάρουμε στην Ελλάδα, ωστόσο η πρώτη εικόνα με βάρος περίπου 4 κιλά και στις δύο είναι πως δεν επηρεάζουν την συμπεριφορά όταν θέλεις να οδηγήσεις γρήγορα.

Το ζήτημα της προφόρτισης κρατήστε το λίγο γιατί έχουμε αφήσει ανοικτό ένα άλλο, σημαντικό. Δεν ανακοινώνεται άλλη διαφορά από την Honda για το πλαίσιο, αλλά υπάρχει μία πολύ μικρή. Στις εμπρός κάτω βάσεις κινητήρα, εκεί που εδράζεται και το ψυγείο, η κεντρική βίδα είναι διαφορετική από το Hornet όπως αντίστοιχα και εκείνες του ψαλιδιού. Τα ελάχιστα αυτά γραμμάρια επηρεάζουν την στρεπτική ακαμψία και πριν αρχίσετε να αναρωτιέστε πως είναι δυνατόν κάτι τόσο μικρό να δημιουργήσει διαφορά, να θυμίσω πως το 2018 στο πλαίσιο του CBR επηρέασαν την συμπεριφορά με δύο μικρές ενισχύσεις των 90 γραμμαρίων.

Δευτερεύον κρυφό συμπέρασμα εδώ, που βγήκε από την συζήτηση που είχα με τους μηχανικούς, είναι πως η Honda τους άφησε ελεύθερους να κάνουν ότι θέλουν αλλά με τις ελάχιστες διαφορές, ιδιαίτερα περιορίζοντας τις αλλαγές πλαισίου συγκριτικά με το Hornet, ώστε να διατηρηθεί χαμηλά το κόστος που ήταν το μεγάλο ζητούμενο. Έκατσαν λοιπόν και βρήκαν το ακριβώς ελάχιστο δικαιολογώντας τα χρήματά τους! Το πλαίσιο είναι ατσάλινο και ζυγίζει 21,7 κιλά και για τους μεγάλους ταξιδευτές αυτό σημαίνει δυνατότητα επισκευής καθώς ένα αλουμινένιο πλαίσιο θα βοηθούσε στο βάρος αλλά θα μεγάλωνε το κόστος των πτώσεων, χώρια που η διαφορά βάρους σε μία μοτοσυκλέτα που ταξιδεύει φορτωμένη με βαλίτσες χάνει την ουσία της. Αν βέβαια η Honda είχε -σε ένα άλλο σύμπαν- μεγαλύτερο κόστος για το ατσάλι, φυσικά και θα το έκανε αλουμινένιο, λέγοντας πως σου γλίτωσε βάρος. Δεν είναι δηλαδή για το καλό μας, να μην μπερδευτούμε, απλά βολεύει το ατσάλινο πλαίσιο σε εκείνες τις πτώσεις που αποφασίζεις να φτιάξεις την μοτοσυκλέτα.

Honda CB1000GT

Το ψαλίδι πίσω έχει αποκτήσει 16mm φτάνοντας τώρα τα 635mm συνολικά και είναι ο βασικός λόγος που αλλάζει το μεταξόνιο από την στιγμή που ο λαιμός εμπρός μας δίνει την ίδια κάστερ στις 25ο μοίρες. Μεγαλώνει κατά 8,3mm το ίχνος από την διαδρομή των αναρτήσεων και μόνο και έτσι με το μακρύτερο ψαλίδι το μεταξόνιο ανεβαίνει κατά 9mm στα 1.465mm που είναι πολύ καλό νούμερο και εξηγεί την ευελιξία της μοτοσυκλέτας αυτής. Μένουμε λίγο ακόμη στο ψαλίδι που ζυγίζει 5,9 κιλά γιατί αλλάζει τον τρόπο που οδηγείς το GT συγκριτικά με το Hornet, όχι τόσο λόγο μήκους, αλλά περισσότερο εξαιτίας της μεγαλύτερης ακαμψίας. Αυξάνεται η σταθερότητα στην ευθεία εξαιτίας του μεγαλύτερου μεταξονίου που είναι σημαντικό για street με όρθια θέση οδήγησης, όμως εξίσου σπουδαίο είναι πως έχεις δυνατότερο μοχλό για την περίπτωση εκείνου του στιλ οδήγησης, όπου σε διαδοχικές στροφές επαρχιακών, χρησιμοποιείς το γκάζι παράλληλα με το γυροσκοπικό, για να σηκώσεις πιο άμεσα την μοτοσυκλέτα στην έξοδο και να μπεις με πιο αργά φρένα στην επόμενη. Στην σβέλτη οδήγηση με ροή, με λιγότερο ακραία χρήση της γκαζιέρας η διαφορά αυτή θα παίξει μικρότερο ρόλο. Το παραπάνω όμως στιλ μπορεί να συνδυαστεί με την απενεργοποίηση του traction control για σούζες στις μικρές ενδιάμεσες ευθείες και τότε ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως η γηραιά Honda έχει την νεανική απάντηση στην κατηγορία από εκεί που δεν το περίμενε κανείς! Στο μεταξύ το γλίστρημα του πίσω τροχού όταν έχεις απενεργοποιήσει το traction control και ανοίξεις απότομα το γκάζι στην έξοδο, νωρίτερα δηλαδή από εκείνο που η πρόσφυση θα μπορούσε να αντέξει, σου έρχεται τώρα πολύ γλυκά και αρκετά ομαλά ώστε να διορθώσεις χωρίς καρδιοχτύπια. Είχα την ευκαιρία σύγκρισης με το Hornet για να το λέω αυτό. Φυσικά η αίσθηση δεν είναι ατόφια εξήγηση του μήκους ψαλιδιού γιατί το μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης για την αποσταθεροποίηση στην έξοδο το έχουν οι αναρτήσεις. Η διαφορά με το Hornet είναι ίσως σημαντικότερη εδώ καθώς, αν θυμάστε από την παρουσίαση αλλά και την δοκιμή του, το πιρούνι δεν είχε την καλύτερη γραμμικότητα για την γρήγορη οδήγηση. Η IMU των 6 αξόνων κάνει εδώ την διαφορά, παρότι είναι νέα αλλάζοντας έτσι τον προγραμματισμό που έφερε η Honda από την Africa Twin Adventure Sports. Ναι, για να βοηθήσει την πρόοδο της εξέλιξης, η Honda πήρε την εξέλιξη από την συγκεκριμένη έκδοση της Africa Twin και δεν ξεκίνησαν από το μηδέν, όπως μου είπε ο επικεφαλής μηχανικός. Η μονάδα IMU όπως δεν είναι της Bosch, όπως στην Africa και μάλλον δεν θα ξανά βάλει IMU της Bosch η Honda, καθότι βρήκε το ίδιο γρήγορη και με σωστούς υπολογισμούς αλλά με χαμηλότερο κόστος. Παρένθεση λεπτομέρειας αυτό συνέβη και με τους τροχούς του Hornet που έρχονται από την Κίνα. Ταλαιπωρήθηκαν αρχικά με ελαττωματικές παρτίδες που, σύμφωνα με δεύτερο Ιάπωνα μηχανικό, δεν ξέφυγαν να μπουν στην γραμμή παραγωγής, όμως πλέον στο GT έχουν ποιότητα “Japan” με την μισή τιμή. Δικά τους λόγια.

Honda CB1000GT motomag

Τεχνική ανάλυση - Η Συνέχεια

Ο τετρακύλινδρος κινητήρας από CBR1000RR Fireblade του 2017 δεν έχει καμία απολύτως διαφορά από το Hornet, ούτε στην πρωτεύουσα μετάδοση, στον λόγο των γραναζιών ακόμη και η τελική μετάδοση είναι ίδια. Με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους, ηλεκτρονικό ψεκασμό και ride-by-wire αποδίδει 147,65 ίππους στις 11.000 σαλ, και 10,4Kg.m ροπής στις 8.750 σαλ. Εδώ τώρα κρύβεται μία μικρή διαφορά καθώς η ροπή έρχεται 250 στροφές νωρίτερα από το Hornet. Εκτός λοιπόν από την χαρτογράφηση δεν υπάρχει απολύτως καμία άλλη διαφορά. Αυτό σημαίνει πως σε περίπτωση που κάποιος απενεργοποιήσει τον κόφτη, θα μπορούσε να φτάσει τα 280 χιλιόμετρα, ή τουλάχιστον αυτή είναι η θεωρητική τιμή που μπορεί να δώσει το γρανάζωμα σύμφωνα με τους Ιάπωνες. Οπότε σε πραγματικές συνθήκες τα 250-260, για εκείνον που τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο, είναι εφικτά με περέμβαση στην ECU της μοτοσυκλέτας η οποία φροντίζει να σε κόψει στα 200χ.α.ω πραγματικά. Αυτό δεν αποτυπώνεται και οπτικά όμως, γιατί το κοντέρ συνεχίζει να ανεβαίνει στα 225χ.α.ω. Μέχρι τα 180χ.α.ω κλέβει ελάχιστα, από τα 190 και πάνω αρχίζει τα ψέματα και στα 200 απομακρύνεται ολότελα από την πραγματικότητα.

Η μοτοσυκλέτα όμως δεν είναι γραναζωμένη και να μένει σε αυτά, ενώ είναι απόλυτα σταθερή στην ευθεία, ιδιαίτερα αν αυξήσεις προφόρτιση και ρυθμίσεις τις αποσβέσεις. Ποιος ο λόγος του περιορισμού λοιπόν; Το ίντερνετ φυσικά! Η Honda είδε τι έχει συμβεί με το Suzuki και την υπέρμετρη γκρίνια για την σταθερότητα της μοτοσυκλέτας από την επιλογή της Suzuki να βάλει τα χειρότερα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης που θα μπορούσε και την προδιάθεση που έχει κάθε τέτοια μοτοσυκλέτα, δηλαδή κάθε street με όρθια θέση οδήγησης. Μιλούν όλοι για την μοτοσυκλέτα σκέτη, ξεχνώντας πως στα ζητήματα αυτά είναι το σύνολο αναβάτη – μοτοσυκλέτας που κάνει την διαφορά. Άλλη εικόνα έχει ένας αναβάτης 1,75 ντυμένος με κατάλληλο εξοπλισμό και τελείως διαφορετική κάποιος στα 1,90 με μπουφάν-μπαλόνι στον άνεμο και κράνος που δεν μπήκε ποτέ σε αεροδυναμική σήραγγα, έχει κάνει μόνο δοκιμές σε μηχάνημα καταστροφής. Προστατεύει αλλά δεν νταντεύει με απλά λόγια.

Honda CB1000GT motomag
Με ένα σωστό αεροδυναμικό κράνος, η ανακατεύθυνση του αέρα είναι εξαιρετική, χωρίς αυτό, θα υπάρχουν παράπονα

Ένα σωρό σημαντικές λεπτομέρειες από εκεί και πέρα καθορίζουν τα υπόλοιπα, όπως αν οδηγεί με τα γόνατα ανοικτά χωρίς να τα σφίγγει στο ρεζερβουάρ, θα εκπλαγείτε πόσοι είναι εκείνοι που κάθονται βαριά στην μοτοσυκλέτα χωρίς να βάζουν δύναμη στα πόδια και παλεύουν με το τιμόνι, ορισμένες φορές τεντώνοντας και τα χέρια. Με τις βαλίτσες στον βασικό εξοπλισμό, η Honda το είδε να έρχεται: Παράπονα σταθερότητας χωρίς να υπάρχει πραγματικό ζήτημα από πολυφορτωμένες μοτοσυκλέτες με λιγότερο επιτηδευμένους αναβάτες. Ευτυχώς στα ελαστικά έχει κάνει κάτι καλύτερο από την Suzuki, δεν έβαλε δηλαδή το φθηνότερο που θα μπορούσε αλλά βάζει T32 ή Road 6 GT που σημαίνει πως η μοτοσυκλέτα που θα παραγγείλεις μπορεί να έρθει με Bridgestone ή Michelin, ότι σου τύχει και σε κάθε περίπτωση καλύτερα από τα Sumitomo. Η σταθερότητά της έως και τον κόφτη που επεμβαίνει πολύ ομαλά χωρίς να κόβει απότομα, είναι απόλυτη και φαίνεται αν κουνήσεις επίτηδες το τιμόνι σε αυτά τα χιλιόμετρα. Μόλις σταματήσει η αιτία της αποσταθεροποίησης κόβεται και η ταλάντωση αμέσως, δεν περιμένεις να σβήσει σιγά-σιγά. Σε αυτή την περίπτωση θα την έβλεπες να εμφανίζεται και ποιο εύκολα.

Honda CB1000GT
Χωρίς στροφές δεν έχεις την πλήρη αξία της νέας CB1000GT!

Στην σέλα της θα βολευτεί έως και αναβάτης 1.90 χωρίς να χρειάζεται να διπλώσει πολύ τα γόνατα, από εκεί και πάνω κατά βούληση πλέον. Οι Ιάπωνες έχουν σχεδιάσει το τρίγωνο εργονομίας θέσης οδήγησης με βάση το 1.75 και έχουν ρυθμίσει τις αναρτήσεις στα 80 κιλά που περίπου ζυγίζει κάποιος σε αυτό το ανάστημα. Στο μεταξύ, η τέρμα επάνω θέση της ζελατίνας από βιοϋλικό, που η θέση της μπορεί να κινηθεί σε απόσταση 81mm με πέντε βήματα και ρυθμίζεται με το αριστερό χέρι, ακόμη και όταν ταξιδεύεις, καλύπτει πλήρως το πάνω μέρος του κράνους έως αναβάτη 1.73m. Ωστόσο σε ύψος 1,85 η ανακατεύθυνση του αέρα είναι εξαιρετική ακόμη και στην τέρμα κάτω θέση, αν έχεις ένα καλό αεροδυναμικό κράνος. Στις αναρτήσεις όμως, η βασική της ρύθμιση είναι καλή μόνο για τουριστικό ρυθμό και φέρνει έντονη αποσταθεροποίηση στο απότομο άνοιγμα και πλεύση εμπρός. Από τις προκαθορισμένες ρυθμίσεις, τις κλασσικές που εμφανίζονται στην οθόνη με το ένα κράνος, δύο κράνη και βαλίτσες, μπορείς να αυξήσεις την προφόρτιση, ευτυχώς όμως η Honda σου δίνει την ευκαιρία να επέμβεις βήμα-βήμα σε επαναφορά και προφόρτιση. Οι ρυθμίσεις που τελικά δούλεψαν καλύτερα στον πολύ γρήγορο ρυθμό, ήταν η τέρμα επάνω θέση της απόσβεσης με την προφόρτιση στο 17ο σκαλί από τα 24 που διαθέτει συνολικά. Με δύο άτομα και αποσκευές ανεβαίνει στο 19, ενώ από τα 20 και πάνω δεν άκουγε πλέον τόσο καλά στα δυνατά φρένα χωρίς να έχει το αντίστοιχο βάρος στην σέλα. Είναι η πρώτη φορά που η Honda δίνει στην ανάρτηση EERA, την δυνατότητα να κάνεις τέτοιων ξεχωριστών επιλογών στο πιρούνι. Στο μεταξύ βελτιωμένος είναι και ο χρόνος απόκρισης του συστήματος καθώς η ημι-ενεργητική λειτουργεία επεμβαίνει στις αποσβέσεις μέσα 15 χιλιοστά του δευτερολέπτου. Όταν η Ducati έφερε για πρώτη φορά την τεχνολογία στην παραγωγή, το 2010, είμασταν στα 48 χιλιοστά και αυτές οι τρεις φορές κάτω, είναι μία από τις βασικές αιτίες που η αντίσταση στο γυροσκοπικό, ένα από τα μειονεκτήματα που είχαμε επισημάνει τότε, δεν υπάρχει πλέον.

Honda CB1000GT motomag

Η TFT οθόνη 5 ιντσών επιτρέπει να τα ρυθμίσεις όλα αυτά με ευκολία και τα κρατά αποθηκευμένα αν σβήσεις τον κεντρικό διακόπτη, εκτός από την απενεργοποίηση του traction control. Ρυθμίζεται σε τρία επίπεδα και θυμάται πάντα εκείνο που θέλεις εκτός από την απενεργοποίηση. Τρεις είναι και η αποκρίσεις που έχεις για την γκαζιέρα και το φρένο κινητήρα σε ένα σύνολο τεσσάρων ρυθμίσεων, συν μία θέση όπου μπορείς να κάνεις τις δικές σου επιλογές. Στην λιγότερο παρεμβατική θέση το Traction Control θα βοηθήσει την απότομη επιτάχυνση χωρίς απότομο κόψιμο, εκτός και αν συμπλεκτάρεις με ανύψωση του εμπρός τροχού. Το Cornering ABS δεν απενεργοποιείται αλλά οι διπλές, ακτινικά τοποθετημένες τετραπίστονες δαγκάνες Nissin με τους πλευστούς δίσκους 310mm εμπρός, έχουν φανταστική αίσθηση με ένα δάχτυλο στην μανέτα, με δυνατό αρχικό δάγκωμα. Τυπικά τα πράγματα πίσω με ένα δίσκο 240mm και  μονοπίστονη δαγκάνα Nissin με μεταλλικά τακάκια. Απροβλημάτιστο το quickshifter δύο κατευθύνσεων, και συγχωρεί το ανεπαίσθητο ακούμπημα με την μπότα που αρκετοί νέοι αναβάτες κάνουν στον λεβιέ, με αποτέλεσμα όταν υπάρχουν τέτοια συστήματα να κερδίζουν ακούσια κενά στην ανάφλεξη και να αναρωτιούνται αν έχει πάθει κάτι η μοτοσυκλέτα τους.

Οι μηχανικοί της Honda είπαν πως το GT μπορείς να το φορτώσεις με 200 κιλά, επιπλέον του βάρους του, που φαίνεται λίγο για τον σκοπό του. Φυσικά υπάρχει και το NT που είναι ένα άρμα κανονικό μπροστά στο GT, κάτι που ισχύει και για την ευελιξία φυσικά. Ο στόχος στην sport οδήγηση είναι ένας από τους λόγους που δεν έβαλαν το E-Clutch, ο άλλος είναι να διατηρήσουν την απόσταση στην γκάμα με το NT, αν και είναι βέβαιο πως στο μέλλον θα το προσθέσουν και εδώ. Άλλωστε ο LPL (Large Project Leader) του GT και της γκάμας E-Clutch, είναι το ίδιο άτομο. Το GT, με την απειροελάχιστη διαφορά ιπποδύναμης που έχει με το Hornet, είναι η δυνατότερη μοτοσυκλέτα της Honda μετά το Fireblade, να γιατί το Grand Tourismo δεν του ταιριάζει τόσο πολύ και θα ήταν προτιμότερο αν το έλεγαν CB1000ST, Sport Touring δηλαδή, όπως και είναι!

Ducati Multistrada V2 S 2025 - Την οδηγούμε στην Ισπανία

Τα πάντα νέα, όμως με έμφαση στη βελτίωση και όχι στην επανάσταση
Ducati Multistrada V2 S 2025 - Αποστολή στην Ισπανία
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

3/2/2025

Η Ducati πήρε την Multistrada V2 / V2 S του 2024, και άλλαξε σχεδόν τα πάντα πάνω της, αφήνοντας όμως την εμφάνιση στα ίδια πρότυπα, ενώ και το αποτέλεσμα που εισπράξαμε από τα 200 γρήγορα και απαιτητικά χιλιόμετρα που διανύσαμε στην Ισπανία για την πρώτη δημοσιογραφική παρουσίαση ήταν αυτός της βελτίωσης παντού, χωρίς… επαναστατικές ορέξεις.

Η ”μικρή” (τρόπος του λέγειν και όρος ανάγκης αφού δεν υπάρχει κάτι μικρότερο στην γκάμα της εταιρείας) Crossover μοτοσυκλέτα των Ιταλών ονομάζεται και πάλι Multistrada V2 για το 2025, είναι 18 ανακοινώσιμα κιλά ελαφρύτερη από πριν (με αστερίσκο υποσημείωσης), με ολοκαίνουργιο V2 κινητήρα μικρότερου κυβισμού αλλά υψηλότερων επιδόσεων, πακέτο ηλεκτρονικών βοηθημάτων και γενικότερο εξοπλισμό υψηλού επιπέδου, και νέο τρίγωνο οδήγησης που σε συνδυασμό με το μεταβλητό ύψος σέλας -με ακόμα μεγαλύτερη έκταση από προηγουμένως- μπορούν να βολέψουν όλα τα αναστήματα αναβατών.

Εξωτερικά, με μια πρώτη ματιά θα μπορούσες να ορκιστείς ότι πρόκειται για το ίδιο μοντέλο με το 2024, κάτι που δεν προδίδει την έκταση των αλλαγών του Borgo Panigale που βελτίωσε παντού τη συνταγή σε σχέση με πέρυσι.

Ducati Multistrada V2 2025

Μιλάμε για μια Crossover μοτοσυκλέτα τουρισμού, με χυτούς τροχούς με μπράτσα (οι βαρύτερες ακτινωτές ζάντες ανήκουν στον έξτρα εξοπλισμό) 19 και 17 ιντσών, και ολοκαίνουργιο V2 κινητήρα 890 κ.εκ. (αντί για 937 κ.εκ. προηγουμένως) και 54,9 κιλών (-5,8 kg από τον κινητήρα της Multistrada 950) απόδοσης 115 / 10.750 rpm και 9,4 kgm / 8.250 rpm -αντί 113 hp / 9.000 rpm και 9,6 kgm / 6.750 rpm. Όπως βλέπετε πλέον ο κινητήρας είναι αρκετά πιο πολύστροφος και πιο σπορ, έχοντας και αντίστοιχες απαιτήσεις και από το δεξί χέρι και το αριστερό πόδι του αναβάτη. Επιπλέον, περίεργη είναι η επιλογή των Ιταλών να τον συγκρίνουν σε βάρος με τον κινητήρα της 950 και όχι με εκείνον του 2024, ενώ παρά την ιδιαίτερα ευέλικτη συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας στις αλεπάλληλες στροφές κρατάμε μια πισινή για τον ισχυρισμό των συνολικά 18 λιγότερων κιλών σε σχέση με το περυσινό μοντέλο, λόγω κάποιων ασυμφωνιών στα τεχνικά χαρακτηριστικά που δείχνουν πως η διαφορά βάρους θα μπορούσε να είναι μικρότερη. Οι ζυγαριές ακριβείας του ΜΟΤΟ θα έχουν τον τελικό λόγο όταν πάρουμε τη μοτοσυκλέτα για δοκιμή στην Ελλάδα.

Πλαίσιο - υποπλαίσιο
Desmo και πλαίσιο χωροδικτύωμα δεν βρίσκονται πια μαζί μας στη Multistrada V2

Στα πρότυπα της πρόσφατης τακτικής της Ducati να μην μεταχειρίζεται ως “ιερά κειμήλια” τεχνολογικές λύσεις που την χαρακτήριζαν και συναντούσαμε σε όλα της τα μοντέλα στο παρελθόν, το δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων μας αποχαιρετά στον νέο V2 κινητήρα, παραμένει όμως ο μεταβλητός χρονισμός βαλβίδων. Το ψαλίδι παραμένει ως είχε με δυο μπράτσα, ενώ το πλαίσιο χωροδικτύωμα μας άφησε χρόνους μαζί με το Desmo -έχουμε όμως βιδωτό υποπλαίσιο χωροδικτύωμα.

Αν θέλαμε να συνοψίσουμε την ταυτότητα της μοτοσυκλέτας με λίγα λόγια, η Multistrada V2 είναι το οικονομικότερο, πιο λογικό σε επιδόσεις και κατανάλωση μοντέλο Multistrada της εταιρείας, που έρχεται να συμπληρώσει την τεράστια γκάμα εκδόσεων της πανίσχυρης (170-180 hp) ναυαρχίδας Multistrada V4 που αποτελεί υπερβολή για το 90% των χρηστών.

Multistrada V2 2025
Εργονομία που θα βολέψει τόσο τους κοντούς όσο και τους ψηλούς. Με μερικές κινήσεις έρχονται τα πάντα στα μέτρα σας

Όσον αφορά στους πολλούς δρόμους του ονόματος Multistrada, για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς αυτοί στην περίπτωση του V2 θα λέγαμε πως είναι ένας μόνο, η άσφαλτος, και ίσως ήρθε η ώρα για αλλαγή ονόματος (Solostrada;), με μόνη “παραφωνία” εδώ τον 19άρη τροχό, που στο μέλλον θα μπορούσε να αντικατασταθεί από έναν 17 ιντσών, με την προσθήκη πιο μαλακών αμιγώς ασφάλτινων ελαστικών και ίσως και κατά τι πιο μικρών διαδρομών στις αναρτήσεις.

Όταν στο press kit της μοτοσυκλέτας βλέπουμε δύο μόνο πλάνα στο χώμα, όπου ο αναβάτης με street κράνος βρίσκεται… καθιστός στη σέλα, οδηγώντας στην ευθεία σε εξαιρετικά βατό χωματόδρομο, κι όταν στην αποστολή δεν έγινε ποτέ και πουθενά λόγος για χώμα, με τα 200+ χιλιόμετρα της οδήγησης να περιλαμβάνουν αποκλειστικά άσφαλτο, ίσως το "Multi" να αποτελεί ένα ακόμα ιερό κειμήλιο που θα μπορούσε να μπει στο ράφι, χωρίς πολλή σκέψη.

Multistrada V2 2025
Τετραπίστονες ακτινικές δαγκάνες της Brembo με δίσκους-ταψιά 320 mm

Γιατί με 19άρη μπροστινό τροχό, χυτές ζάντες, 220 περίπου γεμάτα κιλά, κόστος μοτοσυκλέτας στα 20.000 ευρώ, χαμηλό φτερό μπροστά και αναρτήσεις με διαδρομές 170 mm, η άσφαλτος δείχνει μονόδρομος.

Ένα ακόμη σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι η υψηλή τιμή της μοτοσυκλέτας, που στη χώρα μας κυμαίνεται από τα 17.300 ευρώ για τη βασική έκδοση, έως τα 21.100 για την έκδσοη V2 S Travel - Storm Green με τις ηλεκτρονικές αναρτήσεις. Σε αυτή την τιμή περιμένει κανείς από μια μοτοσυκλέτα να έχει τα πάντα -και μάλιστα στον βασικό εξοπλισμό-, και κάποιες ελλείψεις που θα συγχωρούσες σε φθηνότερα μοντέλα εδώ δεν μπορούν να μείνουν ασχολίαστες -περισσότερα στο τεστ. Κι όταν μπει στην εξίσωση ο σύγχρονος κινέζικος ανταγωνισμός τότε ξεκινούν συγκρίσεις με πολλές φορές απρόσμενα αποτελέσματα…

Multistrada V2 2025
Radar; Adaptive Cruise Control; Blind spot detection; Ίσως να κοιτάγατε στην Multistrada V4

Παραμένοντας στον τιμοκατάλογο της ιταλικής εταιρείας, η βασική έκδοση του Multistrada V4 δεν απέχει πολύ από την κορυφαία του Multistrada V2 S, και αυτό είναι κάτι θα μπορούσε να προκαλέσει εσωτερικό ανταγωνισμό, κάτι που κάθε εταιρεία προσπαθεί να αποφύγει, διαφοροποιώντας επαρκώς τα μοντέλα της. Όσον αφορά στον ανταγωνισμό από άλλες εταιρείες, στα μοντέλα που η νέα Multistrada V2 αποτελεί αντίπαλο, θα βάζαμε τα MV Agusta Turismo Veloce, Yamaha Tracer 9 GT+, Triumph Tiger 900 GT Pro, BMW F 900 GS / F900 XR, KTM 790 Adventure, Honda Transalp 750, Suzuki V-Strom 800/1050, Kawasaki Versys 1100, Voge DS900X, κ.α.

Οι πρώτες εντυπώσεις μας στον δρόμο δείχνουν ένα Crossover με σπορ ορέξεις, που μπορεί να προσφέρει έντονες συγκινήσεις στους οπαδούς της εταιρείας που περιμένουν κάτι ανάλογο, και όχι μια ράθυμη χρηστική τουριστική μοτοσυκλέτα που κάνει τα πάντα βαρετά.

Multistrada V2 2025
Πολλοί είναι οι κατασκευαστές που παρέχουν στενές ζελατίνες στα Crossover μοντέλα τους. Όχι η Ducati

Κι αν ορισμένα μοντέλα της Ducati έχουν κατηγορηθεί στο παρελθόν για ψεγάδια σε ψεκασμό, μη-γραμμική απόδοση κινητήρα και δυσκολία κίνησης με χαμηλές ταχύτητες πόλης ή σταθερό γκάζι, εδώ οι Ιταλοί έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά, προσφέροντας έναν ολοκληρωμένο όσο ποτέ χαρακτήρα, που τα καταφέρνει καλύτερα από ποτέ τόσο στο ταξίδι, όσο παράλληλα και σε χρήση πόλης. Το ιδιαίτερα μεγάλο τιμόνι κόβει πολύ, ενώ οι συγκεντρωμένες μάζες κάνουν ακόμα και τον υποφαινόμενο αναβάτη, ύψους 1.70 και βάρους 63 κιλών, να μην φοβάται το βάρος ακόμα και σε αναστροφές σε οδόστρωμα με κλίση. Είναι όλα τέλεια; Όχι, τέλεια δεν είναι σε καμία μοτοσυκλέτα, και το V2 έχει κι αυτό κάποια θέματα που η Ducati δείχνει ακόμα να μην έχει λύσει εντελώς, υποσχόμενη λύσεις σε κάποια από αυτά σε επόμενες αναβαθμίσεις λογισμικού, όπως θα σας πούμε λεπτομερώς στο αναλυτικό άρθρο που θα ακολουθήσει στο επόμενο τεύχος ΜΟΤΟ.

Η κατανάλωση δείχνει λογική, και κατά τη διάρκεια της οδήγησης είχαμε τιμές από 20 χλμ. ανά λίτρο, που έπεσαν έως τα 17 όταν ανέβηκε ο ρυθμός, με το 19λιτρο ρεζερβουάρ να επαρκεί για ταξιδιωτική αυτονομία.

Multistrada V2 2025
Κι αν βάζαμε 17άρη μπροστινό;!

Η διαδρομή μας στα βουνά έξω από τη Valencia ήταν άκρως απολαυστική, λες και φτιαγμένη ειδικά για αναβάτες με σπορ ανησυχίες. Διαδοχικές φουρκέτες και κλειστές στροφές, με ελάχιστες ευθείες, όπου είχες τη δυνατότητα να οδηγήσεις ανάλογα με τα γούστα και το επίπεδό σου, έχοντας πλοηγό που ήξερε τα κατατόπια και ουραγό για να μη χαθεί ακόμα και ο πιο αργός. Και αν στην αρχή οδήγησα με ρυθμό ταξιδιωτικό, ώστε να εκτιμήσουμε την άνεση της σέλας, την κάλυψη της ρυθμιζόμενης με το χέρι ζελατίνας, την απόδοση του ψεκασμού στο σταθερό γκάζι και στις χαμηλές στροφές, αλλά και το Quickshifter των Ιταλών που δουλεύει τόσο στα ανεβάσματα όσο και στα κατεβάσματα και έχει δυο πρόσωπα αναλόγως το πόσο τον πιέζεις, στο τέλος καταλήξαμε να κινούμαστε σε παρανοϊκούς ρυθμούς, καταλήγοντας να μείνουμε δυο-τρεις αναβάτες κοντά στον Road-Racing πλοηγό, φέρνοντας στα όρια τα φρένα, το πλαίσιο και τις αναρτήσεις. Η μοτοσυκλέτα μπορεί σίγουρα να κινηθεί σε ρυθμούς... Ducati, με τα όρια να έρχονται από δυο-τρεις παράγοντες που θα παραθέσουμε διεξοδικά στο τεύχος.

Multistrada V2 2025
Πιέζοντας το δεξί βελάκι στο αριστερό γκριπ για 3 δευτερόλεπτα αλλάζει η διαμόρφωση των ενδείξεων, προσφέροντάς σας τρεις απεικονίσεις

Η έγχρωμη TFT οθόνη θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη αφού δεν μιλάμε για γυμνό μοντέλο, ενώ ο όγκος πληροφορίας είναι μεγάλος, και τα ηλεκτρονικά βοηθήματα εκτενή -IMU μονάδα για Cornering δυνατότητες, 5 Riding Modes, 4 Power Modes, δικάναλο ABS που μπορεί να απενεργοποιηθεί πίσω, Traction Control που μπορεί να απενεργοποιηθεί, Ducati Quick Shift 2.0, ρυθμιζόμενο φρένο κινητήρα, Ducati Wheelie Control που μπορεί να απενεργοποιηθεί, Ducati Brake Light EVO που αναβοσβήνει το πίσω φωτιστικό σώμα σε φρενάρισμα πανικού και Cruise Control. Full-LED είναι τα φώτα, ενώ εκείνα μπορούν να παραμείνουν ανοιχτά για λίγο στο κλείσιμο της μοτοσυκλέτας, φωτίζοντας σας τη διαδρομή από το γκαράζ στην πόρτα του σπιτιού σας.

Multistrada V2 2025
Είσοδος με λίγα ή πολλά είναι στις δυνατότητες της Multistrada που δεν θα απογοητεύσει τους φαν της εταιρείας που ζητούν σπορ χρήση

Η έκδοση S που οδηγήσαμε είχε επιπλέον ηλεκτρονικές αναρτήσεις, ενώ στον εξοπλισμό και των δυο εκδόσεων περιλαμβάνεται ρυθμιζόμενη ζελατίνα με το χέρι ακόμα και εν κινήσει, μεγάλες σέλες με εκείνη του αναβάτη να μπορεί να ρυθμιστεί καθ' ύψος από τα 790 mm έως και τα 870 mm, TFT οθόνη με συνδεσιμότητα (αλλά η πλοήγηση turn by turn είναι στα έξτρα), USB θύρα στο φαίρινγκ που προστατεύει την άκρη του καλωδίου από νερά, πορτάκι στο φαίρινγκ για εύκολο έλεγχο του ψυκτικού, φρένα της Brembo με δυο δίσκους 320 mm μπροστά με 4πίστονες ακτινικές δαγκάνες κι έναν ακόμα δίσκο 265 mm πίσω, και ελαστικά Pirelli Scorpion Trail II.

Η Multistrada V2 θα κυκλοφορήσει τόσο σε βασική και S έκδοση, σε έκδοση Α2, και στα χρώματα κόκκινο και χακί.

Multistrada V2 2025
Όμορφο το κουρμπαριστό ψαλίδι με το κενό στη μέση, θα θέλαμε μοχλικό στο πίσω αμορτισέρ, ενώ δεν θα μας χάλαγε και ένα ζευγάρι αμιγώς street ελαστικών

Μείνετε συντονισμένοι για το αναλυτικό άρθρο της δοκιμής στο περιοδικό, με όλες τις απαντήσεις, τα συν και τα πλην της νέας Multistrada V2 η οποία λόγω τιμής έχει πολύ δυνατό ανταγωνισμό σε αρκετές κατηγορίες, με μοτοσυκλέτες που κινούνται σε παραπλήσιο, αν όχι ίδιο, πεδίο χρήσης.

Ετικέτες