Διπλή Δοκιμή Kawasaki ZX-6R 636 2019 Jerez & Castelloli ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ

Γι΄αυτό αγαπάμε τα 600
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

5/4/2019

Φορτώσαμε πλούσια εμπειρία οδηγώντας το νέο Kawasaki Ninja 636 και εξαιτίας αυτής της η πρώτη προσέγγιση είναι απαραίτητα φιλοσοφική: Από τη στιγμή που μπήκαν τα ηλεκτρονικά στη μοτοσυκλετιστική ζωή μας, άλλαξαν πολλά. Κυρίως άλλαξε το δόγμα πως οι μεγάλου κυβισμού μοτοσυκλέτες είναι για έμπειρους αναβάτες και οι μικρότερου κυβισμού είναι κατάλληλες για τους πιο άπειρους.

Κάτι τέτοιο δεν ισχύει πια. Η τεχνολογία που έχουν οι μεγάλες μοτοσυκλέτες τις κάνουν πολύ πιο ασφαλείς και εύκολες σε όλες τις συνθήκες. Αντιθέτως οι μικρού κυβισμού μοτοσυκλέτες, λόγω της ανάγκης για περιορισμό του κόστους κατασκευής και της τιμής πώλησης, έχουν λιγότερα και υποδεέστερης απόδοσης ηλεκτρονικά βοηθήματα ενεργητικής ασφάλειας, χειρότερες αναρτήσεις, χειρότερα φρένα και φτηνότερα υλικά, με αποτέλεσμα να έχουν σχεδόν το ίδιο βάρος με τις μεγάλες. Έτσι το μόνο που αλλάζει είναι οι επιδόσεις -κυρίως- στην ευθεία, όμως και πάλι τα περισσότερα άλογα και η μεγαλύτερη ροπή είναι πλεονέκτημα για έναν άπειρο αναβάτη, γιατί μπορεί να κερδίσει εύκολα και με ασφάλεια χρόνο στην ευθεία, αντί να προσπαθεί να πάει γρήγορα στις στροφές, αυξάνοντας τις πιθανότητες να φέρει στο όριο της πρόσφυσης τα ελαστικά του.

τέρμα γκάζι στις εξόδους...

Συναντήσαμε το νέο Kawasaki 636 σε δύο διαφορετικές φάσεις με μικρή χρονική απόσταση μεταξύ τους, όπως και χιλιομετρική, σε ξεχωριστές πίστες με διαφορετικά ελαστικά. Αυτό μετέτρεψε την προσέγγισή μας απέναντί του σε μία μεγάλη βεντάλια, καθώς φορτώσαμε μπόλικη εμπειρία σε περιβάλλον πίστας. Το οδηγήσαμε στην τεχνική, κλειστή για το ευρύ κοινό πίστα του Castelloli στην Βαρκελώνη με τα νέα Dunlop Sportsmart mk3 και έπειτα στην εξόχως μοτοσυκλετιστική πίστα της Jerez με Bridgestone S22.

Η εμπειρία μας από την παρουσίαση των νέων ελαστικών S22 της Bridgestone στην πίστα της Jerez, όπου οδηγήσαμε το ZX-10R και το ZX-6R 636 μαζί, είναι μια καλή απόδειξη για όλα όσα λέγαμε παραπάνω στην αρχή. Εδώ να πούμε πως η πίστα της Jerez έχει μοτοσυκλετάδικη χάραξη, με παρατεταμένες στροφές και μόλις μία μεγάλη ευθεία. Καμία σχέση δηλαδή με τις περισσότερες καινούριες πίστες, που έχουν σχεδιαστεί για αγώνες αυτοκινήτων και έχουν πολλές ευθείες και κλειστές στροφές για να μπορούν τα αυτοκίνητα να κάνουν προσπεράσεις στα φρένα. Ξεκινώντας με την μεγάλη ZX-10R ήταν εύκολο να κάνουμε προσπεράσεις στους πιο αργούς αναβάτες στις μικρές ευθείες της Jerez και με την βοήθεια των ηλεκτρονικών, να κρατήσουμε υπό έλεγχο τα 200 άλογα μέσα στις στροφές. Ειδικά με αυτά τα λάστιχα που έχουν σχεδιαστεί κυρίως για χρήση στο δρόμο και ζεσταίνονται αμέσως, πρέπει να αποφεύγεις να ανοίγεις τέρμα το γκάζι με τη μοτοσυκλέτα υπερβολικά πλαγιασμένη, ώστε να μην τα υπερθερμάνεις. Τα μεγάλα superbike των 1000 κυβικών είναι τέλεια για να γράφεις γρήγορα γυρολόγια, πλαγιάζοντας όσο λιγότερο γίνεται στις στροφές.

Δεν χρειάζεται να ρισκάρεις με πρόωρα χουφτώματα του γκαζιού μέσα στη στροφή. Όμως ακόμα κι αν το κάνεις, τα εξελιγμένα traction control που παίρνουν εντολές από την IMU θα μεταφέρουν ομαλά τη δύναμη, ρυθμίζοντας την τροφοδοσία του ψεκασμού ride by wire.

Πρόσθεσε τώρα τα quick shifter Up/Down, τα wheelie control, το ρυθμιζόμενο φρένο κινητήρα και το επίσης ρυθμιζόμενο cornering ABS και θα καταλάβεις γιατί τα καινούρια superbike είναι ταχύτερα και ασφαλέστερα για έναν αναβάτη με μικρή εμπειρία από οδήγηση σε πίστα.

Αν ακόμα δεν έχεις πειστεί, τότε κατέβα από τη σέλα του ZX-10R και αμέσως μετά ανέβα στου ZX-6R 636. Το αναβαθμισμένο για το 2019 supersport μοντέλο της Kawasaki έχει στα χαρτιά περίπου τα ίδια ηλεκτρονικά με τη μεγάλη της αδερφή. Έχει ρυθμιζόμενο Traction Control, έχει ABS φυσικά και έχει και Quick Shifter. Η διαφορά είναι στη λέξη “περίπου”. Το quick-shifter είναι μόνο για τα ανεβάσματα, κόβοντας απλώς το ρεύμα χωρίς να επεμβαίνει στον ψεκασμό. Το ABS δεν είναι cornering και οι δαγκάνες είναι Nissin και όχι monoblock M50 της Brembo. Φυσικά η κεντρική μονάδα δεν έχει αισθητήρες G-Force όπως η IMU της ZX-10R, οπότε το traction control επεμβαίνει βάσει του εγκατεστημένου λογισμικού και δεν παίρνει real-time δεδομένα. Ουσιαστικά έχει τα ηλεκτρονικά που είχε η ZX-10R το 2010.

Βγάλε τώρα 50 άλογα από τον κινητήρα και μάλλον θα έχεις καταλάβει γιατί με το ZX-6R θα πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο για να πας γρήγορα στην πίστα.

Όταν όμως το κάνεις, τότε θα θυμηθείς γιατί γουστάρεις να οδηγάς τα supersport 600.

Γουστάρεις να τα οδηγάς γιατί… πραγματικά τα οδηγάς ΕΣΥ και δεν είσαι ΕΠΙΒΑΤΗΣ όπως με τα 1000. Τα στύβεις, τους πίνεις το αίμα, ορμάς στις εισόδους των στροφών και ελέγχεις την πορεία σου μέσα στη στροφή με το γκάζι. Στις ευθείες δεν κρατιέσαι απλώς από το τιμόνι προσπαθώντας να μείνεις πάνω στη σέλα όπως κάνεις με τα 1000. Με το ZX-6R σκύβεις, ψάχνεις για την μικρότερη δυνατή αεροδυναμική αντίσταση και κοιτάς το στροφόμετρο για να ανεβάσεις ταχύτητα την σωστή στιγμή.

Φρενάρεις όσο πιο αργά μπορείς και στα κατεβάσματα ρυθμίζεις με το γκάζι τις στροφές του κινητήρα ελέγχοντας το ντριφτ του πίσω τροχού που ελαφρώνει. Αν φρενάρεις παραπάνω απ’ όσο πρέπει ή κατεβάσεις μία λιγότερη ή μία περισσότερη ταχύτητα θα κολλήσεις μέσα στη στροφή. Ο κινητήρας έχει δύναμη από τις 8.000 στροφές και πάνω. Αυτόν τον αριθμό ακριβώς θα πρέπει να δείχνει η βελόνα του στροφόμετρου όταν μπαίνεις στη στροφή. Με λιγότερες στροφές δεν θα μπορέσεις να βγεις δυνατά στην έξοδο.

Μόλις όμως τα κάνεις σωστά όλα αυτά, το ZX-6R θα σου δώσει τέτοια ικανοποίηση και χαρά, που κανένα μεγάλο Superbike 1000 δεν μπορεί να κάνει. Λυσσάς, ιδρώνεις και γουστάρεις. Διαλέγεις γραμμές, σκέφτεσαι την επόμενη κίνηση, καταστρώνεις σχέδια δράσης για να προσπεράσεις. Νοιώθεις αυτή τη μοναδική ικανοποίηση πως εσύ ελέγχεις πλήρως την κατάσταση. Ο κινητήρας ουρλιάζει στον κόφτη διαρκώς, του πίνεις το αίμα!

Για να μην παρεξηγηθούμε όμως, να είμαστε σαφείς: Το ZX-6R γυρνούσε διαολεμένα γρήγορα στην πίστα της Jerez. Είναι πραγματικά πολύ γρήγορη μοτοσυκλέτα και μόνο στην πίσω μεγάλη ευθεία τα superbike είχαν πιθανότητες να το προσπεράσουν. Αν δεν σε έφταναν εκεί, τότε τους χαιρετούσες και δεν σε ξαναέβλεπαν μπροστά τους. Κι όσο περνούσαν οι γύροι, τόσο αυξανόταν η διαφορά, καθώς με τα 1000 μόνο οι πολύ γυμνασμένοι μπορούσαν να κρατήσουν σταθερό γυρολόγιο. Όλα αυτά ως εδώ εμπίπτουν στην πλειοψηφία των αναβατών. Το πρόβλημα με εμάς -τους Έλληνες- είναι πως όλοι μας θεωρούμε τον εαυτό μας εκτός πλειοψηφίας. Ένας αγωνιζόμενος θα έκανε ελικοπτεράκι το 600άρι βουτώντας με το 1000άρι παντού και πάντα με ορμή και αίμα στα μάτια. Ακόμη και στους αγωνιζόμενους βέβαια, αυτοί είναι ελάχιστοι, ας μην μείνουμε λοιπόν σε όσα ισχύουν για τους ελάχιστους! Όσα λέμε ισχύουν για γρήγορους αναβάτες στην πίστα, και είναι ήδη μειοψηφικό το πακέτο αυτό. Με το ZX-6R δεν χρειάζεσαι μπράτσα, αλλά εμπειρία, πάθος και μυαλό. Γι΄αυτό και είναι μια μοτοσυκλέτα που θα ευχαριστηθούν περισσότερο οι αναβάτες μεγαλύτερης ηλικίας. Όσοι δηλαδή έχουν χορτάσει από το ωμό γκάζι των superbike και ζητούν την απόλαυση της οδήγησης στην πίστα. Όταν απολαμβάνεις την οδήγηση του ZX-6R, ενώ μόλις πριν λίγα λεπτά έχεις οδηγήσει την αφρόκρεμα των superbike του 2019 σε μια από τις καλύτερες πίστες των MotoGP, νομίζουμε πως αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορείς να κάνεις για ένα supersport 600 σήμερα.

Στην ολότελα τεχνική, κρυμμένη και σκονισμένη πίστα στο Castelloli της Βαρκελώνης, οι συσχετισμοί ήταν διαφορετικοί, κι αυτό γιατί το 636 ήταν το γρηγορότερο που υπήρχε εκεί! Να δημιουργήσουμε καταρχήν την εικόνα, γιατί έτσι πολλά πράγματα θα είναι πολύ πιο ξεκάθαρα. Η πίστα αυτή έχει φτιαχτεί εξ αρχής ως πεδίο δοκιμών για τις εταιρίες αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών και όχι για αγώνες. Μπορεί να γίνονται track days, μπορεί να διοργανώνονται και κάποιοι γύροι τοπικών πρωταθλημάτων –η Ισπανία είναι παράδεισος του μηχανοκίνητου αθλητισμού- αλλά ο σκοπός της δημιουργίας της ήταν να γίνει ένα πεδίο δοκιμών και το έχει καταφέρει απόλυτα, αποτελώντας μία εξαιρετικά επικερδή επιχείρηση. Αυτό είναι κι ένα έμμεσο μήνυμα σε όποιον ονειρεύεται πίστες F1 και λοιπά στην Ελλάδα. Η Ισπανία έχει καμιά 60αριά πίστες και «πιστούλες» όχι μία για όλες τις δουλειές. Στην συγκεκριμένη, που έχει χωθεί μέσα στις κορυφές και διαθέτει και γέφυρα περνώντας πάνω από τον εαυτό της, έχουν τοποθετήσει ένα εξελιγμένο σύστημα κεραιών με την τηλεμετρία να μην χάνεται ούτε σε ένα χιλιοστό της πίστας με την εντονότατη μορφολογία εδάφους και ταυτόχρονα ένα απίστευτα ταχύ δίκτυο που υποστηρίζεται και με δορυφορική σύνδεση. Έτσι, όταν η BMW κλείνει μερικές εβδομάδες δοκιμών τον χρόνο στην πίστα πληρώνοντας ένα σεβαστό ποσό σε ετήσια βάση, επωφελείται από το πρόσθετο γεγονός πως τα δεδομένα φτάνουν σε πραγματικό χρόνο απευθείας στην Γερμανία. Μάλιστα, τόσο απλά και φοβερά.

Στην πίστα αυτή η Dunlop παρουσίασε το νέο Sportsmart MK3 σε μία γενναία απόφαση καθώς αυτή την εποχή δεν μαστίζεται από σκόνη και γύρη από το παρακείμενο δάσος. Γύρη σε ποσότητες που την σηκώνεις με το φτυάρι όμως, ένα πρόβλημα τόσο σοβαρό που είχαν τοποθετήσει πριν τις πινακίδες για τα φρένα, μεγάλα μπλοκ από ντυμένες σε πανί αχυρόμπαλες για να καταφέρουν να κρατήσουν την σκόνη μακριά. Έτσι και πατούσες εκτός γραμμής φλερτάριζες με το γλίστρημα, ενώ και η γραμμή δεν ήταν κάτι σταθερό και απόλυτο στην διάρκεια των γύρων. Να προσθέσουμε τώρα τα έντονα σαμαράκια στην είσοδο, και με το επίθετο «έντονα» εννοούμε πως εξαιτίας τους οδηγούσαν μέχρι και σε αύξηση πίεσης 0,6bar στα ελαστικά, που είναι σημαντικό νούμερο για τέτοια επίδραση, αλλά θα τα εξηγήσουμε αυτά στην δοκιμή των ελαστικών.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ιδανικό για άμεσα συμπεράσματα σε ελαστικά και σπαστικό αν δοκιμάζεις μοτοσυκλέτες, το 636 κατάφερε να είναι ένα εξαιρετικό παιχνίδι που σου επέτρεπε να διασκεδάσεις μαζί του και να αισθανθείς τεράστια εμπιστοσύνη αψηφώντας σκόνες, σαμαράκια κι άλλους δημοσιογράφους που έφευγαν ευθεία, μιας κι αυτό συνέβη μερικές φορές. Μελλοντικά στο τεύχος θα αναλύσουμε πλήρως τι συμβαίνει με αναρτήσεις, κυρίως την πίσω που θέλει περισσότερο ψάξιμο, κι ας μείνουμε τώρα στο πόσο φιλική είναι αυτή η μοτοσυκλέτα μόλις φεύγεις από τον παράδεισο της Jerez και μπαίνεις μαζί της σε καταστάσεις που θυμίζουν περισσότερο την χώρα μας. Σαμαράκια και σκόνες, πάνω στις οποίες το εμπρός φρένο αρχίζει και χάνει στα μάτια σου –και στο χέρι σου- αλλά όχι σε σημείο που να γίνεται πρόβλημα. Η θέση οδήγησης παραμένει καλά μελετημένη και εδώ στις νέες συνθήκες, ενώ βολεύεσαι είτε είσαι Pedrosa, είτε Rossi –για το ύψος πάντα μιλάμε, κάθε άλλος συσχετισμός ανήκει στα πλαίσια νοσηρής φαντασίας.

Η απόκριση του γκαζιού είναι άμεση και η γκαζιέρα δουλεύει σωστά και προοδευτικά, ενώ το σαφές κιβώτιο δεν σου κάνει την χάρη στα κατεβάσματα, ακόμη κι αν προσπαθήσεις να του κάνεις «μπλιπ» όπως λένε χαρακτηριστικά οι Αμερικανοί που χαίρονται καιρό την νέα αυτή έκδοση του 636 που στην χώρα τους πήγε πριν από την Ευρώπη. Με λίγο γκάζι και παίξιμο στην γκαζιέρα και πάλι τα κατεβάσματα –καρφωτά- είναι ένα ζήτημα, ενώ το quick shifter είναι «απλώς ΟΚ» στα ανεβάσματα για χρήση σε track days κτλ, όχι σε κάτι περισσότερο από αυτό.

Το κυνήγι που έριχνες παλιότερα στα 600άρια για να πας γρήγορα, απαιτώντας την διατήρηση της ορμής και της έντονης σωματικής καταπόνησης, όπως εξηγούμε παραπάνω, έχουν έρθει τα ηλεκτρονικά να το αλλάξουν. Τώρα μπορείς να στρίψεις αδιανόητα γρήγορα με τα 1000άρια και αν δεν είσαι εξαιρετικά γυμνασμένος δεν τα εκμεταλλεύεσαι και στο έπακρο. Με το 636 κυριαρχείς στο παιχνίδι, γιατί η οδήγηση στην πίστα πρέπει να είναι στο τέλος της ημέρας ένα παιχνίδι, ούτε να αισθάνεσαι πως έχεις ριψοκινδυνέψει, ούτε να σε έχει κουράσει η υπερβολή.

Θα επανέλθουμε με αναλυτική, επί μέρους, ανάλυση του 636!

 

Ετικέτες

Οδηγούμε το νέο Yamaha Tracer 700 2020

Περισσότερο sport, καλύτερο touring
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

24/2/2020

Πριν από λίγες μέρες βρεθήκαμε στα Κανάρια και πιο συγκεκριμένα στο νησί της Τενερίφης, όχι για να δοκιμάσουμε κάποιο σεληνιακό όχημα όπως συνηθίζει να κάνει η NASA στην περιοχή, αλλά για να οδηγήσουμε το νέο Yamaha Tracer 700.

Η Yamaha έχει παράδοση στο να ξεφεύγει από την πεπατημένη και να δημιουργεί ξεχωριστές κατηγορίες, και μια τέτοια περίπτωση είναι η οικογένεια των Tracer που πρωτοεμφανίστηκε το 2015 (το Tracer 700 έκανε το ντεμπούτο του ένα χρόνο μετά) και μέχρι σήμερα έχει αναδειχθεί σε best seller του εργοστασίου από το Iwata.

Ο βενιαμίν των Tracer ανανεώθηκε εις βάθος και ουσιαστικά πρόκειται για μια "παγκόσμια" μοτοσυκλέτα, μιας και ο σχεδιασμός του ως προϊόν έγινε στο ευρωπαϊκό αρχηγείο της Yamaha στην Ολλανδία, ενώ η εξέλιξη του κινητήρα ήταν ο μοναδικός τομέας που ανέλαβε η "μαμά" εταιρεία την Ιαπωνία. Ο σχεδιασμός του πλαισίου και των πλαστικών έγινε από το R&D της Yamaha Motor Europe που εδρεύει στην Ιταλία σε συνεργασία με την GK Design Europe, με την κατασκευή του να γίνεται στο εργοστάσιο της MBK στην Γαλλία!

Η Yamaha, από την απαρχή της δημιουργίας του Tracer 700, θέλησε να προσφέρει ένα entry level sport touring που να ανατρέπει όμως τα στερεότυπα, τόσο για την έννοια του entry level, όσο και του σπορ τουρισμού. Στην δεύτερη και αναβαθμισμένη γενιά του, το δικύλινδρο εν σειρά με τον CP2 κινητήρα, φιλοδοξεί να εκπληρώσει με ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία τον ρόλο του και η αλήθεια είναι ότι μετά την πρώτη οδηγική επαφή μαζί του, πεισθήκαμε ότι μπορεί να το κάνει…

Το πλαίσιο της ανανέωσης που έθεσε η Yamaha στηρίζεται στην ενίσχυση της σπορ αίσθησης, στην βελτίωση της άνεσης και στον εξοπλισμό. Ξεκινώντας από την εμφάνιση, ο σχεδιασμός του Tracer δεν ακολουθεί πλέον πιστά την αρχιτεκτονική του μεγάλου αδερφού, αλλά δανείζεται στοιχεία από τα supersport ξαδέρφια του, όπως μαρτυρούν οι δύο LED προβολείς και το σχήμα των πλαστικών, που διαθέτουν μια οπτική ροή που μικραίνει παράλληλα και τον όγκο. Η ζελατίνα είναι ρυθμιζόμενη (εύκολα και χωρίς εργαλεία, με το ένα χέρι) σε ένα εύρος 65mm και η σέλα είναι εντελώς επανασχεδιασμένη (ευτυχώς…), ενιαία, με περισσότερο αφρώδες και μεγαλύτερη άνεση για αναβάτη και συνεπιβάτη.

Το πλαίσιο και το ψαλίδι παρέμειναν ως είχαν, όχι όμως και οι αναρτήσεις καθώς πλέον το πιρούνι είναι cartridge, με διαφορετικό σετάρισμα, πιο μαλακά ελατήρια με μεγαλύτερο μήκος και δυνατότητα ρύθμισης της προφόρτισης των ελατηρίων και της απόσβεσης επαναφοράς. Πίσω, το αμορτισέρ δεν έχει αλλαγές πέρα από την προσθήκη και σε αυτό της ρύθμισης της απόσβεσης επαναφοράς.

Το άρθρο συνοδεύεται από πλούσιο φωτογραφικό gallery

Σε ότι αφορά τον κινητήρα, που πληροί πλέον τις προδιαγραφές Euro5, έγιναν αλλαγές στην χαρτογράφηση του ψεκασμού, με κόστος την απώλεια 1,5 ίππου από την μέγιστη τιμή της ισχύος, ενώ η ροπή παρέμεινε ακριβώς στα ίδια επίπεδα. Η σχέση της τελικής μετάδοσης κόντυνε σημαντικά (μεγαλύτερο κατά δύο δόντια  πίσω γρανάζι) ώστε να ενισχυθεί η αίσθηση της επιτάχυνσης, ενώ είναι αξιοσημείωτο ότι παρά τις προσθήκες που επιτάσσουν οι Euro5 προδιαγραφές (καταλύτες, εξάτμιση, καπάκια κινητήρα κ.λ.π.), το βάρος διατηρήθηκε ακριβώς στα ίδια επίπεδα με τον προκάτοχό του, χάρη στην μείωση κατά 1,5 κιλό από τους προβολείς, τα πλαστικά και την μικρότερη μπαταρία.

Η ψηφιακή LCD οθόνη είναι και αυτή διαφορετική από των ΜΤ-07 και του προηγούμενου Tracer 700, με μαύρο φόντο, περισσότερες πληροφορίες και τον χειρισμό της να γίνεται από έναν διακόπτη στην αριστερή μεριά των χειριστηρίων. Απλή σε λειτουργία και ευανάγνωστη, δεν δημιουργεί αντανακλάσεις στον ήλιο, χωρίς όμως διασύνδεση με Bluetooth, όπως συνηθίζεται πλέον στις πλειοψηφία των νέων μοντέλων.

Το σκηνικό της παρουσίασης, όπως αναφέραμε και παραπάνω, ήταν οι εκπληκτικής πρόσφυσης και χάραξης δρόμοι της Τενερίφης, ένα απαιτητικό τερέν που αναδεικνύει και μεγαλοποιεί οποιοδήποτε μειονέκτημα μπορεί να κρύβεται από την συνεργασία πλαισίου αναρτήσεων και ελαστικών. Όπως θα διαβάσετε σε λίγες μέρες στο τεύχος του ΜΟΤΟ που θα κυκλοφορήσει στα περίπτερα την Παρασκευή με την αναλυτική παρουσίαση της μοτοσυκλέτας, το Tracer 700 μας απέδειξε μέσα από μια διαδρομή 260 "δύσκολων" χιλιομέτρων ότι είναι φτιαγμένο για τις προκλήσεις. Με βελτιώσεις ακριβώς στα σημεία που έχριζαν προσοχής και που ήταν αυτά που είχαμε εντοπίσει ήδη από την παρουσίαση του προκατόχου του, μπορεί να καταρρίψει στερεότυπα και να προσφέρει περισσότερα από αυτά που περιμένει κανείς από ένα απλό… εφαλτήριο για την κατηγορία των sport touring. Σε συνδυασμό δε με την τιμή του που θα είναι κάτω από 9.000 ευρώ, η γοητεία που μπορεί να ασκήσει στο υποψήφιο κοινό, αυξάνεται γεωμετρικά!

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Αντιπρόσωπος:
ΜΟΤΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΕΕ
Τιμή:
Αναμένεται
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.140
Ύψος (mm):
1.290
Μεταξόνιο (mm):
1.460
Απόσταση από το έδαφος (mm):
140
Ύψος σέλας (mm):
835
Ίχνος (mm):
90
Γωνία κάστερ (˚):
24,8
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο σωληνωτό τύπου "διαμάντι"
Πλάτος (mm):
840
Βάρος κατασκευαστή, γεμάτη (kg):
196
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
17 / -
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, δικύλινδρος εν σειρά, με 2ΕΕΚ και 4Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
80 x 68,6
Χωρητικότητα (cc):
689
Σχέση συμπίεσης:
11,5:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
75 / 8.750
Ροπή (kg.m/rpm):
6,83 / 6.500
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
108,8
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια / -
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα / -
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
-
2,6
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ με μοχλικό
Διαδρομή (mm):
142
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
180/55 R17 M/C
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος 245Mm με δαγκάνα δύο εμβόλων και ABS
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Οθόνη LCD με ενδείξεις για ταχύτητα, στροφές, έναν ολικό και δύο μερικούς χιλιομετρητές, επιλεγμένη σχέση, στάθμη καυσίμου, ρολόι, στιγμιαία και μέση κατανάλωση, θερμοκρασία ψυκτικού, θερμοκρασία περιβάλοντος και διανυθέντα χιλιόμετρα με ρεζέρβα. Ενδεικτικές λυχνίες για φλας, νεκρά, μεγάλη σκάλα φώτων, έλεγχος κινητήρα, ABS, πίεση λαδιού
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Συμβατικό πιρούνι cartridge
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
130 / 41
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίων, απόσβεση επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
120/70 R17 M/C
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 282mm με δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων και ABS

 

Ετικέτες