Οδηγούμε το CFMOTO 400GT

Ένα υπό κλίμακα GT!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

5/3/2020

Το CFΜΟΤΟ 400GT είναι μια μοτοσυκλέτα που εντυπωσιάζει με την εμφάνιση και δείχνει παραπάνω μοτοσυκλέτα, απ' ότι ίσως θα περίμενε κανείς από ένα δικύλινδρο 400cc. Εύκολα μπορείτε να κερδίσετε στοιχήματα και να κάνετε τους υπόλοιπους να νομίζουν ότι αγοράσατε το νέο εκπρόσωπο των μεγάλων grand tourismo!

Το δικύλινδρο GT της CF είναι μια εντυπωσιακή (αντικειμενικά) και όμορφη (υποκειμενικά) μοτοσυκλέτα, και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, μιας και βγήκε από τα σχεδιαστήρια της KISKA Design, της εταιρείας που ανήκει πλέον στην ΚΤΜ, που σχεδιάζει τις μοτοσυκλέτες των Αυστριακών και πλέον έχει αναλάβει και την γκάμα του κινέζικου κολοσσού. Στην συγκεκριμένη περίπτωση βέβαια, οι αιχμηρές ακμές και οι γραμμές εμπλουτίζονται και με μεγάλες επιφάνειες με καμπύλες που προσδίδουν στην μοτοσυκλέτα μια σχεδιαστική ροή.

Κι αν εμφανισιακά η σχεδίση των φαίρινγκ θυμίζει κάτι από BMW, το πλαίσιο και ο κινητήρας δεν αφήνουν αμφιβολίες για την επιρροή από την Kawasaki. Εδώ, επειδή έχουν γραφτεί πολλά από… πολλούς που δεν έχουν μπει στον κόπο να μάθουν ή να ψάξουν, να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα μια και καλή. Ο δικύλινδρος εν σειρά της CFMOTO είναι προϊόν της συνεργασίας των Κινέζων με την Kawasaki και πιο συγκεκριμένα από την άδεια χρήσης των blueprints του κινητήρα των ER-6 και ER-4. Καμία σχέση βεβαίως με τον καινούργιο δικύλινδρο των Ninja/Z 400… Μοναδική διαφορά στις διαστάσεις του κινητήρα του 400GT με αυτόν του ER-4 η κατά 0,2 χιλιοστά μεγαλύτερη διάμετρο του εμβόλου, απ' όπου προκύπτει και η μικρή διαφορά στο κυβισμό (399cc για το ER, 400,4 για το GT). Ομοίως, το πλαίσιο, το ψαλίδι και η έδραση του αμορτισέρ, ακολουθούν πιστά την αρχιτεκτονική του Akashi.

Η πρώτη εντύπωση που αποκομίζεις από το 400GT, είναι μιας ποιοτικής κατασκευής, με πολύ καλή βαφή και συναρμογή των πλαστικών, αν και υπάρχουν ορισμένα τριξίματα που προκαλούνται από συντονισμό σε ένα μικρό φάσμα στροφών ψηλά. Η θέση οδήγησης είναι άνετη, με τον κορμό σε όρθια θέση, που σε συνδυασμό με το μεγάλο κόψιμο του τιμονιού, του δίνουν ένα σημαντικό αβαντάζ στην κίνηση μέσα στα όρια της πόλης.

Το δικύλινδρο GT400 της CF είναι μια εντυπωσιακή και όμορφη μοτοσυκλέτα

Όπως μπορείτε να διαβάσετε στην αναλυτική δοκιμή που θα δημοσιευθεί στο τεύχος του ΜΟΤΟ που θα κυκλοφορήσει την 1η Απριλίου (δεν είναι πρωταπριλιάτικο ψέμα…) ο εξοπλισμός του περιλαμβάνει και μια εντυπωσιακή LCD οθόνη, ρυθμιζόμενη (χειροκίνητα) ζελατίνα, θύρα USB και παροχή ρεύματος 12V.

Η αίσθηση της οικειότητας που αισθάνεσαι μόλις κάτσεις πάνω στη σέλα του 400GT, ενισχύεται και από τα μέτρα που θα διανύσεις μαζί του. Οι μηχανικοί θόρυβοι απουσιάζουν και το κιβώτιο έχει μια θετική και ομαλή λειτουργία. Το μοναδικό αρνητικό, αν μπορούμε να το πούμε καταχρηστικά έτσι, είναι η σχετικά απότομη απόκριση του γκαζιού από τέρμα κλειστό. Πέρα από αυτό όμως, ο δικύλινδρος της CFMOTO είναι πραγματικά ο ορισμός της γραμμικότητας. Η απόδοση των 37,1 ίππων στον τροχό, είναι αρκετή για να κινείται το 400GT με ένα σβέλτο ρυθμό. Το βάρος μπορεί να μην είναι σύμμαχος για γρήγορες επιταχύνσεις, αλλά η κοντή κλιμάκωση της τελικής μετάδοσης αντισταθμίζει σημαντικά τα δεδομένα.

Σε ανοιχτούς δρόμους και εθνικές, το 400GT μπορεί να διατηρήσει με άνεση ταχύτητες κοντά στα 140Km/h, με ή χωρίς φορτίο και το μόνο παράπονο του συνεπιβάτη θα αφορά την μικρή απόσταση της σέλας από τα μαρσπιέ. Οι κραδασμοί δεν γίνονται ενοχλητικοί και η προστασία που παρέχει η μοτοσυκλέτα από τα φαίρινγκ και την ζελατίνα –όπως και η σταθερότητά της στα πολλά χιλιόμετρα- είναι εξαιρετική. Όταν το σκηνικό αλλάξει και οι ευθείες δώσουν την θέση τους στις στροφές του επαρχιακού δικτύου, βγαίνει στην επιφάνεια η σχετικά αργή γεωμετρία του συνόλου που απαιτεί περισσότερη δύναμη για την αλλαγή της γραμμής και τις γρήγορες εναλλαγές κλίσεων. Η συνεργασία των αναρτήσεων απέχει από το ιδανικό με το μπροστινό να είναι αρκετά ενδοτικό και το αμορτισέρ πίσω πιο σκληρό, με κοινό χαρακτηριστικό τους την σχετικά γρήγορη επαναφορά. Τα φρένα της J.Juan θέλουν αρκετή πίεση στην μανέτα (στο μπροστινό) αλλά είναι άκρως αποτελεσματικά, ενώ το ABS επεμβαίνει σχετικά απότομα με αρκετή ανάδραση στην μανέτα.

Το 400GT της CFMOTO είναι μια κανονική GT μοτοσυκλέτα, με την έννοια ότι μπορεί να ταξιδέψει δύο άτομα με τις αποσκευές τους, με την ίδια ευκολία που θα εξυπηρετήσει τον αναβάτη του στις καθημερινές μετακινήσεις. Ανήκει σε μια κατηγορία που δεν υπάρχει ουσιαστικός αντίπαλος με αυτόν τον κυβισμό και διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που μπορούν να γοητέψουν τους υποψήφιους ιδιοκτήτες του.

Φωτό: Γιώργος Νιαουνάκης

 

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ CFMOTO 400GT
Αντιπρόσωπος:
MUVUS Α.Ε.
Τιμή:
5.990
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.100
Ύψος (mm):
1.300
Μεταξόνιο (mm):
1.415
Απόσταση από το έδαφος (mm):
150
Ίχνος (mm):
102
Γωνία κάστερ (˚):
24,5
Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):
630
Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):
500
Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):
900
Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):
420
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο σωληνωτό
Πλάτος (mm):
784
Βάρος κατασκευαστή, γεμάτη (kg):
211
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, δικύλινδρος εν σειρά, με 1ΕΕΚ και 2Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
68,4 x 54,5
Χωρητικότητα (cc):
400,4
Σχέση συμπίεσης:
11,3:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
40,1 / 9.500
Ροπή (kg.m/rpm):
3,2 / 7.750
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
100
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια / 2,147
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα / 3,857
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ χωρίς μοχλικό
Διαδρομή (mm):
125
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
160/60 ZR17
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος με δαγκάνα ενός εμβόλου και ABS
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Οθόνη LCD με ενδείξεις για ταχύτητα, στροφόμετρο, ολικό και δύο μερικούς χιλιομετρητές, μεσαία σκάλα φώτων, ρολόι, τάση μπαταρίας, επιλεγμένη σχέση στο κιβώτιο, στάθμη καυσίμου, θερμοκρασία ψυκτικού. Ενδεικτικές λυχνίες για νεκρά, μεγάλη σκάλα φώτων, φλας, ABS, έλεγχος κινητήρα, ρεζέρβα, θερμοκρασία κινητήρα, πίεση λαδιού
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
120 / -
Ρυθμίσεις:
Καμία
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
120/70 ZR17
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι με δαγκάνες δύο εμβόλων και ABS
 
ΔΥΝΑΜΟΜΕΤΡΗΣΗ
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
37,14 / 9.500
Ροπή (kg.m/rpm):
3,03 / 8.100
 
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Μέση
4,6
Ελάχιστη
4,2
Μέγιστη
5,1
Αυτονομία (km):
413
Αυτονομία ρεζέρβας (km):
-
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
19 / -
    

 

Σύντομη δοκιμή: Harley Davidson Forty Eight

Ατίθασα νιάτα
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

10/7/2018

Αν είσαι άνω των εικοσιπέντε χρονών και ακόμα σου διαλέγει τα ρούχα η μανούλα σου, τότε έχεις κάνει κλικ σε λάθος post, διότι αυτό το κείμενο αφορά νέους ανθρώπους που γράφουν μόνοι τους το βιβλίο της προσωπικής ζωής τους και αναζητούν μια μοτοσυκλέτα που έχει φτιαχτεί για τα ατίθασα νιάτα

Δύο τεράστιοι αερόψυκτοι κύλινδροι με πάνω από 1200 κυβικά, χοντρό ατσάλι παντού συνολικού βάρους άνω των 250 κιλών, σκληρές αναρτήσεις με μικρή διαδρομή, πόδια τεντωμένα, χέρια τεντωμένα και μία λεπτή σέλα που ίσα-ίσα αποτρέπει το σώμα σου να έρθει σε άμεση επαφή με το πλαίσιο. Αυτή είναι μια ακριβής περιγραφή για το Harley Davidson Forty Eight από κάποιον που δεν αποδέχεται τίποτα διαφορετικό πέραν των προσωπικών πεποιθήσεών του. Σε κανέναν μας δεν αρέσει να του φτύνουν στα μούτρα τον μικρόκοσμο που έχουμε κτίσει για να νιώθουμε μέσα του ασφαλείς και η Harley με το Forty Eight κάνει ακριβώς αυτό. Πρόκειται για μια μοτοσυκλέτα που προορίζεται κυρίως για αστική χρήση, αλλά όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της είναι αντίθετα με εκείνα που έχουμε στο μυαλό μας ως απόλυτες προτεραιότητες για αυτή την κατηγορία.

H αντισυμβατική και ανατρεπτική προσέγγιση είναι αυτό που κάνει το Forty Eight τόσο ξεχωριστό και εν τέλει τόσο… υπέροχο!

Άκου, μύρισε, νοιώσε

Ζούμε πλέον σε έναν ψηφιακό κόσμο, περιτριγυρισμένοι από οθόνες αφής, ασύρματα ακουστικά, τηλεχειριστήρια και κλιματιστικά. Αν πέσει το internet ή κοπεί το ρεύμα, χάνουμε την επαφή μας με τον υπόλοιπο κόσμο, κρυώνουμε, ζεσταινόμαστε και μας πιάνει πανικός και δυσφορία. Ούτε ένα λεπτό δεν μπορούμε να ζήσουμε έξω από αυτό το απόλυτο virtual reality.

Το Forty Eight σου συνθλίβει αυτόν τον digital κόσμο από το πρώτο λεπτό που θα κάτσεις στη σέλα του. Εδώ δεν χαϊδεύεις επίπεδες οθόνες με το δάκτυλο, αλλά θα πρέπει να δραστηριοποιήσεις τους μυς σου που έχουν ατροφήσει από το πολύ καθισιό. Εδώ δεν ακούς ψεύτικους ήχους, σχεδιασμένους σε υπολογιστή από έναν πιτσιρικά στη Silicon Valley με σπυράκια ακμής σε όλο το πρόσωπο.   Ούτε “μπλινκ”, ούτε “ντινκ”, “τινκ”…

Στο Forty Eight ακούς τον πραγματικό ήχο που κάνει ένα κομμάτι ατσάλι όταν χτυπάει με δύναμη ένα άλλο κομμάτι ατσάλι κάθε φορά που αλλάζεις ταχύτητα. Στο Forty Eight η έκρηξη της βενζίνης στον θάλαμο καύσης των κυλίνδρων παράγει ωστικό κύμα που εκτονώνεται μέσα στο δικό σου σώμα.

Θυμηθείτε: Αποκλειστικά στην Κροατία: Original Flat Track μαθήματα με H-D! Με δάσκαλο τον Ruben Xaus!

Στο Forty Eight οι αναρτήσεις δεν σε αποκόπτουν από την επιφάνεια της γης, αλλά σε συνδέουν με αυτή. Με λίγα λόγια, πάνω στη σέλα του Forty Eight θα επαναδραστηριοποιήσεις όλες τις αισθήσεις που σου έχει αδρανοποιήσει ο σύγχρονος τρόπος ζωής των μεγαλουπόλεων. Γι΄αυτό σε συναρπάζει η οδήγησή του από το πρώτο μέτρο. Διαδρομές που κάνεις κάθε μέρα αποκτούν διαφορετική μορφή όταν οδηγάς το Forty Eight. Στην πρόσφατη δημοσιογραφική παρουσίαση της Harley Davidson στην Κροατία είχαμε οδηγήσει τα Iron 1200 και Forty Eight Special, όπου το μεν πρώτο είχε μια χαλαρωτική θέση οδήγησης και λάτρευε τις ήρεμες βόλτες μέσα στην πόλη, ενώ το δεύτερο ήταν σαφώς πιο σκληρό και άμεσο στις εντολές που του έδινες, προκαλώντας μια ατμόσφαιρα αλητείας. Τα ίδια συναισθήματα σου προκαλεί και η οδήγηση του “απλού” Forty Eight, κάτι αναμενόμενο αφού η μόνη διαφορά σε σχέση με το Special είναι στα χρώματα του ρεζερβουάρ, στον μαύρο κινητήρα και στο χαμηλότερο τιμόνι. Όμως αυτό το χαμηλό τιμόνι του Forty Eight είναι που τονίζει ακόμα περισσότερο την νεανική πλευρά του.

Το πάνω μέρος του σώματός σου έχει μεγαλύτερη κλίση προς τα εμπρός, κάτι που σε προδιαθέτει να ανοίξεις το γκάζι περισσότερο. Παρά το βάρος και τα αργά γεωμετρικά χαρακτηριστικά του πλαισίου, το Forty Eight είναι αναπάντεχα πολύ ευέλικτο μέσα στην κίνηση της πόλης, κυρίως χάρη στο μικρό του πλάτος και το μεγάλο κόψιμο του τιμονιού. Αν πραγματικά το θέλεις, μπορείς πολύ εύκολα να κυνηγάς από πίσω τους ντελιβεράδες με τα παπιά και να σπας πλάκα με τα γουρλωμένα μάτια τους και την γεμάτη απορία φάτσα τους όταν σταματάτε δίπλα-δίπλα στο φανάρι. Ένα βασικό στοιχείο της εντυπωσιακής ικανότητας του Forty Eight να κινείται με τόση άνεση ανάμεσα από τα αυτοκίνητα, είναι και οι καθρέπτες του. Η Harley τους έχει τοποθετήσει κάτω από το τιμόνι. Έτσι το συνολικό πλάτος του τιμονιού είναι όσο ενός παπιού και ταυτόχρονα δεν εξέχουν οι καθρέπτες, οπότε δεν συναντιούνται ποτέ με εκείνους των αυτοκινήτων.

Συνήθως οι καθρέπτες που δεν έχουν μεγάλα μπράτσα σπάνια προσφέρουν καλή ορατότητα προς τα πίσω, όμως οι καθρέπτες του Forty Eight έχουν μακράν το μεγαλύτερο φάσμα κάλυψης και βλέπεις τα πάντα πίσω σου!

Wild boys

Το Forty Eight είναι ξεκάθαρα μια μοτοσυκλέτα που ανήκει στην κατηγορία Love it or hate it. Η εμφάνιση Bobber με τα χοντρά ελαστικά το διαφοροποιούν εμφανισιακά από τα υπόλοιπα Sportster, όμως η πραγματική διαφορά του δεν είναι μόνο στο στιλ. Το Iron 1200 με την χαλαρωτική προσωπικότητά του είναι πιο κοντά σε αυτό που φαντάζεται ο περισσότερος κόσμος ότι είναι μια μοτοσυκλέτα της Harley.

Το Roadster 1200 έχει μια ευρωπαϊκή αύρα μέσα του και με τα μεγάλα περιθώρια κλίσης, του αρέσει να το πηγαίνεις τακτικά σε ορεινά στροφιλίκια. Οι δύο εκδόσεις του Forty Eight όμως είναι τα “άγρια παιδιά” της οικογένειας και τους αρέσει να αμφισβητούν τα πάντα, ακόμα και την παραδοσιακή εικόνα της ίδιας της Harley Davidson. Ως εκ τούτου, το Forty Eight είναι η τέλεια μοτοσυκλέτα για όσους αρνούνται να παραδώσουν ολοκληρωτικά την ψυχή και το σώμα τους στην virtual ηλεκτρονική εποχή. Για όλους τους υπόλοιπους, αυτή η μοτοσυκλέτα είναι ένας ενοχλητικός παρείσακτος σκύλος, που τους κατουράει κάθε πρωί τον φράκτη του προσωπικού τους comfort zone.  

Αντιπρόσωπος: Harley Davidson Athena

 

Το Forty Eight Special έχει πιο ψηλό τιμόνι και ειδικά χρώματα στο ρεζερβουάρ