SEAT MO 50 & MO 125 Performance 2023: Τα οδηγούμε στην Βαρκελώνη
Τα ηλεκτρικά σκούτερ της Silence στην αγκαλιά της SEAT
Από τον
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
16/1/2023
Παρουσιάζονται αυτή την ώρα στους δημοσιογράφους τα σκούτερ της SEAT. Πρόκειται για τα ηλεκτρικά MO 50 και MO 125 Performance που κατασκευάζει η Ισπανική Silence και κυκλοφορούν και από το δίκτυο της SEAT από το 2020 όπου την αρχή έκανε το SEAT MO 125.
Το χαρακτηριστικό τους είναι η αποσπώμενη μπαταρία που γίνεται βαλίτσα με ρόδες και τοποθετείται ή αφαιρείται χωρίς να χρειαστεί να την σηκώσεις. Αυτό καθιστά λιγότερο απαγορευτικό το βάρος της μπαταρίας που σε εκείνη την πρώτη έκδοση ζύγιζε περίπου 40 κιλά, όπως έδειξε η ζυγαριά του ΜΟΤΟ. Βέβαια ταυτόχρονα έδινε και αρκετά μεγάλη αυτονομία στο σκούτερ της SEAT, ενώ υπάρχει σχετική πολύ αναλυτική δοκιμή του MOTO, εδώ.
Θυμίζουμε πως η SEAT αποφάσισε να μπει στον χώρο των δίκυκλων μετά από έρευνες που έγιναν ξεχωριστά στην Ισπανία και στις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες και έδειχναν πως ο μέσος όρος των νέων οδηγών αυτοκινήτου συρρικνώνεται ολοένα και περισσότερο με μεγάλη μερίδα αγοραστών να κάνουν την πρώτη τους αγορά μετά την ηλικία των 35 ή όταν κάνουν οικογένεια, επιλέγοντας τα μέσα μαζικής μεταφοράς μέχρι τότε. Το αναφέρουμε επιγραμματικά σε αυτό το σημείο καθώς έχουμε επεκταθεί στο παρελθόν περισσότερο, απλά να θυμίσουμε πως η Ελλάδα δεν ήταν τότε, σε εκείνο το στάδιο, αντικείμενο των ερευνών αυτών. Σε κάθε περίπτωση διαφάνηκε πως στο άμεσο μέλλον οι νέοι αυτοί είναι πιθανότερο να στραφούν σε ένα μικρό ηλεκτρικό δίκυκλο, των πατινιών συμπεριλαμβανομένων, όπως και των ποδηλάτων με ή χωρίς ηλεκτρική υποβοήθηση, έναντι του αυτοκινήτου. Αυτό ήταν και το έναυσμα της SEAT να μπει σε αυτή την κατηγορία, όχι μόνο για τις πωλήσεις, αλλά κυρίως για να προσελκύσει στο δίκτυό της τους μελλοντικούς κατόχους αυτοκινήτου, να δημιουργήσει πιστούς ακόλουθους και να διευρύνει το πελατολόγιό της που θα γνωρίζει ήδη την μάρκα, όταν θα σκεφτεί να κάνει την πρώτη του αγορά.
Τα νέα SEAT MO από κοντά, στην Βαρκελώνη όπου παρουσιάζονται
Σε πολλές χώρες μάλιστα που το MO 50 δεν χρειάζεται δίπλωμα ή που το 125 οδηγείται με δίπλωμα αυτοκινήτου όπως και στην Ελλάδα με συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ο στόχος αυτός της SEAT είναι άκρως προσιτός.
Για να τονίσει τώρα την σπορ πλευρά της, όπως αυτή εκφράζεται και μέσα από το brand name Cupra, η SEAT επέλεξε να γίνει η παρουσίαση σε ένα πολύ συγκεκριμένο μέρος της Βαρκελώνης, που άλλωστε αποτελεί και έδρα της.
Πρόκειται για το Montjuïc circuit, μία ιστορική προσωρινή πίστα σε δημόσιους δρόμους που ήταν κομμάτι της F1 μέχρι και το 1975, όπου σταμάτησε με άδοξο τρόπο, μετρώντας όμως επίσημες διοργανώσεις της FIM έως και το 1982. Η επιλογή ιστορικών δημόσιων δρόμων που κάποτε αποτελούσαν μία πίστα ταιριάζει με τον χαρακτήρα που θέλει να αποδώσει η SEAT, κυρίως στο MO 125 Performance καθώς το εξοπλίζει στον βασικό εξοπλισμό με πίσω αμορτησέρ της Ohlins, νέα φρένα και σέλα από Alcadara.
Πρόκειται και για ορισμένες από τις βασικές διαφορές που έχει έναντι των αντίστοιχων Silent, όπως φυσικά και την υποστήριξη του δικτύου της SEAT που επίσης αποτελεί δέλεαρ. Το Performance έχει 133 χιλιόμετρα αυτονομίας, επιταχύνει στην τελική του σε 2,9 δευτερόλεπτα, η οποία περιορίζεται στα 105χαω με μέγιστη απόδοση από το μοτέρ που είναι ενσωματωμένο στον πίσω τροχό, 11,5kW δηλαδή πάνω από 15 ίππους. Η μπαταρία είναι 5,6kW/h και όπως ήδη είπαμε αφαιρείται πολύ γρήγορα χωρίς ποτέ να χρειάζεται να την σηκώσεις -οι τροχοί κατεβαίνουν αυτόματα- και έχει ενσωματωμένο πτυσσόμενο χερούλι ώστε να μεταφέρεται άμεσα. Φυσικά η φόρτιση μπορεί να γίνει και με την μπαταρία πάνω στο σκούτερ. Το χαρακτηριστικό των SEAT MO είναι πως στοχεύουν στην πρακτικότητα, με επίπεδο πάτωμα και όρθια θέση οδήγησης με στόχο οι καθημερινές μετακινήσεις στο κέντρο των πόλεων να γίνονται με το δυνατόν λιγότερο κόπο.
Θα επανέλθουμε με περισσότερες εντυπώσεις, καθώς η δοκιμή βρίσκεται αυτή την ώρα σε εξέλιξη.
Ο πιο πετυχημένος εμπορικά κινητήρας της Suzuki τις τελευταίες δεκαετίες επιστρέφει από απουσία ενός χρόνου σε μια νέα μοτοσυκλέτα προορισμένη να κάνει τα πάντα
Η εμφάνιση του SV-7GX στην περσινή έκθεση EICMA επανέφερε στο προσκήνιο έναν κινητήρα που λίγους μήνες πιο πριν η Suzuki είχε πρακτικά στείλει στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας, ανακοινώνοντας το τέλος των DL650 V-Strom και SV650 στα μέσα του 2025. Αυτό που είχε κρατήσει μυστικό τότε είναι πως δεν επρόκειτο για το τέλος, αλλά για μια παύση στην πορεία που είχε ξεκινήσει το μακρινό 1999 με το SV650.
Εκείνη η μοτοσυκλέτα μας είχε συστήσει τον περίφημο δικύλινδρο V κινητήρα των 645 κυβικών εκατοστών, μια μονάδα που έγραψε ιστορία στις αγορές του κόσμου και επιβεβαίωσε ένα μαγικό χάρισμα της Suzuki, την ικανότητα να περνά ηλικιωμένους κινητήρες από σωρεία αλλεπάλληλων ευρω-προδιαγραφών χωρίς ουσιαστικά να χάνουν σε δύναμη! Σκεφτείτε μόνο πως το 1999 ήταν όλως τυχαίως και η χρονιά κατά την οποία τέθηκαν σε ισχύ οι πρώτες προδιαγραφές Euro 1.
Η Suzuki δεν το έκανε αυτό μόνο με τον V2 του SV650, αλλά και με τους τετρακύλινδρους των GSX-R1000 K5 και Hayabusa, καθώς και με τον V2 των μεγάλων V-Strom 1050! Μιλάμε για κινητήρες με δύο και τρεις δεκαετίες στην πλάτη έκαστος που διαρκώς εκσυγχρονίζονται και παραμένουν στη πιάτσα χωρίς πολλές απώλειες.
Μικρομέγαλο
Η εμφάνιση του SV-7GX λειτούργησε ως μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς επανέφερε στο προσκήνιο έναν αγαπημένο κινητήρα του αγοραστικού κοινού και δη σε μια νέας λογικής πρόταση με την προσοχή στραμμένη στην άσφαλτο. Η Suzuki Moto Greece μας κάλεσε για μια όμορφη μέρα στο παραθαλάσσιο πάρκο Λουτρακίου όπου, μετά από μια σύντομη παρουσίαση της μοτοσυκλέτας, μας δόθηκε η ευκαιρία να το οδηγήσουμε για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
Η μοτοσυκλέτα περιγράφεται ως crossover, αν και στην ουσία του έχει ξεκάθαρα ασφάλτινο προορισμό. Πέραν της εντύπωσης που δημιουργεί η όρθια θέση οδήγησης, οι διαδρομές των αναρτήσεων είναι σχεδόν ίδιες με αυτές του SV650: 125 mm μπροστά, ενώ πίσω τα 129 χιλιοστά είναι μόλις κατά ένα λιγότερα από τα 130 του SV!
Ομοίως η θέση οδήγησης καθίζει τον αναβάτη σε ύψος 795 χιλιοστών από το έδαφος, εξίσου χαμηλά και φιλικά με τα 785 του SV650. Η Suzuki έχει εμπλουτίσει τις σέλες των δύο επιβαινόντων με επιπλέον αφρώδες υλικό, εκ του οποίου προκύπτει και η διαφορά 10 χιλιοστών στο ύψος της σέλας αναβάτη, ενώ ο συνεπιβάτης κάθεται πλέον 20 χιλιοστά ψηλότερα απ’ όσο στο SV650.
Οι παραπάνω αριθμοί περιγράφουν την εικόνα μιας ευπρόσιτης και μαζεμένων διαστάσεων μοτοσυκλέτας, προφανέστατα κατ’ επιλογή σχεδιασμένης ώστε να μπορεί να φιλοξενήσει κάθε ανάστημα χωρίς συμβιβασμούς. Οι δικοί μου 182 πόντοι χώρεσαν με ευκολία, χωρίς σε καμιά στιγμή να αισθάνομαι πως κάποιο άκρο μου στριμώχνεται. Απεναντίας, παρά την πανεύκολη πρόσβαση στο έδαφος με τα γόνατα ελαφρώς λυγισμένα, οδηγώντας αισθανόμουν εντελώς φυσικά τόσο όσον αφορά στην πρόσβαση στο τιμόνι, όσο και στα μαρσπιέ.
Η διαδρομή που κάναμε κάλυψε μερικές δεκάδες χιλιόμετρα βόρεια του Λουτρακίου Κορινθίας, όπου ήταν η βάση μας, και οπωσδήποτε δεν μας επέτρεψε να έχουμε μια εμπεριστατωμένη άποψη για τις τουριστικές του δυνατότητες. Μας άφησε όμως να αντιληφθούμε από την πρώτη στιγμή πως πρόκειται για μια μοτοσυκλέτα πολύ ευκολοδήγητη και ξεκούραστη, ευέλικτη στα στενά της πόλης και πολύ ευχάριστη στις στροφές που οδηγούν έξω από την πόλη του Λουτρακίου.
Η απόδοση του V2 παραμένει οικεία με βάση την πολυετή εμπειρία των V-Strom 650 και SV650, ροπάτη και γεμάτη παντού για άμεση επιτάχυνση με ελαστικότητα.
Το δε γεγονός πως ένιωσα οικειότητα και σιγουριά πάνω στο SV-7GX από την πρώτη στιγμή είναι ένα δείγμα της κατεύθυνσης που έψαξε η Suzuki στην εξέλιξή του και στην πρώτη αυτή επαφή φαίνεται πως έχει πετύχει τον στόχο της.
Εξοπλιστικά
Το νέο μοντέλο δεν έρχεται για να διεκδικήσει τον τίτλο του ισχυρότερου ή του πλουσιότερα εξοπλισμένου, αλλά ως μια ισορροπημένη πρόταση με σχεδόν όλα όσα πρέπει να έχει. Τι λείπει; Ένα cruise control θα κούμπωνε αρμονικά τη λίστα βασικού εξοπλισμού ταιριάζοντας με τον χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας, ομοίως και το κεντρικό σταντ, η προσθήκη του οποίου ωστόσο δεν είναι εφικτή στο SV-7GX.
Πέραν αυτών, η Suzuki έχει προσθέσει τα βασικά ηλεκτρονικά που χρειάζονται. Οι γνωστές τρεις power modes A, B και C που ρυθμίζουν την απόδοση και απόκριση του κινητήρα κατά φθίνουσα πορεία από το Α προς το C. Οι δύο πρώτες, Α και Β, αποδίδουν την πλήρη δύναμη του δικύλινδρου με διαφορετική απόκριση στο γκάζι και απόδοση της ροπής, ενώ η C περιορίζει τη δύναμη στους 60 ίππους και απαλύνει ακόμη περισσότερο την απόκριση στη γκαζιέρα.
Βρίσκουμε ακόμη ρυθμιζόμενο traction control που μπορεί και να απενεργοποιηθεί εντελώς, δικάναλο ABS και ένα ωραιότατο, φιλικό και γρήγορο quickshifter δύο δρόμων στο βασικό πακέτο, παρέα με σύστημα Low RPM Assist για να μη σου σβήνει στα φανάρια από αφηρημάδα του αριστερού χεριού.
Ωραία ήταν η αίσθηση στα φρένα στη μικρή αυτή διαδρομή που οδηγήσαμε, καθώς η Suzuki αναβάθμισε το πακέτο διπίστονων δαγκανών των SV650 & V-Strom φορώντας εδώ τετραπίστονες της Tokico σε πλευστούς δίσκους 290 χιλιοστών.
Όσο για τις αναρτήσεις, σε αυτήν την πρώτη σύντομη εντύπωση έδειξαν αρκετά μαλακές ώστε να εξασφαλίζουν άνεση στην καθημερινότητα, χωρίς να δείχνουν αδύναμες τα υδραυλικά τους καθήκοντα, βλέπε αποσβέσεις, στις στροφές.
Προφανώς περισσότερα θα μπορούμε να πούμε μόνο στην πλήρη δοκιμή, όπου θα του πιούμε το αιματάκι όπως σε κάθε άλλη μοτοσυκλέτα που περνά από τα χέρια μας, μέχρι να ξετρυπώσουμε κάθε δυνατό ή αδύνατο σημείο μπορεί να κρύβει.
Περί οικονομίας
Η προσπάθεια να κρατηθεί το κόστος σε ρεαλιστικώς ανταγωνιστικό επίπεδο είναι εμφανής σε στοιχεία όπως ο ανεμοθώρακας που ρυθμίζεται μεν σε εύρος 50 χιλιοστών, αλλά απαιτεί να ασχοληθείς με τις τέσσερις βίδες που το συγκρατούν. Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και το πιρούνι, που είναι παρόμοιο με αυτό του SV650 και δεμένο με νέας σχεδίασης άνω τιμονόπλακα.
Είμαι σίγουρος πως δεν θα λείψουν οι γκρίνιες που η Suzuki δεν φόρεσε ένα ανεστραμμένο πιρούνι στο SV-7GX, αλλά νομίζω πως η προϋπόθεση συγκράτησης του κόστους ήταν και εδώ πρωταγωνιστικός παράγοντας – δεν είναι δα και τόσο εύκολο μια Made in Japan μοτοσυκλέτα να ανταγωνιστεί ευθέως τον κινέζικο και ινδικό ανταγωνισμό στον τιμοκατάλογο και, υπό αυτό το πρίσμα, κάθε ευρώ που μπορεί να περικοπεί την κάνει λίγο πιο ανταγωνιστική.
Παρότι δεν έχει διαφορά σε απόδοση, ούτε ιδιαίτερη απόσταση από το V-Strom 650 στη ζυγαριά που μόλις δύο κιλά χωρίζουν τα ονομαστικά υγρά βάρη τους, το SV-7GX φαντάζει πιο ελαφρύ και παιχνιδιάρικο, δίνοντάς σου την εντύπωση πως θα είναι και δυνατότερο. Στην πράξη έχει τους ίδιους 73 ίππους που γνωρίζαμε από το Euro 5 V-Strom και πρακτικά η όλη διαφορά στην εικόνα οφείλεται κυρίως στις εντυπώσεις από τις πιο μαζεμένες διαστάσεις και τους 17άρηδες τροχούς που κάνουν την οδηγική εμπειρία πιο παιχνιδιάρικη και ευκίνητη.
Φαντάζομαι πως, αν το SV-7GX φορούσε κι αυτό το αλουμινένιο πλαίσιο του V-Strom 650, η διαφορά στη ζυγαριά θα έγερνε περισσότερο υπέρ του νέου μοντέλου, αντί της ελάχιστης απόκλισης από τα 213 υγρά ονομαστικά κιλά του παλιού έναντι των 211 του νέου. Πάντως και με το ατσάλινο χωροδικτύωμα του SV650 που φορά με μερικές τροποποιήσεις, παράπονα σε επίπεδο δυναμικών χαρακτηριστικών δεν αφήνει.
Το νέο πασπαρτού
Η πρώτη αυτή επαφή με το SV-7GX πήγε λίγο-πολύ όπως την περίμενα. Η μοτοσυκλέτα δεν κρύβει εκπλήξεις, με έναν κινητήρα που οι μισοί Έλληνες μοτοσυκλετιστές παίζει να είχαν στην κατοχή τους κάποια στιγμή της σταδιοδρομίας τους και οι υπόλοιποι πιθανότατα έχουν πάει τουλάχιστον μια βόλτα.
Ο εξοπλισμός της είναι επίσης αυτός που περιμέναμε και η πρώτη γεύση της οδηγικής του συμπεριφοράς αφήνει πίσω ευχάριστα αρώματα και υποσχέσεις. Ροπάτο και ελαστικό, δυνατό όσο χρειάζεται και καλοστημένο για τα τυπικά καθήκοντα στα οποία του υποβάλλαμε, το νέο Suzuki SV-7GX δείχνει ως ένα άριστο πασπαρτού που μπορεί να συνδυάσει εξίσου αποτελεσματικά τόσο την καθημερινή εξυπηρέτηση, όσο και τη βόλτα και το ταξίδι.
Μπορεί να ακούγεται εύκολη η συνταγή της Suzuki, αλλά δεν παύει να βρίσκεται στη σκιά δύο διαχρονικά αγαπημένων μοντέλων της ελληνικής και παγκόσμιας αγοράς, κάτι που σημαίνει πως στη συνείδηση του αγοραστικού κοινού το SV-7GX έχει πολύ απαιτητικά παπούτσια να γεμίσει, να συνεχίσει μια παράδοση που επί σειρά ετών καλλιέργησαν οι best seller πρόγονοί του.
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Κατασκευαστής / Μοντέλο
Suzuki SV-7GX (2026)
Τιμή (€)
8.295
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος
4Τ, V2 90 μοιρών, 2EEK, 8 βαλβίδες, υγρόψυκτος
Χωρητικότητα
645 cc
Διάμετρος × Διαδρομή
81,0 × 62,6 mm
Λόγος συμπίεσης
11,2:1
Μέγιστη ισχύς
73 hp / 8.500 rpm
Μέγιστη ροπή
6,5 kg.m / 6.800 rpm
Μέση κατανάλωση καυσίμου (L/100 km κατά WMTC)
4,2
Εκπομπές CO2
97 g/km
Μετάδοση
Κιβώτιο 6 σχέσεων
Πρωτεύουσα σχέση μετάδοσης
2,088 (71 / 34)
Τελική σχέση μετάδοσης
3,066 (46 / 15)
Σύστημα λίπανσης
Υγρό κάρτερ
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος x Πλάτος x Ύψος
2.160 x 910 x 1.295 mm
Μεταξόνιο
1.445 mm
Γωνία κάστερ
25 μοίρες
Ίχνος
106 mm
Ελάχιστη απόσταση από έδαφος
135 mm
Ύψος σέλας
795 mm
Υγρό βάρος
211 kg
Χωρητικότητα καυσίμου
17,4 λίτρα
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
Εμπρός
Τηλεσκοπικό πιρούνι
Διάμετρος / Διαδρομή / Ρυθμίσεις
41 / 125 mm / Καμιά
Πίσω
Ένα αμορτισέρ με μοχλικό
Διαδρομή / Ρυθμίσεις
129 / Προφόρτιση ελατηρίου
ΦΡΕΝΑ
Εμπρός
Δύο δίσκοι 290 mm, τετραπίστονες δαγκάνες Tokico, ABS