Δοκιμή KTM 1290 SUPERDUKE GT 2019

Ένας εργατικός κανίβαλος
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

10/1/2022

Η ιδέα των Αυστριακών να μετατρέψουν ένα κτηνώδες V2 Streetfighter σε μοτοσυκλέτα για ταξίδια μεγάλων αποστάσεων έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας πολύ διαφορετικής μοτοσυκλέτας από εκείνες που έχει συνηθίσει το παραδοσιακό κοινό της κατηγορίας. Αυτή την “ιδιόρρυθμη” προσωπικότητα του Superduke GT αναλύουμε στη δοκιμή του τεύχους 608 του περιοδικού ΜΟΤΟ που αναδημοσιεύουμε εδώ:  

 

Στην περίπτωση του SUPER DUKE GT το “αμαρτωλό” παρελθόν ενός streetfighter, παλεύει διαρκώς με την εξευγενισμένη προσωπικότητα μιας τουριστικής μοτοσυκλέτας. Τις περισσότερες φορές κερδίζουν και οι δύο πλευρές, κάνοντάς την εντελώς ξεχωριστή από κάθε άλλη sport-touring

 

Είναι καλό ή κακό; Μία από αυτές τις δύο απαντήσεις θέλει να ακούσει όποιος δεν ενδιαφέρεται να αγοράσει μια συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα και απλώς ρωτάει για να κάνει κουτσομπολιό ή να ανοίξει κουβέντα μαζί. Όποιος πραγματικά σκοπεύει να αγοράσει μια μοτοσυκλέτα θέλει να μάθει τι κάνει καλά και τι όχι και μάλιστα απαιτεί να μάθει κάθε λεπτομέρεια γι' αυτή. Κι αν είναι ειλικρινής με τον εαυτό του σχετικά με αυτά που θέλει, τότε η δουλειά του συντάκτη γίνεται πολύ εύκολη… Εκτός κι αν η μοτοσυκλέτα που τον ενδιαφέρει είναι το SUPER DUKE GT. Το πρόβλημα δεν είναι η πολυδιάστατη προσωπικότητά της. Αν ήταν μια κλασσική περίπτωση sport touring μοτοσυκλέτας, που απλώς κάνει καλά πολλά πράγματα, δεν θα το συζητάγαμε τόση ώρα. Εδώ έχουμε την σπάνια περίπτωση που τα άκρα συνυπάρχουν, συνεργάζονται αρμονικά και παίζουν μπουνιές μεταξύ τους την ίδια στιγμή!

Απάντηση στο ερώτημα

Πρέπει να ζήσεις πολλές μέρες με το SUPER DUKE GT για να δώσεις τις σωστές απαντήσεις. Την πρώτη μέρα που θα φύγεις από το κατάστημα που το αγόρασες, θα πεις πως είναι απλώς ένα SUPER DUKE με δύο ενοχλητικές χούφτες στο τιμόνι και μεγάλες βαλίτσες. Την επόμενη μέρα που θα αρχίσεις να το οδηγείς χωρίς τις βαλίτσες και να σκαλίζεις τα κουμπάκια των ρυθμίσεων στα ηλεκτρονικά, θα συνεχίσεις να πιστεύεις πως είναι απλώς ένα SUPER DUKE R, αλλά το φόρτωσαν με περίπλοκη τεχνολογία και τώρα πρέπει να κάτσεις να μάθεις τι στο καλό κάνουν όλα αυτά τα ηλεκτρονικά.

Την τρίτη ημέρα ασχολείσαι με το δίλλημα αν πρέπει να ξεβιδώσεις τις χούφτες ή όχι. Ξέρεις ότι αν τις βγάλεις θα περνάς σαν αέρας ανάμεσα από τα αυτοκίνητα, όμως από την άλλη μεριά είναι πολύ σωστά σχεδιασμένες αεροδυναμικά και διώχνουν τον κρύο αέρα από τα χέρια σου. Μαζί με τα ρυθμιζόμενης έντασης θερμαινόμενα γκριπ, η καθημερινή οδήγηση τις κρύες μέρες του χειμώνα είναι μια ευχάριστη εμπειρία. Συνολικά η προστασία από τον αέρα και τη βροχή είναι σε κορυφαίο επίπεδο. Τις μέρες που είχαμε τη μοτοσυκλέτα για τεστ, ο καιρός την είχε δει εντελώς αστείος. Μία από εκείνες τις ξαφνικές μπόρες με λιακάδα (!) μας έπιασε να οδηγούμε με τρυπητό καλοκαιρινό μπουφάν και τζιν παντελόνι.

Κατεβαίνοντας από τη μοτοσυκλέτα μετά από δέκα λεπτά οδήγησης σε έντονη βροχή με ταχύτητες 80-130km/h, τα μόνα σημεία του σώματος που είχαν βραχεί ήταν τα μπράτσα των χεριών και τα μπούτια. Όλο το υπόλοιπο σώμα ήταν στεγνό, κάτι που θεωρούμε εντυπωσιακό επίτευγμα, ακόμα και αν για μέτρο σύγκρισης λάβουμε υπόψη τις μεγάλες τουριστικές μοτοσυκλέτες τύπου BMW R 1250 RT, Yamaha FJR 1300, Kawasaki GTR 1400 κ.τ.λ. Το πλεονέκτημα του SUPER DUKE GT σε αυτή την περίπτωση είναι πως η προστασία από τον αέρα δεν δημιουργεί αποπνικτική ατμόσφαιρα όταν οδηγείς τις ζεστές ημέρες. Η ροή του αέρα γύρω από το σώμα σου είναι ακριβώς αυτή που πρέπει για να δουλεύουν σωστά οι αεραγωγοί του κράνους σου και οι αντίστοιχες οπές των καλοκαιρινών μπουφάν. Το επίπεδο των αεροδυναμικών θορύβων είναι πολύ χαμηλό και έως τα 150km/h ακούγαμε καθαρά τη μουσική από το ραδιόφωνο της SENA 30K και μιλούσαμε απροβλημάτιστα μέσω της ενδοεπικοινωνίας. Την τέταρτη ήμερα έχεις βγάλει τις χούφτες και έχεις ξετρελαθεί από τη χαρά σου, γιατί το SUPER DUKE GT χωράει πλέον παντού μέσα στην κίνηση της πόλης και φτάνεις πάντα πρώτος στο φανάρι. Το μόνο πρόβλημα εδώ είναι τα "γίδια" με τα παπιά και τα scooter, που έρχονται από πίσω και σταματούν μπροστά σου πάνω στη διάβαση. Όχι μόνο γιατί εμποδίζουν τους πεζούς, ούτε γιατί δεν βλέπουν πότε θα γίνει πράσινο το φανάρι αναγκάζοντας τους κανονικούς ανθρώπους να κορνάρουν, δημιουργώντας άσκοπη ηχορύπανση. Κυρίως γιατί νομίζουν ότι η “ελεύθερη” εξάτμιση έχει μεταμορφώσει το ταϊλανδέζικο παπί τους σε superbike. Κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβουν πως άλλο πράγμα είναι τα db κι άλλο πράγμα τα hp. Ευτυχώς το SUPER DUKE GT έχει σε αφθονία και τα δύο, καθώς είναι προδιαγραφών Euro4 και όχι Euro5. Οπότε αρκεί μια ξερογκαζιά για τα ανοίξει το κλαπέτο της εξάτμισης και να αντιληφθούν εγκαίρως πως τρίβονται στην γκλίτσα του τσοπάνη. Γενικά, το ογκώδες διαστημικό παρουσιαστικό του SUPER DUKE GT και τα βαριά μπουμπουνιτά της εξάτμισης από τα δύο έμβολα των 650 κυβικών το κάθε ένα, δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας. Επιβάλλει το σεβασμό σε όλους χωρίς πολλές-πολλές αντιρρήσεις. Κι αν θέλετε να πιάσουμε την κουβέντα περί αισθητικής, θα συμφωνήσουμε πως δεν έχει την κλασσική ομορφιά μιας MV Agusta, αλλά μας αρέσει που δεν μοιάζει με τίποτα άλλο πάνω στο δρόμο και έχει τη δική του μοναδική οντότητα. Έχουμε πολλές και σοβαρές αντιρρήσεις για τις σχεδιαστικές επιλογές του Kiska, αλλά στην περίπτωση του SUPER DUKE GT η ακραία αισθητική προσέγγιση δουλεύει υπέρ της μοτοσυκλέτας. Όπως υπέρ της μοτοσυκλέτας είναι η εργονομία της θέσης οδήγησης και της θέσης του συνεπιβάτη. Με άριστα το 10, η βαθμολογία που του δίνουμε είναι… 11!

Κάτσε σωστά για να πας γρήγορα

Η εργονομία του SUPER DUKE GT είναι για σεμινάριο, καθώς σου επιτρέπει να απολαύσεις τη μοτοσυκλέτα σε όλες τις ταχύτητες και σε όλες τις χρήσεις. Τέλεια για οδήγηση μέσα στην πόλη. Τέλεια για χαλαρή βόλτα, αγναντεύοντας το ηλιοβασίλεμα στην παραλιακή. Τέλεια για οδήγηση με την ταυτότητα στα δόντια σε επαρχιακούς δρόμους ή μέσα στην πίστα. Τέλεια για πολύωρα ταξίδια στην εθνική με υψηλές ταχύτητες. Εκείνο όμως που μας εντυπωσίασε περισσότερο, είναι το γεγονός πως δεν αλλάζει η συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας όταν έχεις δεύτερο άτομο στη σέλα. Πραγματικά η εργονομία της θέσης του συνεπιβάτη είναι φανταστική, τόσο για τον ίδιο, όσο και για εσένα που οδηγείς. Κι όπως όλοι ξέρουμε, ο ευτυχισμένος συνεπιβάτης είναι το βασικό συστατικό για να πάει καλά ένα δικάβαλο ταξίδι ή μια εκδρομή. Όπως ήδη είπαμε, η αεροδυναμική είναι πολύ καλή και ο γιγαντιαίος V2 κινητήρας απελευθερώνει χωρίς δισταγμό τα 148 καθαρόαιμα άλογα στον πίσω τροχό, έχοντας παράλληλα τη ροπή του πλανήτη Δία από το ρελαντί.

Οπότε το ταξίδι στις εθνικές με πολύ υψηλές ταχύτητες δεν είναι πρόβλημα από “μηχανολογική” άποψη. Στην πράξη όμως, οι ευθείες τις εθνικής είναι ένα αναγκαίο κακό για τον αναβάτη αυτή της μοτοσυκλέτας. Ο βασικός λόγος είναι πως με το SUPER DUKE GT γουστάρεις περισσότερο να διανύεις μεγάλες αποστάσεις από τους επαρχιακούς δρόμους. Η ιδανική ταχύτητα ταξιδιού στις εθνικές είναι τα 183km/h όπου ο κινητήρας έχει ακριβώς 6.000 στροφές με έκτη. Οι κραδασμοί και οι μηχανικοί θόρυβοι είναι ελάχιστοι, ενώ η μέση κατανάλωση είναι γύρω στα 7 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα, εξασφαλίζοντας αυτονομία άνω των 300 χιλιομέτρων από το μεγάλο ρεζερβουάρ των 23 λίτρων. Αν μπεις στη σφαίρα των 200-250km/h τότε θα πρέπει να συμβιβαστείς με τους επιπλέον κραδασμούς του κινητήρα και την αύξηση του επιπέδου κάθε μορφής θορύβων. Για μερικές δεκάδες χιλιόμετρα είναι ΟΚ, αλλά όχι το πιο ευχάριστο πράγμα που μπορείς να κάνεις πάνω στη σέλα του SUPER DUKE GT. Οπότε αν το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να ταξιδεύεις στις γερμανικές autobahn με το κοντέρ καρφωμένο στα 250km/h, καλύτερα πάρε ένα Hayabusa. Για όλα τα άλλα, το SUPER DUKE GT είναι πολύ καλύτερο και σε κάποιους τομείς γίνεται έως και εξωπραγματικά καλό.

Όπως ας πούμε στους επαρχιακούς δρόμους με άσφαλτο που κρατάει καλά ή μέσα στην πίστα. Σε τέτοιου είδους περιβάλλον ξεχνάει πως είναι GT και συμπεριφέρεται ως καθαρόαιμο streetfighter. Όχι “σαν καθαρόαιμο”, αλλά όπως ακριβώς συμπεριφέρεται και η γυμνή έκδοση R. Είχαμε οδηγήσει στην πίστα των Σερρών και των Μεγάρων το προηγούμενο μοντέλο, οπότε δεν ήταν έκπληξη για εμάς οι ικανότητες του GT. Τα περιθώρια κλίσης είναι αντίστοιχα των superbike και τα φρένα, το πλαίσιο και οι αναρτήσεις, δεν “κλατάρουν” όταν αποφασίσεις να του πιείς το αίμα. Μέσα στις ελληνικές πίστες οι χρόνοι που θα κάνεις εξαρτώνται μόνο από το είδος των ελαστικών που έχεις βάλει και από τις δικές σου ικανότητες, όχι της μοτοσυκλέτας.

Στους επαρχιακούς δρόμους, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Υπάρχει μια έντονη διαχωριστική γραμμή στη συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας και αιτία είναι οι ημι-ενεργητικές αναρτήσεις. Έχουμε γράψει πολλά κακά λόγια γι' αυτού του τύπου τις αναρτήσεις τα πρώτα χρόνια που εμφανίστηκαν και σιγά-σιγά αρχίζαμε να βάζουμε λίγο νερό στο κρασί μας, μέχρι που έχουμε φτάσει στο σημείο να μας αρέσουν κιόλας! Προφανώς δεν άλλαξαν τα γούστα μας, απλώς άλλαξε η τεχνολογία τους και κυρίως έχει γίνει τεράστια πρόοδος στον τομέα των λογισμικών προγραμμάτων που τις διαχειρίζονται. Δυστυχώς στην περίπτωση του SUPER DUKE GT, ο χρόνος έμεινε ακίνητος. Έτσι, όπως η πρώτη γενιά ημί-ενεργητικών αναρτήσεων (όλων των εταιρειών, από Sachs έως Öhlins και WP) “κοκάλωνε” στις κοφτές ανωμαλίες έως τα 60-70km/h, έτσι ακριβώς και στο SUPER DUKE GT “κλειδώνει” την απόσβεση συμπίεσης μόλις ο τροχός συναντήσει οποιοδήποτε απότομο εξόγκωμα ή λακκούβα με μικρή ταχύτητα. Ουσιαστικά δεν δουλεύει καθόλου η ανάρτηση, με αποτέλεσμα να περνάνε κατευθείαν οι κραδασμοί στα χέρια σου και το σημαντικότερο να μην έχεις καμία αίσθηση για το επίπεδο πρόσφυσης του ελαστικού.

Στη βροχή και μέχρι να ζεσταθεί η σκληρή κεντρική γόμμα των τουριστικών Pirelli Angel GT, το SUPER DUKE GT έχει μια “ξύλινη” αίσθηση που δεν μπορούμε να πούμε πως ήταν ευχάριστη. Ακριβώς την ίδια στυφή γεύση είχε στις χαμηλές ταχύτητες το Öhlins πιρούνι της Ducati Panigale V4S και έχει να κάνει ξεκάθαρα με το λογισμικό και όχι με την εταιρεία που φτιάχνει τις αναρτήσεις. Μετά τα 70km/h το πιρούνι αρχίζει να γίνεται από πολύ καλό έως φανταστικό, αλλά η συμπεριφορά του στις χαμηλές ταχύτητες χύνει την καρδάρα με το γάλα. Εδώ να ξεκαθαρίσουμε πως όλα τα παραπάνω δεν αλλάζουν αν ρυθμίσεις την ανάρτηση στο πρόγραμμα comfort. Βασικά το πρόγραμμα comfort ήταν η αγαπημένη μας επιλογή, ακόμα κι όταν είχαμε το επιπλέον βάρος του συνεπιβάτη. Το πίσω αμορτισέρ διαχειριζόταν τέλεια το επιπλέον φορτίο και την κτηνώδη ροπή του κινητήρα, εξαφανίζοντας κάθε μορφής παρατράγουδα. Η σταθερότητα στην ευθεία δεν είναι κορυφαία για την κατηγορία των κλασσικών sport-touring και το τιμόνι ελαφραίνει όσο πλησιάζεις προς την ένδειξη των 250km/h. Από την άλλη μεριά όμως, έχεις όλα τα πλεονεκτήματα μιας μοτοσυκλέτας με γρήγορη γεωμετρία και μικρό βάρος, κάτι που θεωρούμε πως είναι δίκαιη ανταλλαγή.

We take no prisoners

Όπως θα καταλάβατε, το μόνο πραγματικό μελανό σημείο του SUPER DUKE GT είναι η ημι-ενεργητική λειτουργία του πιρουνιού στις χαμηλές ταχύτητες, κυρίως μέσα στην πόλη και σε πολύ αργούς και γλιστερούς επαρχιακούς δρόμους. Το οποίο έρχεται σε αντίθεση με το κορυφαίο επίπεδο του λογισμικού των υπόλοιπων ηλεκτρονικών. Ειδικά το traction control είναι θεϊκό. Ό,τι καλύτερο υπάρχει αυτή τη στιγμή σε μοτοσυκλέτα δρόμου. Χουφτώνεις το γκάζι πάνω στο παρκέ των αθηναϊκών δρόμων και στρίβεις με ένα ελαφρύ παντιλίκι από την αρχή έως το τέλος της στροφής, σαν να είσαι ο καλύτερος stunt rider όλων των εποχών. Απίστευτο κοντρολάρισμα του ντριφτ από το traction control, απλά απίστευτο… Άριστη και η λειτουργία του wheelie control, που δεν πνίγει την επιτάχυνση, όπως άριστη θα ήταν και η λειτουργία του cornering ABS, αν… στις χαμηλές ταχύτητες η ημι-ενεργητική ανάρτηση ρούφαγε τις ανωμαλίες και δεν ανάγκαζε τον εμπρός τροχό να βρεθεί στον αέρα ενεργοποιώντας το ABS χωρίς προφανή αιτία.

Η διαφορά μεταξύ ενός φρεναρίσματος σε επίπεδη άσφαλτο και σε άσφαλτο με ανωμαλίες είναι τεράστια στις χαμηλές ταχύτητες και μειώνεται στο ελάχιστο όταν ξεπεράσεις τα 70-80km/h. Γενικά τα ακτινικά M50 φρένα της Brembo έχουν τη δύναμη και την αίσθηση που υπόσχονται, παίζοντας ουσιαστικό ρόλο στη γρήγορη οδήγηση, διότι τα 8kg/m ροπής που έχει ο κινητήρας από τις μόλις 2.500 στροφές, σημαίνει πως το SUPER DUKE GT έχει εκρηκτικές επιταχύνσεις. Ακόμα και σε μικρά ευθειάκια λίγων μέτρων, το ταχύμετρο πάει από τα 80km/h στα 150km/h με μισή γκαζιά. Καμία σχέση με τα τετρακύλινδρα των 1300-1400 κυβικών. Ο αυστριακός V2 στην κυριολεξία σκάβει την άσφαλτο σε κάθε άγγιγμα του γκαζιού από το ρελαντί. Πολύ γρήγορη μοτοσυκλέτα σε δρόμους με φουρκέτες και ψυχρός εκτελεστής στις προσπεράσεις αυτοκινήτων. Σε είδα- σε πέρασα. We take no prisoners. Γι' αυτό με το SUPER DUKE GT και σου αρέσει περισσότερο να ταξιδεύεις από τους επαρχιακούς δρόμους, παρά από τις εθνικές οδούς με σταθερή ταχύτητα. Είναι σκέτη ηδονή αυτές οι ενδιάμεσες επιταχύνσεις από στροφή σε στροφή. Επιπλέον, αυτός ο κινητήρας δεν προέρχεται από κάποιο σύγχρονο superbike, οπότε δεν πάσχει από το σύνδρομο της μακριάς πρώτης που έχει το BMW S 1000 XR και το κοιμίζει στα στενά ανηφορικά στροφιλίκια. Όχι πως με αυτή τη ροπή θα είχε πρόβλημα ο γιγαντιαίος V2 κινητήρας της ΚΤΜ, αλλά όπως και να το κάνουμε, η σωστή κλιμάκωση των σχέσεων του κιβωτίου για οδήγηση στο δρόμο μεγεθύνει ακόμα περισσότερο το πλεονέκτημά του στις επιταχύνσεις εν κινήσει.

Ένα σε λευκό

Το SUPER DUKE GT ήταν και θα παραμείνει μια “περιθωριακή” μοτοσυκλέτα. Ούτε τη μόδα των mega on-off ακολουθεί, ούτε τα συντηρητικά γούστα των παραδοσιακών πελατών της κατηγορίας sport touring ικανοποιεί η εκκεντρική εξωτερική της εμφάνιση. Στην πράξη όμως συνδυάζει κορυφαία άνεση για δύο άτομα, κορυφαία ασφάλεια, κορυφαία συμπεριφορά στην σπορ οδήγηση, είναι απολαυστικό στην πίστα, γίνεται ινδιάνος μέσα στην πόλη (χωρίς τις χούφτες και τις βαλίτσες…) και έχει εντυπωσιακή παρουσία στο δρόμο, που εμπνέει σεβασμό. Οι ημι-ενεργητικές αναρτήσεις μουτζουρώνουν λίγο την απόλαυση, αλλά αυτό δεν αρκεί για να αλλάξει την συνολική εικόνα. Το SUPER DUKE GT άρχισε να μας λείπει από την πρώτη ώρα που το επιστρέψαμε στην αντιπροσωπεία. Κάτι που δεν θα είχε καμία σημασία, αν αμέσως μετά δεν παραλαμβάναμε το R1M και το S1000RR…

 

 ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

KTM 1290 SUPER DUKE GT             

Αντιπρόσωπος:

KTM SEE

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Μήκος (mm):

-

Ύψος (mm):

-

Μεταξόνιο (mm):

1481+/-15mm

Απόσταση από το έδαφος (mm):

141

Ύψος σέλας (mm):

835

Ίχνος (mm):

-

Γωνία κάστερ (˚):

24,9

Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):

660

Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):

490

Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):

900

Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):

480

 

ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ

 

240,5kg (χωρίς καύσιμο: 222,9kg)

Πίσω

49,3%

Εμπρός

50,7%

Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:

+0,1%

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο χωροδικτύωμα

Πλάτος (mm):

-

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

195/-

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Δικύλινδρος V, υγρόψυκτος με 2ΕΕΚ και 4 Β/Κ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

108

Χωρητικότητα (cc):

1301

Σχέση συμπίεσης:

13,7:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

177

Ροπή (kg.m/rpm):

14,2

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

135,9

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός ride by wire

Σύστημα εξαγωγής:

2 σε 1 σε 2

Σύστημα λίπανσης:

Ημίξηρο κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος, υποβοηθούμενος

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια/1,900

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα / 2,235

 

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Km/h

Sec

Μέτρα

0-50

1,61

11,19

0-100

3,44

49,83

0-150

6,33

150,71

0-200

9,88

327,1

0-250

 

 

 

ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Μέτρα

Sec

km/h

0-400

11,15

210,51

0-1.000

-

-

 

ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

80-140

3,14

100,89

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)

Km/h

4η

5η

6η

40-80

2,08/3361

3,41/52,95

-/-

80-120

1,8/50,37

2,24/62,06

2,75/76,51

120-160

1,79/69,78

2,51/97,92

3,09/120,94

160-200

-

2,68/135,41

3,78/189,45

200-240

-

-

-

 

ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

120-40

2,47

54,34

 

 

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Μονό αμορτισέρ

Διαδρομή (mm):

156

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις ρυθμίσεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

6 Χ 17

Ελαστικό:

190/55-17

Πίεση:

-

ΦΡΕΝΟ

Μονός δίσκος 240mm με ρυθμιζόμενη λειτουργίας cornering ABS MP 9.1

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Έγχρωμη οθόνη TFT 6,5”με αισθητήρα φωτός, Bluetooth, multimedia connencivity, αυτόματα φώτα full led με cornering lights, ημί-ενεργητικές αναρτήσεις, quick shifter up/down, anti-wheelie, ρυθμιζόμενο traction control, αυτόματη ρύθμιση φρένου κινητήρα

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Τηλεσκοπικό πιρούνι Upside-Down

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

125/45

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις ρυθμήσεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

3,5 Χ 17

Ελαστικό:

120/70-17

Πίεση:

-

ΦΡΕΝΟ

Δύο δίσκοι 320mmμε ακτινικές δαγκάνες BremboM50 και corneringABS

 

ΔΥΝΑΜΟΜΕΤΡΗΣΗ

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

148,5/8.800

Ροπή (kg.m/rpm):

12,8/7.200

 

ΛΕΖΑΝΤΑ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

Σχεδόν 150 άλογα στον τροχό έχει ο αυστριακό V2, αλλά εκείνο που τον ξάνει ξεχωριστό και μοναδικό είναι η εξωφρενική καμπύλη της ροπής που ξεκινά από τα 8km/h στις 2.500 και φτάνει έως τα 12,8kg/m στις 7.200. Σκάβει την άσφαλτο σε κάθε άγγιγμα του γκαζιού!

 

 

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Μέση

7,4

Ελάχιστη

5,5

Μέγιστη

12,9

Αυτονομία (km):

310

Αυτονομία ρεζέρβας (km):

-

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

23/-

         

 


 

BMW F450GS 2026: 48 άλογα – 165 πραγματική τελική και αυτόματη διαχείριση συμπλέκτη

Το μικρό GS με τον μεγάλο εξοπλισμό
BMW F450GS 2026: 48 άλογα – 165 πραγματική τελική και αυτόματη διαχείριση συμπλέκτη
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

31/3/2026

Οδηγώντας την μικρότερη σε κυβισμό, νέα προσθήκη στην οικογένεια των GS, στους δρόμους και τους χωματόδρομους της Σικελίας, ερχόντουσαν με την σειρά τα μηνύματα για την έκδοση Trophy και τον εξοπλισμό της, πράγμα που συμπληρώνει την αρχική εικόνα που είχε δημιουργηθεί από την λανθασμένη αναγραφή της τιμής του πρόσθετου εξοπλισμού, στο επίσημο site της BMW. Και η εικόνα αυτή δείχνει πως ακόμη και σε αυτή την κατηγορία, που υποτίθεται πως κινείται με αυστηρά κριτήρια κόστους, το κοινό της BMW διαφέρει ρίχνοντας περισσότερο βάρος στον πρόσθετο εξοπλισμό από ό,τι ισχύει στον υπόλοιπο ανταγωνισμό.

Έτσι και αλλιώς το γενικό ενδιαφέρον του κόσμου για το F450GS ήταν δεδομένο από πέρσι, όταν φιλοξενούσαμε στα γραφεία μας την πρωτότυπη μοτοσυκλέτα και οι συνολικές θεάσεις εκείνου του VIDEO ξεπέρασαν τα δύο εκατομμύρια, φανερώνοντας πως όχι μόνο περιμένει κόσμος το μικρό GS αλλά πως είναι αυξημένο το ενδιαφέρον προς αυτή την κατηγορία γενικά.

Οδηγήσαμε δύο από τις εκδόσεις του, την Sport και την GS Trophy που επιπρόσθετα είχε Rally ενιαία σέλα και ακτινωτές ζάντες. Η BMW δεν μπόρεσε να λύσει το θέμα αναγραφής της τιμής στην διαδικασία διαμόρφωσης τιμής γιατί όσο περίεργο και αν ακούγεται, δεν υπάρχει χειροκίνητη επέμβαση στις τιμές αλλά συνδέονται αυτές με την διαχείριση της γραμμή παραγωγής και έτσι επέλεξε να αφαιρέσει την επιλογή. Για εκείνον που ενδιαφέρεται πραγματικά να αγοράσει αυτό δεν είναι πρόβλημα καθώς σε οποιαδήποτε αντιπροσωπεία δώσει την παραγγελία του, τότε και τις ζάντες παραγγέλνει και στην σωστή τιμή υπολογίζονται αυτές εξαρχής, περίπου 600 Ευρώ επιπρόσθετα.

Στους υπόλοιπους όμως δημιουργήθηκε η λανθασμένη εντύπωση πως δεν μπορείς να αποκτήσεις αυτό το πακέτο εξοπλισμού, στην Ελλάδα. Με τιμή που ξεκινά από τις 7.090 Ευρώ, και είχε πέσει στα 6.590Ευρώ για όσο ίσχυαν οι προπαραγγελίες του 2025, το νέο F450GS είναι πλούσια εξοπλισμένο.

Ξεκινάμε από το γεγονός πως από την θέση του αναβάτη αντικρύζεις μία εικόνα γνώριμη, οθόνη και διακόπτες ίδιοι με την μεγαλύτερη κατηγορία, ακριβώς τα ίδια όμως με την BMW εφαρμόζει οικονομία κλίμακος δικαιολογώντας το πρόσθετο έξοδο, καθότι η οθόνη χρειάζεται να ταξιδέψει από την Ευρώπη μέχρι την Ινδία, σε ένα αντίστροφο δάνειο.

BMW F450GS 2026: 48 άλογα – 165 πραγματική τελική και αυτόματη διαχείριση συμπλέκτη
Όλες οι εκδόσεις έρχονται στην Ελλάδα με όλο τον εξοπλισμό - Για την Trophy με ακτίνες όμως, υπάρχει μεγάλη αναμονή

Το νέο F450GS κατασκευάζεται στην Ινδία από την κολοσσιαία TVS, η οποία πρόσφατα πέρασε την Yamaha στις παγκόσμιες πωλήσεις και έχει βάλει στόχο να περάσει και την Hero στην Ν2 θέση. Μόλις το καταφέρει αυτό θα είναι ο μεγαλύτερος κατασκευαστής του κόσμου μετά την Honda.

Η μοτοσυκλέτα αυτή όμως είναι καθαρά γερμανική υπόθεση καθώς εξελίχθηκε από τους Γερμανούς από λευκό χαρτί και μάλιστα με ειδική μελέτη ως προς τις μεθόδους για να αξιοποιηθούν πλήρως οι τεχνικές που ταιριάζουν καλύτερα στην γραμμή παραγωγής, πετυχαίνοντας να κρατηθεί χαμηλά το κόστος με το δυνατόν μικρότερο ρίσκο σε συγκεκριμένα θέματα αξιοπιστίας που έχουν να κάνουν με την συναρμολόγηση.

Αυτό σημαίνει πως το επίπεδο έχει ανάβει πολλές φορές πάνω από τον μονοκύλινδρο προκάτοχο αυτής της μοτοσυκλέτας το 310GS για το οποίο το MΟΤΟ έχει γράψει ιδιαίτερα επικριτικά σχόλια από την πρώτη στιγμή της δοκιμής του και όχι τώρα, που ήρθε το νέο. Φτάσαμε στο σημείο να διοργανώσουμε MEGA TEST mini ON-OFF και να μην το πάρουμε, βάζοντας όμως μία φωτογραφία του, τονίζοντας πως είναι τόσο πίσω που θα χαλούσε τον μέσο όρο και θα κολάκευε στην συνέχεια την προτελευταία μοτοσυκλέτα.

 

 

 

Για την BMW αυτά δεν είναι άγνωστα και το αποδεικνύει με πράξεις καθώς μπαίνει στην διαδικασία να σχεδιάσει από το μηδέν το νέο F450 χωρίς να κρατήσει τίποτα από τον προκάτοχο.

Για εμένα τα σημαντικότερα στοιχεία είναι το νέο μηχανικό σύνολο και ο φυγοκεντρικός συμπλέκτης. Το πρώτο γιατί βρίσκεται στο άνω άκρο της κατηγορίας, έτσι όπως αυτή υφίσταται αυτή την στιγμή με τον πλέον ακραίο ανταγωνισμό που είχε ποτέ και έπειτα ο συμπλέκτης που φέρνει κάτι νέο και διαφορετικό από το αντίστοιχο σύστημα της Honda. Το Ιαπωνικό E-Clutch είναι η αυτόματη διαχείριση της μανέτας του συμπλέκτη με ένα σύστημα σερβομοτέρ, χωρίς να αλλάζει στην πράξη ο συμπλέκτης που παραμένει κοινός και στην συμβατική έκδοση. Αυξάνει ελάχιστα το βάρος και τοποθετείται εξωτερικά του μπλοκ του κινητήρα.

Στην BMW όμως έχουμε κάτι νέο, ένα σύστημα αντίστοιχο με της Rekluse που θα δείτε σε σκληροπυρηνικούς εντουράδες και αποτελεί πρόσθετο εξοπλισμό. Στο Enduro η χρήση του δηλώνει συνήθως σκληροπυρηνική χρήση, σε καθημερινές μοτοσυκλέτες μία μερίδα του κοινού προσπαθεί να το αναγάγει σε βοήθημα αποκλειστικά για νέους αναβάτες. Παρότι δεν απέχει κάτι τέτοιο από την πραγματικότητα, δεν παύει να περιγράφει μία μόνο πτυχή του ERC της BMW, (Easy Ride Clutch) καθώς έρχεται να αναβαθμίσει την καθημερινότητα εκείνου που θα επιλέξει την F450GS ως μία δεύτερη μοτοσυκλέτα, έχοντας ήδη ένα GS για ταξίδια. Η λύση αυτή της BMW είναι εξατομικευμένη για το F450GS και δεν έχει αναπτυχθεί γενικά για την γκάμα, όπως το E-Clutch. Μέχρι στιγμής μόνο το νέο αυτόματο κιβώτιο της KTM στο 1390 Super Adventure S EVO, έχει έναν φυγοκεντρικό συμπλέκτη που να αντέχει σε μεγάλα αποθέματα ροπής και όπως και της BMW αν γενικεύσεις πάρα πολύ την βάση της λειτουργίας του, θα βρεις ομοιότητες με τον συμπλέκτη της Rekluse.

BMW F450GS motomag
Αυτόματη διαχείριση συμπλέκτη - Νέος φυγοκεντρικός συμπλέκτης από την BMW

Ωστόσο μόνο η KTM χρειάστηκε να έρθει σε επαφή μαζί τους για να δει αν υπάρχει ζήτημα καταπάτησης πατέντας. Η BMW δεν μπήκε σε αυτή την διαδικασία καθώς δεν πλησίασε τα σημεία που έχουν κατοχυρωθεί από την Rekluse, αντιθέτως ανέστρεψε την λειτουργία της απομόνωσης των δίσκων για αμεσότητα απεμπλοκής στην στάση της μοτοσυκλέτας και μηδενική φθορά. Στο χώμα αυτό μεταφράζεται σε μία ελάχιστα σπασμωδική κίνηση, αντιληπτή μόνο όταν προσπαθείς να κάνεις επιτόπου στροφή σε αμμώδες έδαφος ή οπουδήποτε θα άνοιγες το γκάζι και με ένα δάχτυλο στην μανέτα θα προσπαθούσες να κάνεις κινήσεις ακριβείας. Δεν πρόκειται να προβληματίσει τον μέσο αναβάτη ενώ δεν θα γίνει ποτέ αντιληπτό από τον αρχάριο, θα απασχολήσει μονάχα τον έμπειρο στο χώμα αναβάτη που έτσι και αλλιώς δεν ανήκει στο κοινό αυτής της μοτοσυκλέτας.

Η BMW έκανε συνειδητή επιλογή για τον 19άρι μπροστινό τροχό και επέλεξε να μην φέρει έκδοση με 21 καθώς η φιλοσοφία του GS είναι η παράλληλη χρήση σε άσφαλτο και χώμα, ασχέτως αν κάποτε υπήρχε η κάθετος στην μέση των δύο αρχικών γραμμάτων που άλλαζε αρκετά το νόημα. Στην παρούσα φάση, ο διττός χαρακτήρας του μεγάλου GS πρέπει να αντανακλάται τόσο την μικρή, όσο και στην μεσαία κατηγορία. Στο τεύχος θα δούμε μία λύση που έχει δοκιμαστεί από την BMW και δεν ανακοινώνεται για εκείνους τους ελάχιστος που θα ήθελαν να πειραματιστούν με αλλαγές στο F450GS και ποια συγκεκριμένη επιλογή, τους προτείνω.

Συνειδητή επιλογή ήταν και η κλιμάκωση του κιβωτίου με κοντές σχέσεις αντί γραναζώματος. Αντιθέτως το νέο F450GS έχει πραγματική τελική, μετρημένη με GPS στα 165 χιλιόμετρα και στο κοντέρ ανεβάζει τουλάχιστον 8 περισσότερα, ακόμη και δέκα πιο πάνω αν επιμείνει κανείς στο κόκκινο σε κάποια πολύ μεγάλη σε μήκος κατηφόρα. Σχετικά γρήγορα για την κατηγορία ανεβαίνει μέχρι και τα 150χ.α.ω, όμως το δυνατό του χαρτί είναι η ανηφορικοί, γεμάτοι στροφές, επαρχιακοί δρόμοι. Αντί να υιοθετήσει ένα κιβώτιο κατάλληλο και για street χρήση, προετοιμάζοντας το έδαφος για αργότερα, όταν αναπόφευκτα θα δούμε και κάποιο μοντέλο σειράς R, όπως είχε γίνει με το 310, η BMW ολοκλήρωσε το 450 όπως χρειάζεται για την κατηγορία.

BMW F450GS: Το οδηγούμε στην Σικελία
Μπορεί να κινηθεί με γρήγορο ρυθμό σε άδειους επαρχιακούς

Ελάχιστοι κραδασμοί, χαρακτηριστική ευστροφία που θα γίνει σημείο αναφοράς και ένας ήπιος κόφτης, συνθέτουν έναν εξαιρετικό κινητήρα που βρίσκει τρόπο να ξεχωρίσει στην πλημμυρισμένη από προτάσεις κατηγορία. Το 80% της διαθέσιμης ροπής είναι διαθέσιμο μέχρι το στροφόμετρο να δείξει 3.000 στροφές ενώ το συνολικό βάρος του μπλοκ κινητήρα, είναι 45,7 κιλά. Έχει έναν αντικραδασμικό άξονα και ο στρόφαλος είναι 225ο και ελαφρώς παράκεντρα τοποθετημένος, οι δύο βασικοί λόγοι για τους λίγους κραδασμούς. Η συνολική χωρητικότητα σε λάδι είναι 2,6 λίτρα και η BMW ανακοινώνει 3,8 λίτρα μέσης κατανάλωσης. Στον γρήγορο ρυθμό που κινηθήκαμε εμείς και κρατώντας τις στροφές ψηλά σε αρκετά σημεία, είδαμε ένα λίτρο παραπάνω από γρήγορο υπολογισμό κατά το γέμισμα που κάναμε στην μέση της ημέρας, αλλά αυτό θα το δούμε πιο σωστά στην δοκιμή του, όταν έρθει στην Ελλάδα.

Δοκιμάζοντας την έκδοση με την πρόσθετη Sport ανάρτηση σε γρήγορη οδήγηση σε ανηφορικούς δρόμους ο κινητήρας ανταποκρίνεται πλήρως για τα δεδομένα της κατηγορίας και το μικρό μεταξόνιο προσφέρει ευελιξία, κάτι που εκτιμά κανείς ακόμη περισσότερο σε καθημερινή χρήση εντός πόλης. Στο ταξίδι οι μαζεμένες διαστάσεις θα έχουν το αντίστροφο αποτέλεσμα αν αναβάτης και συνεπιβάτης έχουν εκτόπισμα Γερμανών, που κατά μέσο όρο είναι ψηλότερος λαός από εμάς.

Το F450GS έχει συνολική μεταφορική ικανότητα 355 κιλών και ζυγίζει 178 κιλά με γεμάτο το ρεζερβουάρ. Αυτό σημαίνει πως μπορεί να μεταφέρει έως και 177 κιλά με αναβάτη-συνεπιβάτη και αποσκευές σε οποιονδήποτε συνδυασμό τους. Για τα δεδομένα της κατηγορίας, η κάλυψη από τον αέρα για ταξίδια σε Εθνική Οδό με φυσιολογική μέση ωριαία είναι απλά ικανοποιητική στο κράνος με το καλό πως δεν δημιουργεί στροβιλισμούς η ζελατίνα, ενώ μένουν εκτεθειμένοι οι ώμοι και τα γόνατα.

BMW F450GS: Το οδηγούμε στην Σικελία
Η έκδοση Trophy συγκεντρώνει στην Ελλάδα το μεγαλύτερο ποσοστό στις προ-παραγγελίες

Το καλύτερο πεδίο δράσης του μικρού GS είναι ωστόσο οι επαρχιακοί δρόμοι, εκεί όπου οι μαζεμένες διατάσεις και το μετριασμένο βάρος που φτάνει σχεδόν τα είκοσι κιλά πιο κάτω από ορισμένες κινέζικες προτάσεις, με το εξαιρετικό ζύγισμα της σχεδίασης της BMW σου επιτρέπει να διατηρήσεις έναν σβέλτο ρυθμό. Για αυτό και είναι κρίμα που σε πολύ γρήγορο ρυθμό οι αναρτήσεις ΔΕΝ πρόκειται να κάνουν όλα όσα το marketing της BMW σας δείχνει σε φωτογραφίες, κάτι που ισχύει και στο χώμα. Το marketing έχει επιλέξει για το Trophy ένα ιδιαίτερα “Ready to Race” προφίλ, σαν ο στόχος να είναι το KTM 390 Adventure, όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι μία τόσο ικανή μοτοσυκλέτα. Στην προκειμένη περίπτωση θα πω και πάλι καλά, μπορούσαν να τα είχαν κάνει πολύ χειρότερα, όπως στην street σειρά του Boxer που όλη η εταιρική επικοινωνία βασίστηκε σε φωτογραφίες AI. Μπορεί να γλίτωσαν κόστος από την φωτογράφιση αλλά το αποτέλεσμα είναι να μην έχουμε δει την μοτοσυκλέτα μέχρι την ημέρα που βρέθηκε σε Έκθεση.

Το βασικότερο στοιχείο δουλειάς στις παρουσιάσεις νέων μοντέλων είναι πως έχεις την ευκαιρία να μιλήσεις με τα στελέχη του εργοστασίου και στην προκειμένη περίπτωση εκτός από τον υπεύθυνο παραγωγής για όλους τους δικύλινδρους κινητήρες εκτός του Boxer και τον άνθρωπο πίσω από την εξέλιξη του φυγοκεντρικού συμπλέκτη, ήταν και ο CEO της BMW Motorrad, Markus Flasch.

BMW F450GS: Το οδηγούμε στην Σικελία
Το GPS της BMW είναι ίδιο με αυτό που βάζει κανείς στο μεγάλο GS, μόνο εκεί δεν φτάνει στο 1/6 της αγοράς της μοτοσυκλέτας. Ίδια και η οθόνη οργάνων.

Ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να του ζητήσω να μην ξανά βάλουν ποτέ ΑΙ φωτογραφίες σε παρουσίαση νέου μοντέλου, καθώς έτσι χάνεται κάθε η αίσθηση μεγέθους και δεν μπορούμε να πάρουμε και τα πρώτα ψήγματα από τι έχουν ετοιμάσει καθώς η στάση σώματος του αναβάτη είναι αφύσικη τελείως. Μου είπε ότι συζητήθηκε ήδη εσωτερικά και μάλιστα εκείνος ο άνθρωπος που πήρε την απόφαση να το κάνει αυτό, δεν εργάζεται πλέον στην BMW, δυστυχώς πήγε στην KTM! Στην μοναδική εταιρεία που οι εταιρικές φωτογραφίες ανταποκρίνονταν πραγματικά στο όραμα που είχαν, πήραν τον άνθρωπο δίχως όραμα τελείως. Ελπίζω να έχει πάρει το μάθημά του και να μην φέρει κάτι αντίστοιχο σε μία άλλη Ευρωπαϊκή εταιρεία, σε 15 μέρες που θα πιάσει δουλειά εκεί.

Κλείσαμε την συζήτηση με τον κ.Flasch για την εταιρική επικοινωνία του νέου F 450 GS και το γεγονός πως το δείχνουν σε άλματα, ντριφταρίσματα και σκληρή εκτός δρόμου χρήση, όταν όλα αυτά δεν ανταποκρίνονται στον σχεδιασμό της μοτοσυκλέτας και τον μέσο αναβάτη στον οποίο απευθύνεται. Συμφώνησε, αλλά η BMW είναι πάντα sport μου είπε και αυτό πρέπει να πηγαίνει και στο F 450 GS. Του είπα πως δεν θα έκανα κάτι διαφορετικό στη θέση του, με την προϋπόθεση να είχα μία έκδοση με ΄21 εμπρός τροχό. Σε κάθε περίπτωση το νέο F 450 GS είναι ιδανικό για έναν αρχάριο σε απλές χωμάτινες διαδρομές που έτσι και αλλιώς δεν θα μπορούσε να αξιοποιήσει τον μεγαλύτερο τροχό, το ακριβώς αντίθετο θα έπεφτε εξαιτίας του, όπως είδαμε τους αναβάτες του R 1250 GS όταν δοκίμαζαν το πρώτης γενιάς Yamaha Tenere.

Για εκείνον που ξέρει να φορτίζει τον εμπρός τροχό, η συμπίεση του πιρουνιού που έχει μία προοδευτικότητα προσανατολισμένη στην ασφάλτινη χρήση δεν θα είναι ζήτημα για να οδηγήσει γρήγορα στο χώμα, ενώ ο μέσος αναβάτης δεν θα φτάσει ποτέ να τον απασχολεί κάτι τέτοιο. Όσοι όμως ενδιαφέρονται να βελτιώσουν τις ικανότητές τους και να κάνουν πιο απαιτητικό χώμα με το νέο F 450 GS θα πρέπει να αναζητήσουν λύση για εμπρός και στην πορεία αυτή, θα προτείνω στο έντυπο κάτι που έχει ήδη δοκιμαστεί από τους ίδιους.

BMW F450GS: Το οδηγούμε στην Σικελία
Η έκδοση Trophy σε "full extra" μορφή

Με απόσταση από το έδαφος στα 220χιλστ για διαδρομές αναρτήσεων 180 εμπρός και πίσω με ρυθμίσεις αποσβέσεων στις μοτοσυκλέτες που δοκιμάσαμε εμείς και ελαστικό 130/80 για πίσω, μπορείς να ξύσεις μαρσπιέ σε καλή άσφαλτο με σχετική ασφάλεια καθώς η πρόσφυση πρώτα θα χαθεί στο πίσω ελαστικό δίνοντάς σου τον απαραίτητο χρόνο αντίδρασης. Κι αυτό όμως είναι κάτι που εμπίπτει σε πιο προχωρημένο επίπεδο και δεν θα απασχολήσει τον μέσο αναβάτη.

Από τον πλούσιο εξοπλισμό που έχει διαθέσιμο, ο φυγοκεντρικός συμπλέκτης είναι εκείνο που ξεχωρίζει περισσότερο από όλα. Το πότε θα γίνει η αλλαγή στην σχέση του κιβωτίου, είτε το ανέβασμα, είτε το κατέβασμα το επιλέγει ο αναβάτης που απλά ενεργεί στον λεβιέ, χωρίς να κάνει τίποτα περισσότερο. Όλα τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει να τα κάνει μόνος του. Αν θέλεις να σηκώσεις μία σούζα, που λόγω κυβικών το συμπλεκτάρισμα είναι απαραίτητο, απλά πιάνεις την μανέτα που είναι εκεί και σε περιμένει. Το ίδιο και οπουδήποτε πιστεύεις πως μπορείς να κάνεις καλύτερη δουλειά μόνος σου, ή απλά τον πρώτο καιρό που μπορεί να ξεχαστείς. Διαφορετικά δεν υπάρχει κανένας λόγος για την λειτουργία της μανέτας από τον αναβάτη.

BMW F450GS: Το οδηγούμε στην Σικελία
Διακόπτες και εργονομία μεγαλύτερου GS

Η BMW έχει κάνει εξαιρετική δουλειά προετοιμάζοντας αυτή την μοτοσυκλέτα για τον σκληρό ανταγωνισμό που πρόκειται να αντιμετωπίσει. Ξεκινώντας να σχεδιάζουν αυτή την μοτοσυκλέτα ο βασικός ανταγωνισμός ήταν το CB500X της Honda και ένα KTM 390 Adventure που δεν είχε καμία σχέση με το φετινό μοντέλο. Στο μεταξύ όμως το κέντρο ενδιαφέροντος έχει μετακομίσει πιο κοντά στο χώμα για μία μερίδα αναβατών, όχι όμως για την πλειοψηφία στην οποία απευθύνεται η BMW με το νέο F 450 GS.