Δοκιμή: Yamaha NMAX 125 2015-2018

Πρακτικότητα με σπορ γονίδια
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

20/9/2018

Η άφιξη του Yamaha NMAX το 2015 έβαλε την ιαπωνική εταιρεία, στο παιχνίδι της νέας κατηγορίας μικρού κυβισμού premium scooter, προσφέροντας την πιο sport πρόταση. Όμως στο τεστ που κάναμε τον Ιανουάριο του 2016, διαπιστώσαμε ότι έχει κι άλλες αρετές:

Το νέο μικρό scooter της Yamaha δεν είναι απλώς μία ακόμα πρόταση ανάμεσα στα δεκάδες scooter της κατηγορίας του, αλλά έρχεται φορτωμένο με τεχνολογία και σπορ γονίδια για να δώσει μια νέα γεύση στην πρακτικότητα

Αν έψαχνες μέχρι σήμερα για ένα scooter που να είναι μοντέρνο, μικρό, οικονομικό σε κατανάλωση, επαρκείς χώρους για δύο άτομα, χαμηλή σέλα και με μπόλικο αποθηκευτικό χώρο κάτω από αυτή, το πιθανότερο ήταν να καταλήξεις σε κάποιο κατάστημα της Honda κοιτάζοντας ένα PCX 125. Τα υπόλοιπα scooter των 125 κυβικών είτε είναι πολύ μικρά σε μέγεθος, με αποτέλεσμα να μην κάθονται με άνεση δύο άτομα πάνω τους και έχουν ελάχιστους αποθηκευτικούς χώρους, είτε είναι δυσανάλογα μεγάλα για τον κυβισμό τους, με αποτέλεσμα να έχουν υπερβολικά ψηλές σέλες και μεγάλο βάρος που ζορίζει τον μικρό κινητήρα τους. Όμως από φέτος η Yamaha δίνει την δική της απάντηση ή αν θέλετε πρόταση, για το πώς πρέπει να είναι φτιαγμένο ένα πραγματικά πρακτικό και οικονομικό scooter. Οδηγώντας όλες αυτές τις μέρες το NMAX 125 μείναμε απόλυτα ικανοποιημένοι για δύο λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι το NMAX έχει όλα τα βασικά στοιχεία που μας έχουν κάνει να μας αρέσει τόσο πολύ το PCX 125. Έχει δηλαδή πολύ μικρό βάρος, που μόλις ξεπερνά τα 125 κιλά με γεμάτο το ρεζερβουάρ και πολύ μαζεμένες εξωτερικές διαστάσεις για να τρυπώνει, στην κυριολεξία, παντού. Την ίδια στιγμή όμως το μήκος και το πλάτος της σέλας του είναι όσο μεγάλο χρειάζεται για να μπορούν να κάτσουν δύο άτομα πάνω της με περίσσια άνεση, που όμοιά της δύσκολα θα βρεις ακόμα και στην μεσαία κατηγορία των 250-300 κυβικών. Ο συνδυασμός μικρών εξωτερικών διαστάσεων και άφθονων χώρων, συμπληρώνεται από την προσεγμένη εργονομία, όπου χάρη στο μεγάλο μήκος της ποδιάς και των ξεχωριστών, πτυσσόμενων μαρσπιέ για τον συνεπιβάτη, όχι απλώς χωράνε δύο άτομα πάνω του στατικά, αλλά επιπλέον νοιώθουν άνετα όταν το NMAX κινείται, επιταχύνει, φρενάρει ή στρίβει.

Ο αναβάτης μπορεί να βάλει τα πόδια του σε τρία διαφορετικά σημεία πάνω στην ποδιά και να βρει εύκολα την θέση οδήγησης που επιθυμεί εκείνη της στιγμή. Εδώ να πούμε ότι η Yamaha έχει βάλει ένα πολύ καλής ποιότητας αντιολισθητικό λάστιχο σε όλα τα σημεία που πατάνε τα πόδια σου πάνω στην ποδιά, κάτι που δεν συνηθίζεται σε αυτή την κατηγορία κυβισμού. Αυτό βοηθάει ακόμα περισσότερο την άνεση όταν κάθεσαι για πολύ ώρα πάνω στο NMAX, διότι δεν χρειάζεται να σφίξεις ποτέ τα πόδια σου, ούτε όταν φρενάρεις, ούτε όταν στρίβεις γρήγορα, ούτε όταν κινείσαι με πάνω από 80km/h, όπου οι ριπές του αέρα πίσω από την ποδιά σού κουνάνε τα χωρίς στήριξη γόνατά σου σε όλα τα scooter. Όμως εκεί που το NMAX πραγματικά διαπρέπει και χτυπάει άριστα, είναι στον τομέα της πρακτικότητας. Είναι μύθος ότι όλα τα scooter είναι πρακτικά. Σίγουρα είναι πρακτικότερα και οικονομικότερα από ένα αυτοκίνητο ή μια μεγάλη, ειδικού προσανατολισμού μοτοσυκλέτα, όμως ένα scooter που ζυγίζει 250 κιλά, έχει πλάτος αεροπλανοφόρου και τα πόδια σου δεν πατάνε εύκολα στο έδαφος, δεν μπορείς να το αποκαλείς πρακτικό.

Πραγματικά πρακτικό scooter είναι αυτό που δεν σε βάζει ΠΟΤΕ να σκεφτείς αν χωράς να περάσεις ανάμεσα από δύο αυτοκίνητα, αν μπορείς να το παρκάρεις και να το ξεπαρκάρεις χωρίς να του γδάρεις από κάτω την ποδιά και τον κινητήρα ή να κινδυνεύεις να σου πέσει. Επίσης, πρακτικό scooter είναι αυτό με το οποίο μπορείς να πηγαίνεις στο supermarket και να βολεύεις εύκολα τα ψώνια της εβδομάδας ή στο μπαράκι και στο club χωρίς να σκέφτεσαι πού θα φυλάξεις με ασφάλεια το κράνος, τα γάντια ή ακόμα και το μπουφάν σου. Πρακτικό scooter είναι και αυτό που έχει μεγάλη αυτονομία για να μην ψάχνεις ανοιχτό βενζινάδικο νυχτιάτικα στο νησί της άγονης γραμμής που διάλεξες να πας διακοπές. Με το NMAX τίποτα από αυτά δεν θα σε απασχολήσει και αυτό με δύο λέξεις ονομάζεται ποιότητα ζωής, που είναι το σπανιότερο και πολυτιμότερο αγαθό για όσους ζουν στις μεγάλες ελληνικές πόλεις.

Δολοφόνος παπιών

Τα τελευταία χρόνια η Yamaha παρουσιάζει νέες μοτοσυκλέτες με καταιγιστικό ρυθμό. Αυτό που τις ξεχωρίζει αυτή την στιγμή από τα νέα μοντέλα που παρουσιάζουν οι υπόλοιπες εταιρείες, είναι ότι εκείνες τις Yamaha βασίζονται σε μια σειρά ολοκαίνουριων κινητήρων, οι οποίοι έχουν σχεδιαστεί με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας ώστε να αντέξουν τον ανταγωνισμό σε μεγάλο βάθος χρόνου. Ακριβώς το ίδιο σκεπτικό σχεδιασμού συναντάμε στοn κινητήρα του NMAX. Υπό τον γενικό τίτλο Blue Core Technology, ο νέος αυτό μονοκύλινδρος, υγρόψυκτος κινητήρας έχει μεταβλητό χρονισμό βαλβίδων, ψεκασμό με οβάλ διατομής αυλό, σφυρήλατο έμβολο και αντιτριβική επίστρωση (DiASiL) στον κύλινδρο.

Υπερβολικά ακριβός και τεχνολογικά προηγμένος για να τον βάλεις σε ένα μικρό scooter με τιμή κάτω από 3.000 ευρώ. Αν δεις όμως πόσο υποτετράγωνος είναι, θα καταλάβεις ότι με ένα μεγαλύτερης διαμέτρου έμβολο μπορεί εύκολα να γίνει 150, 200, 250 ή ακόμα και 300 κυβικά. Σημασία έχει ότι το NMAX έχει έναν Hi-End κινητήρα, που τα οφέλη του είναι άμεσα αντιληπτά. Οι επιδόσεις του είναι συγκρίσιμες με εκείνες των scooter των 150 και 200 κυβικών και ειδικά με δύο άτομα πάνω στην σέλα του, κανένα άλλο τετράχρονο 125 δεν μπορεί να σταθεί δίπλα του. Σε τελική ταχύτητα σε επίπεδη ευθεία δεν διαφέρει πολύ από τον ανταγωνισμό (100-110km/h στο κοντέρ με ένα άτομο) όμως φτάνει πολύ πιο γρήγορα σε αυτή την ταχύτητα και αν ο δρόμος αρχίζει να κατηφορίζει θα δείξει 124km/h, όταν τα περισσότερα 125 σταματάνε στα 110km/h.

Έτσι, χάρη στις μαζεμένες διαστάσεις και στην ψυχή του κινητήρα του, το NMAX κάνει κηδείες στα παπιά μέσα στην πόλη και ξεκινάει σφαίρα από τα φανάρια. Τα ευχάριστα νέα δεν σταματούν εδώ. Στις κορυφαίες επιδόσεις του κινητήρα του NMAX, η Yamaha συμπλήρωσε ένα εξίσου ακριβής κατασκευής πλαίσιο, αναρτήσεις, φρένα και ελαστικά, με αποτέλεσμα η ταχύτητα που επιτυγχάνει στις ευθείες να διατηρείται και όταν το NMAX συναντάει στροφές.

Το κράτημα των Dunlop ελαστικών σχεδόν εξαφανίζει τα απότομα γλιστρήματα που έχουν τα περισσότερα scooter με μικρούς τροχούς και βοηθούν τα δύο μεγάλα δισκόφρενα με το στάνταρ ABS να κατεβάσουν όλη τους την δύναμη στην άσφαλτο. Η απόδοση των φρένων πραγματικά εντυπωσιάζει, ειδικά όταν έχει δύο άτομα στην σέλα, όπου το επιπλέον βάρος δεν επηρεάζει τις αποστάσεις ακινητοποίησης όπως συμβαίνει με τους ανταγωνιστές του. Σε αυτό συμβάλει και η ρύθμιση του ABS, που δεν αμολάει νωρίς τα φρένα και δεν μπερδεύεται εύκολα με τις λακκούβες.

 

Τα δύο ποιοτικής λειτουργίας αμορτισέρ πίσω και το πλαίσιο που είναι κατασκευασμένο από ακριβό κράμα ατσαλιού, προσδίδουν μια πρωτόγνωρη αίσθηση στιβαρότητας σε όλες τις συνθήκες, που θυμίζει πολύ εκείνη του κορυφαίου TMAX 500 και δεν υπάρχει σε κανένα άλλο scooter. Το κόστος για όλη αυτή την σπορ συμπεριφορά του NMAX 125 το πληρώνεις στον τομέα της άνεσης, όπου με ένα άτομο στην σέλα είναι πολύ σκληρό και κάθε ανωμαλία του δρόμου γίνεται αντιληπτή, κάτι που φτάνει στα όρια του ενοχλητικού όταν οδηγάς ήρεμα και έχεις όρεξη για χαλαρή βόλτα. Όμως με δύο άτομα στην σέλα, το NMAX δεν έχει αντίπαλο σε αυτή την κατηγορία κυβισμού και τιμής σε ό,τι αφορά την ασφάλεια και την ταχύτητα που κινείται πάνω στο δρόμο.

Καλοδεχούμενο

Η Yamaha κατάφερε να διαφοροποιήσει το NMAX 125 από το άμεσα ανταγωνιστικό του Honda PCX 125 και αυτό είναι πολύ ευχάριστο, αφού η επιλογή ανάμεσά τους δεν περιορίζεται σε οπαδικά κριτήρια, αλλά σε διαφορετικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε υποψήφιου αγοραστή. Η σπορ άποψη της Yamaha είναι απόλυτα καλοδεχούμενη γιατί προκύπτει από την υψηλή τεχνολογία του κινητήρα και την ποιότητα υλικών στα εξαρτήματα γύρω του και δεν είναι απλώς ένα σκληρό scooter με σπορ εμφάνιση.

                                                                                                           

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ Yamaha NMAX

                                                              

Αντιπρόσωπος:

ΜΟΤΟΔΥΝΑΜΙΚΗ Α.Ε.Ε.

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Μήκος (mm):

1955

Ύψος (mm):

1115

Μεταξόνιο (mm):

1350

Απόσταση από το έδαφος (mm):

-

Ύψος σέλας (mm):

765

Ίχνος (mm):

-

Γωνία κάστερ (˚):

-

Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):

600

Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):

600

Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):

730

Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):

600

 

ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ

 

128 kg (χωρίς καύσιμο: 123kg)

Πίσω

41,6%

Εμπρός

58,4%

Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:

-

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο σωληνωτό

Πλάτος (mm):

740

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

-/127

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, μονοκύλινδρος, υγρόψυκτος με 1 ΕΕΚ/ 4 μεταβλητού χρονισμού βαλβίδες

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

52 Χ 58,7

Χωρητικότητα (cc):

125

Σχέση συμπίεσης:

11,2:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

12,2/7.500

Ροπή (kg.m/rpm):

1,2/7.250

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

97,6

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός

Σύστημα εξαγωγής:

1 σε 1

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Φυγοκεντρικός

Μετάδοση / σχέση:

Διαρκώς μεταβαλλόμενη με ιμάντα (CVT)

 

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

 

Διαδρομή (mm):

90

Ρυθμίσεις:

Καμία

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

-

Ελαστικό:

130/70-13

Πίεση:

-

ΦΡΕΝΟ

Δισκόφρενο 230mm με ABS

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Ψηφιακό πολυόργανο με ενδείξεις για ταχύτητα, βενζίνη, φώτα/φλας, θερμοκρασία ψυκτικού κινητήρα, κεντρικό και πλάγιο σταντ, Led φώτα εμπρός-πίσω

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Συμβατικό τηλεσκοπικό πιρούνι

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

100/-

Ρυθμίσεις:

Καμία

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

-

Ελαστικό:

110/70-13

Πίεση:

-

ΦΡΕΝΟ

 

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Μέση

2,6

Ελάχιστη

1,8

Μέγιστη

4

Αυτονομία (km):

253,8

Αυτονομία ρεζέρβας (km):

-

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

6,6/-

    

ΔΟΚΙΜΗ: Moto Guzzi V7 II Special 2015

Αυθεντική γεύση
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

23/8/2018

 

Η μοτοσυκλέτα που μας έφερε ξανά στη σύγχρονη εποχή το θρυλικό όνομα V7, έγινε αμέσως εμπορική επιτυχία και μέχρι σήμερα είναι μακράν το πιο εμπορικό μοντέλο στη γκάμα της Moto Guzzi. Οι Ιταλοί όμως δεν σταμάτησαν ποτέ να το εξελίσσουν και να το εκσυγχρονίζουν και η δεύτερη γενιά που κάναμε τεστ το 2015 είχε όλα τα ηλεκτρονικά συστήματα που βρίσκεις συνήθως στις μεγάλες σύγχρονες μοτοσυκλέτες. Οπότε το ερώτημα που έπρεπε να απαντήσουμε, ήταν αν η σύγχρονη αλλοίωσε την αυθεντηκή ιταλική γεύση της V7     

Το βασικό πρόβλημα όσων εταιρειών προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια ρετρό μοτοσυκλέτα για την σύγχρονη εποχή, ήταν η αδυναμία τους να πετύχουν την αυθεντική γεύση χρησιμοποιώντας τα νέα "μεταλλαγμένα" υλικά που επιβάλουν οι αυστηρές προδιαγραφές ρύπων, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δυσκολεύτηκαν να κατανοήσουν τι ζητάει ο κόσμος από αυτό το είδος μοτοσυκλετών. Η MotoGuzzi αποτελεί την εξαίρεση και η τρίτη γενιά του V7 είναι το καλύτερο δείγμα της επιτυχημένης προσπάθειάς της

 

Ποιο είναι το bestseller της Moto Guzzi στις μέρες μας; Μα φυσικά το V7! Γιατί; Απλή η απάντηση, είναι πανέμορφο, έχει φοβερό στιλ και η τιμή του δεν ξεπερνά σε καμία χώρα τα 9.000 ευρώ. Αυτά τα τρία στοιχεία αρκούσαν για την επιτυχία της πρώτης γενιάς του V7, όμως η MotoGuzzi δεν άφησε τα πράγματα στην τύχη τους και δείχνοντας ιδιαίτερη αγάπη και στοργή, αναβάθμιζε διαρκώς το καμάρι της. Έτσι, πριν τρία χρόνια βελτίωσε την άνεση της σέλας και εκσυγχρόνισε την τροφοδοσία του κινητήρα, ενώ φέτος πήγε ακόμα ένα βήμα παραπέρα, με νέα εργονομία, νέο κιβώτιο ταχυτήτων και… πακέτο ηλεκτρονικών βοηθημάτων! Όλες αυτές οι αλλαγές είναι καλοδεχούμενες μεν, αλλά δημιουργούν έναν μικρό φόβο μήπως αλλοίωσαν την αυθεντικότητα του V7, που ήταν το δυνατό χαρτί του έναντι των υπόλοιπων ανταγωνιστών του. Ούτε τα Ducati Classic, ούτε τα Triumph Bonneville, ούτε το BMW RNineT σε ταξιδεύουν πίσω στο χρόνο με τέτοια επιτυχία όσο το V7, γιατί μένουν μόνο στο στιλ και το συναίσθημα χωρίς όμως να εμβαθύνουν στις αισθήσεις που λαμβάνει το σώμα του αναβάτη μέσα από την λειτουργία των εξαρτημάτων τους. Είναι η βασική διαφορά που έχουν οι παλιές μοτοσυκλέτες από τις καινούριες και κάνει τόσους πολλούς ανθρώπους να συλλέγουν, να ανακατασκευάζουν και να οδηγούν μοντέλα 30, 40,50 ή 100 ετών. Σε κανένα τομέα οι παλιές μοτοσυκλέτες δεν είναι καλύτερες από τις σύγχρονες, όμως αυτή η αδυναμία τους να μην μπορούν να κάνουν τίποτα σωστά χωρίς την απόλυτη προσήλωση και τις γνώσεις του αναβάτη τους προς αυτές, είναι που δημιουργεί μια ιδιαίτερη σχέση μαζί τους. Ακόμα όμως και οι πιο φανατικοί των κλασσικών μοτοσυκλετών, ή μάλλον ειδικά αυτοί, γνωρίζουν ότι είναι άλλο πράγμα η βόλτα του σαββατοκύριακου και άλλο πράγμα η καθημερινή συμβίωση με μοτοσυκλέτα στις σύγχρονες συνθήκες ζωής. Εδώ έρχεται η νέα V7 II να δώσει πραγματική λύση, συνδυάζοντας όσο καλύτερα γίνεται την μαγεία οδήγησης μιας κλασσικής μοτοσυκλέτας με τις ανάγκες μετακίνησης του σήμερα.

Αλλαγές ουσίας

Φέτος, το V7 II φρεσκαρίστηκε σε τομείς που κάνουν μεγάλη διαφορά σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο στην καθημερινή οδήγησή του. Στόχος για την νέα εργονομία της θέσης οδήγησης, ήταν να γίνει πιο ευρύχωρη για τους υψηλότερους αναβάτες. Χωρίς να αυξηθεί το ύψος της σέλας κατάφεραν να αυξήσουν την απόσταση των μαρσπιέ από αυτή, επανασχεδιάζοντας το κάτω τμήμα του πλαισίου. Έτσι, τα μαρσπιέ βρίσκονται 2,5 ολόκληρα εκατοστά χαμηλότερα και ο κινητήρας περιστράφηκε 4˚ προς τα εμπρός, απομακρύνοντας με αυτόν τον τρόπο τις κεφαλές κατά ένα εκατοστό από τα γόνατα του αναβάτη. Αυτό βοήθησε και την αισθητική, αφού ο διαμήκης κινητήρας είναι πλέον οριζόντιος με το έδαφος, τονίζοντας περισσότερο την κλασσική σπορ εικόνα της μοτοσυκλέτας. Παρ' όλα αυτά, το πλεονέκτημα της μεγάλης απόστασης του V7 από το έδαφος δεν χάθηκε, αφού συνεχίζει να ανεβαίνει και κυρίως να κατεβαίνει ψηλά πεζοδρόμια σαν μοτοσυκλέτα off-road με τα 18 εκατοστά απόστασης. Αν προσθέσεις ότι το ύψος της σέλας είναι μόλις 79 πόντους από το έδαφος, τότε το πλεονέκτημα γίνεται διπλό για τους μικρόσωμους αναβάτες. Συνολικά, η νέα θέση οδήγησης είναι εργονομικά άψογη για τέτοιου είδους μοτοσυκλέτα, όμως εξακολουθεί να απευθύνεται περισσότερο σε αναβάτες κάτω του 1,85μ. σε ύψος. Αν είσαι ψηλότερος από αυτό, ζήτα να κάνεις ένα testride και μην αρκεστείς στο στατικό καβάλημα της μοτοσυκλέτας, ώστε να βεβαιωθείς ότι οι ζεστοί κύλινδροι δεν σε ενοχλούν στα γόνατα. Το πιθανότερο είναι να μην έχεις πρόβλημα, αφού ο V2 κινητήρας των 744 κυβικών έχει πολύ μικρότερο πλάτος από τους αντίστοιχους μεγάλου κυβισμού κινητήρες των υπόλοιπων Moto Guzzi.

Η σχεδιαστική απλότητα λόγω αερόψυξης και γενικά οι συμμαζεμένες διαστάσεις αυτού του κινητήρα, βοηθούν τόσο στην επίτευξη της κλασσικής ιταλικής αισθητικής, όσο και στην συνολική λειτουργία και συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας. Με γεμάτο το ρεζερβουάρ δεν ξεπερνά τα 206,5 πραγματικά κιλά, ενώ τα μικρότερα και ελαφρύτερα κινούμενα μέρη μέσα στον διαμήκη κινητήρα με τους εγκάρσιους κυλίνδρους, τον κάνουν ίσως τον καλύτερο που έχει φτιάξει ποτέ η MotoGuzzi. Τον χαρακτηρισμό "καλύτερος" τον αποδίδουμε με την έννοια ότι κάνει ακριβώς αυτά που ζητάς από την V7, συν ακόμα περισσότερα. Τι ζητάς από την V7; Πολλά, δύσκολα και κυρίως αντικρουόμενα πράγματα. Ας πούμε θέλεις να νιώθεις τις "πιστονιές" μία-μία, αλλά δεν θέλεις ενοχλητικούς κραδασμούς. Το κάνει. Θέλεις να παίρνει εμπρός με μισή μιζιά, αλλά θέλεις και να έχει μια μικρή αρρυθμία μέχρι να ζεσταθεί για να σου θυμίζει την εποχή των καρμπιρατέρ. Το κάνει. Θέλεις ν' ακούς δυνατά το ποτ-ποτ-ποτ των εξατμίσεων όταν δουλεύει ο κινητήρας και το τσίκι-τσίκι όταν κρυώνουν, αλλά χωρίς να ξεσηκώνουν την γειτονιά. Το κάνει. Θέλεις να στροφάρει αδιαμαρτύρητα μέχρι τον κόφτη όταν βιάζεσαι, αλλά να δουλεύει και αγχολυτικά όταν βολτάρεις. Το κάνει και αυτό. Συνδυάζει το παλιομοδίτικο με το σύγχρονο στην σωστή αναλογία και κυρίως την σωστή στιγμή. Ξέρει ακριβώς πότε θέλεις να συμπεριφερθεί σαν κινητήρας του σήμερα και πότε σαν κινητήρας του τότε. Από φέτος έχει σύμμαχό του ένα νέο κιβώτιο έξι σχέσεων και επανασχεδιασμένο μηχανισμό συμπλέκτη.

Το αποτέλεσμα αυτής της αναβάθμισης ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Ο νέος συμπλέκτης είναι μαλακότερος και πιο προοδευτικός από πριν, ενώ οι αλλαγές ταχυτήτων γίνονται πάντα με ακρίβεια. Η ποιότητα λειτουργίας αυτού του κιβωτίου βάζει τα γυαλιάσε πολλές ιαπωνικές μοτοσυκλέτες, ακόμα και σε εκείνες που φημίζονται για τα κιβώτιά τους. Χαμηλή, στενή, με έναν πρόθυμο, οικονομικό σε κατανάλωση κινητήρα και ένα άριστο κιβώτιο ταχυτήτων, το νέο V7 II δεν φοβάται να κυκλοφορεί καθημερινά μέσα στην ζούγκλα της πόλης. Σε καμία περίπτωση δεν είναι μόνο για βόλτες του Σαββατοκύριακου ή βραδινές εξόδους σε μπαράκια και καφετέριες. Έχει αληθινή χρηστική αξία, ανάλογη μιας οποιασδήποτε σύγχρονής μεσαίας γυμνής, όπως ας πούμε ενός ER-6 ή ενός MT-07. Μπορείς να κάνεις μαζί του εύκολα κάθε πρωινή αγγαρεία, χρησιμοποιώντας το κυριολεκτικά σαν παπί. Κι όλα αυτά με στιλ και φινέτσα που δεν έχει ημερομηνία λήξης. Μειονεκτήματα στην καθημερινή χρήση; Ναι έχει μερικά, ευτυχώς το πιο σοβαρό από αυτά διορθώνεται. Τα δύο πίσω αμορτισέρ και συνολικά η λειτουργία της πίσω ανάρτησης δεν είναι αυτή που περιμένεις από μια ιταλική μοτοσυκλέτα. Λόγω του απλού σχεδιασμού του άξονα μετάδοσης είναι αναμενόμενο να μην απορροφά τις εγκάρσιες ανωμαλίες, όμως πέρα από αυτό, τα αμορτισέρ δεν μπορούν να αποσβέσουν σωστά την εκτόνωση των ελατηρίων τους, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η ταλάντωση για αρκετά μέτρα μετά την κάθε ανωμαλία που συναντά ο πίσω τροχός.

Με δεύτερο άτομο στην σέλα η κατάσταση βελτιώνεται κάπως, επειδή το βάρος του συνεπιβάτη εμποδίζει τα ελατήρια να κάνουν υπερέκταση μετά την συμπίεσή τους. Η λύση είναι στον κατάλογο αξεσουάρ της Moto Guzzi, όπου θα βρείτε δύο πλήρως ρυθμιζόμενα αμορτισέρ της Bitubo που φοράει η ακριβότερη σπορ έκδοση Racer. Αυτή η ευκολία που αναπηδά ο πίσω τροχός στις ανωμαλίες και η υπερβολική ευαισθησία του traction control δημιουργούν και άλλο ένα ενοχλητικό φαινόμενο μέσα στην πόλη όταν ξεκινάς βιαστικά από τα φανάρια. Η συχνή επέμβασή του με την παραμικρή αφορμή, σου χαλάει την διασκέδαση να ξεκινάς πρώτος από το φανάρι και όλοι οι άλλοι να χουφτώνουν το γκάζι της δικής τους μοτοσυκλέτας και να μην πιστεύουν στα γουρλωμένα μάτια τους ότι δυσκολεύονται να προλάβουν μια αντίκα του 1970. Όχι, οι 42 ίπποι στον τροχό του V7 δεν το κάνουν βασιλιά των dragster, προς θεού! Όμως επειδή κανείς γύρω σου δεν πιστεύει ότι ένα "παλιό" Moto Guzzi μπορεί να ξεκινήσει γρήγορα, τους πιάνεις απροετοίμαστους και μέχρι να καλύψουν την διαφορά έως το επόμενο φανάρι χουφτώνουν τέρμα το γκάζι και μένουν με την εντύπωση ότι σε κυνηγούσαν και δεν σε έφταναν. Μετά χώνεσαι ανάμεσα στα αυτοκίνητα εκμεταλλευόμενος το μικρό πλάτος του V7 και αφήνεις πίσω σου σφηνωμένο τον φουκαρά με το on-off να αναρωτιέται… Έχει την πλάκα του! Δυστυχώς όμως το υπερευαίσθητο traction control δεν σε αφήνει να χαρείς σε κάθε φανάρι. Οποιοδήποτε μπάλωμα, κακοτεχνία, λευκή γραμμή, γραμμές τραμ, κόβουν μαχαίρι το ρεύμα στον κινητήρα και αργεί υπερβολικά μέχρι να ξαναδώσει δύναμη στον πίσω τροχό. Δεν υπάρχει κουμπί για να το απενεργοποιήσεις, υπάρχει όμως άλλος τρόπος να το κάνεις, αφαιρώντας την ασφάλεια που βρίσκεται κάτω από την σέλα, αλλά τότε θα συναντήσεις άλλου είδους προβλήματα.

Μια ανάσα από το τέλειο

Στην πρώτη γενιά του V7, οι επιδόσεις του κινητήρα ήταν σχεδόν ασθενικές. Αργούσε να ανεβάσει στροφές, κυρίως όμως δεν του άρεσε να δουλεύει πάνω από τις 5000. Στην δεύτερη γενιά η αναβαθμισμένη τροφοδοσία "καθάρισε" την λειτουργία του κινητήρα και του έδωσε περισσότερο κέφι για να στροφάρει, όμως το πεντατάχυτο κιβώτιο έβαζε εμπόδια στην εκμετάλλευση των νέων δυνατοτήτων του, τόσο λόγω της κλιμάκωσής του, όσο και λόγω της γενικότερης λειτουργίας του. Τώρα όμως με την νέα μετάδοση, μπορείς να χρησιμοποιήσεις όλες τις δυνατότητες του κινητήρα και να κινηθείς με υψηλότερες ταχύτητες. Αυτό έφερε μαζί του ένα καινούριο πρόβλημα, το οποίο αφορά την γεωμετρία του πλαισίου, που στα προηγούμενα μοντέλα δεν έφτανες ποτέ στο σημείο για να σε απασχολήσει.

Οι 27,5˚ της γωνίας κάστερ και το μεγάλο offset στις πλάκες του πιρουνιού είναι χαρακτηριστικά που συναντάμε στα cruiser και υπόσχονται σταθερότητα. Στην πραγματικότητα όμως αυτό ισχύει μόνο για της ευθείες. Στις στροφές η νέα, πολύ γρηγορότερη από πριν,V7 παρουσιάζει δύο πρόσωπα. Σε δρόμους υψηλής ποιότητας, χωρίς ανωμαλίες, είναι όντως πολύ σταθερή, είτε κινείται σε ευθεία πορεία, είτε στρίβει. Όμως όταν πέσει σε λακκούβα ή συναντήσει διαμήκη αυλάκια ή μπαλώματα, αρχίσει να συμπεριφέρεται ακριβώς όπως τα cruiser, εμφανίζοντας αργές ταλαντώσεις στο τιμόνι. Αλλάζοντας τα πίσω αμορτισέρ και κατεβάζοντας τα καλάμια μέσα στις πλάκες, φέρνοντας τον κινητήρα πιο κοντά στον εμπρός τροχό και το έδαφος, είναι βέβαιο ότι θα περιοριστεί αυτό το φαινόμενο αλλά δεν πρόκειται να εξαφανιστεί.

Η παλιομοδίτικη γεωμετρία του πλαισίου δεν σε αφήνει να ευχαριστηθείς πλήρως τις αρετές του κινητήρα. Στις κλειστές στροφές η μεγάλη γωνία κάστερ κάνει το τιμόνι βαρύ και αν ο δρόμος γλιστράει, επεμβαίνει το ευαίσθητο traction control, ανοίγοντας απότομα την γραμμή ή προκαλώντας ξαφνικό γλίστρημα του εμπρός τροχού. Αυτός ο κινητήρας χρειάζεται πλέον ένα πιο σπορ set-up πλαισίου, γιατί οι δυνατότητές του ξεπερνούν τα όριο της βόλτας που είχε τα προηγούμενα χρόνια. Μέχρι να το κάνει πράξη η Moto Guzzi, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να ρίξεις τον ρυθμό, κάτι που είναι εξίσου απολαυστικό. Η ροπή του κινητήρα, ειδικά στους απότομα ανηφορικούς ορεινούς δρόμους είναι ακαταμάχητη. Σίγουρα η σφιχτή κλιμάκωση του κιβωτίου τον βοηθάει αφάνταστα, όμως αξίζει να πούμε και ένα μπράβο σε αυτούς που αναβάθμισαν τον κινητήρα. Πολλές φορές, ειδικά στις απότομες ανηφόρες ύστερα από κλειστές φουρκέτες, σκαρφαλώνει με τέτοια άνεση, που νομίζεις ότι οδηγάς V2 άνω των 1200 κυβικών!

Μακάρι να φτιάξουν μια ελαφρού τύπου τουριστική μοτοσυκλέτα με αυτόν τον κινητήρα. Ίσως να είναι η πιο απολαυστική μοτοσυκλέτα για να εξερευνήσεις ολόκληρο τον κόσμο από επαρχιακούς δρόμους. Μέσα στο άγχος της πόλης καίει από 5 έως 6 λίτρα βενζίνης για κάθε 100 χιλιόμετρα, ανάλογα με την κίνηση και τον τρόπο που οδηγείς. Στους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας η πίεση του αέρα δεν ενοχλεί έως τα 140km/h, όμως η ιδανική ταχύτητα για πολύωρη οδήγηση σε ανοιχτούς δρόμους είναι τα 120km/h όπου η κατανάλωση πέφτει στα 5 λίτρα και η πραγματική αυτονομία μπορεί να ξεπεράσει τα 300 χιλιόμετρα. Με μικτή οδήγηση το λαμπάκι της ρεζέρβας άναβε κάθε 250 χιλιόμετρα που είναι αξιοπρεπέστατη αυτονομία, όχι μόνο για μακρινές βόλτες του Σαββατοκύριακου, αλλά και χρήσιμη για όσους κάνουν πολλά χιλιόμετρα σε καθημερινή βάση.

Όπως βλέπουμε, η νέα V7 μπορεί να μην είναι τέλεια (καμιά μοτοσυκλέτα δεν είναι…) όμως καταφέρνει με πολύ μεγάλη επιτυχία να παντρέψει το στιλ, το συναίσθημα και την πρακτικότητα. Με τα 8.690 ευρώ για την βασική έκδοση και τα 8890 ευρώ που κοστίζει η Special έκδοση αυτού του τεστ, αγοράζεις μια μοτοσυκλέτα χωρίς ημερομηνία λήξης. Η μοντέρνα τεχνολογία στην τροφοδοσία και τα συστήματα ενεργητικής ασφάλειας της δίνουν την ικανότητα να επιβιώσει στον σύγχρονο κόσμο, χωρίς όμως να αλλοιώνουν την μοναδική εμπειρία οδήγησης μιας κλασσικής μοτοσυκλέτας. Τη νέα V7 μπορείς εύκολα να την χρησιμοποιείς επτά ημέρες την εβδομάδα και μπορείς εξίσου εύκολα να την βάλεις για διακόσμηση μέσα σε ένα μπαρ ή να κάνεις αγγαρείες στο κέντρο της πόλης.

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Αντιπρόσωπος:

Piaggio Hellas

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Μήκος (mm):

2185

Ύψος (mm):

1115

Μεταξόνιο (mm):

1449

Απόσταση από το έδαφος (mm):

174

Ύψος σέλας (mm):

790

Ίχνος (mm):

138

Γωνία κάστερ (˚):

27,5

Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):

620

Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):

850

Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):

550

Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):

400

 

ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ

 

206,5kg (χωρίς καύσιμο: 190kg)

Πίσω

53%

Εμπρός

47%

Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:

+1,8%

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο σωληνωτό

Πλάτος (mm):

800

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

177/198

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Αερόψυκτο V2 με 2Β/Κ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

80 Χ 74

Χωρητικότητα (cc):

744

Σχέση συμπίεσης:

10,5:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

50/6200

Ροπή (kg.m/rpm):

6/2800

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

67,2

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός Marelli μονού σώματος 38mm

Σύστημα εξαγωγής:

2 σε 2

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια / 1,277

Τελική μετάδοση / σχέση:

Άξονας / 4,125

 

Σχέσεις / km/h ανά 1.000 rpm

1η

2,642/9

2α

1,777/13

3η

1,333/17

4η

1,083/21

5η

0,960/24

6η

0,888/26

 

ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

Ρύθμιση βαλβίδων (km):

Στα πρώτα 1000 και κάθε 7.500

Αλλαγή λαδιού (km):

1,8

Ποσότητα λαδιού με/χωρίς φίλτρο (l):

1,8/-

Φίλτρο λαδιού / αλλαγή (km):

Στα πρώτα 1000 και κάθε 7.500

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Km/h

Sec

Μέτρα

0-50

1,20

12,00

0-100

5,20

101,00

0-150

15,80

494,00

0-200

-

-

0-250

-

-

 

ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Μέτρα

Sec

km/h

0-400

13,60

146,78

0-1.000

27,40

162,20

 

ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

80-140

8,60

282,00

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)

Km/h

4η

5η

6η

40-80

4,0/66

4,6/77

-

80-120

5,0/141

6,4/182

6,6/187

120-160

-

24,4/1037

15,6/626

160-200

-

-

-

200-240

-

-

-

 

ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

120-40

2,40

52,00

 

ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ

 

Κενή

Γεμάτη

Θεωρητικά

3,54

3,96

Πραγματικά

 

 

 

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Διπλά αμορτισέρ

Διαδρομή (mm):

100

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

3,5 X 17

Ελαστικό:

130/80-17

Πίεση:

2,2-2,5

ΦΡΕΝΟ

Ένας δίσκος 260mm με δαγκάναδύο εμβόλων της Brembo

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Ταχύμετρο, στροφόμετρο, ολικός/μερικός χιλιομετρικής, ρολόι

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Τηλεσκοπικό πιρούνι

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

40/120

Ρυθμίσεις:

Καμία

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

2,5 Χ 18

Ελαστικό:

100/90-18

Πίεση:

2,2-2,5

ΦΡΕΝΟ

Ένας δίσκος 320mm με δαγκάνα τεσσάρων εμβόλων της Brembo

 

ΔΥΝΑΜΟΜΕΤΡΗΣΗ

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

41,6/6.200

Ροπή (kg.m/rpm):

5,3/4.500

 

 

 

 

ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

 

ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΑΝΑ ΣΧΕΣΗ

Κόφτης:

 

Μέγιστη ισχύς:

 

 

 

1η

61

2α

90

3η

120

4η

148

5η

167

6η

180

 

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Μέση

5,5

Ελάχιστη

4,5

Μέγιστη

7

Αυτονομία (km):

381

Αυτονομία ρεζέρβας (km):

72

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

21/4