Οδηγούμε την Suzuki SV 650 custom by C-Racer

Μια διαφορετική πρόταση
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

26/6/2019

Το SV 650 της Suzuki δεν χρειάζεται συστάσεις. Κυκλοφορεί εδώ και 20 χρόνια στην παγκόσμια αγορά και σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία, κυρίως στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης που έχουν καλύτερο οδικό δίκτυο κι έτσι μπορούν να ευχαριστηθούν περισσότερο τις μοτοσυκλέτες δρόμου σε αντίθεση με εμάς, ενώ και η φιλοσοφία των naked είναι πιο βαθιά ριζωμένη στην κουλτούρα τους. Η μοναδική... "παράκαμψη" στην ιστορία του SV, είναι απ’ το 2009 έως το 2016. Τότε είχε μετονομαστεί σε Gladius και είχε χάσει τις σπορ καταβολές που προσέφερε το αλουμινένιο πλαίσιο και ψαλίδι, καθώς έγιναν ατσάλινα με στόχο τη μείωση του κόστους. Το 2016 το SV 650 επανήλθε δριμύτερο στην παραγωγή, αποτελώντας μια απ’ τις καλύτερες προτάσεις της κατηγορίας.

Η Suzuki έκανε μια αξιέπαινη προσπάθεια εκείνη τη χρονιά όταν το ανανέωσε και το πλαίσιό του βελτιώθηκε σε πάνω από 70 σημεία, με αποτέλεσμα να έχει καλύτερη συμπεριφορά απ’ ότι το Gladius. Φέτος δέχτηκε μια υποτυπώδη αλλά αναγκαία αλλαγή στο τομέα των φρένων, με την προσθήκη των τετραέμβολων δαγκανών της Tokico. Ακόμη, το τελικό της εξάτμισης μεταφέρθηκε ελαφρώς πιο ψηλά, ώστε να μην βρίσκει εύκολα στις μεγάλες κλίσεις και παράλληλα το προστατευτικό κάλυμμά του έχει νέα σχεδίαση. Στο αισθητικό κομμάτι η Suzuki φρόντισε να χρησιμοποιήσει περισσότερα χρώματα απ’ την παλέτα και να δημιουργήσει –όπως συνηθίζει τα τελευταία χρόνια- νέους χρωματικούς συνδυασμούς.

Η Suzuki έχει αποδείξει όλα αυτά τα χρόνια, πως το σχεδιαστικό της τμήμα δεν είναι το καλύτερό της. Το κοινό έχει δηλώσει την δυσαρέσκειά του αρκετές φορές στο παρελθόν για διάφορα μοντέλα, όπως με την ναυαρχίδα των sport touring της, το GSX-1300R Hayabusa, που οι περισσότεροι το προτιμούσαν καθαρά για την κτηνώδη ιπποδύναμή του και την συμπεριφορά του, παρά για την εμφάνισή του. Μάλιστα, πολλές φορές όταν μιλούσαν για το σχεδιασμό του έλεγαν πως όταν την οδηγείς δεν τη βλέπεις… Στην περίπτωση του SV 650 όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο τραγικά.

Παρ’ όλα αυτά μοιάζει λες και ο σχεδιασμός του να αποτελείται από δύο διαφορετικές προσεγγίσεις, σε ότι αφορά το μούτρο και την ουρά. Ως εκ τούτου, το SV από μπροστά εκπέμπει μια πιο κλασσική αύρα λόγω του στρογγυλού προβολέα, ενώ το πίσω μέρος θυμίζει έντονα την ουρά του GSX-1000R K9 χωρίς τα φλας. Απ’ την άλλη όμως, πέτυχε διάνα με το να αφήνει την καρδιά της μοτοσυκλέτας της σε κοινή θέα και τον τρόπο που την πλαισιώνει σαν φλεβικό σύστημα το χωροδικτύωμά της.

Χωρίς αμφισβήτηση όμως, το SV αποτελεί μια εξαιρετική βάση για customizing, όπως επιβεβαιώνεται κι από τα πολλά δείγματα που έχουμε δει όλα αυτά τα χρόνια, όπου έχει χρησιμοποιηθεί ως πεδίο πειραματισμού στο συγκεκριμένο θέμα. Η C-Racer είναι μια ελληνική εταιρεία που είναι λίγο μεγαλύτερη σε ηλικία από το πρώτο SV και απ’ τα γεννοφάσκια της ασχολείται με το customizing. Είναι ιδιαίτερα γνωστή στην Ευρώπη, διότι παράγει μια πλούσια γκάμα after market αξεσουάρ για πολλές μοτοσυκλέτες. Μάλιστα, στην Motor Bike Expo (MBE), που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Ιανουάριο και στο τεύχος 591 είχαμε το αναλυτικό ρεπορτάζ της, η C-Racer είχε ένα από τα πιο εντυπωσιακά project της, μια Flat Track βασισμένη στο Yamaha XSR 700 σε περίοπτη θέση στο περίπτερο της Parts Europe, με την οποία διατηρεί και αποκλειστική συνεργασία. Τα αξεσουάρ που κατασκευάζει είναι bolt-on και δεν χρειάζονται κάποια επιμέρους δουλειά απ’ την πλευρά του αναβάτη, πέρα απ’ την απλή τοποθέτηση. Αυτό οφείλεται στη τεχνογνωσία της C-Racer και την εμπειρία της, που χρόνο με το χρόνο μεγαλώνει και παράλληλα χρησιμοποιεί τελευταίας τεχνολογίας εργαλειομηχανές, εκμηδενίζοντας την πιθανότητα αποκλίσεων και αστοχιών.

 

Ουσιαστικές βελτιώσεις

Η πιο πρόσφατη custom μοτοσυκλέτα που δημιούργησε η C-Racer βασίστηκε στο SV 650. Μάλιστα, δεν είναι η πρώτη φορά που η εταιρεία ασχολείται με το συγκεκριμένο μοντέλο, αφού στο παρελθόν είχε δημιουργήσει ένα Café Racer και ένα Scrambler χρησιμοποιώντας το ως βάση, τα οποία είχαμε παρουσιάσει στο τεύχος 574 του ΜΟΤΟ . Τώρα αποφάσισε να ξεφύγει απ’ τις τάσεις της μόδας που έχουν στο επίκεντρο αυτές τις κατηγορίες των μοτοσυκλέτων και δημιούργησε ένα λιγότερο ακραίο custom. Χρησιμοποιώντας όλη την τεχνογνωσία που διαθέτει, η C-Racer μέτρησε με ακρίβεια χιλιοστού τις διαστάσεις του ποσοστού της ενιαίας σέλας που αναλογεί στο συνεπιβάτη και έφτιαξε ένα κάλυμμα, που δένει πάνω της με δύο βίδες. Η αφαίρεσή του γίνεται πανεύκολα, χωρίς τη χρήση κάποιου κλασσικού εργαλείου αλλά με την βοήθεια ενός μικρού κλειδιού, ειδικά κατασκευασμένου, που ο αναβάτης μπορεί είτε να το κρεμάσει στο μπρελόκ με τα κλειδιά του ή να το βάλει μέσα στη θήκη των εργαλείων του SV.

Για το σχεδιασμό των αξεσουάρ της, η C-Racer για χρησιμοποιεί προγράμματα όπως το CAD ώστε να υπάρχει ακρίβεια στην ψηφιακή τους μορφή κι έπειτα δημιουργεί τα καλούπια τους σε CNC εργαλειομηχανή. Συνεπώς μάσκες, καρίνες, καλύμματα σέλας και όλα τα αξεσουάρ που κατασκευάζει, ανεξαρτήτως αριθμού που παράγονται, βασίζονται στις αρχικές μετρήσεις, που όταν γίνονται σωστά δεν υπάρχουν αποκλείσεις. Έτσι έγινε και με τη μάσκα, φτιαγμένη από ABS πλαστικό, η οποία παρά τις μικρές της διαστάσεις έχει ενεργό ρόλο στην προστασία του αναβάτη απ’ τον αέρα, καθώς τον ανακατευθύνει πιο ψηλά προστατεύοντας τον κορμό απ’ τη κοιλιά και κάτω. Η καρίνα είναι πραγματικά εξαιρετική, τόσο ποιοτικά όσο και στο βάψιμό της, καθώς αν δεν σου πουν ότι δεν προέρχεται απ’ τον κατάλογο των αξεσουάρ της Suzuki, θα έβαζες το χέρι στη φωτιά πως πρόκειται για κάποιο εργοστασιακό εξάρτημα. Το πλαστικό τύπου ABS που έχει χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή των αξεσουάρ του SV έχει την απαραίτητη ελαστικότητα κι έτσι η καρίνα δεν θα σπάσει εύκολα αν έρθει σε επαφή με το κράσπεδο όταν κατεβαίνετε από κάποιο ψηλό πεζοδρόμιο. Η ποιότητας της βαφής αντίστοιχα είναι πολύ κοντά στα πρότυπα της Suzuki, καθώς τόσο στο κάλυμμα όσο και στη μάσκα, δεν μπορεί να παρατηρηθεί κάποια διαφορά με το εργοστασιακό χρώμα του ρεζερβουάρ. Το τρίγωνο της εργονομίας του SV έχει αλλάξει και αυτό οφείλεται κυρίως στα καβαλέτα τις Rizoma που φέρνουν το τιμόνι πιο ψηλά.

Το τιμόνι έχει αντικατασταθεί από το πιο φαρδύ της Renthal, που προέρχεται απ’ το Suzuki GSX-S 1000. Συνεπώς, έχει καλύτερο μοχλό που επιτρέπει στον αναβάτη να εκτελεί χειρισμούς ακριβείας σε όλες τις συνθήκες. Αν και οι βάσεις των μαρσπιέ όσο και τα ίδια έχουν αλλάξει, η θέση των ποδιών παραμένει ίδια και φέρνει τα γόνατα σε κλειστή γωνία για τους ψηλούς αναβάτες. Σε αυτό παίζει το ρόλο της και η σέλα, που η Suzuki την έχει κάνει ιδιαίτερα λεπτή ώστε το SV να έχει τη χαμηλότερη απόσταση απ’ το έδαφος. Το κακό είναι πως ενώ πέτυχε το σκοπό της (αφού αναβάτες με ύψος μικρότερο από 1,70μ. μπορούν να πατήσουν τα πόδια τους κάτω χωρίς να είναι στις μύτες) η σέλα δεν είναι καθόλου άνετη και το πιάσιμο έρχεται σχετικά γρήγορα. Τα κυλινδρικά μαρσπιέ της Gilles Tooling με τη σειρά τους δυσχεραίνουν τη κατάσταση περισσότερο αφού αρχίζουν να “κόβουν” το πέλμα των ποδιών πολύ σύντομα. Αυτή η αίσθηση μάλιστα, είναι αντιληπτή ακόμη και με τουριστική μπότα , που έχει σχετικά μαλακή σόλα για να είναι άνετη.

Την προστασία απ’ τις πτώσεις αναλαμβάνουν τα μεγάλα μανιτάρια της Gilles Tooling, που με το μαύρο τους χρώμα κρύβουν αισθητά τις διαστάσεις τους. Για την αποφυγή τραυματισμών του ψυγείου νερού, η C Racer το έχει εξοπλίσει με μια σίτα που η πλέξη της φιλτράρει όλα τα πετραδάκια που μπορούν να το τρυπήσουν, ενώ στο πλάι του ψυγείου υπάρχουν τα προστατευτικά της με το όνομα του μοντέλου χαραγμένο πάνω τους, κάτι που τα κάνει πιο καλαίσθητα. Το προστατευτικό αλυσίδας έχει αλλαχθεί με ένα μεταλλικό της C-Racer, που εμποδίζει το γράσο να φτάσει κάτω απ’ το πίσω μέρος της μοτοσυκλέτας. Η λίστα των αξεσουάρ συμπληρώνεται με τα καπάκια των δοχείων υγρών φρένου της Gilles Tooling, τις paddock stand βίδες για τη χρήση του διπλού σταντ, που εξυπηρετεί στο γρήγορο και εύκολο γρασάρισμα της αλυσίδας. Ακόμη, τα led φλας απ’ τον κατάλογο των αξεσουάρ της Suzuki κοσμούν το SV 650 και του δίνουν μια πολυτελή αίσθηση ανάλογη του κόστους τους… Πίσω, η βάση της πινακίδας είναι και αυτή τέκνο της C-Racer και δένει πάνω στο υποπλαίσιο, ενώ είναι αρκετά μεγάλη ώστε να ακουμπά πάνω της όλη η πινακίδα και όχι ένα μέρος της, μειώνοντας κατά πολύ τις πιθανότητες να κοπεί.

Το custom SV 650 της C-Racer οδηγικά βρίσκεται ένα κλικ πιο πάνω απ’ ότι το στάνταρ μοντέλο, καθώς οι αλλαγές στην εργονομία είναι ουσιαστικές και επιτρέπουν στον αναβάτη να το οδηγήσει με περισσότερη αυτοπεποίθηση. Όμως στο τομέα της άνεσης τα πράγματα είναι λίγο χειρότερα και αυτό λόγω των κυλινδρικών μαρσπιέ. Απ’ την άλλη, το μικρό μασκάκι μπορεί να μην κάνει θαύματα, όμως προσφέρει το λιθαράκι του κάνοντας τις βόλτες και τα ταξίδια λίγο πιο ξεκούραστα. Το πλαίσιο αν και παραμένει ατσάλινο σωληνωτό –όπως του Gladius- είναι βελτιωμένο σε πάνω από 70 σημεία, κάτι που είναι αισθητό στην πράξη καθώς οι σπορ καταβολές της μοτοσυκλέτας που κρύβονταν στο DNA του, έχουν αναδυθεί στην επιφάνεια. Οι δυνατότητες του δικύλινδρου V 90ο είναι υπέραρκετες όχι μόνο για ταξίδια και καθημερινά δρομολόγια,αλλά και για τις βόλτες του σαββατοκύριακου. Η ροπή του, που εμφανίζεται σχεδόν απ’ το ρελαντί κιόλας, μπορεί να εξιτάρει ακόμη και έμπειρους αναβάτες σε μια βόλτα στο επαρχιακό δίκτυο. Η ιπποδύναμή του απ’ την άλλη εμφανίζεται λίγο πριν τον κόφτη, με αποτέλεσμα ο αναβάτης να αισθάνεται πως ο κινητήρας δεν χωλαίνει πουθενά σε όλο το φάσμα του.

Tο SV 650 είναι μια πολυδιάστατη μοτοσυκλέτα. Χάρη στο πλαίσιο χωροδικτύωμά και την απουσία των πλαστικών, μπορεί να αποτελέσει μια εξαιρετική βάση για customizing και ο μόνος περιορισμός που υπάρχει είναι η φαντασία και φυσικά τα χρήματα που θα διαθέσει κάνεις. Παράλληλα όμως είναι ένας ακούραστος σύντροφος που μπορεί να σας συντροφεύει παντού σε όλες σας τις δραστηριότητές σας.

 

 

Τιμές αξεσουάρ C-Racer με Φ.Π.Α.
Καρίνα
Πλαστικό ABS
174
Σίτα ψυγείου
Μεταλλική με ηλεκτροστατική βαφή
64
Προστατευτικά ψυγείου
Μεταλλικά με ηλεκτροστατική βαφή
38
Κάλυμμα σέλας
Πλαστικό ABS
100
Βάση πινακίδας
Μεταλλική με ηλεκτροστατική βαφή
56
Μάσκα φαναριού
Πλαστικό ABS – Plexiglass
142

Εξοπλισμός:

Κράνος: Pilot Snake

Μπουφάν: Fovos Attack

Γάντια: Nordcap

Παντελόνι: Nordcap

Μπότες: Vester

Οδηγούμε το TM MX 250 Fi του 2020!

Αλλαγή ρότας για την TM
7/1/2020

Mama mia!

 

Του Δ. Κεραμιδά

Φωτό Γ. Νιαουνάκης

 

Από τις ακτές της Αδριατικής στο Rimini της Ιταλίας, το μικρό εργοστάσιο της TM παράγει σχεδόν χειροποίητες μοτοσυκλέτες που προσπαθούν να ακολουθήσουν τον τεράστιο ανταγωνισμό των μεγάλων εργοστασίων

 

Επειδή εδώ δεν μιλάμε για τον "δαίμονα του τυπογραφείου", αλλά για ολόκληρη στρατιά από σατανικά πλάσματα που "καταβρόχθισαν" ένα σημαντικό μέρος του κειμένου, από την δοκιμή του ΤΜ ΜΧ250 Fi που φιλοξενείται στο τεύχος 602 του ΜΟΤΟ, το οποίο κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στα περίπτερα, δημοσιεύουμε εδώ ολόκληρο το τεστ ζητώντας ταυτόχρονα κι ένα μεγάλο συγνώμη από τους αναγνώστες μας. Το άρθρο συνοδεύεται και από πλήρες φωτογραφικό υλικό, ως μια ελάχιστη προσφορά για την παράλειψη στις σελίδες του περιοδικού.

 

Οι πρώτες μοτοσυκλέτες που κατασκεύασε η ΤΜ ήταν το 1977 σε μια μικρή οικογενειακή βιοτεχνία που εκείνη την εποχή άκμαζε στην Ιταλία, αφού υπήρχαν πολλές μικρές βιοτεχνίες που έφτιαχναν μοτοσυκλέτες Enduro ή για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, συναρμολογούσαν ανταλλακτικά κι έφτιαχναν και κάποια δικά τους, ίσα ίσα για να δείχνουν ότι η δικιά τους μοτοσυκλέτα είχε να δώσει κάτι διαφορετικό από τον ανταγωνισμό.

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 οι Ιάπωνες κατασκευαστές εξαπολύσαν εκτεταμένη επίθεση, παρουσιάζοντας μοτοσυκλέτες πρωτοποριακές -και αξιόπιστες σε σχέση πάντα για την εποχή- και μοιραία η ακμάζουσα μοτοβιομηχανία της Ιταλίας πέθανε με γοργούς ρυθμούς. Μέσα σ’ αυτή την μεταβατική περίοδο η ΤΜ κατάφερε όχι μόνο να μην κλείσει αλλά να μεταλλαχτεί σιγά σιγά σε ένα κανονικό εργοστάσιο παραγωγής μοτοσυκλετών, μικρό ναι μεν αλλά δεν ήταν βιοτεχνία πλέον. Στο πέρασμα του χρόνου η εταιρία έχει κερδίσει παγκόσμια πρωταθλήματα στο Enduro με πιο πρόσφατο επίτευγμα την κατάκτηση του παγκόσμιου πρωταθλήματος Enduro Ε2 από τον Γάλλο Loic Larrieu το 2019.

Η ετήσια παραγωγή της ΤΜ δεν ξεπερνάει της 1.200 μοτοσυκλέτες τον χρόνο, όπου την μερίδα του λέοντος έχουν οι μοτοσυκλέτες Enduro. Η ναυαρχίδα της εταιρίας για το 2020 είναι η ΜΧ 250 που την εξέλισσε για τρία χρόνια με τον Samuele Bernardini στο παγκόσμιο πρωτάθλημα Motocross, έχοντας μάλιστα κερδίσει κι ένα σκέλος GP της Ινδονησίας το 2017, επιβεβαιώνοντας ότι η μοτοσυκλέτα βρισκόταν σε καλό δρόμο. Επίσης, η νέα μοτοσυκλέτα δανείζεται και τεχνολογία από τα GP, αφού το μικρό εργοστάσιο του Rimini έχει εμπλοκή στην Moto3 και αυτό είναι σαφώς μια σημαντική πηγή άντλησης πληροφοριών και λύσεων, που έχει το εργοστάσιο σε σχέση με το παρελθόν.

 

Πέπλο μυστηρίου…

Γενικά στην ΤΜ υπάρχει μια μυστικοπάθεια και πολύ δύσκολα ανακοινώνει στοιχεία για τις μοτοσυκλέτες της, είτε αυτά είναι τεχνικά χαρακτηριστικά, είτε αλλαγές που χρειάστηκαν να γίνουν από χρονιά σε χρονιά. Παρατηρώντας την μοτοσυκλέτα του 2020 κι έχοντας ακολουθήσει πολλά από τα GP του 2018, βλέπω ότι αν δεν είναι ίδια η μοτοσυκλέτα με αυτή που έτρεχε ο Bernardini το ’18, τότε έχει τεράστιες ομοιότητες σε σημείο που μπορούμε να μιλάμε για μια πραγματική ρέπλικα.

Ο κινητήρας έχει μικρές διαφορές, με νέα σχεδίαση στην κεφαλή που έχει δύο εκκεντροφόρους και νέα, πιο μικρή, καδένα που δίνει κίνηση σε ένα γρανάζι, το οποίο με την σειρά του δίνει κίνηση στους εκκεντροφόρους και στις βαλβίδες με κοκοράκια.

Στην εξαγωγή κάθε θυρίδα έχει δικιά της εξάτμιση κι έτσι βγαίνουν δυο λαιμοί που καταλήγουν σε δυο τελικά κι αυτό γίνεται γιατί όπως λέει η ΤΜ είναι ο καλύτερος τρόπος να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερη δύναμη πολύ ψηλά. Με την διπλή εξάτμιση η ευστροφία έχει αυξηθεί με το όριο των στροφών να φτάνει κοντά στις 14.000, άλλωστε όπως είπαμε και πιο πριν η κεφαλή έχει εξελιχθεί στην Moto3 κι έχει προσαρμοστεί στις ανάγκες της ΜΧ "ένδυσης".

Το αλουμινένιο πλαίσιο έχει μικρές διαστάσεις αν και είναι λίγο φαρδύ στο σημείο που υπάρχει το φίλτρο αέρα, που βρίσκεται ακριβώς στο σημείο που ήταν παλιότερα το ρεζερβουάρ, το οποίο είναι τοποθετημένο ακριβώς από κάτω από την σέλα με αποτέλεσμα την καλύτερη συγκέντρωση των μαζών. Στις αναρτήσεις έχουμε το γνωστό πιρούνι Kayaba SSS, ενώ το πίσω αμορτισέρ είναι εξ ολοκλήρου κατασκευή της ΤΜ.

 

 κινητήρας μπαίνει σε λειτουργία με μίζα αλλά διατηρεί και την μανιβέλα, ενώ υπάρχουν δυο χάρτες που αλλάζουν την απόδοση και ενεργοποιούνται από ένα μπουτόν που υπάρχει δεξιά στο τιμόνι. Ο ένας χάρτης είναι για πιο επιθετική απόδοση, ο Aggressive, και ο άλλος για ελεγχόμενη οδήγηση διαθέτοντας και traction control, που είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στις πολύ γλιστερές συνθήκες.

Πολύ ποιοτικοί είναι οι τροχοί, με κέντρα από αλουμίνιο CNC και τα στεφάνια της Excel σε ηλεκτρίκ μπλε χρώμα δίνοντας μια πολύ όμορφη εικόνα, ενώ τα φρένα είναι για εμπρός της Brembo (όπως της ίδιας εταιρίας είναι και ο συμπλέκτης), ενώ για πίσω υπάρχει σύστημα της Nissin.

 

Φουλ επίθεση

Πριν ανέβω στην ΤΜ ήμουνα λίγο προκατειλημμένος για την γεωμετρία, αν και η τελευταία φορά που είχα οδηγήσει μοτοσυκλέτα ΤΜ ήταν το 2014 και πραγματικά είχε πολύ περίεργη γεωμετρία, πολύ ιδιαίτερη και μάλλον όχι καλή.

Από τον πρώτο γύρο το αισθάνεσαι πολύ ισορροπημένο και είναι η πρώτη φορά που τόσο το πιρούνι όσο και το πίσω αμορτισέρ λειτουργούν αρμονικά σαν σύνολο. Βέβαια υπάρχει ένα μικρό θέμα για κοντούς αναβάτες, που δύσκολα θα τους επέτρεπε το ύψος τους να παίζουν μπάσκετ όπως ο υπογράφων, αφού η μοτοσυκλέτα είναι από αρκετά έως πολύ ψηλή και σίγουρα θέλει άλλο αφρώδες στην σέλα για να γίνει προσιτή σε κοντούς αναβάτες.

Αν και το φιλτροκούτι δείχνει ογκώδες στο σημείο που εδράζεται η σέλα, είναι πολύ λεπτό και εργονομικό

 

Ο κινητήρας είναι πάρα πολύ δυνατός αλλά από την μέση και πάνω, αφού χαμηλά η δύναμη δεν είναι αρκετή, όμως από εκείνη την περιοχή και μετά πυροβολεί ασταμάτητα μέχρι πολύ ψηλά. Για να ξεδιπλώσεις όλες τις δυνατότητες της ΤΜ πρέπει να οδηγείς επιθετικά και με το υπάρχον γρανάζωμα είναι ακόμα πιο απότομο. Για πιο "χαλαρή" οδήγηση χρειάζεται διαφορετικό γρανάζι για να μακρύνει η τελική μετάδοση.

Το πιρούνι της Kayaba είναι δοκιμασμένη λύση εδώ και χρόνια στις μοτοσυκλέτες της Yamaha και δεν χρειάζεται συστάσεις. Η μεγάλη έκπληξη ήταν η καλή λειτουργία του αμορτισέρ που κατασκευάζει η ίδια η ΤΜ παρ’ ότι η ΜΧ 250 είναι πολύ σταθερή δεν χάνει καθόλου στο στρίψιμο. Ακόμα και στις πολύ κλειστές στροφές με λούκι ακολουθεί την γραμμή που θέλεις χωρίς προσπάθεια.

Ο συμπλέκτης όσο κι αν τον πιέσεις δεν πέφτει η απόδοσή του κατά την διάρκεια ενός σκέλους και καθώς δεν έχει αρκετή δύναμη χαμηλά, πρέπει να παίξεις πολύ με την μανέτα του συμπλέκτη για να το βάζεις στην ωφέλιμη περιοχή στροφών, εκεί που πραγματικά είναι απίστευτα δυνατό. Στα άλματα και πάλι έρχεται ο δυνατός κινητήρας να σου κάνει εύκολη την ζωή, γιατί η εκρηκτική απόδοση σε συνδυασμό με την δύναμη, σε βοηθάει ακόμα και με ελάχιστη φόρα να καθαρίσεις και τα πλέον μεγάλα άλματα, με μια ευέλικτη και ελαφριά αίσθηση. Τα φρένα συγκαταλέγονται στα δυνατά σημεία της ΜΧ 250, αφού είναι τόσο δυνατά όσο χρειάζεται για να σταματήσουν μια τόσο γρήγορη μοτοσυκλέτα, χωρίς να χάνουν σε προοδευτικότητα.

 

Αλλαγή νοοτροπίας

Οδηγώντας την νέα ΜΧ του 2020 μοιραία καταλήγεις στο ότι η εποχή που η ΤΜ έκανε συναρμολόγηση ανταλλακτικών και οι μοτοσυκλέτες έβγαιναν στο περίπου, έχει περάσει ανεπιστρεπτί όπως φαίνεται. Επιπλέον, το εργοστάσιο έχει ξεκολλήσει από την νοοτροπία του "εμείς φτιάχνουμε αυτό και είναι το καλύτερο που υπάρχει" και σε αυτό έχει συντελέσει το άνοιγμα που έχει κάνει στην Αμερικανική αγορά, την μεγαλύτερη αγορά του κόσμου. Για να  πιστεύεις σε πωλήσεις στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού πρέπει να εναρμονιστείς με τις απαιτήσεις της εκεί αγοράς, και όχι μόνο της Ιταλικής. Η μοτοσυκλέτα, με το χέρι στην καρδιά, είναι σε καλύτερο επίπεδο απ’ ότι περιμέναμε ή μάλλον είναι αρκετά ανταγωνιστική, χωρίς να σημαίνει ότι τα πάντα είναι τέλεια πάνω της.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει η ΤΜ, όχι σαν μοτοσυκλέτα αλλά σαν εταιρεία στην χώρα μας, είναι ότι έχει περάσει από σαράντα κύματα στον τομέα της αντιπροσώπευσης με εισαγωγείς που υπόσχονταν λαγούς με πετραχήλια και στο τέλος άφηναν τους ιδιοκτήτες ξεκρέμαστους, να περιμένουν πέντε μήνες να έρθει ένα απλό ανταλλακτικό ή και να μην έρθει ποτέ. Τώρα, το νέο καθεστώς της αντιπροσωπείας υπόσχεται να ξεκινήσει μια νέα εποχή για την εταιρεία. Πέρα όμως από τις προθέσεις, όλοι κρινόμαστε εκ του αποτελέσματος και περιμένουμε να δούμε κάτι πραγματικά νέο, εάν και εφόσον έρθει αυτό.

Το πιρούνι της ΚΥΒ είναι δοκιμασμένη και αποτελεσματική λύση και είναι από τα δυνατά σημεία της ΤΜ

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

 

Αντιπρόσωπος:
THE FAMILY MOTORSPORT
Τιμή:
9.090
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μεταξόνιο (mm):
1.475
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Αλουμινένιο περιμετρικό με αφαιρούμενο υποπλαίσιο αλουμινίου
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
7,5/
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος υγρόψυκτος μονοκύλινδρος με 2εεκ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
77Χ53,6
Χωρητικότητα (cc):
249
Τροφοδοσία:
Σώμα ψεκασμού 44mm
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 2
Σύστημα λίπανσης:
Ξηρό κάρτερ με δυο αντλίες
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα-μανιβέλα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος με τρόμπα της Brembo
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Αμορτισέρ ΤΜ
Διαδρομή (mm):
-
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου αργή και γρήγορη απόσβεση συμπίεσης και απόσβεση επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Excel Takasago 19X1.85
Ελαστικό:
100/90X19
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος τύπου μαργαρίτα 245mm με δαγκάνα ενός εμβόλου Nissin
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Αντεστραμμένο πιρούνι Kayaba SSS
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
-/48
Ρυθμίσεις:
Απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς με προφόρτιση ελατηρίου
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου Takasago Excel με δαγκάνα δυο εμβόλων της Brembo
Ελαστικό:
80/100X21
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος τύπου μαργαρίτα 270mm με δαγκάνα δυο εμβόλων της Brembo